Λόγω του κορονοϊού

Η τροπολογία ψηφίστηκε στα πεταχτά, σε άσχετο φυσικά νομοσχέδιο, δημοσιεύτηκε αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αμέσως ξεκίνησε η εφαρμογή της. Οι κυβερνητικοί υπάλληλοι χτύπησαν την πόρτα του πρώτου, κι αυτός τους άνοιξε:

– Ποιοι είστε παρακαλώ και τι θέλετε;

– Είμαστε κυβερνητικοί υπάλληλοι και ήρθαμε να σε «γαμήσουμε». 

– Τι λέτε; Από πού κι ως πού;

– Από πάνω ως κάτω!

– Εννοώ πώς σας ήρθε στα καλά καθούμενα, δε μου φτάνουν όλα, θέλετε τώρα και να με «γαμήσετε», και με ποια δικαιολογία παρακαλώ;

– Κοίταξε να δεις, πρώτον, ο λαός μάς ανέδειξε στην κυβέρνηση, ψηφίστηκε νόμος και άρα αυτό είναι η δημοκρατική νομιμότητα. Και δεύτερον, λόγω του κορονοϊού. 

***

Το κέντρο της Αθήνας θα κλείσει για τα ΙΧ λόγω, λέει, του κορονοϊού.

Πλάκα έχει το ρεπορτάζ των «Νέων» που στη μια παράγραφο «πληροφορεί» ότι ναι μεν «στην αρχή αναφέρθηκε (sic) πως τα μέτρα θα τίθονταν σε ισχύ λόγω κοροναϊού» αλλά «τελικά αυτό δεν ισχύει, καθώς η απαγόρευση εντάσσεται στο πλαίσιο των έργων για την ανάπλαση της Αθήνας», και σε επόμενη παράγραφο του ίδιου ρεπορτάζ παραθέτει την Υπουργική Απόφαση, σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί γίνονται «για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κοροναϊού COVID-19».

κεντρο-δεν-ισχυει

κεντρο-ισχυει

Ο Δήμος Αθηναίων, πάλι, τα βάζει όλα μέσα: και ανάπλαση και κορονοϊόκάνοντας επίσης λόγο για «ομόφωνη απόφαση», πράγμα που δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στην πραγματικότητα: «Η έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης για την επιβολή κυκλοφοριακών μέτρων και ρυθμίσεων στη περιοχή του κέντρου της πρωτεύουσας, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την υλοποίηση της πρόσφατης, ομόφωνης απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας. Πρόκειται για την πιλοτική εφαρμογή της παρέμβασης του Μεγάλου Περιπάτου, που επισπεύδεται και υλοποιείται άμεσα λόγω της πανδημίας και τίθεται σε διαβούλευση στην πράξη, ώστε αν χρειαστεί να υπάρξουν προσαρμογές».

*

Αλλά τι σχέση έχει ο κορονοϊός με την «επίσπευση και υλοποίηση» του «Μεγάλου Περιπάτου»; Η ίδια η κυβέρνηση δεν είναι αυτή που επανειλημμένα απεύθυνε «ισχυρή σύσταση» και προτροπή για χρήση ΙΧ και όχι Μέσων Μαζικής Μεταφοράς;

Έλα όμως που «λόγω του τουρισμού» η κυβέρνηση σχίζει κάθε υγειονομικό πρωτόκολλο φροντίζοντας με επιμέλεια να υλοποιήσει τις προϋποθέσεις του διαφημιζόμενου «δεύτερου κύματος» της πανδημίας στη χώρα…

Έλα που «λόγω του τουρισμού» τα σύνορα πρέπει ν’ ανοίξουν και τα αεροπλάνα να φουλάρουν επιβάτες τη στιγμή που διεθνώς η πανδημία κάθε άλλο παρά σε ύφεση βρίσκεται…

Έλα που μια διαφορετική διαχείριση, βασισμένη στο γενικό δικαίωμα της κοινωνίας πάνω στην παραγωγή της, θα υπαγόρευε τον εσωτερικό έλεγχο και την εξάλειψη της επιδημίας με την οργάνωση διαγνωστικών ελέγχων στον πληθυσμό και το σταδιακό άνοιγμα των συνόρων της χώρας (και κάθε χώρας) στο βαθμό που θα ήταν δυνατός ο υγειονομικός έλεγχος των ταξιδιωτών και στο βαθμό που με τον ίδιο τρόπο η πανδημία θα ελεγχόταν και θα εξαλειφόταν σε κάθε γωνιά της γης.

Έλα που σε μια τέτοια διαχείριση θα στηρίζονταν οι ανάγκες της ζωής των εργαζομένων, και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι δεν θα είχαν τον προορισμό των ειλώτων της τουριστικής βιομηχανίας, αλλά θα είχαν δικαίωμα στην απόλαυση των τουριστικών υποδομών που υπάρχουν και λειτουργούν αποκλειστικά χάρη σε αυτούς.

Έλα που, αντίθετα, η καπιταλιστική ιδιοποίηση της κοινωνικής παραγωγής υπαγορεύει την «τουριστική» διασπορά του ιού, την συνακόλουθη «βεβαιότητα για δεύτερο κύμα επιδημίας το φθινόπωρο» – όπως λένε και ξαναλένε, την αξιοποίηση αυτού του δεύτερου κύματος για υποθέσεις όπως οι κάμερες στις σχολικές τάξεις και στα σπίτια των τηλεργαζόμενων, η ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, η περαιτέρω καταστροφή των αυτοαπασχολούμενων, η γενίκευση της ψηφιακής παρακολούθησης των ατόμων, ο πολλαπλασιασμός των κρουσμάτων κρατικής καταστολής, και όσα άλλα μπορεί να γεννήσει η νοσηρή φαντασία της εξουσίας των εκμεταλλευτών. 

Έλα που οι μήνες της καραντίνας πρέπει τελικά να χρησιμεύσουν για την υποδοχή των τουριστών απο ιθαγενείς «υγιείς» και ο τουρισμός, με τη σειρά του, να χρησιμεύσει για την επανάληψη του κοινωνικού σκηνικού που ζήσαμε το προηγούμενο διάστημα (και εξακολουθούμε να ζούμε) με τον εγκλεισμό, την «κοινωνική αποστασιοποίηση» και την «ατομική ευθύνη». 

*

Σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο, ο κόσμος ας στοιβάζεται στα μέσα μεταφοράς, κι ας μετατραπεί το κέντρο σε «Μεγάλο Περίπατο» για τους πελάτες των τουριστικών μονοπωλίων, με τα διαθέσιμα τετραγωνικά μέτρα ανά τουρίστα να αποτελούν – «λόγω του κορονοϊού» – ένα ακόμα «συγκριτικό πλεονέκτημα» της βαριάς βιομηχανίας «μας», τη στιγμή που η πραγματική βαριά βιομηχανία της χώρας (η ΛΑΡΚΟ, οι λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής κ.ά.) οδηγούνται στο ξεπούλημα και στη διάλυση.

Ουδείς λόγος ανησυχίας: Σε τρεις και ίσως ακόμα άλλους τρεις μήνες, δηλ. στους συνολικά 6 μήνες που προβλέπει η Υπουργική Απόφαση, η τουριστική περίοδος παρέρχεται και μετά από αυτήν έρχεται το «βέβαιο δεύτερο κύμα», οπότε και ο «Μεγάλος Περίπατος» μπορεί να κλείσει για τους μόνιμους κατοίκους της Αθήνας. Και για τους παραβάτες, ξύλο και πρόστιμο. «Λόγω του κορονοϊού».

 


Και το όνομα αυτής: κρατική βία και τρομοκρατία

Με τον κορονοϊό σαν πρόσχημα, και μόνο σαν πρόσχημα, η κυβέρνηση, από το άβατο του συγχρωτισμού της με τα κέντρα εξουσίας των μονοπωλίων, στέλνει μια φορά τη βδομάδα τους πραιτωριανούς της για να καταστείλουν απλές συνευρέσεις των νέων ανθρώπων, για να επιβάλουν κλίμα κρατικής βίας και τρομοκρατίας στην κοινωνική μικροκλίμακα, για να εμπεδώσουν το αστυνομικό κράτος σαν το κράτος της «νέας κανονικότητας». 

Και μπορεί το «οικολογικό» πρόβλημα να συνίσταται στην έλλειψη ελεύθερων χώρων, όμως το πρόβλημα της τέτοιου είδους «διαχείρισης» των υπάρχοντων ελεύθερων χώρων δεν είναι καθόλου «οικολογικό» όπως δεν είναι και καθόλου «υγειονομικό».

Είναι πρόβλημα πολιτικό, για την ακρίβεια το πρόβλημα είναι η κυβερνητική πολιτική και οι σχεδιασμοί της, για την υλοποίηση των οποίων διαδοχικά πραγματοποιούνται οι αστυνομικές τρομοκρατικές επιθέσεις, τις προάλλες στην Αγία Παρασκευή, προ ημερών στην Κυψέλη, χθες στην Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης.

Η κυβερνητική πολιτική έχει χαρακτήρα πρόκλησης, πρόκλησης που γυρεύει σκόπιμα την απάντησή της, και που ταυτόχρονα μετατρέπεται σε «καθεστώς» όσο δεν παίρνει απάντηση που την ακυρώνει.

Σε κάθε περίπτωση η κυβερνητική επιχείρηση μετατροπής των ελεύθερων χώρων, δρόμων και πλατειών, σε πεδίο ασκήσεων της κρατικής καταστολής, η επιχείρηση εξομοίωσης της νεολαίας με εσωτερικό εχθρό, η επιχείρηση τρομοκράτησης των περιοίκων, επιχείρηση ενταγμένη στην συνολική αντιλαϊκή επίθεση της εξουσίας του κεφαλαίου, δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή.


διαγνωστικά τεστ: με αφορμή τον αριθμό των κρουσμάτων στη Ρωσία

Αντιγράφω από τον «Ριζοσπάστη» της 12-5-2020:

«Ο αριθμός των κρουσμάτων κορονοϊού στη Ρωσία ξεπέρασε χτες τις 221.000, ενώ οι θάνατοι τις 2.000. Ετσι η Ρωσία βρίσκεται πλέον τρίτη στην παγκόσμια κατάταξη του αριθμού των κρουσμάτων, πίσω από τις ΗΠΑ (πρώτη) και την Ισπανία. Μόνο σε ένα 24ωρο, τα επιβεβαιωμένα κρούσματα αυξήθηκαν κατά 11.656 – πάνω από τα μισά στη Μόσχα.

