Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


προεδρία Ομπάμα: αύξηση της εκμετάλλευσης, της φτώχειας και της ανασφάλειας

ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΙ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΟΜΠΑΜΑ – Η «φιλολαϊκή πολιτική» του αύξησε την εκμετάλλευση, τη φτώχεια και την ανασφάλεια

Ωφελημένοι οι μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι

Μέρες που ζήσαμε την «αγιογραφία» του Αμερικανού Προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, που ήρθε μέσα στη βδομάδα στη χώρα μας, και που το «λιβανιστήρι» συνεχίζεται για τον «οραματιστή», «ανθρωπιστή» και «φιλολαϊκό» πρώτο μαύρο Πρόεδρο, αξίζει να δούμε τα πεπραγμένα του στις ίδιες τις ΗΠΑ, πέρα από το αιματοκύλισμα για τα συμφέροντα των μονοπωλίων, που συνέχισε σε όλο τον κόσμο, στο όνομα των …«αξιών της δημοκρατίας, της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας», όπως και οι προκάτοχοί του.

Ας δούμε, λοιπόν, την «ελευθερία» και την «αξιοπρέπεια» που βίωσαν εκατομμύρια εργαζόμενοι στις ΗΠΑ, από άλλο έναν γνήσιο εκπρόσωπο του κεφαλαίου, όπως και ο διάδοχός του Ντόναλντ Τραμπ, που θα αναλάβει από τις 20 Γενάρη, συνεχίζοντας την ίδια αντιλαϊκή, φιλομονοπωλιακή πολιτική.

Από την αναιμική καπιταλιστική ανάπτυξη στο διάστημα των δύο θητειών του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανοί δεν επωφελήθηκαν ούτε στο ελάχιστο, αντίθετα με τα μονοπώλια, ειδικά αυτά που δραστηριοποιήθηκαν σε τομείς όπως οι υπηρεσίες Υγείας, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, φαρμακοβιομηχανίες, εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο κ.λπ.

Ετσι, τη στιγμή που ο απερχόμενος Πρόεδρος καμαρώνει για την ανάσχεση της θύελλας των εκατοντάδων χιλιάδων απολύσεων, που παρέλαβε το 2009 από τον προκάτοχό του Τζ. Ου. Μπους, μετά την έναρξη της καπιταλιστικής κρίσης το 2008, και τη μείωση της ανεργίας στο 5% από περίπου 7,8% που ήταν στην αρχή της πρώτης θητείας του, εκατομμύρια Αμερικανοί γνωρίζουν μία άλλη πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που δεν μοιάζει καθόλου με τη «μαγική εικόνα» και τις μισές αλήθειες που προσπαθεί να παρουσιάσει ο απερχόμενος Πρόεδρος και αναπαράγουν όλες αυτές τις μέρες και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και τα αστικά ΜΜΕ στη χώρα μας.

311211

Η καπιταλιστική βαρβαρότητα, και επί ημερών Ομπάμα, δεν μείωσε τις ουρές των φτωχών στα συσσίτια…

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανεργία. Οντως σήμερα στις ΗΠΑ υπολογίζεται επισήμως στο 5%. Ομως, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αποσιωπούν την ίδια στιγμή ότι το 28% των Αμερικανών ηλικίας μεταξύ 16 και 67 ετών (περίπου 48.500.000 άτομα) δεν συμπεριλαμβάνονται πλέον στο ενεργό εργατικό δυναμικό και δεν συνυπολογίζονται στους ανέργους, είτε για λόγους υγείας, είτε επειδή αναζητούν εργασία πάνω από δύο χρόνια ή επειδή σταμάτησαν από απόγνωση να ψάχνουν για οποιαδήποτε δουλειά. Το ποσοστό του ενεργού εργατικού δυναμικού σήμερα μετριέται στο 62% του συνολικού πληθυσμού, που θεωρείται το χαμηλότερο από τη δεκαετία του ’60.

Ανοίγει η ψαλίδα των ανισοτήτων…

Ενα άλλο σημαντικό στοιχείο, για να αντιληφθεί κανείς την πραγματική οικονομική κατάσταση και το βιοτικό επίπεδο ενός λαού, είναι οι μισθοί και οι εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στο φτωχότερο και πλουσιότερο μέρος ενός πληθυσμού.

Είναι χαρακτηριστικό, λένε οικονομικοί αναλυτές, πως η εισοδηματική ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών στις ΗΠΑ αυξήθηκε πιο γρήγορα το διάστημα μεταξύ 2003 – 2013 απ’ ό,τι το διάστημα 1923 – 1928 (δηλαδή λίγο πριν το κραχ του 1929). Επιπλέον, το 1% των πλουσιότερων Αμερικανών είδε τα πλούτη του να αυξάνονται από 15% το 2003, στο 22% το 2013 (στοιχεία του Quarterly Journal of Economics το Μάη του 2016)…

Από το 2009 έως σήμερα, η κυβέρνηση Ομπάμα καμαρώνει λέγοντας πως δημιούργησε 9.300.000 θέσεις εργασίας. Δεν μας λέει, όμως, ότι 3 στους 5 Αμερικανούς που βρήκαν μία από αυτές τις θέσεις εργασίας αγωνιά «συχνά ή συνέχεια» για την οικονομική του κατάσταση. Για το εάν δηλαδή θα έχουν τον επόμενο μήνα αρκετά χρήματα για να πληρώσουν το νοίκι ή τη δόση του στεγαστικού δανείου, να βάλουν φαΐ στο τραπέζι της οικογένειας, να ντύσουν και να μορφώσουν τα παιδιά τους…

Η κατάσταση είναι, πάντως, τόσο δύσκολη που ακόμη και ο Τομ Πέρες, ο ομοσπονδιακός υπουργός Εργασίας, παραδέχεται ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν άγγιξε την πλειοψηφία των Αμερικανών.

Παράλληλα, η συνεχής αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους των ΗΠΑ ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή στερεί πόρους για τη χρηματοδότηση βασικών λαϊκών αναγκών σε Υγεία, Εκπαίδευση, βασικές υποδομές. Ακόμη και η τελευταία μελέτη του ιδρύματος «Brookings» καταγράφει πως το 95% των λαϊκών νοικοκυριών στις ΗΠΑ είδαν στην πραγματικότητα μείωση και όχι αύξηση των εισοδημάτων τους στη διάρκεια των δύο προεδρικών θητειών του Μπαράκ Ομπάμα.

