Ο ύποπτος για φόνο, που δολοφονήθηκε

Τις προάλλες, τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου Ζαφειρόπουλου επανέφεραν συνειρμικά μια όψη, μια πτυχή κάποιας άλλης υπόθεσης, η οποία πτυχή είχε βγει «δειλά» στο φως της δημοσιότητας πριν από τρία χρόνια, επίσης με «συνειρμικό» τρόπο.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ρεπορτάζ για τη δολοφονία του δικηγόρου, ένας από τους τρεις φερόμενους ως ηθικούς αυτουργούς της, οι οποίοι είναι κρατούμενοι στον Κορυδαλλό, «ήταν ο δράστης του μακελειού σε μπαρ στο Μικρολίμανο τον Νοέμβριο του 2014, όπου είχαν τραυματιστεί 15 άτομα». Ανατρέχοντας στα ρεπορτάζ εκείνης της υπόθεσης,  βρίσκουμε μια περιγραφή των συγκεκριμένων κυκλωμάτων του οργανωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με την οποία ο δράστης του «μακελειού» συνεργάζεται στις διάφορες δραστηριότητές του με έναν συμπατριώτη του, ο οποίος συμπατριώτης, με τη σειρά του, φέρεται με ακόμα έναν να αποτελούν «το πιο πρόσφατο δίδυμο εκτελεστών της μαφίας του οργανωμένου εγκλήματος»Αυτός ο τελευταίος, πάλι, μαζί με δύο άλλα άτομα, φέρονται  ως να «αποτελούσαν τους πληρωμένους εκτελεστές του ελληνικού συνδικάτου του εγκλήματος». Τέλος, το ένα από αυτά τα «δύο άλλα άτομα», ο «31χρονος Ι.Τ. γνωστός ως «Πιτσίλας» που δολοφονήθηκε στις 21 Μαΐου 2014 στον Κορυδαλλό, (…) ήταν ανάμεσα στους υπόπτους  της διπλής δολοφονίας των μελών της Χρυσής Αυγής στο Ν. Ηράκλειο την 1η Νοεμβρίου 2013, ενέργεια που ανέλαβαν οι «Μαχόμενες Λαϊκές Επαναστατικές Δυνάμεις». Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. δεν είχαν αποκλείσει η δολοφονία του «Πιτσίλα» να αποτελούσε «απόσυρση» προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παροχής πληροφοριών που θα οδηγούσε στους «εντολείς».» 

δολοφονια-υποπτου-για-φονο1

Κι έτσι φτάνουμε στο τελικό σημείο αυτής της σειράς των «συνειρμών», στο οποίο σημείο, και στο «περιθώριο» ενός κύκλου συσχετισμών με καθαρά ποινικό χαρακτήρα, η ποινική υπόθεση αποκτά διάσταση πολιτική.

***

«Θολά νερά», θα πει κάποιος. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι, εκτός από «θολά  νερά», άλλωστε… Θολά, έτσι κι αλλιώς, ακόμα δηλαδή κι αν δεν υπήρχε η συμπτωματική ουσιαστικά αποκάλυψη αυτής της «πτυχής», ή της «φερόμενης ως πτυχής», των γεγονότων. Των οποίων γεγονότων η «εξήγηση» θα όφειλε να περιορίζεται, χωρίς τέτοιες «πτυχές», στην «ανάληψη ευθύνης» της διπλής δολοφονίας από την υποτιθέμενη «λαϊκή» και «επαναστατική οργάνωση». Στην «ανάληψη ευθύνης» που αποσκοπεί να εμφανίσει τα θολά νερά σαν κρυστάλλινα, στις 8.813 λέξεις της που αποτελούν 8.813 δολώματα στα χέρια των μηχανισμών που έχουν την αποστολή να θολώνουν τα νερά και να ψαρεύουν στα θολά νερά για την υλοποίηση των αντιλαϊκών τους επιδιώξεων.

Αλλά να που οι ανάγκες του καταμερισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ των διάφορων μηχανισμών, η έλλειψη απόλυτου «συντονισμού» μεταξύ τους, – για τον οποίο θα απαιτούνταν μια πραγματική «δικτατορία» του ενός μηχανισμού επί του άλλου -, επιτρέπουν πού και πού την εμφάνιση μερικών ψηγμάτων της πραγματικότητας της προορισμένης να μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Όσοι επομένως δείχνουν με το δάχτυλο το απόλυτο σκοτάδι και το παρουσιάζουν σαν φεγγάρι, καλό θα ήταν να μην χλευάζουν όσους «αντί για το φεγγάρι κοιτάνε το δάχτυλο»,  αλλά να αναλάβουν την ιδεολογική ευθύνη τους απέναντι στον «νεανικό και αγνό ενθουσιασμό» που μέσα σε αυτά τα θολά νερά γίνεται βορά των σαρκοβόρων και που αυτά τα θολά νερά αποτελούν την παγίδα την προορισμένη γι’ αυτόν.

***

Με άλλα λόγια, ο στερεότυπα επαναλαμβανόμενος εξωραϊσμός και η κολακεία του κρατικού μονοπώλιου χειραγώγησης του ιδεολογικού-πολιτικού «αυθορμητισμού», δια της αναγόρευσης των δραστηριοτήτων του σε «αμφισβήτηση του κρατικού μονοπώλιου της βίας», δεν θα ήταν πρόβλημα αν αποτελούσε απλώς μια έμπρακτη επιβεβαίωση του μονοπώλιου της ιδεολογικής και πολιτικής α-νοησίας, το οποίο μονοπώλιο σίγουρα δεν είναι κρατικό. Αποτελεί πρόβλημα στο βαθμό που λειτουργεί σαν το αναγκαίο ιδεολογικό συμπλήρωμα των μηχανισμών της χειραγώγησης, το ιδεολογικό συμπλήρωμα το απαιτούμενο για την ολοκλήρωση της δραστηριότητας και των στόχων τους. Που πολύπλευρα στρέφονται ενάντια στη γνήσια ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και που για τις ανάγκες τους απαιτούν τον οργανωτικό εγκλωβισμό αναλώσιμων ατόμων στην υπηρεσία τους.

Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, που η επέλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας θέτει στην ίδια «ανάγκες» επέκτασης και εμβάθυνσης  του κατασταλτικού της οπλοστασίου, «ανάγκες» που με τη σειρά τους απαιτούν αρκετή εικονική «επανάσταση» ως όρο θωράκισης της καπιταλιστικής εξουσίας απέναντι στο φάντασμα της πραγματικής, και απέναντι – πριν ακόμα κι από αυτήν – στην ανάπτυξη της αμφισβήτησης αυτής της εξουσίας από το κίνημα των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας.

Advertisements

μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!


σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


Φαστ Τρακ #7

«Τσίπρας – Συνέπεια!»

Θα μπορούσε να είναι το σύνθημα της τρέχουσας επίσκεψης του Τσίπρα του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, προς έλκυση «υγιών επιχειρηματικών επενδύσεων» και βαθύτερη πρόσδεση της χώρας στους αμερικανικούς  ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.

Διότι 4+ χρόνια μετά την προηγούμενη επίσκεψή του στις ΗΠΑ, επί Ομπάμα, οι διαβεβαιώσεις Τσίπρα (από τη θέση της τότε «αξιωματικής αντιπολίτευσης») προς τους εκπροσώπους του αμερικανικού μονοπωλιακού κεφαλαίου έχουν τηρηθεί κατά γράμμα: 

«Ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του», δεν μετέτρεψε την Ελλάδα σε «μια νέα Βόρεια Κορέα», δεν «διέκοψε τους δεσμούς της με την πολιτισμένη Δύση», δεν «έσχισε τη δανειακή σύμβαση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ». Τέτοια πράγματα τα λέγανε «οι κινδυνολόγοι», τέτοια πράγματα ήταν «κινδυνολογία στα χειρότερα της», και «ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του, δεν ήθελε τίποτα από αυτά».

Ποιος μίλησε για «αυταπάτες»; Ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του Τσίπρα, «δεν ήθελε τίποτα από αυτά», και να: δεν έκανε «τίποτα από αυτά». 

Δεν αξίζει λοιπόν η επιβράβευση των ΗΠΑ, επί Τραμπ τώρα, προς τον Τσίπρα τον πρωθυπουργό και προς «τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του», για τη συνέπειά του; Για το γεγονός ότι «δεν ήθελε τίποτα από αυτά» και πράγματι δεν έκανε «τίποτα από αυτά» παρότι μάλιστα αναδείχθηκε στην κυβέρνηση για να κάνει «κάτι» από αυτά;

*

Αλλά και «μέσα πάμε καλά». Διότι φανταστείτε το: Να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ και να έρθει η δεξιά! 

Το παραδέχονται «όλοι», ακόμα και πολιτικοί χώροι που φαντάζουν (και από ό,τι φαίνεται απλώς «φαντάζουν») άτρωτοι στην καλλιεργούμενη (ήδη μεταπολιτευτικά αλλά και προγενέστερα) «αντιδεξιά» ρητορική: Κάλλιο ΕΟΚ και ΝΑΤΟ με ΠΑΣΟΚ παρά με ΝΔ, Κάλλιο μνημόνιο με Τσίπρα παρά με Σαμαρά.

Γιατί βλέπετε, αν δεν ξαναψηφίσετε Τσίπρα, μπορεί να έρξει η «δεξιά» και να καταργήσει το «Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης»!

«Βαθύτατα κόκκινη» αυτή η οπτική, εδώ, με αφορμή την παραπληροφόρηση την προερχόμενη από τα διάφορα επικοινωνιακά κέντρα του ρατσιστικού οχετού, «συγκρούεται» με τα παλιοτόμαρα της δεξιάς, τους νεοφιλελέδες ανθρωποφάγους, που ακόμα κι αυτό το «ΚΕΑ» θέλουν να το κόψουν… Αλλά ας μην ανησυχεί τόσο ο συντάκτης, κι ακόμα περισσότερο ας μην ανησυχεί έτσι

Κουβαλώντας λίγο νερό στον μύλο των δεξιών παλιοτόμαρων και νεοφιλελέδων ανθρωποφάγων, πρέπει να «ομολογήσουμε» ότι το «ΚΕΑ» δεν είναι έργο Τσίπρα, αλλά έργο Σαμαρά… Κι ακόμα «βαθύτερα» πρόκειται για εξαγγελία του Σημίτη ως πρωθυπουργού σε ανύποπτο χρόνο… Πρόκειται για το «Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα», το οποίο «πιλοτικά» ξεκίνησε να εφαρμόζει η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, το οποίο «πιλοτικά» παρέλαβε και συνέχισε την εφαρμογή του η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετονομάζοντάς το επί το «αριστερότερο» σε «Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης», και του οποίου η «πιλοτική» εφαρμογή συν τω χρόνω άρχισε να γενικεύεται. 

Σημίτης – Σαμαράς – Τσίπρας: Η «συνέχεια του κράτους» στην στρατηγική τής έως τέλους κατεδάφισης του «κράτους πρόνοιας» και της αντικατάστασής του από το κράτος – πτωχοκομείο, την οποία στρατηγική υλοποιεί το «ελάχιστο εισόδημα» ή «επίδομα αλληλεγγύης», και η οποία στρατηγική δεν κινδυνεύει από τους «νεοφιλελέδες ανθρωποφάγους» γιατί είναι η στρατηγική των νεοφιλελέδων ανθρωποφάγων.

Αλλά κι αν «κινδύνευε», δεν θα υπήρχε «καταλληλότερος» από τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ για να κόψει και το «ΚΕΑ». «Ακόμα κι αυτό». Λέγε με ΕΚΑΣ. 

Η ανησυχία δεν είναι για το «ΚΕΑ». Η ανησυχία είναι για Λευτεριά Μόρφωση Ψωμί Δουλειά. Τουλάχιστον η «κόκκινη» ανησυχία… Γιατί κατά τα άλλα:

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;» (έγραφε ο Μαρξ το… 1850). 

*

Μού έχει τύχει και εμένα να με τσιμπά «αντιδεξιά» μύγα με ευκαιριακές αφορμές λόγω επίδρασης ψυχοδηλωτικών ουσιών όπως η κάναβη.

