Παλιές αντιπαραθέσεις σε νέες συνθήκες

     Ένα ζήτημα που έχει, με αρκετά ιδιόμορφο τρόπο, βγει στην επιφάνεια της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι το ζήτημα της εκτίμησης για το χαρακτήρα και τον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, για τη θέση του στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα, και για τον κατά συνέπεια χαρακτήρα του επαναστατικού ξεπεράσματός του.

     Η ιδιομορφία βρίσκεται στο γεγονός, ότι καθώς φυσικά το ζήτημα αυτό δεν είναι καινούργιο για το κομμουνιστικό κίνημα, σε ορισμένες περιπτώσεις η «επίλυσή» του παίρνει τη μορφή της «προβολής» των συνθηκών του παρόντος σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους είτε, αντίστροφα, τη μορφή προβολής των προγενέστερων πραγματικών συνθηκών και θεωρητικών επεξεργασιών στις σημερινές συνθήκες.

     Δεν είναι σκοπός αυτού εδώ του σημειώματος η βαθύτερη και αναλυτική μελέτη του ζητήματος όπως τοποθετήθηκε και απαντήθηκε για πρώτη φορά πριν από αρκετές δεκαετίες και συγκεκριμένα κατά την δεκαετία του 1930. Σκοπός του είναι η επισήμανση ορισμένων πλευρών της σημερινής τοποθέτησης του ζητήματος και της αντιπαράθεσης γύρω από αυτό, η οποία όμως αναγκαστικά «παρασύρει» σε ορισμένες αναδρομές και εκτιμήσεις γύρω από το παρελθόν. 

     Στο πλαίσιο της σχετικής αντιπαράθεσης σήμερα, οι εκτιμήσεις του ΚΚΕ για το βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και την διεθνή θέση του,  καθώς και για τον αναγκαίο χαρακτήρα του άλματος που απαιτείται για το ξεπέρασμα του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, γίνονται από ορισμένες πλευρές αντικείμενο κριτικής χαρακτηριζόμενες ως εγκατάλειψη των παλιότερων επεξεργασιών του, σύμφωνα με τις οποίες η επικείμενη επανάσταση θα είχε «αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Ότι επίσης στην ίδια βάση απεμπολούνται από το ΚΚΕ οι θέσεις και εκτιμήσεις του για την εξαρτημένη θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και κατά συνέπεια το πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας

     Από την πλευρά πάλι των θεωρητικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, πέρα από τις εκτιμήσεις του τις σχετικές με την σημερινή πραγματικότητα, εμφανίζονται ιστορικές αναλύσεις που θέτουν ερωτήματα γύρω από την ορθότητα της τοποθέτησης του ζητήματος κατά τη δεκαετία του ’30, που σημάδεψε βέβαια και τις δεκαετίες που ακολούθησαν.    

     Το ερώτημα, που κατά τη γνώμη μου τίθεται γενικά, είναι από τη μια (και αυτό αφορά τους επικριτές του ΚΚΕ), κατά πόσο μια θέση που ανταποκρινόταν στις συνθήκες μιας ορισμένης περιόδου μπορεί ή πρέπει να ανταποκρίνεται και στις συνθήκες μιας μεταγενέστερης περιόδου ύστερα από μερικές δεκαετίες.  Και από την άλλη, αντίθετα (και αυτό αφορά το ΚΚΕ), κατά πόσο οι εκτιμήσεις της παρούσας ιστορικής περιόδου μπορούν ή πρέπει να προβάλλονται ως ορθές εκτιμήσεις και για μια προηγούμενη ιστορική περίοδο, συγκεκριμένα των δεκαετιών του ’30, ’40 καθώς και των μεταπολεμικών και μετεμφυλιοπολεμικών χρόνων.  

 

     Ας ξεκινήσουμε από τη δεύτερη πλευρά του ερωτήματος:

     Σύμφωνα με ορισμένες ιστορικές αναλύσεις θεωρείται, ότι οι συμβιβασμοί του Λιβάνου και της Καζέρτας κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης, οι αυταπάτες και οι δισταγμοί γύρω από το ζήτημα της εξουσίας οι σχετικοί και με την τελική έκβαση του αγώνα κατά την ίδια περίοδο, οφείλονται εκτός άλλων παραγόντων και στην υιοθέτηση, από την 6η Ολομέλεια της ΚΕ και το 5ο Συνέδριο του Κόμματος το 1934, των θέσεων για  επανάσταση «αστικοδημοκρατική με τάση γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική». Σύμφωνα με την ίδια αντίληψη, ο θεωρητικός «εξοπλισμός» με προϋπάρχουσες κομματικές επεξεργασίες και παραδοχές για τον προλεταριακό χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης θα είχε αποτρέψει τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και θα μπορούσε να συμβάλει σε διαφορετική έκβασή του. 

