το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


Φαστ Τρακ #5

Απ’ ό,τι φαίνεται η «Εφημερίδα των Συντακτών» συνεχίζει την «εκστρατεία» καταδίκης του «αντισημιτισμού» επικεντρωμένη και στοχοποιημένη στο ΠΑΜΕ, για την επιμονή του να καταδικάζει να καταγγέλλει και να κινητοποιεί εναντίον της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και των εγκλημάτων του κράτους του Ισραήλ.

Πλήρως προσαρμοσμένοι οι κύκλοι της ΕφΣυν στην εξωτερική πολιτική της ΠρωτοΔεύτερης Φοράς Αριστερά, στην «αμυντική» (!!!) συνεργασία Ελλάδας – Ισραήλ (με ασκήσεις προσομοίωσης αεροπορικών επιθέσεων κατά του Ιράν, τόση πια «άμυνα»), δεν τους μένει παρά να βαφτίσουν «ανθελληνισμό» και την καταγγελία τής όλο και πιο βαθιάς πρόσδεσης της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ΝΑΤΟϊκούς σχεδιασμούς και τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που υλοποιεί η κυβέρνηση Τσίπρα.

Θα επαναλάβω από μια παλιότερη ανάρτηση αυτού του μπλογκ:

Όσοι, απέναντι στην καταδίκη των νέων σιωνιστικών εγκλημάτων και απέναντι στην απαίτηση που εκφράζεται με το σύνθημα ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ … επιχειρήσουν να κρυφτούν πίσω από το δάχτυλο του αντισημιτισμού, ας προσέχουν σε ποιούς απευθύνονται. Τους αφιερώνουμε τα δικά μας τραγούδια, τραγούδια για τους αγώνες του δικού μας και του «δικού τους» λαού εκείνη την εποχή όπου οι «δικοί του» μονοπωλητές του πλούτου αυγάτιζαν τα κέρδη τους από το δικό του ολοκαύτωμα, που τώρα επαναλαμβάνουν σε βάρος του παλαιστινιακού λαού.

Αλήθεια, «βεβηλώνεται» το τραγούδι δίπλα-δίπλα με αυτή τη φωτογραφία;

gaza1

***

Οι βιομήχανοι, διαβάζω, θέλουν να «αρθεί το εμπόδιο του κόστους ενέργειας». Δεν ζητάνε πολλά οι άνθρωποι, απλά να τους πληρώνουμε εμείς το ρεύμα, να τους πληρώνουμε και το εργατικό «κόστος» στο όνομα της ανεργίας, αλλά να μειωθεί και η φορολογία των κερδών τους. Ε βέβαια, αυτό έλειπε να μας κάνουν και συνεταίρους. «Τα δικά μας δικά μας και τα δικά σας δικά μας». Μόνο που όλα αυτά (και όχι μόνο) καταδείχνουν τον οριστικά κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων, αναδείχνουν σαν ιστορικό λείψανο και ζωντανό πτώμα την ατομική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και καλούν στην εναρμόνιση [διόρθωση: ήθελα να πω στην αντιστοίχηση] των σχέσεων παραγωγής με την κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων.

***

Όπου διαβάζοντας κάποιο βιβλίο πέφτω πάνω στο παράθεμα από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, σχετικά με την «χρησιμοποίηση της κρατικής εξουσίας, της συγκεντρωμένης οργανωμένης βίας της κοινωνίας για την προώθηση τεχνητά της διαδικασίας μεταβολής του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής σε καπιταλιστικό και για τη σύντμηση των μεταβάσεων» (» Η βία είναι η μαμμή κάθε παλιάς κοινωνίας η οποία εγκυμονεί μια καινούργια. Αποτελεί και η ίδια οικονομική δύναμη»).

Εντάσσοντας στην παραπάνω περιγραφή την σημερινή πραγματικότητα της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας, που εκτός από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής εγκυμονεί και την αυριανή καπιταλιστική κοινωνία, θυμήθηκα την «προώθηση τεχνητά και την σύντμηση» της διαδικασίας συγκέντρωσης της παραγωγής στο μονοπωλιακό κεφάλαιο μέσω της φοροληστρικής κρατικής νομοθεσίας εναντίον των αυτοαπασχολούμενων (που με την ψήφιση του «4ου μνημόνιου» επεκτείνεται παραπέρα και στους μισθωτούς με χαμηλά εισοδήματα), μέσω της μετατροπής των μαγαζιών και των γραφείων σε  ταμεία των τραπεζών («πλαστικό χρήμα» κλπ) κ.ά…

***

Και έπεσα κι εδώ στη μαρξιστική ρήση για εκείνη την ώρα, που έρχεται σαν καρπός της ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπου η αστική τάξη θα είναι «ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του».