Αλλά αυτό με έχει οδηγήσει, αφενός, σε μια άμυντική σχέση με τον «αυτοματισμό» των ψυχικών μου εκδηλώσεων και, αφετέρου, σε έναν «σκεπτικισμό», μια «καχυποψία», για να μιλήσω κομψά, απέναντι σε δηλώσεις όπως αυτές του υπουργού αγροτικής ανάπτυξης, ο οποίος τάζει καναβουριές στο μπαλκόνι έναντι «παραβόλου 150 ευρώ». Σε πλήρη αντίθεση, προφανώς, με τους νεοφιλελέδες ανθρωποφάγους

Μόλις την προηγούμενη μέρα και τα «ταξίματα»  του υπουργού υγείας για την «παραγωγική δραστηριότητα και τις αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και επενδύσεις» (λόγια αντάξια ενός υπουργού υγείας), για την «πρόσβαση των πολιτών στην φαρμακευτική καινοτομία»,  που θα σήμαινε η «παραγωγή, επεξεργασία και εξαγωγή σκευασμάτων φαρμακευτικής κάναβης εκτός κρατικού μονοπωλίου»…

Δεν μπορώ να παραλείψω και την «βαθιά κόκκινη» σημειολογία στην εικονογράφηση της πηγής  των δηλώσεων του «αγροτικής ανάπτυξης»: Στην φωτοσοπιά με τον προκαθήμενο υπονοείται μάλλον η έκταση της μεγάλης κοινωνικής (αν όχι εθνικής) συμμαχίας που μπορεί να οικοδομηθεί στη βάση των δηλώσεων του υπουργού. Και στη διπλανή φωτογραφία προβάλλεται το ελκυστικό λάιφστάιλ που συνδέεται με το κάπνισμα του χασίς.

«23) Κ. Σ.. Φύλακας. Ο αρχιβασανιστής της Γιούρας. Απαίσια εγκληματική μορφή. Ελάχιστοι είναι οι κρατούμενοι στη Γιούρα που δε φάγαν ξύλο απ’ τα χέρια του. δεξί χέρι του Γλάστρα. «Ο Σ… μου», «είναι ο μόνος που αξίζει» έλεγε. Ενώ ήταν φύλακας, ο Γλάστρας τον είχε βάλει αρχιφύλακα στον Ε΄ όρμο. Εκεί οργάνωσε χασισοποτείο με τους λουλάδες κρεμασμένους στους τοίχους, με δυο τρία μπουζούκια, με μπαγλαμάδες κλπ.  Χασισοπότης και κίναιδος ο ίδιος, γεμάτος αφροδίσια νοσήματα. Περιστοιχιζόταν από μια σειρά χασικλήδες και ανήθικους. Όλοι αυτοί ήταν όργανά του. Στη διανομή του συσσιτίου τούς έβαζε σε ξεχωριστή γραμμή για να παίρνουν συσσίτιο περιποιημένο, όλο λάδι, ενώ οι κρατούμενοι παίρναν σκέτο ζεστό νερό. Έκανε παρέα τις νύχτες μαζί τους πίνοντας ούζο και φουμάροντας χασίσι. Κι όταν τους κάπνιζε πήγαιναν και βασάνιζαν τους κρατούμενους μες στις σκηνές τους, χωρίς αιτία. … Ύστερα απ’ τα βασανιστήρια πήγαινε στο χασισοποτείο του, έπαιρνε το μπουζούκι και τραγούδαγε: «θεέ, μεγαλοδύναμε…»

… Ευθύνεται για πολλούς θανάτους από ξύλο κι ακρωτηριασμούς. … Η γλώσσα του δεν άρθρωσε λέξη εκτός από βρισιά και απειλή. Στην κατοχή δούλευε στα λιπάσματα Κερατσινίου. Αργότερα κατατάχθηκε στα τάγματα Κατσαρέα. Ευθύνεται για πολλούς φόνους. Στην εθνοφυλακή ήταν εθνοφύλακας στο Αμύνταιο. Εκεί σκότωσε έναν πολίτη γιατί πληροφορήθηκε ότι ήταν ΕΑΜίτης …»

Το παραπάνω απόσπασμα από την (επικαιρική στα χρόνια της) έκδοση «Γιούρα το θανατονήσι» (έργο γραμμένο από τους εξόριστους της Γιάρου), παρατίθεται ως ακόμα ένα δείγμα του «λάιφστάιλ της κάναβης». Έτσι, για να έχουν οι φανς του είδους μια μικρή ιδέα του κόσμου με τον οποίο «μοιράζονται» την ψυχοδήλωσή τους. Και γιατί, επίσης, χωρίς αυτή την μικρή καταρχήν ιδέα, δεν μένει άλλο από το χάσιμο στα ντουμάνια, όπως το λέει κι ο προκαθήμενος στην πρώτη φωτογραφία, λιβάνια και χασίσια ανάκατα: Μπροστά σε λένε έξυπνο και πίσω παλαβιάρη… 

*

Με το ένα και με το άλλο, με την «ταυτότητα φύλου» χθες, με την «φαρμακευτική κάναβη» και το παράβολο των 150 ευρώ για την «ιδιόχρηση» σήμερα, επικαλύπτεται και η επικαιρότητα που κυοφορεί «άλλα».

«Άλλα» κυοφορεί το – σε εξέλιξη – ταξίδι Τσίπρα στις ΗΠΑ. «Άλλα» κυοφορεί και το προσεχές κλείσιμο της 3ης αξιολόγησης. 

«Ταυτότητα φύλου» και καναβουριές στο επίκεντρο της κυβερνητικής «επικοινωνιακής» (όσο και πραγματικής)  πολιτικής,  προκειμένου να παρουσιάζεται σαν «εκτός τόπου και χρόνου», σαν «αναχρονισμός», σαν υπόθεση των «συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ», η μαζική κινητοποίηση και η ανάγκη της μαζικής κινητοποίησης για την διεκδίκηση των λαϊκών δικαιωμάτων, για την υπεράσπιση των ελευθεριών τις εργατικής τάξης, για την απόκρουση της επερχόμενης επίθεσης στο απεργιακό δικαίωμα: Όπλο των εργατών είναι η απεργία, δεν την παραδίδουμε στην εργοδοσία.