Και τα καταιγιστικά στοιχεία για την πραγματική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων δεν έχουν τελειωμό:

  • Επί Ομπάμα, ο αριθμός των Αμερικανών που ζουν κάτω από το επίπεδο φτώχειας αυξήθηκε τουλάχιστον 3,5%.
  • Το μέσο οικογενειακό εισόδημα τα τελευταία τουλάχιστον τρία χρόνια έπεσε τουλάχιστον 2,3%.
  • Το ποσοστό οικογενειών δίχως ούτε έναν εργαζόμενο από 17,8% που ήταν το 2008, πήγε στο 19,7% το 2015.
  • Εκατομμύρια νεαροί Αμερικανοί καταχρεώθηκαν στις τράπεζες για να κατακτήσουν ένα πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης και παλεύουν να βρουν μία οποιαδήποτε θέση εργασίας για να ξεχρεώσουν. Οσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1985 και 1996 και έχουν την τύχη να εργάζονται, έχουν 20% λιγότερες αποδοχές απ’ ό,τι οι συνομίληκοί τους μία γενιά πριν…
  • Το 2014, ένας στους τρεις Αμερικανούς (περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι) «έπεσαν» κάτω από το όριο της φτώχειας, που επισήμως προσδιορίζεται για ένα άτομο στα 11.500 δολάρια ετησίως και για τετραμελή οικογένεια στα 23.000 δολάρια, με βάση το κόστος ζωής στη χώρα.
  • Στις ΗΠΑ, σήμερα, παρά τις περιβόητες διακηρύξεις και κινήσεις για αύξηση του κατώτατου ωρομίσθιου, ιδιαίτερα από κυβερνητικούς αξιωματούχους και στελέχη των Δημοκρατικών, το κατώτατο ωρομίσθιο σε ομοσπονδιακό επίπεδο (σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ) παραμένει καθηλωμένο σε πολλές πολιτείες στα 7,25 δολάρια ανά ώρα (μεικτά) ή στα 6,26 δολάρια μετά από φόρους. Οι ΗΠΑ έτσι κατατάσσονται στην 11η θέση της λίστας των κρατών – μελών του ΟΟΣΑ όσον αφορά το κατώτατο ωρομίσθιο, αποδεικνύοντας και με αυτόν τον τρόπο πως παραμένουν πραγματικός παράδεισος για τα μονοπώλια. Την ίδια ώρα, διευρύνονται οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις, χωρίς σταθερό ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ η εργοδοσία και το κράτος δεν «επιβαρύνονται» με ασφαλιστικές εισφορές και εισφορές Υγείας – Πρόνοιας, τις οποίες πληρώνει απευθείας ο εργαζόμενος σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
  • Τουλάχιστον 46.700.000 Αμερικανοί είναι τόσο φτωχοί που εξαρτούν την καθημερινή βασική τους σίτιση από τα κουπόνια που δίνουν (υπό αυστηρές προϋποθέσεις…) οι υπηρεσίες πρόνοιας. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και περίπου 16.000.000 φτωχοί ανήλικοι, δηλαδή περίπου το 20% του συνολικού πληθυσμού παιδιών και εφήβων.
  • Περίπου 43.000.000 Αμερικανοί δεν έχουν δικαίωμα ούτε για μία μέρα άδεια ασθενείας μετ’ αποδοχών.
  • Περίπου 16 εκατ. παιδιά και έφηβοι στις ΗΠΑ εξαρτούν τη διατροφή τους από τα κουπόνια πρόνοιας. Δηλαδή, το 20% του παιδικού και νεανικού πληθυσμού!
Πανάκριβο «εμπόρευμα» και η Υγεία

Ασχημα είναι τα πράγματα και όσον αφορά τον τομέα των υπηρεσιών Υγείας. Το περιβόητο πρόγραμμα του Προέδρου Ομπάμα για τη βελτίωση των υπηρεσιών Ασφάλισης και Υγείας, το λεγόμενο Obamacare, υποτίθεται πως έδωσε Ασφάλιση σε δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανούς που ήταν «εκτός». Ωστόσο, το σύστημα δεν αφορά δωρεάν υπηρεσίες Υγείας, αλλά στην ουσία προγράμματα για επισκέψεις σε γιατρούς, φάρμακα και διαγνωστικές εξετάσεις, με μια σχετική «έκπτωση» για συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων με μικρά εισοδήματα. Δεν είναι λίγοι οι ασφαλισμένοι στο Obamacare που πληρώνουν μερικές δεκάδες δολάρια κάθε φορά που θα χρειαστεί να επισκεφθούν γιατρό. Ακόμη περισσότερα βάρη επωμίζονται οι πάσχοντες από χρόνια νοσήματα, όπως ο διαβήτης. Μηνιαίως το κόστος γι’ αυτούς ξεκινά από 300 δολάρια για φάρμακα, αναλώσιμα και διαγνωστικές εξετάσεις. Μάλιστα, έως το τέλος του χρόνου, τα ασφάλιστρα για τις απολύτως βασικές ανάγκες αναμένεται πως θα αυξηθούν κατά 22%, ενώ είναι άγνωστο εάν το όλο σύστημα θα κατεδαφιστεί ή θα φτιασιδωθεί από την κυβέρνηση του νεοεκλεγέντος Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που το έχει χαρακτηρίσει «πολύ ακριβό».

Ως εκ τούτου, τα λαϊκά στρώματα στις ΗΠΑ όχι μόνο δεν κέρδισαν από την καπιταλιστική ανάπτυξη, που «τρέχει» με 2% του ΑΕΠ, αλλά έχασαν. Και αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει ανεξάρτητα από το μείγμα της διαχείρισης, που θα είναι λιγότερο ή περισσότερο περιοριστικό, όσο τα μονοπώλια κάνουν κουμάντο στην οικονομία, στις ΗΠΑ και σε οποιαδήποτε χώρα. Ειδικά στις ΗΠΑ, είναι πολύ εμφανής η απουσία Κομμουνιστικού Κόμματος, ως επαναστατικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευόμενων στρωμάτων, για την οργάνωση της λαϊκής πάλης όχι μόνο για την αλλαγή μιας κυβέρνησης ή το σταμάτημα κάποιων αντιλαϊκών μέτρων, αλλά για τη συγκέντρωση δυνάμεων που θα συγκρουστούν με τον πραγματικό αντίπαλο, το κεφάλαιο και την εξουσία του.

Δ. ΟΡΦ.

Αλληλεγγύη στην Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας

Και ενώ ΗΠΑ-ΕΕ-Τουρκία το ‘χουν ρίξει μεταξύ τους στην κρεβατομουρμούρα, «για να κάνουν ματσαράγκες», πότε στο όνομα της θανατικής ποινής, πότε στο όνομα της έκδοσης Γκιουλέν, παζαρεύοντας στην πραγματικότητα – πίσω από όλα αυτά –  τη χάραξη των αιματοβαμμένων συνόρων του νέου ιμπεριαλιστικού ξαναμοιράσματος της γης…

Και ενώ στα μέτωπα Συρίας και Ιράκ συνεχίζουν να πολεμούν όλοι εναντίον όλων, όλοι εναντίον εχθρών που είναι όλοι σύμμαχοι των συμμάχων τους…

Και ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ  για άλλη μια φορά, στο όνομα των «εθνικών» συμφερόντων του κεφαλαίου, ακολουθεί την άθλια και επικίνδυνη για το λαό πεπατημένη του «καλού παιδιού» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που «τα δίνει όλα» τώρα που η Τουρκία, το «κακό παιδί», κάνει κόνξες…