Την καταγράφω απλά για να την έχω πρόχειρη…


Φαστ Τρακ #4

Πόσο πια κουτόχορτο μπορεί να καταναλωθεί από το κοινό των ΜΜΕ:

Είναι, λέει, απειλή το πυρηνικό οπλοστάσιο της Βόρειας Κορέας και δεν είναι απειλή το πυρηνικό οπλοστάσιο των ΗΠΑ και των υπόλοιπων χωρών που διαθέτουν τέτοιους πυραύλους…

Το πρόβλημα, λέει, βρίσκεται στους 5, 10, 50 βορειοκορεάτικους πυραύλους και όχι στο ξεχείλισμα του πλανήτη από πυρηνικά που αρκούν για να τον καταστρέψουν εντός δευτερολέπτων.

Είναι, λέει, η Βόρεια Κορέα αυτή που απειλεί επισείοντας τους πυραύλους της σαν μέσο αποτροπής και όχι οι ΗΠΑ που (με τους πυράυλους τους και όχι μόνο) διεκδικούν «δικαιώματα» σε κάθε γωνιά της γης.

Αλλά τι σύμπτωση! Δεν είναι η Β. Κορέα αυτή που συγκεντρώνει σήμερα στρατό και στόλο, δεν είναι αυτή που πραγματοποιεί ασκήσεις στα παράλια των ΗΠΑ, αλλά είναι οι ΗΠΑ που συγκεντρώνουν στρατό και στόλο γύρω από την Βόρεια Κορέα.

«Γενικός πυρηνικός αφοπλισμός τώρα!»

Μόνο χάρη στην ύπαρξη της ΕΣΣΔ μπορούσε αυτό το σύνθημα να βρίσκεται στο στόμα όλων των λαών της γης;;;

Γενικός πυρηνικός αφοπλισμός τώρα!

Σαν αντίδοτο στη ζάλη που προκαλεί η διεθνής διπλωματία και η αξεδιάλυτη περιπλοκότητα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…

*

ΚΚΕ: Να κατοχυρωθεί νομοθετικά η κυριακάτικη αργία!

ΣΥΡΙΖΑ: Ρε κουκουέδες, όλα στο σοσιαλισμό και τη δευτέρα παρουσία τα παραπέμπετε.

ριζ

Χωρίς τίτλο

*

Νομοθετική κατοχύρωση της κυριακάτικης αργίας

Κατάργηση όλων των αντεργατικών νόμων

17 Μάη γενική απεργία


Δε βαρέθηκες να τους πληρώνεις;

Η είδηση έχει ως εξής:

Στην υγειά των εργολάβων

Την ώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ προσπαθεί με άθλια προπαγανδιστικά τεχνάσματα να πείσει ότι «μάχεται για να ανακουφίσει τα λαϊκά στρώματα», με αφορμή τις διαπραγματεύσεις για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, φέρνει και ψηφίζει τροπολογία στη Βουλή με την οποία προβλέπεται η αποζημίωση πολλών εκατομμυρίων ευρώ της κοινοπραξίας που έχει αναλάβει την κατασκευή του οδικού άξονα Κόρινθος – Τρίπολη – Καλαμάτα! Ακριβώς αυτό έγινε το βράδυ της Τετάρτης στη Βουλή, όταν κατατέθηκε και ψηφίστηκε τροπολογία που υπογράφεται από τους Χρ. Σπίρτζη και Ευ. Τσακαλώτο και η οποία προβλέπει πως το ελληνικό Δημόσιο, από την τσέπη των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων, θα αποζημιώσει την κοινοπραξία στην περίπτωση που τα έσοδα από τα διόδια είναι χαμηλότερα από τα προϋπολογιζόμενα στη σχετική σύμβαση παραχώρησης! Θυμίζουμε ότι η σύμβαση παραχώρησης που είχαν συνάψει με νόμο προηγούμενες κυβερνήσεις, έχει τέτοια πρόβλεψη. Κι επειδή το …«κράτος έχει συνέχεια», ήρθε τώρα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να την ενεργοποιήσει. Και να σκεφτεί κανείς ότι λίγες ώρες πριν, τσακώνονταν στη Βουλή «περί όνου σκιάς», για τα σκάνδαλα και τις εξεταστικές επιτροπές…

Μάλιστα, λέει το κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, «…στη σύμβαση προβλεπόταν ότι η επιδότηση θα γινόταν με συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, επειδή η επιδότηση δεν είναι πλέον «επιλέξιμη» από το ΕΣΠΑ, διότι αφορά λειτουργία και όχι «μελέτη – κατασκευή», το χρήμα θα βγει από το ΠΔΕ» (δηλαδή από το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων του κρατικού προϋπολογισμού). Ενώ, «το ύψος της αποζημίωσης δεν αποκλείεται να φτάσει τα 300 εκατ. ευρώ».