Οι ρωσικές αρχές διαβεβαιώνουν πως η εκτόξευση του αριθμού των κρουσμάτων τις τελευταίες δέκα μέρες εξηγείται από τον πολλαπλασιασμό των διαγνωστικών τεστ – 5,6 εκατ. σύμφωνα με χτεσινή καταμέτρηση – και όχι από μια επιτάχυνση της διασποράς. Κάτι τέτοιο θα εξηγούσε επίσης και τη μικρή θνητότητα, ωστόσο εκτιμάται πως η θνητότητα είναι στην πραγματικότητα μεγαλύτερη …»

*

Στις περισσότερες χώρες, και στην Ελλάδα, όπως φαίνεται, η μέθοδος ανακάλυψης των κρουσμάτων του «νέου κορονοϊού», στηρίζεται στην ιχνηλάτηση των επαφών που είχε ένα «κρούσμα» το οποίο κατά τον ένα ή άλλον τρόπο έτυχε να επιβεβαιωθεί.

Έτσι λ.χ. στην Ελλάδα, στις 14-5-2020, είχαν επιβεβαιωθεί 2.770 κρούσματα και είχαν ελεγχθεί συνολικά 118.233 κλινικά δείγματα. Υπήρχε δηλαδή μια αναλογία 42,68 διαγνωστικών τεστ ανά επιβεβαιωμένο κρούσμα (1 : 42,68), η οποία αναλογία ουσιαστικά περιορίζεται  στην ιχνηλάτηση των επαφών των επιβεβαιωμένων φορέων του ιού. 

Με βάση το παραπάνω ρεπορτάζ, στις 12-5-20, στη Ρωσία η αντίστοιχη αναλογία κρουσμάτων/τεστ ήταν 221.000 : 5.600.000 = 1 : 25,34 (δηλ. 25,34 διαγωνιστικά τεστ ανά επιβεβαιωμένο κρούσμα).

Όμως αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι στα τεστ η Ελλάδα «τα πάει καλύτερα», και η διαπίστωση αυτή, που θα αναλυθεί στη συνέχεια, δεν έχει καθόλου την έννοια του «διαγωνισμού», αλλά την έννοια της «ανάγνωσης» του πραγματικού περιεχομένου και της πολιτικής που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς.

*

Στην Ελλάδα, λοιπόν, έχουμε (14/5/20) 156 θανάτους από τον κόβιντ19 και 2.770 κρούσματα. Εδώ το εμφανές είναι η αναλογία ενός θανάτου για κάθε 17,76 επιβεβαιωμένα κρούσματα (1 : 17,76 ή ποσοστό θνησιμότητας 5,63%). Το λιγότερο εμφανές είναι ότι αυτή η αναλογία ή αυτό το ποσοστό προκύπτει από τον αριθμό των κρουσμάτων που επιβεβαιώθηκαν με την πολύ συγκεκριμένη μέθοδο, που στηρίζεται στην τυχαιότητα της ανακάλυψης ενός κρούσματος και, κατόπιν, στην ιχνηλάτηση των επαφών του.

Με  αυτό το πραγματικό δεδομένο, το συγκεκριμένο ποσοστό θνησιμότητας, αντιστρεφόμενο, ορίζει επίσης τον αριθμό κρουσμάτων που ανά έναν θάνατο ανακαλύπτονται με αυτή τη μέθοδο. Δηλαδή, προκύπτει ότι σε κάθε θάνατο από τον κόβιντ19 αντιστοιχεί, με τη μέθοδο «τυχαιότητα/ιχνηλάτηση», η ανακάλυψη ενός μέσου αριθμού 17,76 κρουσμάτων.

Στη Ρωσία, στις 12-5-20, κρατώντας βέβαια «στα υπόψην» την εκτίμηση για μεγαλύτερο πραγματικό αριθμό, ο επίσημος αριθμός των θανάτων από τον κόβιντ19 ήταν 2.000. Αν, λοιπόν, η Ρωσία ακολουθούσε την ίδια μέθοδο ανακάλυψης κρουσμάτων, την βασισμένη πρώτα στην τυχαιότητα και κατόπιν στην ιχνηλάτηση, τότε στη Ρωσία θα έπρεπε ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων να ανέρχεται σε 2.000 Χ 17,76 = 35.520. Και τότε, επίσης, με την ελληνική αναλογία κρουσμάτων/τεστ, στη Ρωσία θα έπρεπε να έχουν πραγματοποιηθεί 35.520 Χ 42,68 = 1.515.993 διαγνωστικά τεστ.

*

Όπως φαίνεται από το ρεπορτάζ, όμως, η Ρωσία δεν ακολουθεί την ίδια μέθοδο ανακάλυψης των κρουσμάτων, δεν περιμένει πότε θα εμφανιστεί «τυχόν κρούσμα» για να ιχνηλατηθούν οι επαφές του, αλλά ακολουθεί μια μέθοδο αναζήτησης των κρουσμάτων.  Έτσι, αντί για 1.515.993 διαγνωστικά τεστ (που θα ήταν ο «ελληνικός» αριθμός) έχουν πραγματοποιηθεί (στις 12/5) 5.600.000 διαγνωστικά τεστ, δηλαδή 3,69 φορές περισσότερα. Και αντί για τα 35.520 κρούσματα που θα είχαν ανακαλυφθεί με την «ελληνική» μέθοδο ανακάλυψης, με τη μεθοδο της αναζήτησης έχουν ανακαλυφθεί (στην ίδια ημερομηνία) 221.000 κρούσματα, δηλαδή 6,22 φορές περισσότερα.

Εν προκειμένω λοιπόν, λόγω της διαφοράς των μεθόδων, η ρωσική αναλογία κρουσμάτων/τεστ (1 : 25,34) στην πραγματικότητα υπερτερεί της ελληνικής (1 : 42,68)…

Πράγμα που γίνεται και αριθμητικά φανερό, αν καταρχήν υποθέσουμε ότι στις δυο χώρες οι αναλογίες της σειράς κρουσμάτων/νοσησάντων/θανάτων είναι όμοιες και αν, στη συνέχεια, στη θέση της αναλογίας κρουσμάτων/τεστ βάλουμε την αναλογία θανάτων/τεστ δηλ. τον αριθμό των διαγνωστικών τεστ που έχουν πραγματοποιηθεί για κάθε έναν που πέθανε από την ασθένεια του κόβιντ19.

Έχουμε έτσι, στη μεν Ελλάδα μια αναλογία 156 : 118.233 = 1 : 757,90 (757,9 τεστ ανά θάνατο), στη δε Ρωσία 2.000 : 5.600.000 = 1 : 2.800 (2.800 τεστ ανά θάνατο από την αρρώστια του κόβιντ19). 

*

Με τα ίδια δεδομένα, και με τις παραπάνω «ρωσικές» ( και εν εξελίξει) αναλογίες θανάτων/τεστ και κρουσμάτων/τεστ, στην Ελλάδα αυτή  τη στιγμή (14/5) θα είχαν πραγματοποιηθεί 3,69 φορές περισσότερα τεστ, δηλαδή 436.279 αντί για  118.233 που έχουν γίνει ως τώρα, και προφανώς θα είχε ανακαλυφθεί ένας αρκετά μεγαλύτερος αριθμός κρουσμάτων από τα 2.770 κρούσματα που ως την ημερομηνία αυτή (14/5) είχαν επιβεβαιωθεί.

Πάνω σε αυτό, το τελευταίο, φτάνει να υπογραμμίσουμε ότι, όπως δείχνουν τα παραπάνω, στη Ρωσία, με 3,69 φορές περισσότερα τεστ κατ’ αναλογία, δηλ. με τη μέθοδο της αναζήτησης, έχουν ανακαλυφθεί 6,22 φορές περισσότερα κρούσματα από όσα θα είχαν ανακαλυφθεί με την μέθοδο της ιχνηλάτησης της περιορισμένης και βασισμένης στην κατ’ αρχήν τυχαιότητα…

Με άλλα λόγια, ναι μεν μπορεί να ισχύει η εκτίμηση που εξέφρασε ο κ. Τσιόδρας, ότι «μπορεί και λιγότερο του 0,5% του πληθυσμού της χώρας να έχει νοσήσει από τον ιό» (όπου 0,5% = 50.000 άτομα περίπου), όμως αυτό που θα είχε πραγματική σημασία για τον έλεγχο της επιδημίας θα ήταν να γνωρίζαμε όχι μόνο πόσα, αλλά και ποια ήταν ή εξακολουθούν να είναι αυτά τα άτομα…

 ***

Σύμφωνα με τους Κουβανούς επιστήμονεςη νόσος του κόβιντ19 δεν θα τεθεί υπό οριστικό έλεγχο μέχρι να βρεθεί ένα αποτελεσματικό εμβόλιο, όμως μέχρι τότε δύναμη για τον έλεγχό της αποτελεί η έγκαιρή της διάγνωση.

Η λεγόμενη «διεθνής κοινότητα» (οι διάφορες ομάδες των πλουσιότερων χωρών της γης, οι διακρατικές και οικονομικές ενώσεις του μονοπωλίων, οι λοιποί ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί κλπ-κλπ) εμφανίζεται μεν ιδιαίτερα «θιγμένη» από την πανδημία, παρ’ όλα αυτά η έγκαιρη διάγνωσή της και κατ’ επέκταση ο έλεγχός της είναι σαν να μην την απασχολεί…

Αντί για έγκαιρη διάγνωση και έλεγχο της πανδημίας, το κεφάλαιο «συνιστά» διπολική αντιπαράθεση μεταξύ «κοινωνικής αποστασιοποίησης» και «ανοσίας της αγέλης», πάνω από τον κοινό παρονομαστή των γεωπολιτικών αντιθέσεων, των κοινωνικών αναδιαρθρώσεων, της αντιλαϊκής στρατηγικής του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, για την υλοποίηση της οποίας η πανδημία αποτελεί κατάλληλο εργαλείο.