Και ενώ προκλητικά η κυβέρνηση ετοιμάζεται να υποδεχτεί τον Ομπάμα ανήμερα της αντιιμπεριαλιστικής επετείου του Νοέμβρη

Και ενώ ψήνονται  διχοτομικές ιμπεριαλιστικές «λύσεις» στο κυπριακό…

Και ενώ δεν περνά μέρα που ο εκλεκτός της τουρκικής αστικής τάξης Ερντογάν να μην κάνει κι ένα κήρυγμα «οθωμανικού» μεγαλοϊδεατισμού…

Και ενώ η τουρκική κυβέρνηση έχει αδράξει  την αποτυχία τού εναντίον της πραξικοπήματος σαν «ευκαιρία» για ένα εκτεταμένο κύμα καταστολής του «εσωτερικού εχθρού» της…

***

Την αναστολή λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας, όπως και άλλων κοινωνικών οργανώσεων, από τις τουρκικές αρχές καταδικάζει Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης και καταγγέλλει την επιχείρηση της αστυνομίας να κλείσει τα γραφεία της Επιτροπής Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης (ΠΣΕ) εκφράζει την καταδίκη του στην απόφαση των τουρκικών αρχών να αναστείλει για 3 μήνες τη λειτουργία εκατοντάδων κοινωνικών οργανώσεων και κινημάτων με πρόσχημα τη διερεύνηση σχέσεων με «τρομοκρατικές ενέργειες». Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται και η Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας (Baris Dernegi), η οποία είναι ιστορικό μέλος του ΠΣΕ και της Εκτελεστικής Επιτροπής του.

epitroph-eirhnhs-toyrkias

Καταγγέλλουμε την αστυνομική επιχείρηση για κλείσιμο των γραφείων της Επιτροπής Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη και εκφράζουμε τη βαθιά μας ανησυχία για τα κίνητρα και τους πραγματικούς σκοπούς της αυταρχικής και αντιδημοκρατικής κίνησης αυτής.

Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στο λαό της Τουρκίας, στις φιλειρηνικές δυνάμεις και στους συναγωνιστές μας της Επιτροπής Ειρήνης (Baris Dernegi), με την οποία μας συνδέει ο κοινός αγώνας για ειρήνη στην περιοχή. Απαιτούμε την άρση της αναστολής λειτουργίας για την Επιτροπή Ειρήνης και τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις».

Απαράδεκτη χαρακτηρίζει η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) την απαγόρευση λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας (Baris Dernegi) από τις τουρκικές αρχές και απαιτεί την άμεση ανάκληση αυτής της απόφασης.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Η Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη (ΕΕΔΥΕ) καταγγέλλει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την απαράδεκτη απαγόρευση λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας (Baris Dernegi), μεταξύ εκατοντάδων άλλων κοινωνικών οργανώσεων για τρεις μήνες από τις τουρκικές αρχές με πρόσχημα τη διερεύνηση σχέσεων με τρομοκρατικές ενέργειες.

Απαιτεί την άμεση ανάκληση αυτής της επικίνδυνης απόφασης που καταργεί θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Η ΕΕΔΥΕ εκφράζει την αλληλεγγύη της στο λαό της Τουρκίας, την αμέριστη στήριξή της στην Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας και διαβεβαιώνει ότι θα αναπτύξει μαζική αποφασιστική δράση για την ακύρωση αυτής της αντιδημοκρατικής απόφασης των τουρκικών αρχών.

Απαιτούμε την άρση της απαγόρευσης λειτουργίας για την Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας και τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα».

Την απόφαση των τουρκικών αρχών να απαγορεύσουν για τρεις μήνες τη λειτουργία της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας καθώς και εκατοντάδων κοινωνικών οργανώσεων, καταγγέλλει με ψήφισμά του το 12ο Συνέδριο της ΟΓΕ.

Από τις εργασίες του Συνεδρίου που βρίσκονται σε εξέλιξη, οι εκατοντάδες αντιπρόσωποι υιοθέτησαν το ακόλουθο ψήφισμα.

«Εμείς οι αντιπρόσωποι του 12ου Συνεδρίου της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας (ΟΓΕ), καταγγέλλουμε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την απαράδεκτη απόφαση των τουρκικών αρχών να απαγορεύσουν τη λειτουργία της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας (Baris Dernegi), όπως και εκατοντάδων άλλων κοινωνικών οργανώσεων, για τρεις μήνες. Καταδικάζουμε ιδιαίτερα το πρόσχημα με το οποίο απαγορεύτηκε η λειτουργία των οργανώσεων, δηλαδή το πρόσχημα της διερεύνησης τυχόν σχέσεων των οργανώσεων με τρομοκρατικές ενέργειες. Απαιτούμε την άμεση ανάκληση αυτής της επικίνδυνης απόφασης που καταργεί θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Είμαστε στο πλευρό του λαού της Τουρκίας και εκφράζουμε την αμέριστη στήριξή μας στην Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας, παλεύοντας για την ακύρωση αυτής της αντιδημοκρατικής απόφασης των τουρκικών αρχών.

Συνεχίζουμε να παλεύουμε ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, τη φτώχεια και τον πόλεμο».

Το Πανεργατικό Αγωνιστικό Μέτωπο καταγγέλλει την απαγόρευση λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας (Baris Dernegi) επισημαίνοντας τα εξής:

«Η λειτουργία της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας, όπως και εκατοντάδων άλλων κοινωνικών οργανώσεων, απαγορεύτηκε από τις τουρκικές αρχές για τρεις μήνες, με πρόσχημα τη διερεύνηση σχέσεων με τρομοκρατικές ενέργειες.

Το ταξικό κίνημα της Ελλάδας έχει μεγάλη πείρα από τέτοιες ενέργειες, που οδηγούν σε χτύπημα των βασικότερων δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και ελευθερίων.

Το ΠΑΜΕ πιστό στις αρχές της Αλληλεγγύης και του Διεθνισμού εκφράζει την αλληλεγγύη και στήριξή του στην Επιτροπή Ειρήνης Baris Dernegi, στο λαό και τους εργαζόμενους της Τουρκίας.

Το ΠΑΜΕ απαιτεί την άμεση άρση της απαγόρευσης λειτουργίας για την Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας, τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα και καλεί μαζικά τις συνδικαλιστικές οργανώσεις της Ελλάδας και της Ευρώπης να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους».

Η Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία, εκπροσωπώντας περισσότερους από 92 εκατομμύρια εργάτες σε κάθε γωνιά του πλανήτη, «καταδικάζει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την απαγόρευση της λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας από τις τούρκικες αρχές», προσθέτοντας τα εξής:

«Τα ταξικά συνδικάτα της Τουρκίας και το κίνημα της Ειρήνης παλεύουν κάτω από δύσκολες συνθήκες ενάντια στο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης που έχει κηρυχτεί από την κυβέρνηση Ερντογάν μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου.

Οι «διασυνδέσεις με την τρομοκρατία» είναι πρόσχημα για να χτυπηθούν από την κυβέρνηση της Τουρκίας ο οργανωμένος λαός, το κίνημα της εργατικής τάξης και οι πρωτοπόροι αγωνιστές, που αγωνίζονται ενάντια στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και τους ανταγωνισμούς που εκφράζονται στην περιοχή.