…Είναι ωραίο να παίρνεις ένα έργο ουσιαστικά χωρίς «ίδια κεφάλαια», πληρωμένο από  επιδοτήσεις της ΕΕ και από δάνεια με κρατική εγγύηση, να σού παραχωρούν την είσπραξη των διοδίων για μερικές δεκαετίες, κι αν από το δρόμο «σου» δεν περνάνε και τόσοι πολλοί «πελάτες»,  τότε να σου δίνουν για «αποζημίωση» μέχρι και 300 εκατομμύρια ευρώ από το ΦΠΑ που πληρώνει ο λαός για τα μακαρόνια του κ. Φίλη και τα γεμιστά της κ. Φωτίου.

Αλλά ας το δούμε λίγο και από λογιστική πλευρά το θέμα:

Έχουμε και λέμε λοιπόν: «μέχρι 300 εκατομμύρια ευρώ» για να μην… χρεοκοπήσει ο κάθε οδικός άξονας.

Τις προάλλες η ΤΡΑΙΝΟΣΕ πουλήθηκε με «προίκα» τουλάχιστον 200 εκατομμύρια ως το 2020, λόγω των «άγονων» σιδηροδρομικών προορισμών, και μετά το 2020 η κρατική επιδότηση θα βγαίνει, λέει, κατόπιν διαγωνισμού ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους σιδηροδρομιούχους.

Με το ίδιο «κόλπο», των «άγονων γραμμών», από το 2002 έως και φέτος οι ακτοπλοϊκές εταιρείες έχουν εισπράξει επιδότηση κοντά 2 δισ. ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή κατά μέσο όρο περισσότερα από 130 εκατομμύρια το χρόνο).

25 δισ. ευρώ «τοποθέτησε» το Δημόσιο στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών το 2013 (τότε που «κουρεύτηκαν» και 8,5 δισ.  από τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων), ενώ από το 2008 έως το 2010 οι κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου είχαν ήδη «στηρίξει» τις τράπεζες με κρατικές εγγυήσεις 128 δισ.

Κλείνουμε αυτή τη μικρή ανθολόγηση με το «ανυπολόγιστο» χρηματικό ποσό που το κεφάλαιο έχει ήδη εισπράξει από τον ΟΑΕΔ, έτσι ώστε ο «Έλληνας φορολογούμενος» να πληρώνει στους εργοδότες τους μισθούς του προσωπικού τους, με τα κέρδη που βγαίνουν από την εργασία αυτού του προσωπικού να παραμένουν – εννοείται (!!!) – στις τσέπες των εργοδοτών. Για να πάρει κανείς μια ιδέα για αυτό το χρηματικό μέγεθος, αρκεί να πούμε ότι η σχετική νομοθετική ρύθμιση «για την καταπολέμηση της ανεργίας» έχει ήδη ένα βάθος χρόνου 20ετίας (1996),  και ότι μια που από τότε η ανεργία δεν καταπολεμήθηκε και τόσο πολύ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποφάσισε τις προάλλες ότι στο εξής οι εργοδότες θα εισπράττουν απευθείας το επίδομα ανεργίας (360 ευρώ το μήνα) των ανέργων που προσλαμβάνουν  και θα πληρώνουν για μισθό μόνο τη διαφορά (226 ή και 151 ευρώ το μήνα).