Καμιά όμως χώρα, φυσικά ούτε και η Ελλάδα, δεν μπορεί να «κρύβεται» πίσω από την «διεθνή κοινότητα» και τις πολιτικο-οικονομικές κατευθύνσεις της, που καθορίζουν μεταξύ άλλων και τις μορφές αντιμετώπισης της πανδημίας. 

Ο μαζικός, γενικός διαγνωστικός έλεγχος του πληθυσμού πρέπει να γίνει τώρα, κι αυτό δεν αναιρείται από το ότι έπρεπε να έχει ήδη γίνει χθες.-

***

[Προσθήκη 21-5-2020, 23:55] Ο σκοπός δεν ήταν μια ανάρτηση «υπέρ της Ρωσίας», αλλά η χρησιμοποίηση ορισμένων αριθμητικών δεδομένων, για να υποστηριχτεί η αναγκαιότητα των διαγνωστικών ελέγχων σε όλο τον πληθυσμό σαν – το μόνο, ουσιαστικά, έως την ανακάλυψη αποτελεσματικού εμβολίου – μέσο ελέγχου της πανδημίας. Η θέση αυτή ισχύει έτσι κι αλλιώς (πόσο μάλλον που, μπρος στα προσδοκώμενα καπιταλιστικά κέρδη από τον τουρισμό, η κυβέρνηση ακυρώνει κάθε υγειονομικό πρωτόκολλο), μόνο που τα παραπάνω αριθμητικά δεδομένα που θα τη στήριζαν δεν ισχύουν, αν και εφόσον στις αμφισβητήσεις του αριθμού των νεκρών «οι ρωσικές αρχές απαντούν ότι καταμετρούν μόνο τους θανάτους με βασική αιτία τον κορονοϊό, ενώ άλλες χώρες συνυπολογίζουν όλους τους νεκρούς που βρέθηκαν θετικοί στον ιό». Δε φτάνει η ανικανότητα (όχι λόγω «έλλειψης ικανοτήτων» αλλά λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος) των κυβερνήσεων του κεφαλαίου να οργανώσουν έγκαιρα τις δομές υγείας για το πνίξιμο της πανδημίας εν τη γενέσει είτε στο όποιο στάδιο εξάπλωσής της, επικρατεί ταυτόχρονα και ο «επικοινωνιακός» πόλεμος που δεν επιτρέπει ούτε καν ασφαλείς εκτιμήσεις για όσα γίνονται και που υπονομεύει όσα έπρεπε και πρέπει να γίνουν.


Βασίλης Δημάκης, απεργός πείνας και δίψας, διψασμένος για τη ζωή: «Σας υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να με κάνετε ξανά αυτό που ήμουν»

Πριν από κάθε τι άλλο, πριν ακόμα διαβαστεί η συνέχεια αυτών των γραμμών:

Ο Βασίλης Δημάκης έχει το δίκιο με το μέρος του, η ζωή του βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, για τυχόν απώλεια της ζωής του ή βλάβη της υγείας του  η ευθύνη βρίσκεται στα χέρια των κυβερνώντων, μαζί με το δικό του πνεύμα και το πνεύμα των ζωντανών δεν πρόκειται να τους αφήσει ποτέ ήσυχους για όλο το υπόλοιπο της ζωής, τώρα κι όχι όταν θα φτάσει στα σύνορα της ζωής και του θανάτου ή της ανεπανόρθωτης βλάβης να γίνει η επαναμεταγωγή του στις φυλακές Κορυδαλλού, χωρίς καθυστέρηση.

*

Η φυλακή δεν είναι απλώς «μικρογραφία της κοινωνίας».

Για την εξουσία της εκμεταλλεύτριας τάξης η φυλακή είναι κοινωνικό πρότυπο.

Η φυλακή είναι ο τόπος στον οποίο απολήγει η «ομαλή» κοινωνική κίνηση διαμέσου των διαδοχικών παρεμβάσεων των τριών τυπικών εξουσιών. Εφόσον η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία έχουν διαδοχικά ολοκληρώσει το έργο τους, δεν απομένει παρά ο τόπος όπου εκτίεται η ποινή, και ένας τέτοιος τόπος αποτελεί το κοινωνικό ιδανικό της κυρίαρχης εκμεταλλευτικής τάξης. 

Σε αυτή την ιδανική κοινωνία της εξουσίας, το να σηκώσεις το χέρι σου και να ζητήσεις π.χ. μέτρα  προστασίας από την επιδημία του κορονοϊού, σημαίνει ότι δεν έχεις ακόμα καταστεί υπάκουος υπήκοος, σημαίνει ότι δεν έχεις ακόμα ενδυθεί το αρμόζον για σένα σχήμα των σχέσεων εξουσίας, σημαίνει ότι παραμένεις πραγματικά ή δυνητικά επικίνδυνος για τις σχέσεις αυτές, σημαίνει ότι τις διασαλεύεις. Αυτό που καθιστά τους όρους έκτισης της ποινής κοινωνικά ιδανικούς, είναι ότι αυτή η διασάλευση μπορεί να τιμωρηθεί χωρίς τους περιορισμούς (νομοθετικούς, δικαστικούς κλπ) που, ιστορικά, έχουν τεθεί από την εξουσία στον ίδιο της τον εαυτό. Αυτός που σήκωσε το χέρι του και ζήτησε μέτρα προστασίας από τον κορονοϊό λ.χ. μπορεί – χωρίς «διαδικαστικά» κωλύματα – να εκτοπιστεί. Ως «πολυλογάς». 

Σε έναν τυπικό χώρο «έκτισης ποινής» ο εκτοπισμός μπορεί να ονομάζεται «μεταγωγή» και το αδίκημα της «πολυλογίας» μπορεί να ανακοινώνεται στον τιμωρούμενο υπό μορφή «χαριτολογίας»…

*

«Στις 30/3 αν δεν απατώμαι», αναφέρει στην πολιτική δήλωσή του ο Βασίλης Δημάκης, απευθυνόμενος στην Γενική Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου «Προστασίας του Πολίτη», «ήμουν ένα από τα τρία μέλη που συζητήσαμε εκτενέστατα τα του ιού Covid-19 και τα μέτρα που θα πάρετε όπως μας αναφέρατε. Μάλιστα χαριτολογώντας με αποκαλέσατε «πολυλογά». Τι είναι αυτό που μεσολάβησε και φερθήκατε με αυτό τον υπάνθρωπο τρόπο; Μετά το πέρας κάποιων ημερών και αφού διαπιστώσαμε ότι όλα όσα μας είπατε στη συνάντηση εκείνη ήταν «έπεα πτερόεντα» αποφασίσαμε να σας υπενθυμίσουμε ότι τίποτα από όσα μας είχατε υποσχεθεί δεν έγινε πράξη! Αυτό δηλαδή ήταν η αιτία να με κακοποιήσετε με αυτόν τον τρόπο; Πού είναι η Δημοκρατία που πρεσβεύετε;»

Για μια «σωφρονιστική» αντίληψη που θα αποσκοπούσε στην αποκατάσταση του κοινωνικού περιεχομένου της προσωπικότητας, η προσωπική έκθεση του «κρατουμένου» σε μορφές συλλογικής εκπροσώπησης και δίκαιας διεκδίκησης, θα έπρεπε να αποτελεί πρωταρχική ένδειξη επιτυχίας του «συστήματος». Δεν μπορεί όμως να αποτελεί τέτοια ένδειξη για ένα σύστημα που την «έκτιση της ποινής», τον «σωφρονισμό», την αντιλαμβάνεται σαν εργαστήριο της τελικής του επικράτησης επί της κοινωνίας.

Όπως αναφέρει ο συνήγορος του Βασίλη Δημάκη: «Το βράδυ της 16 Απριλίου, άντρες των ΕΚΑΜ μπήκαν στο κελί του στις φυλακές Κορυδαλλού, τον απομάκρυναν χωρίς καμία επίσημη εξήγηση (δεν είμαι σίγουρος αν η ορθή λέξη για την άρον άρον μεταφορά ενός ανθρώπου με ένα παπούτσι και μια παντόφλα είναι η μεταγωγή ή η απαγωγή) και κατέληξε στο πειθαρχείο των φυλακών Γρεβενών, όπου αυτή τη στιγμή βρίσκεται απομονωμένος σε καραντίνα. Η μόνη αιτία που μπορεί να υπάρχει γι’ αυτή τη μεταγωγή είναι η συμμετοχή του Δημάκη στις ειρηνικές κινητοποιήσεις των κρατουμένων για την αποσυμφόρηση των φυλακών που ξεκίνησαν στις 14 Απριλίου».

*

Ο ίδιος σκιαγραφεί την προσωπικότητα του Βασίλη Δημάκη ως εξής:

«Ο Βασίλης Δημάκης είναι ένας κρατούμενος που το τελευταίο που επιθυμεί είναι τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του. Βρέθηκε στη φυλακή από την εφηβική του ηλικία για σοβαρά ποινικά αδικήματα, βγήκε και ξαναμπήκε στις φυλακές, υποτροπίασε. Στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, εκεί που όλοι συνήθως αρχίζουμε να αναστοχαζόμαστε για το ποιοι είμαστε και το τι έχουμε κάνει, κοίταξε πίσω του και αντίκρισε συντρίμμια: της ζωής των ανθρώπων που είχε πλήξει και της ζωής της δικής του. Και τότε, μέσα στη φυλακή, έκανε μια επιλογή: άρχισε να διαβάζει.

Η επιλογή αυτή ήταν μια εμπειρία αποκαλυπτική για τον Δημάκη. Δεν ήταν, δυστυχώς, το σωφρονιστικό σύστημα αυτό που του άλλαξε πορεία. Ηταν τα βιβλία. Βρήκε εκεί έναν πλούτο, άγνωστο σ’ εκείνον, που συναντήθηκε με μια βαθιά αυτοκριτική για το χνάρι που είχε αφήσει μέχρι τότε στον κόσμο και μια εσωτερική παρόρμηση να το αλλάξει: «να κάνει κάτι» στη ζωή του.

Από τότε ο κρατούμενος Δημάκης μεταμορφώθηκε: παρακολούθησε το σχολείο, έδωσε εξετάσεις και πέρασε με βαθμό αριστούχου στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Eθνικού Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Πολέμησε με το κορμί του, με απεργία πείνας και δίψας το 2018, για να μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα της σχολής του. Και το κατάφερε. Από τότε παρακολουθεί ανελλιπώς τα μαθήματά του, είναι πλέον υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών και περήφανο μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας της σχολής του».