Η Τουρκία είναι μια χώρα που συμμετέχει ενεργά στο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στη Συρία. Οι Τούρκοι καπιταλιστές επιδιώκουν μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη στην ευρύτερη περιοχή και έχουν ως στόχο την ενίσχυση του ρόλου της Τουρκίας ως μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη.

Καλούμε τον λαό της Τουρκίας και τα ταξικά συνδικάτα της χώρας να συνεχίσουν τον αγώνα τους για συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες και απαιτούμε την άρση της απαγόρευσης.

Καλούμε όλα τα μέλη και τους φίλους της ΠΣΟ να σταθούν μαχητικά δίπλα στον τούρκικο λαό και τις οργανώσεις του που αγωνίζονται κάτω από αυτές τις συνθήκες».

Την αναστολή λειτουργίας της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας και άλλων κοινωνικών οργανώσεων από τις τουρκικές αρχές καταδικάζει η Πανσαμιακή Επιτροπή Ειρήνης.

Όπως επισημαίνει: «Οι διωγμοί ενάντια στο αντιιμπεριαλιστικό φιλειρηνικό κίνημα, μόνο τυχαίοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν, όταν μάλιστα συμβαίνουν σε μια περίοδο που οι «πολεμικές ιαχές» της αστικής τάξης της Τουρκίας που διεκδικεί σοβαρό μερίδιο στον ενεργειακό πλούτο της Μέσης Ανατολής, φτάνουν μέχρι τη Μοσούλη και το Χαλέπι.

Σε μια περίοδο που αμφισβητείται η συνθήκη της Λοζάνης και με τις πλάτες του ΝΑΤΟ «γκριζάρεται» συστηματικά ολόκληρο το Αιγαίο.

Σε μια περίοδο που εξυφαίνεται και προωθείται το νέο σχέδιο διχοτόμησης της Κύπρου.

Οι συναγωνιστές μας Τούρκοι αντιιμπεριαλιστές, μέλη της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας, με τους οποίους δεκάδες φορές πορευτήκαμε μαζί σε διαδηλώσεις Ειρήνης στη Σάμο και τη Σμύρνη, έχουν σταθεί θαρραλέα και χωρίς να κρύβονται ή να συνωμοτούν, απέναντι στις παραπάνω επιδιώξεις των τούρκικων μονοπωλίων και των κυβερνήσεών τους. Εκπληρώνοντας άξια το πατριωτικό και διεθνιστικό τους χρέος. Αυτή είναι η αιτία των διώξεών τους και όχι η καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας και την αμέριστη συμπαράστασή μας και απαιτούμε την άρση της αναστολής λειτουργίας για την Επιτροπή Ειρήνης και τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις της Τουρκίας».

Την αλληλεγγύη του στην Επιτροπή Ειρήνης της Τουρκίας εκφράζει το Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης, σημειώνοντας πως «σήμερα καταγράφηκε ακόμα μια μαύρη σελίδα για το λαό της Τουρκίας, ακόμα μια ένδειξη του χαρακτήρα της Τουρκικής Κυβέρνησης που συνεχίζει να προκαλεί και να παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ελευθερίες του λαού της και των λαών της περιοχής μας».

Το Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης «καταδικάζει την αυταρχική, κατασταλτική και εγκληματική για τα συμφέροντα του λαού της Τουρκίας και των λαών της περιοχής, Κυβέρνηση του AKP», κάνοντας αναφορά στις μαζικές φυλακίσεις και τις πρόσφατες πράξεις βαρβαρότητας της Τουρκικής Κυβέρνησης ενάντια σε ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, εκπαιδευτικούς, Kούρδους πολιτικούς και άλλους. Παράλληλα ξεκαθαρίζει πως «οι πρόσφατες επίσης ιμπεριαλιστικές ιαχές του Ερντογάν για τα εδάφη που του ανήκουν και είναι στην καρδιά του, που φτάνουν και αγγίζουν βαθιά και την Κύπρο, δεν μπορούν παρά να κινητοποιούν και κινητοποιούν το φιλειρηνικό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα της περιοχής μας».

Το Παγκύπριο Συμβούλιο Ειρήνης υπογραμμίζει πως «οι αντιιμπεριαλιστικές, φιλειρηνικές δυνάμεις της Κύπρου εκφράζουν την πλήρη συμπαράσταση, στήριξη και αλληλεγγύη τους στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα του οποίου ηγείται η Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει: «Στεκόμαστε δίπλα στους συναγωνιστές μας της Τουρκίας, με τους οποίους μας συνδέουν συναγωνιστικοί αδελφικοί δεσμοί. Μαζί με την Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας και με τους έλληνες συναγωνιστές της ΕΕΔΥΕ εδώ και χρόνια δημιουργήσαμε και δυναμώνουμε συνεχώς ένα ισχυρό θεσμό για την ειρήνη, το θεσμό των τριμερών συναντήσεων ανάμεσα στα κινήματα των τριών χωρών μας, δυναμώνοντας τη φιλία των λαών μας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο και την υποδούλωση στα ξένα συμφέροντα.

Ήμαστε σίγουροι ότι η Επιτροπή Ειρήνης της Τουρκίας θα παραμείνει όρθια και στο τέλος και με τη διεθνιστική αλληλεγγύη όλων μας, θα νικήσει!».

«Εδώ και τώρα άρση της απαγόρευσης της λειτουργίας των μαζικών λαϊκών οργανώσεων της Τουρκίας», απαιτεί η Ελληνική Επιτροπή Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης (ΕΕΔΔΑ), καταδικάζοντας την απαγόρευση της λειτουργίας εκατοντάδων οργανώσεων, ανάμεσά τους και της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας.

Όπως επισημαίνει: «Ο κατήφορος της κυβέρνησης Ερντογάν δεν έχει τελειωμό. Αφού εξαπέλυσε ανελέητο κυνηγητό σ’ όλους τους πολιτικούς αντιπάλους της με πρόσχημα τη συμμετοχή τους στο αποτυχημένο πραξικόπημα του καλοκαιριού, συνεχίζει τώρα το κυνήγι μαγισσών.

Με αντιδημοκρατικό και καθόλα παράλογο τρόπο αποφάσισε την »προσωρινή» απαγόρευση της λειτουργίας εκατοντάδων οργανώσεων, ανάμεσά τους και της Επιτροπής Ειρήνης Τουρκίας, με το ευρηματικό »πρόσχημα» τη δήθεν εμπλοκή τους σε τρομοκρατικές ενέργειες.