Κι αυτός είναι ο καπιταλισμός, που θέλει λέει και «λιγότερο κράτος», και που οι διάφοροι οικονομικοί και πολιτικοί του εκπρόσωποι βρίζουν τον «κακομαθημένο» λαό που τα «περιμένει όλα από το κράτος». Αυτή είναι η «ιδιωτική πρωτοβουλία» που δεν ανέχεται την «κρατικοδίαιτη» οικονομία και έχει τσακίσει τους εργαζόμενους με την «ανάπτυξή» της και με την «κρίση» της. Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα «που πήγαν (και πού πάνε) τα λεφτά» κι αυτά είναι τα λεφτά που «όλοι μας» τα χρωστάμε, που «όλοι μαζί τα τρώμε» και που «όλοι μας» πρέπει να θυσιάσουμε τις ζωές μας για να τους τα (ξανα)πληρώσουμε και για να τους τα πληρώνουμε εσαεί από γενιά σε γενιά. Αυτή είναι η τάξη των κεφαλαιοκρατών, η… «ηγέτιδα τάξη«,  που η ιστορία την έχει πια καταστήσει συλλογικό φεουδάρχη της κοινωνίας με τους εργαζόμενους σε καθημερινή αγγαρεία για τη χλιδή των «αφεντάδων»: αγγαρεία για να φτιαχτεί ο δρόμος από τους «τυχερούς» που θα δουλέψουν στην κατασκευή του, αγγαρεία από όλο το λαό για να πληρωθούν τα δάνεια των κατασκευών, αγγαρεία για να πληρωθούν τα διόδια, αγγαρεία για να «αποζημιωθεί» ο «δρόμος» αν δεν του φτάνουν οι «πελάτες», αγγαρεία για τις τράπεζες, αγγαρεία για τις «άγονες γραμμές» των σιδηροδρομιούχων και των εφοπλιστών, αγγαρεία απ’ όλο το λαό για να πληρωθούν στους εργοδότες οι μισθοί των εργατών τους ώστε να αυξάνεται η κερδοφορία και η «ανταγωνιστικότητα» του κεφαλαίου.

Αυτός είναι ο καπιταλισμός που έχει πεθάνει, και που εξακολουθεί να απομυζά κάθε ζωτική δύναμη της κοινωνίας.

Κι αυτός είσαι εσύ, που δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, προσμένεις ίσως κάποιο θαύμα.

 


Σε αυτές τις «μη επαναστατικές» συνθήκες που ζούμε

Άσχετα από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ο καθένας το ότι ζούμε και δρούμε σε «μη επαναστατικές» συνθήκες, το γεγονός ότι οι συνθήκες είναι «μη επαναστατικές» δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση πολιτικής ανταπόκρισης στο ερώτημα το διατυπωνόμενο από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των υπόλοιπων εργαζόμενων στρωμάτων: τι κυβέρνηση έχει ανάγκη η χώρα. Ερώτημα που καταρχήν δεν σημαίνει «ποιο κόμμα» θα ασκεί την κυβερνητική πολιτική, αλλά ποια κυβερνητική πολιτική πρέπει να ασκηθεί.

Πόσο μάλλον που οι υπάρχουσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, δεν έχουν σαν σύνολο την παραμικρή σχέση με συνθήκες στις οποίες «οι πάνω» διαθέτουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να ζουν  «όπως παλιά», ότι μπορούν «να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους» και στις οποίες «οι κάτω θέλουν να ζουν όπως παλιά». Τέτοιες συνθήκες ήταν οι υπάρχουσες μέχρι το 2010 και έχουν παρέλθει. Από τότε διατηρείται μια κατάσταση διαρκούς «επιδείνωσης, μεγαλύτερης από την συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων». Από τότε, επίσης, είναι εμφανής η αδυναμία μιας οριστικής αναδιάταξης του αστικού πολιτικού σκηνικού τέτοιας που να ενσωματώνει αποτελεσματικά τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα, και μάλιστα σε συνθήκες «ρευστότητας» των διεθνών ανταγωνισμών εντός των οποίων οφείλουν να εντάσσονται και οι βλέψεις της εγχώριας άρχουσας τάξης. Από τότε επίσης, εμφανίστηκε, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, μια διετής περίοδος «σημαντικού ανεβάσματος της δραστηριότητας των μαζών», διαφορετική από την περίοδο όπου οι μάζες «αφήνονται ήσυχα να τις ληστεύουν». Το ότι αυτή η δραστηριότητα δεν απέκτησε τα χαρακτηριστικά «αυτοτελούς ιστορικής δράσης», καθώς και το γιατί δεν τα απέκτησε, το ότι εκείνη η άνοδος της δραστηριότητας δεν είχε συνέχεια καθώς και το γιατί δεν είχε συνέχεια, το ότι εκείνη η «σύντομη» άνοδος της δραστηριότητας των μαζών έχει δώσει τη θέση της σε μια στάση αναμονής και «απάθειας» αλλά όχι προσαρμογής, το ότι τα προηγούμενα επιδρούν «θετικά» στη δυνατότητα της άρχουσας τάξης να διατηρεί και να επιζητά την αναδιάταξη των μορφών της κυριαρχίας της, αυτά είναι αλήθεια. Αλλά όλα τα παραπάνω μαζί παρμένα, όσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση ύπαρξης επαναστατικών συνθηκών, άλλο τόσο δεν επιτρέπουν την αναγνώριση των συνθηκών σαν τέτοιες που τυπικά και με βάση όλα τους τα γνωρίσματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «μη επαναστατικές συνθήκες».