*

Ο Βασίλης Δημάκης θα είχε το δίκιο με το μέρος του ακόμα κι αν δεν ήταν υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, ακόμα κι αν δεν ήταν αριστούχος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Eθνικού Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ακόμα κι αν δεν είχε τελειώσει το σχολείο. Θα είχε το δίκιο με το μέρος του, γιατί ο μόνος λόγος που αυτή τη στιγμή τον τιμωρούν, είναι η προσωπική του ανάταση: παράδειγμα απαράδεκτο κοινωνικά για την εξουσία των εκμεταλλευτών, παράδειγμα «σωφρονιστικά» τιμωρούμενο εκεί όπου ο «σωφρονισμός» αποτελεί το πεδίο στο οποίο η εξουσία κάνει τα κοινωνικά της οράματα πράξη. 

Από αυτή την άποψη, και αυτή είναι η κύρια άποψη της υπόθεσης, το «σωφρονιστικό σύστημα» εκδικείται τον Βασιλη Δημάκη, εξαιτίας της «λεπτομέρειας» που επισημαίνει ο συνήγορός του: «Δεν ήταν, δυστυχώς, το σωφρονιστικό σύστημα αυτό που του άλλαξε πορεία»

Μπορεί, λοιπόν, ο Βασίλης Δημάκης να είναι ποινικός κρατούμενος, όμως η «σωφρονιστική», η «πειθαρχική» ποινή που του επιβλήθηκε είναι εξόχως πολιτική.

*

«Υποστηρίζεται πως η ποινή της φυλάκισης κατασκευάζει – γι’ αυτό άλλωστε και επέζησε τόσον καιρό – μια περιχαρακωμένη, χωριστή και ωφέλιμη ανομία. Το κύκλωμα της εγκληματικότητας δεν είναι, λέγεται, το υπο-προϊόν της φυλακής που, τιμωρώντας, δεν κατορθώνει να συνετίσει∙ είναι το άμεσο αποτέλεσμα ενός ποινικού συστήματος που, για να ρυθμίσει τις παράνομες πρακτικές, επενδύει ορισμένες από αυτές σ’ ένα μηχανισμό «τιμωρίας – αναπαραγωγής», του οποίου ένα από τα κύρια στοιχεία αποτελεί η φυλάκιση».

«Μπορούμε να πούμε πως η εγκληματικότητα, δομημένη πάνω σ’ ένα ποινικό σύστημα με κέντρο τη φυλακή, αντιπροσωπεύει μιαν εκτροπή της ανομίας πρόσφορη για τα αθέμιτα κυκλώματα του κέρδους και της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης».

Μέσα σε ένα  τέτοιο πραγματικό πλαίσιο είναι έτσι μορφοποιημένο το «σωφρονιστικό σύστημα», ώστε σ’ αυτό το πλαίσιο ακώλυτα να διοχετεύεται  η κάθε «αλλαγή πορείας» των ανθρώπινων «αντικειμένων» του.

Σε αυτό το πλαίσιο στην πραγματικότητα απαντά, απέναντι σε αυτό το πλαίσιο στην πραγματικά ορθώνει το προσωπικό του ανάστημα ο Βασίλης Δημάκης, απευθυνόμενος στην Γενική Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου ΠροΠο:

«Σας υπόσχομαι ότι δεν πρόκειται να με κάνετε ξανά αυτό που ήμουν, αυτό που με τόσο εκπαιδευτικό μόχθο κατάφερα να είμαι και εννοώ ένας άνθρωπος αλληλέγγυος προς κάθε συνάνθρωπό μου που βάλλεται. Προτιμώ να παραδώσω πνεύμα κ.Νικολάου, αλλά να θυμάστε ότι το παραδομένο μου πνεύμα δεν θα σας αφήσει στιγμή για το υπόλοιπο της ζωής σε ησυχία…»

*

Το ότι, «στο κέντρο κάθε πειθαρχικού συστήματος», και εν προκειμένω στο κέντρο του πειθαρχικού συστήματος των φυλακών, «λειτουργεί ένας μικρός ποινικός μηχανισμός»… Ένας μηχανισμός που, «διαθέτει ένα είδος δικαστικού προνομίου, με τους δικούς του νόμους, τα πλημμελήματα της αρμοδιότητάς του, τις ιδιαίτερές του μορφές κύρωσης, τις δικές του διαβαθμίσεις δικαιοδοσίας»… Το ότι, «τα πειθαρχικά συστήματα», εν προκειμένω το σύστημα της φυλακής, «καθιερώνουν ένα ‘ποινικό υποσύστημα’.. δικτυώνουν ένα χώρο που οι νόμοι αφήνουν κενό∙ χαρακτηρίζουν και τιμωρούν ένα σύνολο συμπεριφορών που η σχετική του ασημαντότητα επέτρεπε να διαφεύγουν από τα μεγάλα τιμωρητικά συστήματα»... Το ότι, «αν και, καταρχήν, η ποινή προέρχεται πράγματι από μια δικαστική απόφαση, η ρύθμισή της, η ποιότητά της και η αυστηρότητά της … εξαρτιόνται από έναν αυτόνομο μηχανισμό που ελέγχει τα αποτελέσματα της τιμωρίας στον ίδιο το χώρο όπου πραγματοποιούνται»… Το ότι, «σε σχέση με την κρίση αυτή», την «κρίση της φυλακής», «η εκτίμηση του δικαστηρίου δεν είναι παρά ένας ‘τρόπος προδικασίας'»[*]

…Όλα τα παραπάνω, και πέρα από οποιαδήποτε τυπική «νομιμότητα», καθιστούν ουσιαστικό σφετερισμό την μεταβίβαση της αρμοδιότητας του «σωφρονιστικού συστήματος» από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη», η οποία μεταβίβαση αποτέλεσε και μια από τις πρώτες πράξεις  – αν όχι την πρώτη -της κυβέρνησης Μητσοτάκη, κατά την αλλαγή της σκυτάλης των «νέων ποινικών κωδίκων  του ΣΥΡΙΖΑ» στους «νέους ποινικούς κώδικες της ΝΔ».

Βέβαια, δεδομένων των πραγματικών ορίων και πρακτικών μορφών άσκησης της αρμοδιότητας τόσο του μεν υπουργείου όσο και του δε, η επισήμανση θα μπορούσε φαινομενικά να θεωρηθεί ως σχολαστικότητα άνευ ουσίας. Δεν παύει όμως η τυχόν «ανούσια σχολαστικότητα» να παραμένει φαινομενική, ενώ ο σφετερισμός διατηρεί όλο το ουσιαστικό του περιεχόμενο, ως θεσμοθετημένη αφετηριακή αντίληψη, ως θεσμοθετημένη απόσπαση από την δικαιοσύνη του τόπου στον οποίο κατ’ εξοχήν υλοποιούνται οι κρίσεις της, δηλαδή του τόπου «έκτισης των ποινών». 

Πρόκειται για τη θεσμοποιημένη απόσπαση του σωφρονιστικού «ποινικού υποσυστήματος», από το γενικό ποινικό σύστημα το φυσικά υπαγόμενο στη δικαστική εξουσία, πρόκειται για την θεσμοποιημένη απόσπαση της «κρίσης της φυλακής» από τον – σε σχέση με αυτήν – «τρόπο προδικασίας» που αποτελεί η δικαστική κρίση.

Πρόκειται για θεσμοποιημένη μετατόπιση του «σωφρονιστικού συστήματος», από την αφετηρία και τους στόχους απονομής της δικαιοσύνης, στην αφετηρία και τους στόχους της αστυνομικής δίωξης.

*

Μόνο που για την εξουσία η φυλακή αποτελεί κοινωνικό πρότυπο, η «έκτιση της ποινής» αποτελεί κοινωνικό ιδανικό, κι αυτή αφετηριακή μετατόπιση του συστήματος διαχείρισης του τόπου έκτισης των ποινών αποτελεί αφετηριακή μετατόπιση στη διαχείριση όλου του κοινωνικού τόπου.

Αυτός ο κοινωνικός τόπος στο πρόσωπο του Βασίλη Δημάκη αναγνωρίζει το δικό του πρόσωπο, στη δίωξή του αναγνωρίζει τη στοχοποίηση και τη δίωξη κάθε κοινωνικής ανάτασης απ’ το καθεστώς καθήλωσης των εργαζομένων του λαού και της νεολαίας, που βρίσκεται στις προτεραιότητες της κυβερνητικής πολιτικής.

Από αυτόν τον κοινωνικό τόπο προέρχονται και όσα ήδη βρίσκονται στην αρχή αυτού εδώ του κειμένου:

Ο Βασίλης Δημάκης έχει το δίκιο με το μέρος του, η ζωή του βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, για τυχόν απώλεια της ζωής του ή βλάβη της υγείας του  η ευθύνη βρίσκεται στα χέρια των κυβερνώντων, μαζί με το δικό του πνεύμα και το πνεύμα των ζωντανών δεν πρόκειται να τους αφήσει ποτέ ήσυχους για όλο το υπόλοιπο της ζωής, τώρα κι όχι όταν θα φτάσει στα σύνορα της ζωής και του θανάτου ή της ανεπανόρθωτης βλάβης να γίνει η επαναμεταγωγή του στις φυλακές Κορυδαλλού, χωρίς καθυστέρηση.

====================

[*] Τα παραθέματα με τα πλάγια στοιχεία από: Μισέλ Φουκώ, Επιτήρηση και Τιμωρία. η Γέννηση της Φυλακής, εκδ. Ράππα.

 


η «κοινή γνώμη» καταρτίζεται

Μεγάλο σασπένς παρουσιάζει το σήριαλ του επιδόματος για τους επιστήμονες.