Η Ελληνική Επιτροπή Διεθνούς Δημοκρατικής Αλληλεγγύης (ΕΕΔΔΑ) εκφράζει την αλληλεγγύη της στην Επιτροπή Ειρήνης Τουρκίας και στο λαϊκό κίνημα της Τουρκίας και συντάσσεται με το μαζικό λαϊκό κίνημα της χώρας μας, καταδικάζοντας απερίφραστα τη νέα αυτή αντιδημοκρατική ενέργεια. Καλεί τον ελληνικό λαό σε επαγρύπνηση και ετοιμότητα να αντιμετωπίσει μαζικά και μαχητικά τέτοιου είδους ενέργειες όπου και όποτε εμφανιστούν και να σταθεί αλληλέγγυος στον τουρκικό λαό και στο μαζικό λαϊκό κίνημα της χώρας του».

*****

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά…

Τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, απαιτείται εργατική – λαϊκή κινητοποίηση, διεθνής αλληλεγγύη, ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και την εμπλοκή της Ελλάδας, ενάντια στο σύστημα που γεννά κρίσεις, πολέμους, φτώχεια, προσφυγιά:

– Να κλείσουν όλες οι ΝΑΤΟϊκές βάσεις στην Ελλάδα.

– Να φύγει το ΝΑΤΟ από το Αιγαίο.

– Να επιστρέψουν οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις από αποστολές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

– Αποδέσμευση της Ελλάδας από ΝΑΤΟ και ΕΕ, από όλους τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς.

– Αλληλεγγύη στα θύματα των πολέμων για να υπάρχουν ανθρώπινοι χώροι προσωρινής φιλοξενίας και ασφαλής μετακίνηση στις χώρες προορισμού τους.

– Να καταργηθούν όλοι οι αντεργατικοί – αντιλαϊκοί νόμοι των μνημονίων, να ανακτηθούν οι μεγάλες οικονομικές απώλειες για τα λαϊκά στρώματα, να ανοίξει ο δρόμος για την ανάπτυξη σε όφελος του λαού, με μονομερή διαγραφή χρέους, κοινωνικοποίηση του πλούτου που παράγει ο λαός, με την εργατική τάξη, το λαό, στην εξουσία.

Να μη χύσει ο λαός το αίμα του για τα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστών.


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


Η Ευρώπη είναι μια απόλυτη μοναρχία

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση… Δηλαδή από τι ακριβώς. Ποια είναι εκείνα τα συστατικά, τα «δεσμευτικά» χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν στο κίνημα των εργαζομένων τη διεκδίκηση της αποδέσμευσης σαν αναγκαίο συστατικό της δικής τους πάλης;

Ανατρέχοντας στον καταστατικό πυρήνα της ΕΕ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, βρίσκουμε τρία τέτοια θεμελιακά συστατικά:

α. Την «ανοιχτή αγορά», με άλλα λόγια την ελευθερία της αγοράς, δηλαδή την τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης.

Αυτή η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης – σύμφωνα με τα λόγια του Μάρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Α΄Διεθνής) – συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης. Στον αντίθετο πόλο η κοινωνική πρόβλεψη, ο κοινωνικός σχεδιασμός, συνιστά την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Η πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η ελευθερία της αγοράς, η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης, κατά συνέπεια και η άρνηση, η απαγόρευση της κοινωνικής πρόβλεψης – της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης – αποτελεί λοιπόν καταστατική αρχή της «Ευρώπης».

Συνέπεια αυτής της καταστατικής αρχής είναι, ότι μέρος του περιεχομένου της αποτελεί και η «ανοιχτή αγορά» της εργατικής δύναμης, η ανοιχτή «αγορά εργασίας»: Στις καταστατικές αρχές της ΕΕ προβλέπεται με αυτόν τον τρόπο ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που υπόκειται στους όρους της «ανοιχτής αγοράς», στην κυριαρχία της «προσφοράς και ζήτησης». Προβλέπεται, με άλλα λόγια, η άρνηση κάθε συσχετισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού, με τις ανάγκες των εργαζομένων, προβλέπεται – κατά τελική συνέπεια – η θεσμοθέτηση της ατομικής σύμβασης, και η άρνηση, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Προβλέπεται η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων φτωχών εργαζόμενων, η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Προβλέπεται η εξαναγκαστική υπαγωγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην «τυχαιότητα» (την «τυφλή κυριαρχία») των σχέσεων της προσφοράς και της ζήτησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να κυνηγούν το «τζάκποτ» της «προσφοράς και ζήτησης», το οποίο «τζάκποτ» νομοτελειακά δεν έχει μορφή άλλη από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης.

β. Πλάι στην «ανοιχτή αγορά» βρίσκουμε και την «ελευθερία του ανταγωνισμού που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Αυτή είναι η διατύπωση!

Φυσικά η «ελευθερία του ανταγωνισμού» στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον καπιταλισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχει αφήσει οριστικά πίσω του τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού, ηχεί κάπως ανεκδοτολογικά, κάπως οξύμωρα. Αλλά πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό: Πρόκειται για την ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, για την υπερίσχυση του ισχυρότερου μονοπωλίου απέναντι στο πιο αδύναμο, για την υπερίσχυση συνολικά των μονοπωλίων απέναντι στην μικρή παραγωγή, για τη συγκέντρωση των μέσων της παραγωγής υπό όρους κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Δεν μπορεί στο ιστορικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού να υπάρξει διαφορετικός ανταγωνισμός και διαφορετική ελευθερία του ανταγωνισμού, δεν μπορεί στο ιστορικό αυτό στάδιο να υπάρξει διαφορετική «κατανομή των πόρων»… Και για το μονοπωλιακό κεφάλαιο αυτή η «κατανομή των πόρων» είναι και η μόνη «αποτελεσματική».

Πρόκειται επίσης για την άρνηση, κυριολεκτικά για την απαγόρευση, έστω και της παραμικρής «υποταγής» της οικονομίας στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή πρόκειται και πάλι για άρνηση της κοινωνικής πρόβλεψης, για απαγόρευση της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την εκχώρηση κάθε κοινωνικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας στο κεφάλαιο, για την εμπορευματοποίηση κάθε πεδίου της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσε να αποφέρει καπιταλιστικό κέρδος, για την μετατροπή κάθε κοινωνικού οικονομικού αποθέματος  σε ιδιωτικό κεφάλαιο, για την σύνθλιψη των μισθολογικών και εργασιακών δικαιωμάτων κάτω από το πέλμα της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου.

γ. Πλάι στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων» (άρθρα 3Α και 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ) βρίσκουμε και την ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων: την «απαγόρευση οποιουδήποτε περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών» (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ), την απαγόρευση – να παράδειγμα νομοθετικής πρόνοιας!!! – οποιωνδήποτε μέτρων ακόμα και «συγκεκαλυμμένου περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

Καμία σχέση με απαγόρευση των «capital control» ή των… διοδίων. Απλά, για άλλη μια φορά η κοινωνική παραγωγή απαγορεύεται  να υπακούει «ακόμα και συγκεκαλυμμένα» στις κοινωνικές ανάγκες, στην κοινωνική πρόβλεψη, και υποτάσσεται καταστατικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Που είδαμε: προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό και την ελευθερία του, από την προσφορά και ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Αυτήν την προσφορά και ζήτηση κι αυτόν τον ανταγωνισμό, που για χάρη τους ξηλώνονται ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι και μεταφέρονται όπου βρίσκουν χαμηλότερη τη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης. Που για χάρη τους οι έδρες των επιχειρήσεων μεταφέρονται σε διεθνείς φορολογικούς παραδείσους. Που για χάρη τους οι επιχειρήσεις «πτωχεύουν» προκειμένου τα συσσωρευμένα κεφάλαια να τοποθετηθούν σε περισσότερο επικερδείς (φυσικά για το κεφάλαιο) οικονομικές σφαίρες.