Ο γνωστός λενινιστικός ορισμός των επαναστατικών συνθηκών, περιέχει σαν αντίστροφη όψη του και έναν ορισμό των μη επαναστατικών συνθηκών: 1) Οι κορυφές μπορούν να ζουν όπως παλιά, μπορούν να διατηρούν αναλλοίωτη την κυριαρχία τους.  2) Τα κάτω στρώματα θέλουν να ζουν όπως παλιά. 3) Η ανέχεια και η αθλιότητα των καταπιεζόμενων τάξεων παραμένει η συνηθισμένη, χωρίς επίδείνωσή της. 4) Οι μάζες αφήνονται να τις ληστεύουν ήσυχα, το επίπεδο της δραστηριότητάς τους είναι αυτό των «ειρηνικών» εποχών.

Δεν είναι τέτοιες οι σημερινές συνθήκες, συνολικά παρμένες, όπως δεν είναι και αντίθετες. Είναι «μη επαναστατικές συνθήκες» μόνο σχετικά, δηλαδή μόνο από την άποψη ότι δεν είναι επαναστατικές, όχι όμως από την άποψη της «απόλυτης τιμής» των συνθηκών που θα ορίζονταν ως «μη επαναστατικές». Από την άποψη αυτής της «απόλυτης τιμής» οι υπάρχουσες συνθήκες δεν είναι «μη επαναστατικές». Και ειδικά γύρω από τον καταλυτικό παράγοντα της δραστηριότητας των καταπιεζόμενων τάξεων, το χαμηλό επίπεδο αυτής της δραστηριότητας οφείλεται σε έναν μεγάλο βαθμό  στην  έλλειψη ενός συγκεκριμένου και καθοδηγητικού γι’ αυτές πολιτικού στόχου, τέτοιου που α) να απαντά με γενικό τρόπο στις ανάγκες τους και β) να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι μη-επαναστατικές  αλλά δεν είναι και επαναστατικές, και δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες «ανεξάρτητα από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων». Ενός συγκεκριμένου καθοδηγητικού πολιτικού στόχου που να ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες που δεν είναι ούτε οι τέτοιες ούτε οι αλλοιώτικες, αλλλά είναι συνθήκες γενικού μετεωρισμού ανάμεσα σε μια «παλιά» κατάσταση πραγμάτων και σε μια νέα «ακαθόριστη» στο περιεχόμενό της.

Κι είναι αυτό το «ακαθόριστο» που επιδρά αποφασιστικά στο να διατηρείται σε χαμηλό επίπεδο η δραστηριότητα των μαζών. Που δεν επιτρέπει την ανοδική ανάπτυξη της δραστηριότητάς τους όσο ο γενικός στόχος αυτής δραστηριότητας, τέτοιος που να αντιστοιχεί στις παρούσες «μη επαναστατικές» συνθήκες, παραμένει ακαθόριστος. Δηλαδή παραμένει τέτοιος που δεν κινητοποιεί σε δραστηριότητα η οποία συνεπάγεται ανατροπή των όρων προσαρμογής των ατόμων στις κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις, σε δραστηριότητα η οποία προϋποθέτει θυσία αυτής της προσαρμογής για χάρη ενός πολιτικού στόχου άμεσου, αναγκαίου και γι’ αυτό ικανού να συνεγείρει.  Και ένας τέτοιος πολιτικός στόχος σήμερα ανάγεται άμεσα στο γενικό ζήτημα της κυβέρνησης που έχει ανάγκη η χώρα, δηλαδή της κυβερνητικής πολιτικής που μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων στρωμάτων: σήμερα που, ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων, οι συνθήκες δεν είναι επαναστατικές. Σήμερα που, εντός «μη επαναστατικών» συνθηκών, και επίσης ανεξάρτητα από την ίδια αυτή θέληση, μόνο μια κυβερνητική πολιτική με επαναστατικό περιεχόμενο μπορεί να ανταποκριθεί στις εργατικές – λαϊκές ανάγκες. Και που μόνο ο στόχος μιας τέτοιας πολιτικής μπορεί να ανεβάσει τη δραστηριότητα των μαζών στο ύψος των περιστάσεων, και σε ακόμα ανώτερο ύψος όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν.