Από το πρώτο επεισόδιο, της 20/3, η παραγωγή είδε ότι πιάνει καλούς δείκτες τηλεθέασης, κι εκεί που το σενάριο προοριζόταν για τηλεταινία, προέκυψε καθημερινό σε συνέχειες, γεμάτο εκπλήξεις και σεναριακές ανατροπές. Θα τραβήξει, μάλιστα, μέχρι το «πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου», σύμφωνα με τα κουτσομπολιά, και ίσως να ακολουθήσει και συνέχεια! Ωστόσο το ενδιαφέρον και η ένταση παραμένουν αμείωτα στους θεατές, με πλήθος προγνωστικών για την εξέλιξη του δράματος και το φινάλε. Ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν, ότι το μήλον της έριδος (τα λεφτά!) ανήκει στη σφαίρα των καθαρών ιδεών, και ότι πρόκειται μόνο για σεναριακό εφεύρημα προκειμένου να υπάρχει πλοκή. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι, στο τέλος, το μυστικό θα αποκαλυφθεί μόνο σε όσους θεατές – πιστοποιημένα – δεν κατάφεραν να επιζήσουν κατά τον χρόνο του δράματος, μεταξύ 15/3 – 30/4.

*

Στο μεταξύ, σε ένα δεύτερο δραματουργικό επίπεδο, το «απρόοπτο» και η «ανατροπή» δεν βρίσκεται στους κύριους ρόλους, τον Σκόιλ Ελικικού και τον Μέτζη του Μεούκτη: Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι οι μάζες, η «κοινή γνώμη» που πλημμύρισε το διαδίκτυο με φωτογραφίες «σπάζοντας» το επιχειρηματικό και κρατικό απόρρητο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων κατάρτισης. Για πρώτη φορά τα προγράμματα αυτά έγιναν κτήμα της αποκαλούμενης «κοινής γνώμης», για πρώτη φορά αποσπάστηκαν από το «μονοπώλιο» του συνηθισμένου πλήθους των ανθρώπων που η γνώμη τους δεν έχει φωνή, που η φωνή τους δεν μετράει, δεν υπολογίζεται στο κατασκεύασμα που ονομάζεται «κοινή γνώμη».

Διότι τι είναι ένα «μέτζη του μεούκτη» και ένα «σκόιλ ελικικού» μπροστά σε μια ολόκληρη «ευελφάλεια», τι είναι δυο ή και περισσότερες τέτοιες κορακίστικες ανορθογραφίες μπροστά στην μια και μοναδική, διαρκή, επίσημη κορακίστικη ανορθογραφία της πραγματικής ζωής, της προορισμένης για τη γενιά των 700 ευρώ, κατόπιν των 600 ευρώ, ύστερα των 500, των 400, των 300, κατόπιν του ΚΕΑ και, τέλος, ούτε κι αυτού διότι όλοι αυτοί είναι απλώς φιλοξενούμενοι;

Ε να, αυτά είναι τα ευρωπαϊκά προγράμματα κατάρτισης που ακούγατε τόσα χρόνια αλλά σας το κρύβανε. Τόσα χρόνια αδιατάρακτης μακαριότητας της «κοινής γνώμης», ακλόνητης βεβαιότητας για την πρόνοια που εξασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση! το ΕΣΠΑ! οι κυβερνήσεις! προς τους απολυμένους, τους άνεργους, όσες και όσους τελείωσαν το σχολείο, τελείωσαν μια σχολή, υπηρέτησαν μια θητεία: Την πρόνοια  της «δια βίου μάθησης» για την «κατάρτισή» τους με «σύγχρονες δεξιότητες» απαραίτητες για  την «απορρόφησή» τους από την «αγορά εργασίας».

02-ασφ-συστ-πληρ-κης04

Εσείς το ξέρατε, ότι ένας φίλος στο φέισμπουκ είναι κάποιος που στο φέισμπουκ είστε φίλοι και βλέπετε φωτογραφίες, κείμενα, βίντεο, τα γενέθλιά σας, αλλά αν θέλετε δεν του τα δείχνετε αυτά, γιατί μπορείτε να επιλέξετε;

*

«Κατάρτιση για φθηνό και ευέλικτο, εργατικό δυναμικό», «προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του κεφαλαίου», στις απαιτησεις της «ανταγωνιστικότητας» και της «κινητικότητας», έτσι το έλεγε αυτό η ιδεοληπτική ξύλινη γλώσσα, αλλά για εμάς, μακρυά από ξύλινες γλώσσες και ιδεοληψίες, δεν είναι παρά ένα ευτράπελο της καραντίνας.

Όσο για τις γενιές της κανονικότητας, αυτές χρόνια τώρα, με επιμέλεια, με βουβό άγχος μην πέσει το ίντερνετ και τους πετάξει έξω η σαδιστική μηχανή, μην τυχόν και πάνε χαμένες οι ώρες των σκόιλ ελικικού, μην τυχόν και η μηχανή ζητήσει κι άλλον προσωπικό χρόνο για απομύζηση, σιωπηλά, μην γίνει θέμα και χαθούν κι αυτά τα 600 ευρώ, και πού να τα ξαναβρεις, και μείνεις μοναχά με τα μόρια. Έμαθες αν άνοιξε καμιά πλατφόρμα; Ανακοίνωσε τίποτα ο Υπουργός; Θα δώσεις «εξετάσεις» για «πιστοποίηση»; Ξέρεις τι είναι μισό μόριο παραπάνω για μια τρίμηνη σύμβαση στο ΑΣΕΠ; Ξέρεις τι είναι μια «πιστοποίηση» παραπάνω στο «βιογραφικό» σου; Χρόνια τώρα, οι γενιές της κανονικότητας, σιωπηρά αντιμέτωπες με τη φτήνια που τις έχουν κοστολογήσει.

*

‘Ωσπου, ξαφνικά, χάρην επιχειρηματικής απληστίας και κυβερνητικής «στήριξης στην επιχειρηματικότητα», περίπου 180.000 μέλη της «κοινής γνώμης» απόκτησαν πρόσβαση σε μια φευγαλέα εικόνα του παρόντος, μια φευγαλέα εικόνα του μέλλοντος της δικής τους φθήνιας και ευελιξίας, και τότε η «τηλεκατάρτιση» προκάλεσε έναν εξίσου φευγαλέο πάταγο. Ίσως, πέρα από το κυβερνητικό ευτράπελο, δεν έγινε αντιληπτό ότι πρόκειται για την κινούμενη άμμο με την οποία είναι στρωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη το κοινωνικό έδαφος.

Δεν ήταν «λάθος» της κυβέρνησης, νέας ή παλιάς, η «τηλεκατάρτιση». Το μόνο λάθος της κυβέρνησης είναι που την έφερε στην «κοινή» θέα,  στην θέα μιας «γνώμης» που – εντός, βέβαια, των καθορισμένων ορίων της κοινωνικής εμπειρίας της και των κοινωνικών της αυταπατών, και με εφόδιο το κοινωνικό «κύρος» που της δίνει η «μόρφωση» – διαθέτει «φωνή». 

Το λάθος ήταν, που δεν άφησε την «τηλεκατάρτιση» να παραμείνει αθέατη στον αθέατο κοινωνικό κόσμο που απεγνωσμένα επιζητά μια θέση, μισή έστω θέση μισθωτής εργασίας, στην διαρκή του περιθωριοποίηση μεταξύ  της «κανονικότητας» του σπιτιού, – όπου «μένει» όπως και «έμενε» -, και της «πολυτέλειας» μιας καφετέριας (έχει λεφτά ο κόσμος!), κλειστής τώρα, λόγω του κορονοϊού.

Το μόνο λάθος της κυβέρνησης είναι που έφερε σε κοινή θέα κάτι το άσεμνο, μια απλή προσβολή της δημοσίας αιδούς.

===========================================================================

06-διαδικτ-παραγ-κ-συνεργασια-01

Δημοφιλής είναι και η γκουγκλ…

06-διαδικτ-παραγ-κ-συνεργασια-03

…στο 6ο βήμα κάνετε κλικ στο «Συμφωνώ»

01-προστ-προσ-δεδ.α

…ωστόσο, έχετε δικαίωμα να προσφύγετε, και αυτό ονομάζεται «προσφυγή». Ούτε ένα ορθογραφικό λάθος.

 


Το γενικό επίκεντρο της ανησυχίας (ή μετρώντας το όφελος και το κόστος)

Αντιγράφω από τη 2η σελίδα του «Ριζοσπάστη», φ. 11-4-20 (τα έντονα στοιχεία δικά μου):

Υπολογισμοί
Στο επίσημο επιστημονικό περιοδικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ένα άρθρο γραμμένο το 2017 επιχειρηματολογεί υπέρ της λήψης μέτρων από τις κυβερνήσεις για τις επιδημίες, με το εξής σκεπτικό: «Τα επιχειρήματα υπέρ μιας τέτοιας επένδυσης (σ.σ. σε μέτρα πρόληψης και προστασίας), βασίζονται κυρίως στις εκτιμήσεις από τις ζημιές στα εθνικά εισοδήματα που μπορούν να προκαλέσουν οι επιδημίες. Πρόσφατα, επεκτείναμε τις εκτιμήσεις ώστε να συμπεριλάβουν την αποτίμηση των χαμένων ζωών από μια αύξηση της θνησιμότητας λόγω πανδημιών (…) Οι προηγούμενες μελέτες εστίασαν στην απώλεια εισοδημάτων μέσω τη μείωσης του μεγέθους του εργατικού δυναμικού και της παραγωγικότητας, της αύξησης των απουσιών και κυρίως των αποτελεσμάτων των ατομικών και κοινωνικών μέτρων που διακόπτουν τη μετάδοση, αλλά διαταράσσουν την οικονομική δραστηριότητα». Μπορεί η γλώσσα να ξενίζει κάπως τον αναγνώστη, αλλά μεταξύ κατεργαραίων είναι γνωστή η «διάλεκτος» που χρησιμοποιεί ο ΠΟΥ. Στην προκειμένη περίπτωση εξηγεί γιατί το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του έχουν συμφέρον από ορισμένα επιπλέον μέτρα πρόληψης των μεγάλων επιδημιών, αποθεώνοντας τη λογική του «κόστους – οφέλους». Λέει δηλαδή ότι αφού δεν μπορούν να τις αποφύγουν τα επόμενα χρόνια, είναι προτιμότερο να «επενδύσουν» προληπτικά στην αντιμετώπιση των συνεπειών τους, παρά να «πληρώσουν» όταν αυτές αρχίσουν να εκδηλώνονται. Μάλιστα, στον υπολογισμό του σχετικού «κόστους» προσμετράται και η «απώλεια εθνικού εισοδήματος» από τους αναμενόμενους θανάτους, δείχνοντας τον κυνισμό της αστικής τάξης και των διεθνών οργανισμών της, όπως είναι και ο ΠΟΥ.