     Σε σχέση όμως με αυτά, τίθεται το ερώτημα, για ποιο λόγο ο «αστικοδημοκρατικός και γρήγορα σοσιαλιστικός» χαρακτήρας της επανάστασης, που κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα εκφράστηκε με το σύνθημα, το στόχο και, στην Ελεύθερη Ελλάδα, με την πραγματικότητα των βάσεων της λαοκρατίας, της λαϊκής δημοκρατίας, να επιτρέψει τέτοιους συμβιβασμούς, δισταγμούς και αυταπάτες; 

     Στη βάση ποιας λογικής μπορεί να θεωρηθεί, ότι για την υπαγωγή του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης στους στρατηγικούς σχεδιασμούς του βρετανικού ιμπεριαλισμού υπαίτια είναι η θεωρητική και πρακτική υιοθέτηση αυτού του «χαρακτήρα» της επανάστασης, που βρήκε πλήρη έκφραση στον εθνικοαπελευθερωτικό και λαϊκοδημοκρατικό χαρακτήρα του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης και όχι ακριβώς η παραβίαση και αθέτηση αυτού του χαρακτήρα;  Και πρώτα-πρώτα, ή αθέτηση όχι του χαρακτήρα της επανάστασης ως αστικοδημοκρατικού (με τάσεις κλπ), αλλά η αθέτηση του αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα (με τάσεις κλπ) ως επανάστασης… Και μάλιστα ως επανάστασης, που κινητήριες δυνάμεις της είναι πρώτα απ’ όλα η εργατική τάξη, «ως προϋπόθεση της νίκης της εργατοαγροτικής επανάστασης και της γρήγορης μετατροπής της σε σοσιαλιστική», σε συμμαχία, όχι με την «ιστορικά ανίκανη» αστική τάξη αλλά, με την φτωχομεσαία αγροτιά. 

     Σε ποια βάση ο τέτοιος χαρακτήρας της επανάστασης  (που σε τελική ανάλυση το κεντρικό του περιεχόμενο συνίσταται ακριβώς στη «γρήγορη μετατροπή» και στη διαδικασία της), μπορεί να θεωρηθεί «υπαίτιος» αυτός, κι όχι η οπισθοχώρηση πίσω από αυτόν τον χαρακτήρα , για τις συμφωνίες του Λίβανου και της Καζέρτας, την παραγνώριση των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων της Βρετανίας μέσα στο πλαίσιο της αντιφασιστικής συμμαχίας κατά τη διεξαγωγή του πολέμου, την κυριάρχηση της «αυταπάτης» ότι ήταν δυνατόν να υπάρξει εθνική απελευθέρωση και λαϊκή δημοκρατία κάτω από την ηγεσία του βρετανικού ιμπεριαλισμού;

     Το ότι σε μια ορισμένη στιγμή  (την στιγμή πρώτα απ’ όλα που τέθηκε το ζήτημα της επικύρωσης της Συμφωνίας του Λιβάνου στα όργανα του λαϊκού κινήματος, τα οποία ήταν ήδη και όργανα λαϊκής εξουσίας) απαιτούνταν ένα άλμα σε σχέση με τις συμμαχίες, το ότι σε αυτήν την ορισμένη στιγμή όφειλε να εκτυλιχθεί μια πράξη της διαδικασίας του «γρήγορου περάσματος» από τον «αστικοδημοκρατικό» στον «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα της εργατοαγροτικής επανάστασης, πράξη η οποία στη δοσμένη στιγμή θα προσέδινε ευρύτερο και βαθύτερο αντιιμπεριαλιστικό περιεχόμενο στον αντιφασιστικό αγώνα και στις λαοκρατικές πολιτικές μορφές της λαϊκής εξουσίας, αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το καίριο ζήτημα της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου.  

     Διαφορετικά, και η υιοθέτηση του «σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης», ακόμα κι αν ανταποκρινόταν πλήρως στην ιστορική πραγματικότητα, καμιά πρόσθετη πρακτική «εγγύηση» δεν θα μπορούσε να παρέχει απέναντι στην πιθανότητα τέτοιων θεμελιωδών συμβιβασμών, μέσα στο συνολικό πλαίσιο της διεξαγωγής του αντιφασιστικού πολέμου όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.     

 

     Πριν φτάσουμε στο σήμερα, πρέπει επίσης να σημειώσουμε τα εξής:

     Πρώτον, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα περιπλέκεται από τη σχηματικότητα με την οποία συχνά γίνονται κατανοητά οι εκτιμήσεις και  οι «ταξινομήσεις» των ιστορικών συνθηκών και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτές, με άλλα λόγια, όταν οι διαφορετικές κατηγορίες «χαρακτήρα» και καθηκόντων δεν αντιμετωπίζονται από το πρίσμα των καθηκόντων της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας η διαδοχή των ζητημάτων που έρχονται στο πρακτικό προσκήνιο ζητώντας επίλυση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται ταυτόσημη με την διαδοχή τους στο πεδίο της θεωρητικής αφαίρεσης και της αποτύπωσης της σε κομματικά ντοκουμέντα και αποφάσεις.