*

Η ιδιοκτησία είναι εξουσίαση πραγμάτων. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της εξουσίασης, το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της ιδιοκτησίας – πέρα από νομικούς τύπους και μορφές –  προσδιορίζεται από την ελευθερία της. Η «προσφορά και ζήτηση» ή με τα λόγια της ΕΕ η «ανοιχτή αγορά» και με καθημερινά λόγια η ελευθερία της αγοράς, η ελευθερία του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αποτελούν τις ελευθερίες που ολοκληρώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και που την καθιστούν ανώτατο, απόλυτο άρχοντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία. Και στον θρόνο της κάθεται η ελευθερία του κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η ελευθερία της.

Φυσικά ο καπιταλισμός κυριαρχεί παντού ή σχεδόν παντού. Και παντού όπου κυριαρχεί ο καπιταλισμός τα «εθνικά κράτη» αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της εξουσίας (δικτατορίας έστω και «δημοκρατικής») του κεφαλαίου και της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Όμως η ιστορική καταγωγή των εθνικών κρατών, η ιστορικά προοδευτική καταγωγή τους, η ιστορικά προοδευτική αρχή τους, δεν τους έχει επιτρέψει να θεσμοθετήσουν, να ολοκληρώσουν καταστατικά τον ίδιο τους τον πραγματικό χαρακτήρα. Αντίθετα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν διακρατικός πολιτικός μηχανισμός της εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς  στην ιστορική της αρχή δεν βρίσκεται η ιστορική πρόοδος αλλά η ιστορική αντίδραση σε όλη τη γραμμή, καθώς η ιστορική καταγωγή της δεν καθορίζεται από την προοδευτική – επαναστατική αντικατάσταση ενός ξεπερασμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από τον νεώτερο αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από την αντεπανάσταση, από τον ιστορικά αντιδραστικό χαρακτήρα του τελικού, ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος, για αυτό το λόγο ίσως μόνο αυτή έχει αναγορεύσει σε ιδρυτική καταστατική της αρχή τις ελευθερίες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, έχει τοποθετήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ελευθερία της σαν απόλυτο μονάρχη στο θρόνο της.

Από αυτή την άποψη η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια αντιδραστικά αναβαθμισμένη  μορφή πολιτικού μηχανισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, επίσης, δεν είναι άτοπος  ο χαρακτηρισμός της ΕΕ σαν πολιτικού μηχανισμού της εξουσίας του κεφαλαίου διακρατικού και ταυτόχρονα υπερεθνικού – όχι διεθνικού. Οικονομικά και πολιτικά αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει την υπαγωγή των κρατών στην επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να κυριαρχεί υπερεθνικά, ανεξάρτητα από κάθε εθνικό φραγμό που είναι σε τελική ανάλυση φραγμός κοινωνικός, και που σε μια παραπέρα ανάλυση καθορίζεται από τους συσχετισμούς της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε έθνους. Και αυτό δεν συνιστά οποιαδήποτε πραγματική άρνηση του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της ίδιας αυτής «υπερεθνικής» επιδίωξης, δεν μπορεί παρά στο πλαίσιο της νομοτελειακά ανισόμετρης καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης να αναδεικνύεται η κυριαρχία των ισχυρότερων εθνικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών απέναντι στα λιγότερο ισχυρά. Δεν συνιστά δηλαδή πραγματική άρνηση των εθνικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Δεν συνιστά άρνηση του γεγονότος αυτού, αντίθετα συνιστά πραγματικό του όρο.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την άρνηση της αντικατάστασης της εθνικής κοινωνικοοικονομικής ιστορικής βαθμίδας από μια νέα ανώτερη διεθνική ιστορική βαθμίδα – αντικατάσταση που προϋποθέτει την εργατική τάξη σαν ηγέτιδα τάξη των εθνών, την αντικατάσταση του έθνους των αστών από το έθνος των εργατών. Στη θέση μιας ιστορικά προοδευτικής διεθνικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιτάσσει τη δική του διεθνοποίηση, και η μέσω αυτής συγκέντρωσή του  έρχεται να εκφραστεί πολιτικά με την υπερεθνική του κυριαρχία και την διακρατική οργανωτική της μορφή.  Αλλά γι’ αυτό, απέναντι στον πολιτικό μηχανισμό της ΕΕ τα κράτη εμφανίζονται όλο και λιγότερο σαν μορφές εθνικής κοινωνικής οργάνωσης, όλο και περισσότερο σαν δικές της απλά διοικητικές οργανωτικές υποδιαιρέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν και να υποκατασταθούν από άλλες διοικητικές υποδιαιρέσεις («περιφέρειες», «οικονομικές ζώνες» κ.ά.) ακόμα περισσότερο αποσυνδεμένες από το ιστορικό περιεχόμενο και την ιστορική καταγωγή των εθνικών σχηματισμών και ακόμα πιο άμεσα υπαγόμενες στις καταστατικές της αρχές της «ανοιχτής αγοράς», της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της κίνησης του κεφαλαίου.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την επιδίωξη της διακρατικά και υπερεθνικά συγκεντρωμένης πολιτικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου να καταπνίξει την εξορισμού εθνική και διεθνική διεξαγωγή της πάλης της εργατικής τάξης.

Μιλώντας εντελώς γενικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτικός μηχανισμός αποτελεί θεσμοθετημένη  αντιδραστική ιστορική άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής των εθνικών σχηματισμών. Και τα σύγχρονα καπιταλιστικά εθνικά κράτη επίσης αποτελούν άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής τους, εξαιτίας όμως της οποίας δεν έχουν σταθεί ικανά να θεσμοθετήσουν την άρνησή της. Δεν είναι άσχετη από αυτό η εγκυμοσύνη του φασισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι έκφρασή του και εναλλακτική μορφή είτε της ίδιας είτε της διάλυσής της κάτω από το βάρος των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Είτε υπό όρους αντιδραστικής συνένωσής της είτε υπό όρους αντιδραστικής επικράτησης των εσωτερικών της ανταγωνισμών η ίδια αυτή κυριαρχία πρέπει να παραμείνει άθικτη και να εδραιωθεί βαθύτερα…

Γι’ αυτό και απέναντι στην ελευθερία του κεφαλαίου δεν αποτελεί τον αντίποδα η «κρατική ρύθμιση» της οικονομίας. Η τελευταία άλλωστε είναι και σήμερα έντονα ενεργή και δραστήρια στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της. Και στην περίπτωση που οι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων αναδειχτούν υπέρτεροι της συνένωσής τους, η «κρατική ρύθμιση» θα τεθεί στην υπηρεσία αυτών των ανταγωνισμών, στην υπηρεσία της ελευθερίας του ενός κεφαλαίου ενάντια στην ελευθερία του άλλου (και από κοινού ενάντια στους εργαζόμενους) έως την επικράτηση του ενός ή του άλλου και την εκ νέου αναγόρευση της γενικής ελευθερίας του κεφαλαίου σε υπέρτατη αρχή.