***

Πράγματι αυτό κάνει ο Π.Ο.Υ. σ’ αυτό το άρθρο του 2017: Μιλάει στο κεφάλαιο με τη γλώσσα του κεφαλαίου, επιχειρεί να «πείσει» το κεφάλαιο με κριτήρια του κεφαλαίου.

Τέτοιος είναι ο Π.Ο.Υ., τέτοιο είναι το κεφάλαιο, τέτοιος και ο μεταξύ τους «διάλογος».

Προκύπτει, όμως, ένα ερώτημα από το ότι, όπως δείχνουν οι επίκαιρες εξελίξεις, το κεφάλαιο δεν φάνηκε να συμμερίζεται το σκεπτικό του άρθρου. Σχετικά με αυτό, αν δεν μετράνε άλλοι παράγοντες και παραμείνουμε στα συγκεκριμένα κριτήρια κόστους – οφέλους, φαίνεται πως το κεφάλαιο, παρά τις προτροπές, ταξινόμησε στη μεριά του κόστους τα όποια μέτρα πρόληψης και στη μεριά του οφέλους την πανδημία.

Η οποία, ας σημειωθεί, δεν αποτέλεσε «αιφνιδιασμό», αφού διάφορα γεγονότα – ανάμεσα τους και το εν λόγω άρθρο του 2017 – μαρτυρούν ότι μια πανδημία ήταν ένα πιθανό ενδεχόμενο, το οποίο και απασχόλησε διεθνή κρατικά, οικονομικά και επιστημονικά κέντρα.

Η αντιστοιχία «κόστος – όφελος» και «μέτρα πρόληψης – πανδημία» δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να εκτιμηθεί με «λογιστικά» οικονομικά κριτήρια, ή μόνο με τέτοια και, πάντως, όχι κυρίως με τέτοια.

Κατά τη γνώμη μου, στη μεριά του «οφέλους» δεν βαραίνει τόσο το «λογιστικό» στοιχείο (εκφραζόμενο σχηματικά με μια αριθμητική πράξη του είδους: κόστος μέτρων πρόληψης = 100, κόστος πανδημίας = 90, άρα τα μέτρα πρόληψης = κόστος  και η πανδημία = όφελος), αλλά κυρίως βαραίνει η πανδημία σαν «ευκαιρία», σαν το κατάλληλο έδαφος για την γενικευμένη υλοποίηση της στρατηγικής του κεφαλαίου.

Υπό τις «κανονικές» συνθήκες η υλοποίηση αυτής της στρατηγικής θα αντιμετώπιζε σειρά δυσκολιών ως προς την απόσπαση συναίνεσης, εφόσον καταλαμβάνει όχι επιμέρους περιοχές αλλά ουσιαστικά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων σε όλη την πολιτισμική σφαίρα. Και εφόσον, επομένως, απαιτεί μια κοινωνική συνειδησιακή στάση για την διαμόρφωση της οποίας μπορεί να θεωρηθεί, ότι οι συνθήκες της πανδημίας και της υστερο-πανδημίας, ανταποκρινόμενες  επίσης πλήρως στους τεχνικούς και ουσιαστικούς στόχους της πολιτισμικής αναδιάρθρωσης, αποτελούν ολόπλευρα το καταλληλότερο εργαστήριο.

Από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι:

… αν για τα μονοπώλια ήταν αναγκαίο ένα «νέο Σχέδιο Μάρσαλ» (ή και περισσότερα αφού, εκτός από το «ευρωπαϊκό», αντίστοιχες αναφορές υπάρχουν και στις ΗΠΑ…)

… αν εξ ορισμού ένα τέτοιου μεγέθους «Σχέδιο»  αποτελεί όχι ένα πρόγραμμα «απλής» στήριξης της καπιταλιστικής οικονομίας αλλά ένα σχέδιο καπιταλιστικής ανασυγκρότησης υπαγορευμένο από τις γενικές δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογική ανάπτυξη στην βαθύτερη εδραίωση της κυριαρχίας των μονοπωλίων

… αν δηλαδή ήδη για το κεφάλαιο αποτελούσε προτεραιότητα η γενικευμένη υλοποίηση της στρατηγικής του και οι όροι υλοποίησής της έβρισκαν το κατάλληλο έδαφος σε μια αναμενόμενη πανδημία

… τότε το «κόστος» της πανδημίας και το «κόστος» του νέου ή των νέων «Σχεδίων Μάρσαλ» απλώς αθροίζονται σε μια γιγάντια επένδυση του «συλλογικού καπιταλιστή» (δηλαδή με έξοδα του «συλλογικού εργαζόμενου») προορισμένη να αποδίδει τους οικονομικούς και πολιτικούς καρπούς της σε χρονικό ορίζοντα δεκαετιών. 

*

Βέβαια, η ιστορική εξέλιξη δεν αποτελεί μονόδρομο. Η καπιταλιστική «οικονομία», με την όποια «μορφή» της, δεν θα πάψει να αναπαράγει τις προϋποθέσεις των κρίσεών της, δεν θα πάψει η ανάπτυξη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιθέσεων. Αυτή είναι μόνο η γενική όψη του ζητήματος.

Στην ειδική του όψη βρίσκεται το ίδιο το περιεχόμενο της στρατηγικής του κεφαλαίου, που θα μπει σε τροχιά υλοποίησης, όπως κι αν ονομαστεί το σχετικό «σχέδιο» ή τα σχετικά «σχέδια». Το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής που, – μέσα σε συνθήκες «υγειονομικού κινδύνου», συνθήκες υγειονομικού εκβιασμού, κατασκευασμένες από την τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας που επέλεξαν οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου -,  θα επιχειρήσει να σαρώσει τις οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές σχέσεις επιβάλλοντας στο πέρασμά της νέα, «ψηφιακά» δεσμά πειθάρχησης των εργαζομένων, του λαού, της νεολαίας, δεσμά στοχευμένα έως τους ατομικούς τρόπους σκέψης και τις ατομικές συμπεριφορές, δεσμά συσκευασμένα πότε με «προφίλ ατομικής υπευθυνότητας» και πότε με «προφίλ φιλικό προς τον χρήστη».

Είναι γενικός κανόνας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: με αντάλλαγμα τους όρους συντήρησής του ο εργαζόμενος χτίζει γύρω του έναν όλο και πιο εχθρικό κόσμο, τον κόσμο του κεφαλαίου. Αναμενόμενο το ότι ο γενικός κανόνας θα χρησιμοποιηθεί ειδικά και μεθοδικά σαν εργαλείο «ανταλλαγής»: οι όροι συντήρησης του εργάτη σε αντάλλαγμα για τη «νέα καθημερινότητα», τη «νέα κουλτούρα», τη «νέα κοινωνική ταυτότητα», τη «νέα κοινωνία» που οραματίζεται η στρατηγική του κεφαλαίου για την ολοκλήρωση – σε αυτό το στάδιο – της εξουσίας του. Την ώρα που καλούνται να σφυρηλατήσουν, να πλέξουν, – με την ίδια τους την παραγωγική εργασία, με την ίδια τους την συνολική κοινωνική δραστηριότητα -, οι εργαζόμενοι τις νέες σφιχτότερες, ανθεκτικότερες αλυσίδες τους, το «κύριο» ζήτημα τότε πια δεν είναι «ποιος τις πληρώνει» και «πόσο τις πληρώνει», «ποιος και πόσο τις πληρώνεται»… Το ζήτημα τότε πια παύει να περιορίζεται στα οικονομικά βάρη της κρίσης και ποιος θα τα επωμιστεί ή, με άλλα λόγια, στην μέσω ταξικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών τελική «εξισορρόπηση» του οικονομικού «κόστους» της κοινωνικής συναίνεσης: Του οικονομικού κόστους που, μόνο με σκληρους αγώνες, θα αναγκαστεί να επιβαρυνθεί το κεφάλαιο, από τα σχετικά «κονδύλια» του «νέου Σχεδίου Μάρσαλ», για να εξασφαλίσει τη συναίνεση των εργαζομένων στην υλοποίηση της στρατηγικής του.

Το ζήτημα τότε πια είναι η αποτίναξη των αλυσίδων, η απόκρουση της στρατηγικής του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας του. Όχι μόνο από την άποψη ότι για την Πράξη αυτή απαιτείται η ακύρωση της σχεδιαζόμενης γενικής ανασύνθεσης του κοινωνικού τοπίου. Αλλά κυρίως από την άποψη ότι η ακύρωση,  ένα προς ένα, των μέσων και στόχων αυτής της ανασύνθεσης ως συστατικών μερών που την συγκροτούν στην ολότητά της, αποτελεί διαδικασία που κατευθύνεται προς την πράξη της ανατροπής.

Με την επίγνωση ότι γι’ αυτής της στρατηγικής την υλοποίηση, ακόμα και οι ευνοϊκότερες συνθήκες ως τέτοιες, εμφανίζονται με την μορφή των όσο γίνεται πιο δυσμενών συνθηκών.

Εν προκειμένω, με τη μορφή παρατεταμένων συνθηκών μιας μεταδοτικά αλλά όμως και λειτουργικά «ασθενούς κοινωνίας», εν μέσω μιάς «υγειονομικής» συνολικής  πολιτισμικής αναδιάρθρωσης και εν μέσω όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Με τη μορφή, δηλαδή, τέτοιων συνθηκών εντασσόμενων, επίσης, στο γενικό πλαίσιο υπαγωγής των όρων συντήρησης των εργαζομένων στις σχέσεις της μισθωτής εργασίας.


Η αντιμετώπιση της πανδημίας προδιαγράφει τους σχεδιασμούς της «επόμενης μέρας»;

…Οσοι έχουν αναρρώσει, οι περισσότεροι θα έχουν κάποιο βαθμό ανοσίας με πιθανή διάρκεια ενός έτους, ενώ η μόλυνση αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων θα οδηγήσει σταδιακά στη λεγόμενη «ανοσία της αγέλης», χωρίς όμως αυτό να μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά. Σύμφωνα με τον Σ. Τσιόδρα, το μοντέλο που πρόκειται να εφαρμοστεί προς αυτήν την κατεύθυνση και μέχρι να βρεθεί εμβόλιο, είναι η σταδιακή και ελεγχόμενη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα το «ανοιγόκλεισμα» της κάνουλας των περιορισμών.