Κι αυτός είναι ο στόχος μιας κυβερνητικής πολιτικής η οποία, μαζί με το κρατικό χρέος και τα «μνημόνια», μαζί με τις επαχθείς για το λαό δεσμεύσεις της χώρας στην ΕΕ των μονοπωλίων, αναγκαστικά θα καταργήσει και το ΕΣΠΑ και τον κρατικό δανεισμό… Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά και (για άλλη μια φορά) «ανεξάρτητα από τη θέληση χωριστών ομάδων κομμάτων και τάξεων», θα πρέπει – στη θέση αυτών – να «δεσμεύσει» τον παραγόμενο κοινωνικό πλούτο και τις πηγές του στην ικανοποίηση των εργατικών-λαϊκών αναγκών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να καθυποτάξει την αντίδραση των σημερινών εγχώριων και ξένων σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και των πηγών του, την αντίδραση των καπιταλιστών. Μια κυβερνητική πολιτική που, επομένως, αναγκαστικά θα πρέπει να στηρίζεται στην λαϊκή οργάνωση και κινητοποίηση, να αποτελεί εμπνευστή και εκφραστή αυτής της οργάνωσης και κινητοποίησης. Μια κυβερνητική πολιτική την οποία μπορούν να υλοποιήσουν μόνο πολιτικές δυνάμεις, «ομάδες και κόμματα», ταγμένες από την ύπαρξή τους στην υπηρεσία των εργατικών-λαϊκών συμφερόντων ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του λαού και ενάντια στην πολιτική των κομμάτων τους.

Το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε από τη θέση της αντιπολίτευσης, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι ο ίδιος είτε από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης για την απόκρουση της αντιλαϊκής επίθεσης είτε από την άποψη της λαϊκής αντεπίθεσης για την υλοποίησή του, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος είναι τέτοιος που η διεκδίκησή του φέρνει την αστική τάξη αντιμέτωπη με τις «δικές της» πολιτικές ελευθερίες, το ότι αυτός ο πολιτικός στόχος απαιτεί ουσιαστικά την ίδια οργάνωση του λαού και την ίδια «αυτοτελή ιστορική δράση» του που απαιτεί και κάθε μορφή «απλώς» αντίστασής του στην αντιλαϊκή λαίλαπα, το ότι στο τέλος του αυτός ο πολιτικός στόχος οδηγεί στην αντικατάσταση των οικονομικών και πολιτικών ελευθεριών και της εξουσίας του κεφαλαίου από την οικονομική και πολιτική ελευθερία και εξουσία του εργαζόμενου λαού, στην αντικατάση της οργανωμένης κυριαρχίας των εκμεταλλευτών από την οργανωμένη κυριαρχία του λαού, όλα αυτά μένει να εξηγηθούν. Και καλύτερα από το κάθε τι, τα εξηγεί η ίδια η ανάπτυξη της λαϊκής δραστηριότητας από τη στιγμή που θέτει άμεσα μπροστά της αυτόν τον πολιτικό στόχο και στο κάθε της βήμα για την τελική του πραγμάτωση.


μια οφειλόμενη επεξήγηση

Έγραφα στην προηγούμενη ανάρτηση:

Το «69» σαν ερωτική στάση είναι απολαυστική, λένε αυτοί που ξέρουν, εν τούτοις η τοποθέτηση των δυο σωμάτων σε διαμετρικά αντίθετες στάσεις καθιστά τον  ερωτικό σχηματισμό «69» στείρο.

Πράγμα που μπορεί μεν σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί ερωτικό πλεονέκτημα, όμως η πολιτική στειρότητα δεν αποτελεί πλεονέκτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης, εκτός αν πρόκειται για την κλασική «δικομματική αντιπαράθεση» και εκτός επίσης, ευρύτερα, αν πρόκειται για πολιτική αντιπαράθεση που αποσκοπεί στην ίδια της την στειρότητα, όμως θεωρητικά δεν μιλάμε για αυτές τις περιπτώσεις.

Η ίσως «άκομψη» παρομοίωση δίνει την εντύπωση εξίσωσης των δυο πλευρών, η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική:

Το ότι αυτού του είδους η αντιπαράθεση είναι στείρα και άγονη, κάνει μεγαλύτερες τις ευθύνες  – όπου αυτές υπάρχουν – για τον εγκλωβισμό της πολιτικής αντιπαράθεσης σε αυτά τα στείρα και άγονα δηλαδή επιζήμια πλαίσια.

Φαίνεται ότι οι επιθέσεις «ενότητας, φιλίας και συνεργασίας» είναι νόμισμα με δυο όψεις. Η μία όψη, η «ληγμένη», αυτή που βρίσκεται στο καλάθι των αχρήστων, υποψήφια για ανακύκλωση, δεν ήταν παρά αναζήτηση συνενόχων για το 3ο μνημόνιο.

Στην άλλη όψη οι εκκλήσεις «ενότητας» συνοδεύονται από ανικανότητα τήρησης στην πράξη  στοιχειωδών κανόνων και αρχών αναγκαίων όχι για συναγωνιστικές σχέσεις αλλά για την απλή πολιτική συνύπαρξη στο πλαίσιο των διαδικασιών του μαζικού κινήματος.