Τον μοναδικό αντίποδα στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπαγωγή και υποταγή των παραγωγικών δυνάμεων στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

*

Τα παραπάνω αφορούν γενικά την εξουσία του κεφαλαίου και την κυριαρχία των μονοπωλίων. Και αφορούν ειδικά την εξουσία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Την συνενωμένη πάλη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων ενάντια στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών. Την συνενωμένη πάλη τους ενάντια στους ανταγωνιστές τους σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε άλλα κέντρα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Την προσπάθεια ρύθμισης των μεταξύ τους, διεθνικών -διακρατικών μονοπωλιακών ανταγωνισμών στη βάση του μεταξύ τους συσχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Τα παραπάνω επίσης εξειδικεύονται σε μια σειρά στρατηγικών υποταγής όλων των σφαιρών της κοινωνικοικονομικής ζωής κάθε χώρας σε αυτές τις καταστατικές αρχές και σε αυτούς τους οικονομικούς-πολιτικούς συσχετισμούς. Σε μια σειρά πολιτικών μέτρων, ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που τα υλοποιούν ως τις τελικές τους λεπτομέρειες.

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει παρά αποδέσμευση από αυτά, από το τέλος τους ως την αρχή τους. Από τις τελικές λεπτομέρειες ως τις καταστατικές αρχές των οποίων αποτελούν υλοποίηση. Από την πάλη για κοινωνική ασφάλιση, μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα, κλπ, έως την πάλη ενάντια στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δηλαδή ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία την ίδια.

Χωρίς αυτό το περιεχόμενο της πάλης μπορεί να γίνεται λόγος για «αποδέσμευση», για «έξοδο» κλπ, αλλά στην πράξη να πρόκειται για μορφές απορρόφησης, ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς ανανέωσης ή αναπαλαίωσης της ίδιας στο περιεχόμενό της κυριαρχίας. Για μετασχηματισμό του ίδιου πολιτικού περιεχομένου σε διαφορετικές μορφές οικονομικής και πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στο πλαίσιο των εσωτερικών και διεθνών ανταγωνισμών της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Για διαφορετικές μορφές προσαρμογής αυτών των ανταγωνισμών στο ίδιο γενικό περιεχόμενο – όσο κι αν τέτοιες προσαρμογές και μετασχηματισμοί κοινωνικά «κομβικοί» δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους γενικούς όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης και οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας, τους γενικούς όρους της πάλης για το σοσιαλισμό… Όσο, επίσης, κι αν από άποψη απλού υπολογισμού τίθεται γενικά και το ζήτημα της ιεράρχησης του ταξικού, λαϊκού συμφέροντος ανάμεσα στη συνενωμένη και τη διαιρεμένη πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου – ιεράρχηση που όμως δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αποσυνδεμένη από πραγματικές συνθήκες και συσχετισμούς, που δεν μπορεί η ίδια αυτή η ιεράρχηση να ιεραρχείται σε θέση ανώτερη από τις πολιτικές αρχές της ταξικής πάλης και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, που δεν μπορεί να τα επισκιάζει, να επισκιάζει το πεδίο της καθημερινής πάλης, της καθημερινής ανυπακοής, της καθημερινής διεκδίκησης που είναι από το περιεχόμενό της διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία του κεφαλαίου, γιατί αυτή και όχι άλλη είναι σήμερα η υπαρκτή μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

 


είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη…

Είτε αντιδραστική είτε απραγματοποίητη.

Με αυτές τις λέξεις χαρακτήριζε πριν 100 χρόνια (1915) ο Λένιν μια υποθετική ιμπεριαλιστική ένωση των «Πολιτειών της Ευρώπης».

100 χρόνια μετά η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν και έχουν την ευκαιρία να επιβεβαιώνουν έμπρακτα την αντιδραστικότητά της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους όπου πρωτοστατεί και συμμετέχει, στη διαρκή και αδιάλλειπτη επίθεσή της – επίθεση του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου – κατά των δικαιωμάτων τους, στην καθημερινή τους πείρα από τις «βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές» που μέρα τη μέρα καθιστούν όλο και πιο εχθρικό απέναντι στους λαούς το εκ γενετής αντιλαϊκό «ευρωπαϊκό κεκτημένο».

Η καπιταλιστική κρίση, οι αντιθέσεις μεταξύ κρατών της ΕΕ τις οποίες η καπιταλιστική κρίση έφερε στην επιφάνεια, η ίδια η ευρω-ενωσιακή διαχείριση των επιπτώσεων της καπιταλιστικής κρίσης, αναδεικνύουν με διάφορους τρόπους αυτό που μονολεκτικά αναδεικνύεται  και από το βρετανικό δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του… Αναδεικνύουν τα συστατικά του άλλου σκέλους της διάζευξης: είτε απραγματοποίητη

Ή με άλλα λόγια: και αντιδραστική και απραγματοποίητη…

Κι όσο αυτό το «απραγματοποίητο» της ΕΕ δεν αποτελεί καρπό του αγώνα των εργαζομένων ενάντια στην αντιδραστικότητά της, όσο αποτελεί καρπό αντιθέσεων ανάμεσα στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές, άλλο τόσο κι αυτό το «απραγματοποίητο» θα αναδεικνύει τα δικά του αντιδραστικά χαρακτηριστικά: Άλλο τόσο θα αποτελεί πέρασμα από το συνεταιρισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής στον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και κρατών για τις σφαίρες επιρροής. Πέρασμα από μια «προσωρινή συμφωνία ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη» – όπως έγραφε ο Λένιν δυο χρόνια πριν από την ίδρυση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στην ιστορία της ανθρωπότητας – στην επιχείρηση κατάπνιξης του ταξικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού εργατικού κινήματος ανάμεσα στις μυλόπετρες των καπιταλιστικών και κρατικών ανταγωνισμών.

Η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, οι λαοί και η νεολαία των χωρών της Ευρώπης δεν έχουν επομένως κανένα λόγο, κανένα συμφέρον «ουδετερότητας» απέναντι στο απραγματοποίητο ή το πραγματοποιήσιμο μιας εξ ορισμού, εκ γενετής και δια βίου αντιδραστικής ένωσης των ευρωπαϊκών μονοπωλίων και ιμπεριαλιστικών κρατών.

Αντίθετα έχουν κάθε λόγο  να πραγματοποιήσουν το απραγματοποίητο οι ίδιοι… Σαν δικό τους έργο.