***

 Όπως είναι γνωστό, σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, τα κυβερνητικά μέτρα ενάντια στην εξάπλωση της πανδημίας βρίσκουν την «ολοκλήρωσή» τους στον περιορισμό των μετακινήσεων και των επαφών.

Κρίνοντας από την υπάρχουσα «προσιτή» πληροφόρηση, με αυτή την τακτική η διάδοση του ιού περιορίζεται μεν, όμως η επιδημία δεν τερματίζεται. Η αναγνώριση και η καταμέτρηση των κρουσμάτων γίνεται «με το σταγονόμετρο». Σε γενικές γραμμές, όταν ένα «κρούσμα» παρουσιάσει συμπτώματα και αρρωστήσει, τότε γίνεται το τεστ και εφόσον αποβεί θετικό, ο άνθρωπος προστίθεται στον αριθμό των καταγραμμένων κρουσμάτων. Η ιχνηλασία των επαφών του προσθέτει σε αυτά έναν ακόμα αριθμό. Για παράδειγμα στην Ελλάδα, στις 14 Απριλίου, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, τα καταγραμμένα κρούσματα ανέρχονταν σε 2.170 και είχαν πραγματοποιηθεί «πάνω από 48.000 τεστ» για την ανίχνευση του ιού. Πράγμα που, εκ πρώτης όψεως, χοντρικά σημαίνει, ότι για κάθε «συμπτωματικό» κρούσμα  είχαν πραγματοποιηθεί κατά μέσο όρο άλλα 22 τεστ βάσει ιχνηλάτησης των επαφών του…

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει, ότι όταν η «καμπύλη» της διάδοσης και των θανάτων τείνει να μηδενιστεί, θα παραμένει «μέσα στα σπίτια» ένας άγνωστος αριθμός κρουσμάτων που απλώς δεν θα έχουν ανιχνευτεί, ένας άγνωστος αριθμός φορέων του ιού, ένας άγνωστος αριθμός «ανοσοποιημένων» ενδεχομένως ατόμων πλάι σε έναν αριθμό μη ανοσοποιημένων και πλάι σε έναν άγνωστο αριθμό ατόμων στα οποία δεν έχει μεταδοθεί ο ιός. Αριθμοί που μπορούν να γίνουν αντικείμενο στατιστικής μόνο προσέγγισης.

Γι’ αυτό και στην επίσημη ενημέρωση (βλ. στην αρχή του κειμένου) γίνεται – ως προς την «επόμενη μέρα» – λόγος για «σταδιακή και απροσδιόριστη χρονικά ανοσία της αγέλης» μέσω της «μόλυνσης αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων», για «ανοιγόκλεισμα της κάνουλας των περιορισμών ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα» και «μέχρι να βρεθεί εμβόλιο». Το οποίο, όμως, εμβόλιο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Π.Ο.Υ., «δεν θα πρέπει πραγματικά να το περιμένουμε μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή και περισσότερο»

Γι’ αυτό, επίσης, γίνεται σποραδικά λόγος για «δεύτερο» και για «τρίτο κύμα» της πανδημίας, για ενδεχόμενες μεταλλάξεις του ιού, για «επιστροφή» σε μια «κανονικότητα» διαφορετική από την γνωστή μας,  για τη «νέα» καθημερινότητα της «επόμενης μέρας» κ.ο.κ.

*

Σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας, τακτική ανάσχεσής της και όχι τερματισμού της, η οποία οδηγεί σε μιά παρατεταμένη χρονική περίοδο «12 μηνών ή και περισσότερο», στη διάρκεια της οποίας η κοινωνική ζωή θα είναι ευεπίφορη στην επιβολή μέτρων «προσαρμογής» στην «έκτακτη» κατάσταση και, στην πραγματικότητα, μέτρων αναμόρφωσής της σε κατεύθυνση ταυτιζόμενη με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των κέντρων εξουσίας, με την επίκληση του «κύρους της επιστήμης» και της «δημόσιας υγείας».

Έχουμε, με άλλα λόγια, μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας που «συμπίπτει» με την στρατηγική των κέντρων εξουσίας για την «αναμόρφωση» και ποδηγέτηση της κοινωνικής ζωής σε όλα της τα επίπεδα.

Στο σημείο αυτό, ένα ερώτημα είναι, αν υπάρχει, αν είναι αντικειμενικά εφικτή, μια τακτική αντιμετώπισης της επιδημίας σε κάθε χώρα και της πανδημίας διεθνώς, που να οδηγεί όχι σε μια «ανάσχεσή» της αλλά στον τερματισμό της.

*

Το κείμενο αυτό δεν είναι γραμμένο από «ειδικό», γι’ αυτό και ο τίτλος του διατυπώνεται σαν ερώτημα, γι’ αυτό, επίσης και το ερώτημα που προηγήθηκε: «υπάρχει διαφορετική τακτική;», απαιτεί απάντηση επιστημονική, τέτοια όμως που να δίνεται όχι στο ασφυκτικό πλαίσιο του «πολιτικά εφικτού», αλλά στο πλαίσιο του επιστημονικά αντικειμενικού και του αντικειμενικά εφικτού.

Ωστόσο, φιλτράροντας τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης και αναλύσεων, βάσιμα προκύπτουν οι ενδείξεις, ότι μια τέτοια τακτική, που να στοχεύει στον τερματισμό της πανδημίας, δεν ανήκει στη σφαίρα της ουτοπίας.

«Τεστ, τεστ και πάλι τεστ», δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε μέρα, ήταν το συμπέρασμα της εμπειρίας των γιατρών του Ουχάν, που πρώτοι έδωσαν τη μάχη με το κορονοϊό, σε συνθήκες μαζικής εξάπλωσής του: «Χωρίς τεστ απλώς δεν έχουμε ιδέα πώς να εντοπίσουμε τα ύποπτα κρούσματα και πώς να απομονώσουμε τις στενές επαφές». Στην Κούβα, με στήριγμα τις αναπτυγμένες δομές πρωτοβάθμιας υγείας, κατά την αφετηρία της μάχης, «περισσότεροι από 28.000 φοιτητές Ιατρικής συμμετείχαν σε μια «ενεργή αναζήτηση» πιθανών κρουσμάτων του νέου κορονοϊού, από γειτονιά σε γειτονιά»

…Ίσως τα δεδομένα αυτά – όντας επίσης ενταγμένα στα μεμονωμένα εθνικά πλαίσια των δυο παραδειγμάτων – να μην αρκούν για την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων. Όμως υποβάλλουν μια διαφορετική κατεύθυνση: Ότι για το στόχο του τερματισμού της επιδημίας, πλάι στα μέτρα περιορισμού μετακινήσεων και επαφών, απαιτείται η ιατρική εξέταση του πληθυσμού «άνθρωπο των άνθρωπο» και «πόρτα την πόρτα», η πραγματοποίηση των τεστ ανίχνευσης σε όσες ποσότητες απαιτούνται για την «ενεργή αναζήτηση» και ανακάλυψη των κρουσμάτων, – αντί της καταγραφής τους αφότου έχουν εκδηλωθεί τα συμπτώματα -,  η λήψη στη συνέχεια των αναγκαίων γενικών και εξατομικευμένων μέτρων με βάση αυτή την λεπτομερή γνώση  για την κατάσταση της υγείας όλου του πληθυσμού.

*

Έχει λεχθεί, ότι η τακτική της «ανάσχεσης», η τακτική που ουσιαστικά εξαντλείται στα μέτρα περιορισμού μετακινήσεων κλπ, βρίσκεται σε εξάρτηση από τις ανεπάρκειες των δημόσιων δομών υγείας, υπηρετεί το στόχο αποτροπής της «υπερφόρτωσης» σε όλη την – κατώτερη των αναγκών – έκτασή τους.

Υπάρχει όμως και μια αντίστροφη όψη του ζητήματος: Αν η απλή ανάσχεση της πανδημίας, η ισοδύναμη με την παράτασή της αντί για τον τερματισμό της, δεν συνέπιπτε και αν ερχόταν σε αντίθεση με τις προτεραιότητες του «συλλογικού καπιταλιστή» σε διεθνές επίπεδο, αν οι προτεραιότητες αυτές υπηρετούνταν με τον ταχύτερο τερματισμό της πανδημίας, τότε αυτός ο «συλλογικός καπιταλιστής» δεν θα δίσταζε να δαπανήσει τα όσα τρισεκατομμύρια θα χρειάζονταν για τον τερματισμό της, για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων του, για την αποκατάσταση γενικών συνθηκών ευνοϊκών για την καπιταλιστική κερδοφορία και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου…

Ποτέ ο «συλλογικός καπιταλιστής» δεν δίστασε να θυσιάσει κεφάλαια και άμεση κερδοφορία, προκειμένου να εξασφαλίσει γενικές συνθήκες οι οποίες θα ανταμείβανε τις θυσίες του στο πολλαπλάσιο…

Στην περίπτωση αυτή, οι ανεπάρκειες των εθνικών δομών υγείας θα αναπληρώνονταν με επείγοντες ρυθμούς παντού, όλοι οι διαθέσιμοι αναγκαίοι πόροι – υλικοί και ανθρώπινοι – θα δεσμεύονταν και θα κινητοποιούνταν με διεθνή σχεδιασμό, έγκαιρα και άμεσα θα είχαν  παντού επιβληθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης και για το «κυνήγι» της πανδημίας «στις φωλιές της» μέχρι την οριστική της εξάλειψη.

Στο επιτελικό επίπεδο των διεθνών κέντρων εξουσίας δεν χωρά λόγος για «αστοχίες», για «παραλείψεις», για «ατυχείς» ολιγωρίες. Χωρά λόγος μόνο για προτεραιότητες συμφερόντων, για στρατηγικές επιδιώξεις και σχεδιασμούς, για την πολιτική που υπηρετεί την υλοποίησή τους. Και η ασκούμενη πολιτική, που πέρα από παραλλαγές συγκλίνει σε κοινούς παρονομαστές ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας, «προδίδει» ακριβώς προτεραιότητες συμφερόντων, στρατηγικές επιδιώξεις και σχεδιασμούς και μέσα της υλοποίησής τους.