Όσο έχουν έτσι τα πράγματα, το συμπέρασμα θα είναι ότι και οι δυο όψεις του νομίσματος διέπονται από την ίδια «στοχοπροσήλωση». «Στοχοπροσήλωση» τέτοια που συγκεντρώνει γύρω της διάφορες ετερόκλητες αφετηρίες, στοχοπροσήλωση ικανή να θρέψει αρκετά φίδια στον κόρφο της.

Δεν έχει νόημα να τα αρνηθεί αυτά όποιος τον θίγουν.

Και αντίστροφα, αυτά δεν συνιστούν, κατά τα άλλα, κανενός είδους πολιτική απολογητική. Πράγμα για το οποίο κανείς δεν έχει και λόγο να θίγεται.

Απλά, τα πράγματα θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αυτό είναι όλο. Και δεν θα απαιτούνταν γι’ αυτό καμιά «ενωτική» προμετωπίδα. Θα αρκούσε η τήρηση, απ’ όλους, ορισμένων στοιχειωδών αρχών απαραίτητων για την απλή πολιτική συνύπαρξη στο πλαίσιο των διαδικασιών του μαζικού κινήματος. Διαφορετικά υπάρχει και η κινούμενη άμμος, κι ας τη διεκδικήσει αυτήν όποιος θέλει «για τον εαυτό του».

Δεν έχει νόημα παραπέρα «θεωρητικοποίηση», τουλάχιστον ως αυτό το σημείο…


Φαστ Τρακ #3

Η κοπτοραπτική της «αξιολόγησης» καλά κρατεί.

Ο ένας «θεσμός» κόβει, ο άλλος ράβει, ο θεσμός της κυβέρνησής «μας» επιδίδεται κι αυτός στην δική του κοπτοραπτική, όλοι οι «θεσμοί» μαζί κεντάνε και ξανακεντάνε την αόρατη κλωστή τους, οι ειδήσεις των ΜΜΕ μάς καθιστούν καθημερινά «ενήμερους» για την πορεία του έργου της νέας φορεσιάς του βασιλιά, ώσπου να τον δούμε επιτέλους να τη φοράει και να συνειδητοποιήσουμε για ακόμα μια φορά ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Εδώ η «νέα Ελλάδα», εκεί η «νέα Ελλάδα», πού είναι η «νέα Ελλάδα»; Κι ο «βασιλιάς», ο γυμνός βασιλιάς; Ποιός είναι στ’ αλήθεια ο «βασιλιάς»; τι να σημαίνει τάχα «ο βασιλιάς είναι γυμνός»; Θ’ ανταλλάξουν γύρω από αυτό το ζήτημα τις ανακοινώσεις τους τα γραφεία τύπου της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ; «Είστε γυμνοί!» «Εσείς είστε πιο γυμνοί!» «Πιο γυμνοί από εσάς δεν υπάρχουν!»

Κι ανάμεσα στις ανακοινώσεις τους ο λαός,  με την ελάχιστη εγγυημένη του γύμνια, ντυμένος με αόρατα ρούχα φτιαγμένα με αόρατες κλωστές από ακριβοπληρωμένους ραφτάδες, κλωστές αόρατες σαν και τις αόρατες αλυσίδες που τον δένουν σ’ αυτό το σύστημα τις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Όπως και για τις κλωστές της φορεσιάς, έτσι και για τις αλυσίδες της εκμετάλλευσης: Είναι απλώς θέμα όρασης, κι η όραση είναι θέμα ακοής. Υπακοής ή ανυπακοής.

Άκουσαν οι υπήκοοι του παραμυθιού τη φωνή του παιδιού, που ήταν κρυμμένο στο δέντρο, και πάψαν να είναι υπήκοοι:

«Ο βασιλιάς είναι γυμνός!»

Τι κι αν η ζωή δεν είναι παραμύθι;

*

Η Περιφέρεια Αττικής άνοιξε, λέει, Ευρωπαϊκό Γραφείο στις Βρυξέλλες.

Αρκούν οι προσωπικές φιλοδοξίες της Κας Περιφερειάρχου για να ερμηνεύσουν το γεγονός; Ή μήπως όχι;

Τα κάθε άλλο παρά αθώα ιδεολογήματα περί «Ευρώπης των λαών» και περί «Ευρώπης των εθνών» χαϊδεύουν αποτελεσματικά τα αυτιά των λαών και των εθνών και εξωραΐζουν αποτελεσματικά, όσο μπορούν, την Ευρώπη των καπιταλιστικών μονοπωλίων .