Κάτω τα χέρια από το δικαίωμα στην απεργία, τη συλλογική πάλη και δράση των εργαζομένων.

*

Τσίπρας – Συνέπεια!

 

 

 

 

 


και πάλι για τον νόμο περί «ταυτότητας φύλου»

Ένας άντρας άλλαξε «ταυτότητα φύλου» και έγινε «γυναίκα». Μια γυναίκα άλλαξε κι αυτή «ταυτότητα φύλου» κι έγινε «άντρας». Κατόπιν παντρευτήκανε και κάνανε παιδί, που μπαμπάς του είναι η «γυναίκα» και μαμά του ο «άντρας».  Μήπως, όμως, πρέπει να «οριστεί» ως μπαμπάς του ο «άντρας» που όμως φέρει τα θηλυκά βιολογικά χαρακτηριστικά και ως μητέρα του η «γυναίκα» με τα ανδρικά βιολογικά χαρακτηριστικά; Και καλά, αυτοί οι δυο παντρευτήκανε, το παιδί τους γεννήθηκε «εντός γάμου» και, ας πούμε, το ποιος από τους δυο είναι ο μπαμπάς και ποιος η μαμά ας  το βρούνε μεταξύ τους (ενήλικοι είναι) ή ας το βρει το παιδί, μόνο του ή με τη «βοήθεια» τους: «ο μπαμπάς νιώθει γυναίκα κι η μαμά νιώθει αντρας, αγαπούλα μου, γι’ αυτό είναι μπαμπάς σου η μαμά και ο μπαμπάς είναι μαμά σου, κατάλαβες αγαπούλα μου;»

…Αν όμως πάλι υποθέσουμε ότι το παιδί τους γεννιέται «εκτός γάμου», ποια συμβολαιογραφική πράξη και ποιο ληξιαρχείο θα  «ορίσει» την μητέρα και τον πατέρα και ποιο σοφό δικαστήριο θα αναλάβει να βγάλει απόφαση σχετική με αναγνώριση της πατρότητας του παιδιού, εφόσον π.χ. η «μητέρα» θέλει να διεκδικήσει από τον «πατέρα» διατροφή για το ανήλικο παιδί τους;

Πρόκειται βέβαια απλώς για σενάριο, αλλά για σενάριο που οι προϋποθέσεις υλοποίησής του υφίστανται ήδη στον νόμο που ψηφίστηκε μόλις πρόσφατα.

Και ο μεν νόμος μπορεί να θεσμοθέτησε τον προσδιορισμό της «ταυτότητας φύλου» σύμφωνα με το «ατομικό βίωμα», την «ατομική αίσθηση του σώματος», μπορεί να θεσμοθέτησε τον «ορισμό» του φύλου ως ιδιωτική επιλογή του ατόμου που το φέρει. Όμως, σε πείσμα του «νόμου του κράτους», οι νόμοι της φύσης δεν παύουν να υπαγορεύουν την διάκριση των φύλων βασισμένη στο ποιο από τα δυο κυοφορεί και γεννά και στο ποιο από τα δυο συμβάλλει απλώς στη γονιμοποίηση, και στη βάση αυτής της φυσικής διάκρισης (που υποθέτω δεν πρόκειται απλώς για «δική μας», ανθρώπινη, «αναλυτική κατηγορία») ονομάζουμε το φύλο που κυοφορεί και γεννά «θηλυκό», το άτομο του θηλυκού γένους «γυναίκα» και την γυναίκα που γεννά «μητέρα». Και ως προς το άλλο φύλο, όπως υπαγορεύει την μεταξύ τους διάκριση η φυσική πραγματικότητα, δίνουμε αντίστοιχα τις ονομασίες: «αρσενικό», «άνδρας», «πατέρας».

Ο νόμος λοιπόν και οι «ορισμοί» του, η φιλοσοφία που τον διέπει, έρχεται σε αντίφαση ή τουλάχιστον αγνοεί τις υπαγορεύσεις της φυσικής πραγματικότητας ως προς το ζήτημα της διάκρισης των φύλων. Και καθώς, παραπέρα, αυτές οι υπαγορεύσεις υφίστανται σαν  τέτοιες επειδή έχουν μια εκάστοτε ιστορικά καθορισμένη κοινωνική σημασία, χωρίς την οποία σημασία δεν θα υπήρχε καν η ανάγκη οποιασδήποτε «υπαγόρευσης», ο νόμος τουλάχιστον αγνοεί ή και έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική σημασία της φυσικής διάκρισης και των «ορισμών» που υπαγορεύονται και από τη μια και από την άλλη και, κυρίως, από την μεταξύ τους σχέση.

Αν είμασταν απλώς ζώα, μπορούμε να θεωρήσουμε (ως άνθρωποι βέβαια) , ότι δεν θα είχαμε ανάγκη καμιάς σχετικής «υπαγόρευσης» και κανενός σχετικού «ορισμού»: η φυσική διάκριση των φύλων θα υφίστατο – υποθέτω – ανεξάρτητα από την συνείδησή μας: ως λέοντες θα την βγάζαμε αραχτοί ενόσω η λιονταρίνα θα πήγαινε για κυνήγι προκειμένου να τραφούν τα λιονταράκια της, ως βασίλισσες των μελισσών θα δεχόμασταν τον κατάλληλο για τη γονιμοποίησή μας κηφήνα και ως κηφήνες άχρηστοι πια θα δεχόμασταν στωικά τον θάνατό μας, ως κοκόρια θα φουσκώναμε περήφανα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, απλώς γιατί έτσι είναι το σουλούπι μας. Θα φέραμε το φύλο μας χωρίς καμιά ανάγκη να το «ορίσουμε».