*

Οι «οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας» περιγράφονται από τώρα με όρους νέας «οικονομικής κρίσης», ακόμα και μεγέθους τέτοιου που δεν έχει ξαναγνωρίσει η ανθρωπότητα. «Πρωτόγνωρη» πανδημία, «πρωτόγνωρη» και η «κρίση» που θα την ακολουθήσει ενόσω, ταυτόχρονα, η πανδημία θα παραμένει σε εξέλιξη, για «12 μήνες ή και περισσότερο»…

Πρώτη αναγκαία επισήμανση το ότι, αν επρόκειτο για τους γενικούς κοινωνικούς όρους με τους οποίους μπορεί στην πραγματικότητα να κατανοηθεί η έννοια της οικονομίας,  αυτή δεν θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε κατάσταση κρίσης ακόμα και ως αποτέλεσμα της πανδημίας. Αντίθετα, είτε στην περίπτωση που η πανδημία αποτελεί απλώς τον «καταλύτη» της κρίσης είτε στην περίπτωση που αυτή επέρχεται αποκλειστικά ως «επίπτωση» της πανδημίας, και στις δυο αυτές περιπτώσεις τα εσωτερικά δομικά αίτια της κρίσης οφείλονται στο «ειδικό» γεγονός ότι πρόκειται για την «οικονομία» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Παραπέρα, τίθεται το ερώτημα: γιατί τα «κέντρα εξουσίας» του καπιταλισμού να έχουν συμφέρον από την «ανάσχεση» δηλαδή την παράταση της πανδημίας, που το αποτέλεσμά της είναι η οικονομική κρίση;

Μια γενική απάντηση είναι ότι, όπως ισχύει για κάθε οικονομική-καπιταλιστική κρίση, στους «χαμένους» της ανήκουν η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι στο σύνολό τους, τα μικροαστικά στρώματα και τα ασθενέστερα τμήματα του κεφαλαίου, και στους «κερδισμένους» ανήκουν τα ισχυρότερα τμήματα του κεφαλαίου. Σε κάθε κρίση το μονοπωλιακό κεφάλαιο ισοπεδώνει περισσότερο τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, καταστρέφει περισσότερο τους αυτοαπασχολούμενος, εκτοπίζει περισσότερο τους «μικρομεσαίους» καπιταλιστές από την αγορά και καταλαμβάνει τη θέση τους σε αυτήν.   Όταν, όμως, γίνεται λόγος για τα «κέντρα εξουσίας» του κεφαλαίου (κρατικά κέντρα των ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών, διακρατικές ενώσεις τους, μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί όμιλοι,  άτυπα κέντρα χάραξης της στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου), με τον λόγο αυτόν δεν εννοούνται «κέντρα» που εκπροσωπούν τους «χαμένους» αλλά «κέντρα» που εκπροσωπούν τους «κερδισμένους», τους «νικητές» της καπιταλιστικής κρίσης.

Μια πιο ειδική απάντηση είναι, ότι σε συνθήκες υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, η οποία μάλλον παρέμεινε «εκκρεμής» από την προσφατη καπιταλιστική κρίση, μια παράταση της πανδημίας μπορεί να αποτελεί και την «βέλτιστη» ευκαιρία για την αποδοτικότερη επένδυσή τους…

Ο «συλλογικός καπιταλιστής», για τον οποίο ήδη έγινε λόγος, δεν διαθέτει τα τρισεκατομμύρια που θα χρειάζονταν για τον τερματισμό της πανδημίας, εφόσον ο τερματισμός της έρχεται σε σύγκρουση με τις προτεραιότητες του. Εφόσον, όμως, οι σχεδιασμοί του υπηρετούνται από την παράταση της πανδημίας, τότε οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις της ισοδυναμούν, για τον «συλλογικό καπιταλιστή», με την δαπάνη ενός κεφαλαίου,  κατευθυνόμενου στην εγκαθίδρυση γενικών συνθηκών ευνοϊκών για την καπιταλιστική κερδοφορία, για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, για την ισχυροποίηση της πολιτικής εξουσίας του.

*

«12 μήνες ή και περισσότερο» αποτελούν χρονικό διάστημα σχετικά επαρκές για την θεμελίωση μιας σειράς πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών μηχανισμών ενταγμένων στον στρατηγικό προγραμματισμό της εξουσίας του κεφαλαίου.

Ήδη, υπό τύπο ψηφίδων,  σχηματίζεται σταδιακά η εικόνα της «επόμενης μέρας», που δεν θα είναι ακριβώς «επόμενη», αλλά μάλλον τροποποιημένη συνέχιση του «έκτακτου καθεστώτος».

Και η «επιστροφή στην κανονικότητα»,  πρακτικά ως «επιστροφή στο μέλλον», θα αιτιολογεί την ονομασία της μέσω της «κανονικοποίησης» ολόκληρης σειράς μέτρων από αυτά που τώρα ακόμα διατηρούν έκτακτο χαρακτήρα, – εμφανιζόμενα σήμερα είτε ως αντίστοιχα είτε ως δυσανάλογα έως και ξένα προς τις ανάγκες για τις οποίες κατ’ όνομα προοορίζονται -, τα οποία στην πορεία μπορούν συστημικά να «εμπλουτιστούν» και με άλλα, σε μια παρατεταμένη περίοδο εναλλασσόμενης «χαλάρωσης» και «αυστηροποίησης» των περιοριστικών μέτρων, μια παρατεταμένη χρονική περίοδο μονιμοποίησης, σταθεροποίησης, εγκαθίδρυσης, υλοποίησης στρατηγικών επιδιώξεων προωθούμενων «με την σφραγίδα της επιστήμης» ενόψει των αναγκών, με εργαλείο, με πρόσχημα, κατ’ επίκληση και στο όνομα της εμφανιζόμενης και επανεμφανιζόμενης πανδημίας, του 2ου και του 3ου κύματός της, των μεταλλάξεών της κ.ο.κ.. 

Η υλοποίηση των τεχνικών εφαρμογών, μηχανισμών, σχεδιασμών που βρίσκονται στο συρτάρι των κέντρων εξουσίας, και που ήδη βγαίνουν από αυτό σε μικρές ακόμα δόσεις, εξυπηρετείται απόλυτα από την παρατεταμένη προοπτική μιας κοινωνίας «μεταδοτικά άρρωστης» αλλά και «λειτουργικά  άρρωστης». Βρίσκει σε αυτή την προοπτική το πιο πρόσφορο έδαφος για την εγκαθίδρυσή τους σε όλη την έκταση των διασυνδεόμενων κοινωνικών σχέσεων, από τον «πυρήνα» τους στο πεδίο της παραγωγικής διαδικασίας ως και τον απώτερο «φλοιό» τους στο πεδίο της κοινωνικής κουλτούρας, από το πεδίο της παραγωγής και υλοποίησης της υπεραξίας ως το πεδίο του κατακερματισμού των διαπροσωπικών κοινωνικών σχέσεων, από το πεδίο της εκπαιδευτικής διαδικασίας έως το πεδίο της μηχανικής αυτοματοποίησης και εξατομίκευσης της κρατικής-διοικητικής επιτήρησης. Αυτά για αρχή…

*

Οι καρποί της φαντασίας του καθενός σκιαγραφούν ήδη μια εικόνα της μελλοντικής κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία κατασκευάζουν τα κέντρα εξουσίας της εκμεταλλεύτριας τάξης σε βάρος των υποτελών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Μόνο που πρόκειται για «φανταστικούς» καρπούς που πια έχουν καταστεί τεχνικά εφικτοί, που στο σύνολό τους απεικονίζουν καταστάσεις οι οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν, την ίδια στιγμή που για τα κέντρα εξουσίας του κεφαλαίου αυτό που πρέπει να πραγματοποιηθεί είναι ακριβώς αυτό που μπορεί

Και, μάλιστα, να πραγματοποιηθεί, όχι απομονωμένα από το σύνολο των αντιθέσεων του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού, οι οποίες αναπτύσσονται και σταδιακά συγκεντρώνονται στο άμεσο προσκήνιο της πραγματικότητας εν μέσω όλων των άλλων και συναρτημένα με αυτά.

*

Αντίστροφα, και πρέπει και μπορεί, να βρεθούν στην αιχμή της πάλης οι άμεσες διεκδικήσεις για τα εργατικά, λαϊκά δικαιώματα, για την αντιμετώπιση της επιδημίας ως το οριστικό της «ξερίζωμα»:  η ενίσχυση ως το ύψος των απαιτήσεων του δημόσιου συστήματος υγείας σε υποδομές, σε υλικό και ανθρώπινο δυναμικό, η επίταξη των ιδιωτικών μονάδων υγείας, η δέσμευση όλου του υπάρχοντος ιατρικού και νοσηλευτικού δυναμικού, εξοπλισμένου με τα αναγκαία μέσα και τον αναγκαίο σχεδιασμό.

Και πρέπει και μπορεί, να βγουν στο προσκήνιο οι αναγκαίες συνέπειες της διαπίστωσης, ότι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, σε όλες τους τις πλευρές, είναι αδύνατη πάνω στην προκρούστεια κλίνη των εκμεταλλευτικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Είναι αδύνατη όταν η διαχείρισή τους επαφίεται στο πολιτικό προσωπικό της κοινωνικής τάξης που εχθρεύεται τις λαϊκές ανάγκες, της κοινωνικής τάξης που η διατήρηση της θέσης της και της κυριαρχίας της είναι συνώνυμη με το τσαλαπάτημα των λαϊκών δικαιωμάτων και αναγκών, των όρων ζωής και ύπαρξης των εργαζομένων, του λαού, της νεολαίας. Είναι αδύνατη «αν δεν πάρει ο λαός τη μοίρα του στα δικά του χερια», σύμφωνα με τη «φράση» που «λέγεται και ξαναλέγεται» και που τόσο πιο πολύ αδιάφορα μοιάζει να ηχεί όσο παραμένει «φράση», όσο την ίδια ώρα η αναγκαιότητά της γίνεται κάθε φορά όλο και πιο πιεστική, όσο οι προϋποθέσεις της πραγμάτωσής της  συνεχίζουν να παραμένουν ανεκπλήρωτες.