Αλλά η Ευρώπη των μονοπωλίων προτιμά για τον εαυτό της να προσανατολίζεται όχι στην Ευρώπη «των λαών» και «των εθνών», αλλά στην Ευρώπη των περιφερειών. Κάτι σαν τις αρχαιοελληνικές πόλεις-κράτη, λέει, για να γελάσουμε λίγο.

Για την συγκεντρωμένη κυριαρχία των μονοπωλίων και των κρατών της «1ης ταχύτητας» δεν αρκεί η οικονομική-πολιτική ανισομετρία ανάμεσα στις χώρες-μέλη της Ευρώπης τους. Αυτή η ανισομετρία είναι γι’ αυτή τη συγκεντρωμένη κυριαρχία σχεδόν ένα τίποτα σε σύγκριση με την εσωτερική οικονομική-πολιτική ανισομετρία της κάθε ξεχωριστής χώρας.

Και πώς θα υπαγάγουν κάτω από τη συγκεντρωμένη κυριαρχία τους την εσωτερική ανισομετρία της κάθε ξεχωριστής χώρας-μέλους, πώς θα παρακάμψουν – με σκοπό την εδραίωση αυτής της κυριαρχίας – την δοσμένη και κατακτημένη σαν ιστορικά προοδευτική βαθμίδα της κοινωνικής συγκρότησης που λέγεται «εθνική»,  με ποιον τρόπο η αντιδραστικά διεθνοποιημένη κυριαρχία του κεφαλαίου θα αποτρέψει τη διεθνοποίηση της πάλης των λαών και την ιστορικά προοδευτική διεθνοποίηση της συγκρότησης των κοινωνιών, με ποιον τρόπο η διεθνοποιημένη κυριαρχία των μονοπωλίων και των χωρών της «1ης ταχύτητας» θα επιχειρήσει την επισφράγηση της επιβολής της υπερεθνικά πάνω στους λαούς, με ποιον τρόπο η συγκεντρωμένη κυριαρχία τους θα επιβληθεί πάνω στην μέγιστη δυνατή διαίρεση των εργαζομένων που καταπιέζονται;

Με ποιο τρόπο, αν όχι με την οργανωτική κατάτμηση των κρατών-μελών σε περιφέρειες-μέλη, σε Ειδικές Οικονομικές Ζώνες, σε περιφέρειες-πελάτες και σε περιφέρειες ειδικού καθεστώτος;

Ψιλοπράγματα.

*

Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Α΄ Τόμος, σελ. 91-92, εκδ. Σύγχρονη Εποχή: «Για να εξετάσουμε την κοινή, δηλ. την άμεσα κοινωνικοποιημένη εργασία δε χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε στην πρωτόγονη μορφή της που τη βρίσκουμε στο κατώφλι της ιστορίας όλων των πολιτισμένων λαών.  Ένα πιο κοντινό παράδειγμα αποτελεί η αγροτική πατριαρχική παραγωγή μιας αγροτικής οικογένειας που παράγει για τις δικές της ανάγκες γέννημα, ζώα, πανί, ρούχα κλπ. Τα διάφορα αυτά πράγματα αποτελούν για την οικογένεια διάφορα προϊόντα της οικογενειακής της εργασίας, δεν αποτελούν όμως το ένα για το άλλο εμπορεύματα (…). Το ξόδεμα (…) των ατομικών  εργατικών δυνάμεων που μετριέται με τη χρονική τους διάρκεια εμφανίζεται εδώ ανέκαθεν σαν κοινωνικός καθορισμός των ίδιων των εργασιών, γιατί οι ατομικές εργατικές δυνάμεις δρουν εδώ από ανέκαθεν μόνο σαν όργανα της κοινής εργατικής δύναμης της οικογένειας…»

κλικ!

*

Το «69» σαν ερωτική στάση είναι απολαυστική, λένε αυτοί που ξέρουν, εν τούτοις η τοποθέτηση των δυο σωμάτων σε διαμετρικά αντίθετες στάσεις καθιστά τον  ερωτικό σχηματισμό «69» στείρο.

Πράγμα που μπορεί μεν σε ορισμένες περιπτώσεις να αποτελεί ερωτικό πλεονέκτημα, όμως η πολιτική στειρότητα δεν αποτελεί πλεονέκτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης, εκτός αν πρόκειται για την κλασική «δικομματική αντιπαράθεση» και εκτός επίσης, ευρύτερα, αν πρόκειται για πολιτική αντιπαράθεση που αποσκοπεί στην ίδια της την στειρότητα, όμως θεωρητικά δεν μιλάμε για αυτές τις περιπτώσεις.

*

Ελπίζω να μην ξέχασα τίποτα για σήμερα.