Μακάρι να φτάσει (και λέω: θα φτάσει) κάποτε ο άνθρωπος σ’ εκείνη την ανώτερη ιστορική-κοινωνική βαθμίδα, που θα μπορεί να φέρει όχι μόνο το φύλο του αλλά όλη την ύπαρξή του χωρίς ανάγκη «ορισμού» της.  Όμως, στο προκείμενο θέμα, δεν πρόκειται καθόλου για κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα, με μια έννοια, πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο…

Όμως, καλώς ή κακώς, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είμαστε  απλώς ζώα, αλλά ζώα του ανθρώπινου είδους, και γι’ αυτό η φυσική διάκριση των φύλων αποκτά κοινωνική-ιστορική σημασία, και γι’ αυτό υπαγορεύει «ορισμούς» οι οποίοι αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στην υλική πραγματικότητα και τη συνείδησή μας και ανάμεσα στα φυσικά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του είδους μας, και για αυτό επίσης οι εκάστοτε-ιστορικά-καθορισμένες κοινωνικές ανάγκες υπαγορεύουν, αντίστροφα, τους «ορισμούς» που είναι κατάλληλοι ώστε να αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στις κοινωνικές σχέσεις και την φυσική πραγματικότητα και, εν προκειμένω, τον δεσμό ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις των δυο φύλων και την φυσική τους διάκριση. Και επίσης κατάλληλοι να αποτελούν, οι «ορισμοί» αυτοί, τον δεσμό στο εσωτερικό των κοινωνικών σχέσεων δηλαδή, εν προκειμένω, δεσμό των σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα και της σχέσης αυτών των σχέσεων με τις συνολικές κοινωνικές σχέσεις. «Των σχέσεων της σχέσης με τις σχέσεις», αλλά με λίγο νηφάλια ανάγνωση βγαίνει συγκεκριμένο νόημα…

Στη θέση αυτής της υπαγόρευσης, που εκφράζει έναν δεσμό ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και τις κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις τις ίδιες, ο νόμος που μόλις ψηφίστηκε αναγνωρίζει το φύλο ή, με δικά του λόγια, την «ταυτότητα φύλου» ως ατομική επιλογή (στηριγμένη κατά τους βουλευτές της πλειοψηφίας στο «βίωμα» και την «αίσθηση του σώματος»), θέτοντας ως μοναδικές προϋποθέσεις για αυτή την επιλογή την «δικαιοπρακτική ικανότητα» (δηλαδή την ηλικία των 18) και την ανυπαρξία – έως τότε – γάμου. Και αποτελεί, αυτό το τελευταίο, ένα σαφές δείγμα της αντίληψης που διέπει συνολικά το νομοθέτημα… Ένα σαφές δείγμα μιας αντίληψης προσανατολισμένης όχι προς την εξάλειψη του καταναγκασμού των κοινωνικών «ορισμών», αλλά αντίθετα προσανατολισμένης προς την αναγόρευση αυτών των «ορισμών» σε κοινωνική οντολογία: Και το ερώτημα δεν είναι γιατί ο νόμος βάζει αυτήν την προϋπόθεση (να μην είναι έγγαμο το άτομο που αλλάζει «ταυτότητα φύλου» ) ενώ τάχα θα έπρεπε να μην έχει ούτε αυτήν…

…Το ερώτημα είναι γιατί ο νόμος, με τις πρϋποθέσεις που θέτει, θεωρεί ως «ορίζουσα» κοινωνική πραγματικότητα τον νομικό θεσμό (δηλαδή τον γάμο), ενώ αγνοεί ως «ορίζουσα» την υλική πραγματικότητα της μητρότητας και, συνακόλουθα, της πατρότητας, που βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν τον «γάμο» (το αντίστροφο ισχύει δυνητικά και νομοπαραγωγικά) και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί ο γάμος τη μοναδική μορφή νομικής αναγνώρισής τους.

Το ερώτημα, το ίδιο το «νομικό γεγονός», προδίδει απλώς την ολοκληρωτική αποστροφή του πρόσφατου νόμου προς την υλική φυσική και κοινωνική πραγματικότητα: Στη θέση τού μεταξύ τους δεσμού, στη θέση τού «ορισμού» τής μεταξύ τους σχέσης, ο νόμος εγκαθιστά, με τους δικούς του «ορισμούς», ένα πλέγμα «ατομικού βιώματος» (ως «θετικής» υποκειμενικής προϋποθεσης) και νομικών τύπων (ο «γάμος», ως αρνητική προϋποθεση: να μην είναι το άτομο έγγαμο), φαινομενικά αγνοώντας (αλλά στην πραγματικότητα συγκρουόμενος) με την την φυσική πραγματικότητα και την διάστασή της ως πραγματικότητας κοινωνικής, σαν οι ρυθμίσεις του να αφορούν μεν τον νομικό τύπο του «γάμου» αλλά να είναι άσχετες με το πραγματικό, φυσικό και κοινωνικό γεγονός της μητρότητας (και συνακόλουθα της πατρότητας).

*

Και έτσι, στη βάση της αντίληψης που τον διέπει και των τυπικών προϋποθέσεων που λόγω αυτής θεσπίζει, ο πρόσφατος νόμος εκπληρώνει τις προϋποθέσεις, οι οποίες επιτρέπουν την πραγμάτωση σεναρίων όπως το περιγραφόμενο στην αρχή του κειμένου. Δεν έχει, εν προκειμένω, σημασία η στατιστική «απιθανότητά» ενός τέτοιου σεναρίου. Σημασία έχει, «στενά» βλέποντας το ζήτημα, η θέσπιση των νομικών προϋποθέσεων της πραγμάτωσής του. Ευρύτερα, σημασία έχει ο λειτουργικός ρόλος του συγκεκριμένου νόμου στην κατεύθυνση της αποδόμησης, της αποσυγκρότησης των πραγματικών (και όχι νομικών-τυπικών) κοινωνικών σχέσων, οι οποίες είναι σχέσεις ατόμων που τις βιώνουν πραγματικά και όχι «υποκειμενικά». Σημασία έχει ο λειτουργικός του ρόλος  στην κατεύθυνση της αποδόμησης των κοινωνικών σχέσεων, όχι προς τον αντικειμενικό σκοπό της αντικατάστασής τους από κοινωνικές σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας, αλλά με μόνο αντικειμενικό σκοπό την αποσυγκρότησή τους  καθεαυτές, δηλαδή την αποσυγκρότηση – αποδόμηση των ατόμων που τις βιώνουν: που δρουν πραγματικά εντός αυτών και που υφίστανται το αποτύπωμα της πραγματικότητάς τους. Διότι «βίωμα» σημαίνει, είναι, μια τέτοια διαδικασία και όχι η παθητική πρόσληψη του ενός ή του άλλου εύπλαστου «αισθήματος»…