Απεγκλωβίζοντας την πολιτική συνείδηση και δραστηριότητά τους από «συμπτωματικές» και «συνώνυμες» επιλογές τμημάτων και πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξης, οικοδομώντας το ριζοσπαστικό – αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο της πολιτικής συνείδησης και δραστηριότητάς τους, αντιτάσσοντας απέναντι στις ενώσεις των εκμεταλλευτών και το σύστημα της εκμετάλλευσης την οργάνωση και την πάλη τους  ως την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, την εργατική – λαϊκή εξουσία.

 

 

 

 


Η Ρόζα Λούξεμπουργκ για τον «αριθμό των συνδικαλισμένων εργατών»

Το γαλλικό απεργιακό κύμα ενάντια στα νομοθετικά σχέδια που μεθοδεύει ο γνωστός και μη εξαιρετέος «άνεμος Ολάντ» για να πλήξουν τις εργασιακές σχέσεις, έχει τροφοδοτήσει μια σειρά συζητήσεις, συγκρίσεις με την ελληνική πραγματικότητα κλπ.

Το θέμα αυτής της ανάρτησης αφορά μόνο ένα από τα ζητήματα που μπήκαν στην όλη συζήτηση, το ζήτημα του «αριθμού των συνδικαλισμένων εργατών». Δεν θα βάλω δικές μου απόψεις, θα δανειστώ μόνο ορισμένα σύντομα αποσπάσματα από το βιβλίο της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Μαζική απεργία, κόμμα, συνδικάτα» (εκδόσεις Κορόντζη, σελ. 93-98), στα οποία αναδείχνεται πώς αντιμετώπιζε το ζήτημα η Ρ.Λ. στις συνθήκες της Γερμανίας την περίοδο της ρωσικής επανάστασης του 1905. Συνθήκες σαφώς «διαφορετικές» από τις σημερινές, σε Γαλλία και Ελλάδα, γεγονός όμως που δεν αναιρεί έναν ορισμένο κρίσιμο και ικανό βαθμό γενίκευσης τον οποίο επιδέχονται οι θέσεις τις οποίες εκφάζονται στο συγκεκριμένο έργο. Που, φυσικά, για το σχηματισμό μιας ολοκληρωμένης αντίληψης γύρω από αυτό και την ένταξη σε αυτό του αποσπάσματος που ακολουθεί, θα πρέπει να διαβαστεί ολόκληρο.

***

     «Εδώ και 30 χρόνια τα γερμανικά συνδικάτα αριθμούσαν 50.000 (μέλη): αριθμός που ολοφάνερα, σύμφωνα με τα προηγούμενα κριτήρια, δεν επέτρεπε ούτε σκέψη για μαζική απεργία. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα τα συνδικάτα ήτανε 8 φορές πιο ισχυρά και αριθμούσαν 237.000 μέλη.

     Εάν παρ’ όλα αυτά την εποχή εκείνη είχε κάποιος ρωτήσει τους σημερινούς ηγέτες εάν η οργάνωση του προλεταριάτου είχε την αναγκαία ωριμότητα για μια μαζική απεργία, θα είχανε σίγουρα απαντήσει, ότι απείχε πολύ, και ότι η συνδικαλιστική οργάνωση θα ‘πρεπε να συγκεντρώσει εκατομμύρια μέλη. Σήμερα υπάρχουν περισσότερο από ένα εκατομμύριο συνδικαλισμένοι εργάτες, αλλά η γνώμη των ηγετών είναι πάντα η ίδια. Αυτό μπορεί να διαρκέσει αιώνια.

     Η ζωντανή διαλεκτική εξέλιξη αντίθετα, βλέπει την οργάνωση να γεννιέται σαν προϊόν της πάλης.

     Είδαμε ήδη ένα θαυμάσιο παράδειγμα αυτού του φαινομένου στη Ρωσία (1905), όπου ένα προλεταριάτο σχεδόν ανοργάνωτο άρχισε να δημιουργεί με ενάμισυ χρόνων θυελλωδών επαναστατικών αγώνων ένα τεράστιο δίκτυο οργανώσεων. Ένα άλλο παράδειγμα τέτοιας τάξης το δίνει η ίδια η ιστορία των γερμανικών συνδικάτων. Το 1878 τα συνδικάτα αριθμούσαν 50.000 μέλη. Σύμφωνα με τη θεωρία των σημερινών συνδικαλιστών ηγετών, όπως είδαμε, η οργάνωση αυτή δεν ήταν αρκετά «ισχυρή» και απείχε πολύ από το να αρχίσει μια βίαιη πολιτική πάλη. Αλλά τα γερμανικά συνδικάτα, όσο αδύναμα κι αν ήτανε την εποχή εκείνη, ξεκίνησαν την πάλη  -πρόκειται για την πάλη ενάντια στον έκτακτο νόμο- και αποδείχτηκαν όχι μόνο «αρκετά ισχυρά» για να βγουν νικητές, αλλά πολλαπλασίασαν τη δύναμή τους.  Μετά την κατάργηση του νόμου το 1891 αριθμούσαν 227.659 μέλη.

     Για να πούμε την αλήθεια, η μέθοδος που για χάρη της τα συνδικάτα κέρδισαν τη νίκη στον αγώνα ενάντια στον έκτακτο νόμο, δεν αντιστοιχεί καθόλου στο ιδανικό μιας ειρηνικής και υπομονετικής δουλειάς. Άρχισαν να βυθίζονται με τα μούτρα στη μάχη για να ξανανεβούν και να ξαναγεννηθούν έπειτα με το επόμενο κύμα.

     Άρα αυτή είναι ακριβώς η ειδική  μέθοδος ανάπτυξης των προλεταριακών οργανώσεων. Αυτές δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στη μάχη και βγαίνουν ανανεωμένες.

    Αλλά το ζήτημα αυτό έχει και μιά άλλη όψη. Το σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η μαζική απεργία σα σημαντική ταξική πολιτική δράση μπορεί να ξεκινήσει μόνο με τους οργανωμένους εργάτες είναι τελείως απατηλό. Για να στεφθεί με επιτυχία η μαζική απεργία, ή καλύτερα οι μαζικές απεργίες, η μαζική πάλη, πρέπει να γίνουν αληθινό λαϊκό κίνημα, δηλαδή να παρασύρουν στον αγώνα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου. Ακόμα και στο κοινοβουλευτικό πεδίο, η δύναμη της πάλης των προλεταριακών τάξεων δεν βασίζεται σε ένα μικρό οργανωμένο πυρήνα, αλλά στη μεγάλη περιφέρεια του προλεταριάτου που σκέπτεται επαναστατικά.

     Η υπερεκτίμηση αλλά και η εσφαλμένη εκτίμηση του ρόλου της οργάνωσης στην ταξική πάλη του προλεταριάτου συνήθως συμπληρώνεται γενικά  από μιά υποεκτίμηση της μάζας των μη οργανωμένων προλετάριων και της πολιτικής τους ωριμότητας…»

 (R. LUXEMBURG, ΜΑΖΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ, ΚΟΜΜΑ, ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΟΡΟΝΤΖΗ. σελ. 93-98)