     Και αυτή η «σχηματικότητα» μπορεί να εμφανιστεί και να επιβληθεί στην πρακτική αντιμετώπιση των καθηκόντων είτε πρόκειται για την περίπτωση «σταδίων» στο πλαίσιο μιας ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας, είτε πρόκειται για τη σχέση απλά της τακτικής με τη στρατηγική, όπου από μια άποψη η τακτική  πρακτικά αποκτά την ίδια σημασία που μπορεί να αναγνωριστεί και σε ένα καθορισμένο «στάδιο» και στη σχέση του με την επόμενη βαθμίδα ανάπτυξης της όλης διαδικασίας: διότι είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα σχέσης. Σαν παράδειγμα για αυτή την δεύτερη περίπτωση θα μπορούσε να χρησιμεύσει από ορισμένες απόψεις η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή τη δεκαετία του ’70. 

     Δεύτερον, πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί, ότι από την «φύση των πραγμάτων», οι ρυθμοί εξέλιξης της πραγματικότητας δεν μπορούν παρά να είναι διαφορετικοί από τους ρυθμούς μεταβολής της γενικής πολιτικής τους εκτίμησης: Η εκτίμηση της δεκαετίας του ’30 για τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα, των οποίων η επίλυση καθυστερεί, και για την καθυστέρηση στον βαθμό ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, μπορεί να διατηρεί την αξία και την επικαιρότητά της και κατά τη δεκαετία του ’50 ακόμα και του ’60. Όμως ταυτόχρονα, καθώς στη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, κι ενώ η γενική εκτίμηση δεν παύει αναγκαία να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όμως ταυτόχρονα η κίνηση της πραγματικότητας μέρα με την ημέρα αδιόρατα ξεπερνά ολοένα την γενική εκτίμησή της, μέχρι τη στιγμή που η μεταβολή θα εμφανιστεί σαν μεταβολή ριζική, και η θεωρητική εκτίμηση θα έχει ξεπεραστεί οριστικά, οφείλοντας να αντικατασταθεί από μια νέα.   

 

     Αυτό που, νομίζω, διαφεύγει, ουσιαστικά και από τις δυο «πλευρές» της όλης ιδεολογικής αντιπαράθεσης, είναι ο χαρακτήρας της «μεταπολίτευσης», και ρόλος της ακριβώς στην οριστικοποίηση των νέων συνθηκών. 

     Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της κοινωνικής – ιστορικής εξέλιξης στην Ελλάδα, δηλαδή λόγω της αρχικής καθυστέρησης στην καπιταλιστική ανάπτυξη και των εσωτερικών συμβιβασμών της άρχουσας τάξης, λόγω του βαθμού της πολιτικοοικονομικής της εξάρτησης, λόγω της έκβασης της ταξικής πάλης κατά τη δεκαετία του ’40 και του αντιδραστικού χαρακτήρα του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους των «νικητών», λόγω επίσης της αδυναμίας του αστικού πολιτικού συστήματος προδικτατορικά να κάνει βήματα εκσυγχρονισμού του χωρίς να διακυβεύεται η ίδια του η σταθερότητα, επειδή για τον ίδιο λόγο ορισμένες ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού αναγκάστηκαν να ικανοποιηθούν με την πιο αντιδραστική δυνατή πολιτική μορφή της αστικής εξουσίας, τη φασιστική δικτατορία 67-74, για όλους αυτούς τους λόγους  λοιπόν οι καθυστερημένες «αστικοδημοκρατικές» εκκρεμότητες της δεκαετίας του ’30, έφτασαν με μορφή διαστρεβλωμένη και οξυμένη άλυτες σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 1974. 

 

     Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν αντιφασιστική –  αντιιμπεριαλιστική. Η μεταπολίτευση του 1974, κάτω από τη βαριά σκιά της εξέγερσης και της κυπριακής προδοσίας, αποτέλεσε αφετηρία της τελικής ολοκλήρωσης του αστικού εκσυγχρονισμού με πλήρη τυπική αστικοδημοκρατική μορφή για πρώτη φορά μετά το 1936.  Η ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ  το 1981 προχώρησε αυτόν τον αστικό εκσυγχρονισμό, αφενός πέρα από τα πολιτικά όρια τα οποία αδυνατούσε  να υπερβεί  η «μεταπολιτευτική» ΝΔ, καταφέρνοντας  έτσι επίσης να αποκτήσει για λογαριασμό της άρχουσας τάξης (επίσης για πρώτη φορά από το 1936) σε σχετικά επαρκή βαθμό τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος, υποτάσσοντας το στη στρατηγική του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «επικυρώνοντας» ως κυβέρνηση την παραμονή της χώρας στο ΝΑΤΟ και την τότε εντελώς πρόσφατη (1980) ένταξή της στην ΕΟΚ,  βάζοντάς την οριστικά στην τροχιά του ευρωενωσιακού μονόδρομου, ο οποίος ήδη ολοκλήρωσε έναν πρώτο ιστορικό κύκλο με τον «θρίαμβο» της καπιταλιστικής κρίσης και των «μνημονίων».