Άλλωστε, μιλώντας για την αποδόμηση-αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων γενικά, πρέπει να θυμόμαστε, ότι η αντικατάστασή τους από σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας δεν επέρχεται σαν αποτέλεσμα αυτής της αποδόμησης. Επέρχεται σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης, εντός των παλιών, των νέων σχέσεων που θα τις αντικαταστήσουν, σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης των νέων σχέσεων ενάντια στην αποσυγκρότηση των παλιών και παρά τις ατομικές-κοινωνικές «συμπεριφορές» που αυτή η αποσυγκρότηση «αυθόρμητα» επιβάλλει, ενάντια και στις ίδιες τις παλιές σχέσεις που η εσωτερική δυναμική του σχηματισμού τους οδήγησε στην δική τους αποσυγκρότηση. Η ίδια η αποσυγκρότησή τους δεν οδηγεί στην ιστορικά προοδευτική αντικατάστασή τους, αλλά στην αναπαραγόμενη σε όλο και μεγαλύτερο βάθος αποσύνθεση του σχηματισμού τους. Αποσύνθεση που «βιώνεται» και ατομικά, σε αντίστοιχο βάθος. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο «βάθος» από το σημείο σύζευξης της σχέσης ανθρώπου – φύσης και της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Καθεαυτή η «αποσυγκρότηση» των κοινωνικών σχέσεων δεν οδηγεί στην αντικατάστασή τους από ιστορικά νέες, αλλά στη διαιώνιση  των όρων που επιβάλλουν ως κυρίαρχες σχέσεις τις παλιές και ως κυρίαρχη την ίδια τους την αποσυγκρότηση…

Γνωστό από την εποχή του θατσερισμού: «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες». Η αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων, μέχρι το σημείο της οριστικής ιδεολογικής άρνησής τους, ως στρατηγική αρχή διαιώνισης των εκμεταλλευτικών σχέσεων και εμβάθυνσης των σχέσεων εξουσίας του υπάρχοντος κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού…

*

Ας επιστρέψουμε, λίγο πριν το τέλος, στο σενάριο της αρχής: Ο «άντρας» η μαμά, η «γυναίκα» ο μπαμπάς, ή όπως αλλιώς μπορούν να συνδυαστούν οι φυσικές ιδιότητες και οι «έννοιες». Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: «Γιατί όχι»; Κι επίσης: «Γιατί να υπάρχουν »μπαμπάς» και »μαμά»; Να υπάρχουν απλώς »γονείς»; Αλλά ίσως ούτε και »γονείς». Γιατί όχι;»

«Καλή ερώτηση», αλλά αυτός που ρωτάει θα όφειλε ο ίδιος να απαντήσει στην ερώτηση «γιατί ναι;».

Απάντηση που, όμως, δεν μπορεί να δοθεί, για τον λόγο ότι η κοινωνική – ιδεολογική «αφασία» που αποτελεί το περιεχόμενο τής  πρώτης ερώτησης, «γιατί όχι;», είναι ανίκανη να διαθέτει απάντηση και στη δεύτερη, «γιατί ναι;», που θα ήταν και η ουσιώδης ερώτηση. Ανίκανη να διαθέτει απάντηση, όσος βερμπαλισμός και όποιου είδους βερμπαλισμός κι αν  εμφανίζεται σαν τέτοια. Παρ’ όλα αυτά, έχει και ο κάθε τέτοιος βερμπαλισμός την δυνατότητα να επιχειρήσει μια τέτοια απάντηση ακόμα και σε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Όσο για το πρώτο ερώτημα, «γιατί όχι;», η απάντηση είναι: Όχι, γιατί στην περίπτωση της μητρότητας, της πατρότητας, δηλαδή της γονεϊκότητας, τα άτομα αναλαμβάνουν τους αντίστοιχους κοινωνικούς «ρόλους» όπως αυτοί προσδιορίζονται, καταρχήν, από τη φύσική πραγματικότητα, και όπως παραπέρα η φυσική αυτή πραγματικότητα εντάσσεται στους όρους του κάθε κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού. Όπως αυτοί οι όροι εντάσσουν αυτήν τη φυσική πραγματικότητα, και όχι όπως την αγνοούν ή συγκρούνται με αυτήν.  Και αναλαμβάνουν τα άτομα αυτούς τους κοινωνικούς «ρόλους», με αυτές τις φυσικές ιδιότητες που διαθέτουν, και με τις πραγματικές συνέπειες αυτών των φυσικών ιδιοτήτων, όχι λόγω των «ορισμών» του νόμου ή ευρύτερα των ανθρώπινων «αναλυτικών κατηγοριών», αλλά αντίθετα οι «ορισμοί» είναι τέτοιοι όπως οφείλουν να είναι για να ανταποκρίνονται σε αυτήν την φυσική πραγματικότητα και την μεταβαλλόμενη κοινωνική της διάσταση. Το αν αυτή η κοινωνική διάσταση αναδείξει, μεταβαλλόμενη καθώς είναι, νέες μορφές – και ποιες – των σχέσεων που πηγάζουν από τη φυσική πραγματικότητα (με μια λέξη: μητρότητα, με όλα όσα συνεπάγεται και με όλα όσα την συνεπάγουν), αυτό είναι ζήτημα που δεν επιδέχεται όλες τις πιθανές «λύσεις» που μπορεί να γεννήσει η ανθρώπινη φαντασία. Είναι ζήτημα που την λύση του αναδεικνύουν οι ανάγκες, οι αναγκαίες δυνατότητες (νομίζω πως μπορεί να εκφραστεί κανείς έτσι), των κοινωνικών σχέσεων εντός  των οποίων έρχονται μεταξύ τους τα άτομα και εν προκειμένω τα άτομα του «αντίθετου» φύλου σε φυσική (εκτός των άλλων) επαφή. Χωρίς «προφύλαξη»…

*

Θέλω να πιστεύω πως είναι φανερό (και αν δεν είναι φανερό, τότε ρητά δηλώνω), ότι όλα τα παραπάνω δεν αφορούν το υποτιθέμενο (ή οφειλόμενο) αντικείμενο του πρόσφατου νόμου, δηλαδή την αποκατάσταση της όποιας καθοριστικής αντίφασης, σύγκρουσης, ανάμεσα σε ατομικά βιολογικά και ψυχικά χαρακτηριστικά ή ανάμεσα στα ίδια και μόνο τα ατομικά βιολογικά χαρακτηριστικά. Αποκατάσταση για την οποία, άλλλωστε, δεν θα ήταν καθόλου το μοναδικό, το αποκλειστικά αναγκαίο μέσο η  τυπική αναγνώριση μιας ορισμένης «ταυτότητας φύλου».

Όλα τα παραπάνω αφορούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, οι οποίες δεν συγκλίνουν σε αυτό το αντικείμενο, αλλά αντίθετα, με το περιεχόμενό τους, και επίσης με την «επικοινωνιακή» τυμπανοκρουσία που τον συνόδευσε, όχι δεν αποκαθιστούν τέτοιες καθοριστικές αντιφάσεις, αλλά εκπληρώνουν οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις τούς όρους καθορισμού και αναπαραγωγής ομοειδών αντιφάσεων σε έκταση ευρύτερη από την υπάρχουσα. Εκπληρώνουν όχι τους όρους αναγνώρισης και αποκατάστασης τέτοιων αντιφάσεων,  αλλά όρους χειραγωγημένης εμφάνισής τους «παίζοντας» τόσο με τον ατομικό ψυχισμό ιδιαίτερα στη φάση της συγκρότησής του όσο και με τις κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων συγκροτείται ο ατομικός ψυχισμός, όπως επιχείρησα κάπως «συμπυκνωμένα» να περιγράψω στην προηγούμενη ανάρτηση.

Δεν συγκλίνουν σε αυτό, το παραπάνω αντικείμενο οι προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, αλλά αντίθετα, «αποκεντρώνονται» στο κοινωνικό πεδίο σαν προϋποθέσεις γενεσιουργές των προβλημάτων που υποτίθεται ότι έρχονται να επιλύσουν, ακόμη και σαν προϋποθέσεις νομιμοποιητικές των αιτιών αυτών των προβλημάτων, στον βαθμό που οι αιτίες αυτές συνιστούν όχι απλώς ατομικές εκδηλώσεις αλλά κοινωνικές πληγές.

 


μια θέση περί επιλογής «ταυτότητας φύλου»

Μέσα στον κόσμο αυτόν και στις δοσμένες κοινωνικές σχέσεις, που είναι κοινωνικές σχέσεις γενικής αβεβαιότητας, το «αυθόρμητο» στοιχείο μεταφράζει, εσωτερικεύει, την κοινωνική αβεβαιότητα σε ατομική.  Το ανθρώπινο άτομο, και ιδιαίτερα το νέο άτομο, μη βρίσκοντας κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο θα συγκροτήσει την προσωπικότητά του, χάνει και το προσωπικό του έδαφος, η κοινωνική αβεβαιότητα γίνεται δική του, υπαρξιακή αβεβαιότητα.

Κι αφού (αυτή) η εξουσία αδυνατεί απέναντι στο άτομο να  προσφέρει «λύση» στην κοινωνική αβεβαιότητα, αφού οι κοινωνικές επιλογές του ατόμου περιορίζονται όλο και πιο πολύ στην «τύχη» που του επιφυλάσσουν οι νόμοι της αγοράς, έρχεται, η εξουσία, και προσφέρει «λύσεις» στην ατομική αβεβαιότητα, έτσι ώστε να μην παραμείνει αυτή παροδική αλλά να αφήνει στην ατομική προσωπικότητα την σφραγίδα της, τη σφραγίδα της τυχαιότητας, τη σφραγίδα της αποσυγκρότησης, ώστε να γίνει αυτή αβεβαιότητα υλοποιημένη στην περιοχή που αγγίζει τον πυρήνα του ατομικού ψυχισμού.

Εκεί που οι διαχειριστές του συστήματος είναι ανίκανοι να προτείνουν κοινωνικές – παραγωγικές επιλογές στους δεκαπεντάχρονους, με μια «χαλαρή» νομοθετική  παρέμβαση, παρέμβαση σε  ζητήματα υπαρξιακά, θεσμοθετούν την ηλικία των 15 σαν ηλικία επιλογής «ταυτότητας φύλου».

Και το κάνουν αυτό σε ένα «κοινό» που εν μέσω τέτοιων κοινωνικών σχέσεων δυσχεραίνεται να συγκροτήσει όχι «ταυτότητα φύλου» αλλά προσωπική ταυτότητα γενικά: Εκεί που το άτομο είναι οι κοινωνικές του σχέσεις, εκεί που αυτές είναι σχέσεις αβεβαιότητας, εκεί και το άτομο συγκροτείται σαν προσωποποιημένη αβεβαιότητα, σαν ταυτότητα ατομικής αβεβαιότητας, αβεβαιότητας σε όλο το πεδίο της ύπαρξης που αποτελεί την «ταυτότητα». Και την ίδια στιγμή «καλείται» το άτομο να επιλέξει και «ταυτότητα φύλου» με πρωταρχικό γνώμονα την τυχαιότητα και την συγκυρία, την προϊούσα έλλειψη επιλογής με κοινωνική αναφορά.

Δεν θέλω να κάνω χαρακτηρισμούς για το περιεχόμενο της (αντι)μορφωτικής επίδρασης τέτοιων θεσμοθετήσεων: στην οξύτητα των χαρακτηρισμών θα χανόταν η ουσία…

Κι αν τέτοιες νομοθετικές παρεμβάσεις προκαλούν αντιδράσεις κυμαινόμενες μεταξύ ορθολογικού και ανορθόλογου, αυτό δεν οφείλεται σε τελική ανάλυση σε θρησκευτικές αναφορές, αλλά στο γεγονός ότι πρόκειται για παρεμβάσεις, και τέτοιες παρεμβάσεις, σε ζητήματα του ανθρώπινου ψυχισμού, της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και τα λόγια, ίσως, δεν επαρκούν.

 


ανθρώπινη φύση

Διαδόθηκε στην αγορά πως οι κρατούντες

επιδοθήκανε σε φιλοσοφική αντιδικία

γύρω από υψίστης σημασίας αντικείμενο

ως λέγεται ότι είναι αυτό της «φύσης του ανθρώπου».

Ο ένας υποστήριξε πως «αντιτίθεται

η κοινωνική ισότητα στου άνθρωπου τη φύση»,

πως της κοινωνικής ισότητας το εγχείρημα

 «καταστρατήγηση ατομικών δικαιωμάτων

μα και της ίδιας της δημοκρατίας» συνεπάγεται.

(Κι ένας καλός του μαθητής

ή μήπως δάσκαλος;

συνηγορώντας

«άνισα ζούνε τα αρνιά κι οι λύκοι», είπε,

άρα είναι «μάταιη και μεταξύ των λύκων η ισότης».

Μα ποιος του δίνει τώρα εκείνου σημασία!)

Ανταπαντών στον πρώτο ο δεύτερος αμέσως

ανέκραξε «μα που το είδε αυτός αυτό γραμμένο;»

(Γραμμένο ίσως να μην είναι αυτό, ούτε και τ’ άλλο.

Μα ίσως και τα δυο να ’ναι γραμμένα

σε αναρτήσεις του τουίτερ και του φέισμπουκ).

Και ως τρόπαιο της φιλοσοφικής του νίκης

κήρυξε «στήριξη των μικρών έναντι των μεγάλων»

στήριξη των αρνιών απέναντι στους λύκους

(στήριξη των αρνιών από τους λύκους, εννοούσε)

«των ανισχύρων απέναντι στους ισχυρούς»

που αρνιά είναι οι πρώτοι και οι δεύτεροι είναι λύκοι,

ως φαίνεται,

αν κι είναι άνθρωποι και οι μεν και οι δε 

(που μάταιη μεταξύ τους η ισότης

όπως κι η ισότητα ανάμεσα στους λύκους,

μια που οι λύκοι τρων τ’ αρνιά

κι όχι τ’ αρνιά τους λύκους, το κατάλαβες;)

Και θα στηρίξει, είπε, τους ανίσχυρους, ο Τσίπρας,

ο καλός τσοπάνος, τσοπανόσκυλο καλό,

έναντι των ισχυρών,

και τους μικρούς έναντι των μεγάλων.

Και όχι ο Κούλης, που τ’ αρνιά

θ’ αφήσει αφύλαχτα να τρων οι λύκοι.

Μα έμεινε άγραφη για ακόμη μια φορά

η ιστορία της ανθρώπινης της φύσης.

Υπάρχουν, είπανε, μικροί κι ανίσχυροι

και απέναντί τους οι μεγάλοι και ισχυροί.

Κι έτσι συμφώνησαν των δυο σχολών οι φιλοσόφοι:

του νες καφέ φραπέ μα και του φρέντο καπουτσίνο.

Ανίδεοι παραμένοντας και οι δυό, σαν να ξορκίσαν

της φύσης του άνθρωπου την αέναη απειλή,

τέτοια στο δρόμο τους ποτέ τους να μη βρουν, ελπίζοντας,

σαν την ανθρώπινη τη φύση να μην κουβανούν εντός τους.

Φύση από αίμα κόκαλα και νεύρα

και πνεύμα που τη διαλύει στα εξ ων συντέθη

για χρόνια πολιόρκαγε τη Ρώμη

και σταύρωσε χιλιάδες κατά μήκος της Αππίας.

Φύση που βιάζεται για την τροφή της

καθημερνώς και όχι πότε-πότε

και για μια στέγη, κάθε μέρα

για ένα ρούχο

φως νερό τηλέφωνο

θέρμανση στην παγωνιά

ημερομίσθιο μεροδούλι μεροφάι

κοκτέιλ-πάρτυ στη θαλαμηγό

ύψιστες αποδόσεις τίτλων χαρτοφυλακίου

αναλωνόμενη σε πρόσθετη εργασία φύση

(ζήτημα αν αρκετή και η αναγκαία)

για φύση που την ξένη εργασία συσσωρεύει ολοένα

και η μία φύση δεν ανέχεται την άλλη

δεν τη γνωρίζει σαν ανθρώπινη δική της.

Θωρακισμένο όχημα πολυτελείας

(θώρακας απεμπλουτισμένου ουρανίου)

τη φύση του εκμεταλλευτή την περιβάλλει

όμοια σαν κι η φιλοσοφία του

η υψηλή και εκλεκτή συγκίνησή του

που αποστολή της ν’ αποστρέφεται

και Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες

και άγριους Ποσειδώνες που φοβάται,

του καταπιεζόμενου, που τον εκμεταλλεύονται, τη φύση.

Διαρκούσης της ανθρώπινης προϊστορίας

δεν είναι μιά η φύση αλλά δύο:

φύση του καταπιεστή

και φύση του καταπιεζόμενου.

Κι αν μένει η ανάμνηση μιας μόνης φύσης

μα πολλαπλής όσες οι ανθρώπινες φυλές

που άνθρωπος σήμαινε τής κάθε μιας το όνομα

και άνθρωπου δίκιο έξω της δεν λογιζόταν,

κι αν ήταν άνθρωπος ο κάθε αδερφός,

τώρα είναι αδερφός ο κάθε άνθρωπος.

Γι’ αυτό του ανθρώπου η φύση θα γκρεμίσει

το κάθε τι που την μποδίζει να υπάρξει.

Να πνιγούνε στο αίμα μας ή να πνιγούνε στο πύον τους;

Ιδού η απορία.

(Το πρόβλημα δεν είναι στα τομάρια σας

αχ ησυχάστε

μα μοναχά στην υλική κοινωνική σας θέση).