 

     Το σίγουρο όμως είναι, πώς σε συνδυασμό με την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, η Ελλάδα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 βρισκόταν πιά σε μια νέα ιστορική περίοδο, με την κάθε «αστικοδημοκρατική εκκρεμότητα» του παρελθόντος «επιλυμένη» με τον τρόπο που «επιλύθηκε». Και όχι βέβαια με «γρήγορη μετατροπή» της (εν προκειμένω) μεταρρυθμιστικής διαδικασίας σε «σοσιαλιστική»,  αλλά με «γρήγορη» όξυνση των αντιθέσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ήδη έχουν καταστήσει αντικειμενικά επίκαιρη και αναγκαία την επίλυσή τους.

     Αυτή η επίλυση «μπορεί να συνίσταται μόνο, στο ότι αναγνωρίζεται έμπρακτα η κοινωνική φύση των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων, στο ότι επομένως ο τρόπος της παραγωγής,  ιδιοποίησης και ανταλλαγής τίθεται σε αρμονία με τον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών μέσων. Και αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διαμέσω του ότι η κοινωνία ανοιχτά και χωρίς περιστροφές καταλαμβάνει την κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων των ωριμασμένων τόσο ώστε να μην επιδέχονται οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση εκτός από τη δική της» (Ένγκελς, Αντι Ντύρινγκ & Η εξέλίξη του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη).

Advertisements

3 Σχόλια on “Παλιές αντιπαραθέσεις σε νέες συνθήκες”

  1. Ο/Η sosial-tholyra λέει:

    Είναι παλιές οι ιδέες ότι η ο στόχος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης ήταν η αιτία της Βάρκιζας .Τις είχαν οι οπαδοί του Αρχείου και της 4ης Διεθνούς που έφτασαν ορισμένοι απ αυτούς, μπερδεύοντας τις μεγάλες αντιθέσεις της εποχής, να συνεργαστούν με τον κατακτητή! Το γράμμα του Ν Ζαχαριάδη που πάνω στην πνοή του στηρίχτηκε η Εθνική Αντίσταση έλεγε ΚΑΘΑΡΑ: « Επαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούρια Ελλάδα της δουλειάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση, μ’ έναν πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.» Απλά βρήκαν πρόσφορο έδαφος αυτές οι ιδέες μετά την καρατόμηση της ηγεσίας του ΚΚΕ το 1956 και τον λιθοβολισμό της επαναστατικής του γραμμής με οποιοδήποτε λιθάρι!
    Ετσι προέκυψε η Μεγάλη Σύγχυση στον κόσμο της Αριστεράς για την καλύτερη περίοδο της ζωής του ΚΚΕ κατά τη γνώμη μου,την 25ετία δηλαδή 1931-56, που απόηχός της ήταν και το 24% των εκλογών του 1958!

    • Ο/Η marasagis λέει:

      Προσωπικά δεν γνωρίζω περιπτώσεις συνεργασίας «οπαδών του Αρχείου και της 4ης Διεθνούς» με τον κατακτητή. Το έχω ξανακούσει αυτό βέβαια, αλλά μια που δεν το έχω δει τεκμηριωμένο, έχω συμπεράνει ότι είναι από τις κουβέντες που κυκλοφορούνε μέχρι που σε αρκετούς να γίνουν «βεβαιότητα». Επειδή γενικά έχω και μια καχυποψία, δεν αποκλείω αυτή η «βεβαιότητα» να τροφοδοτήθηκε επίτηδες από τους «αρμόδιους» μηχανισμούς του αστικού κράτους ώστε μέσω της «βεβαιότητας» να πάρει η αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών οργανώσεων διαστάσεις που ξεπερνούσαν τις πραγμαικές τους διαφορές…
      Η σύγχυση είναι άλλωστε από τους καλύτερους συμμάχους αυτών των μηχανισμών

      Όπως και να ‘χει, η στάση των διάφορων οργανώσεων με κομμουνιστική ή μαρξιστική αναφορά ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα της επανάστασης, κατά τη δεκαετία του ’30 και τις επόμενες, ανήκει στο συνολικό θέμα που απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη και -όπως λέω και στο αρχικό ποστ- είναι έξω από τη θεματολογία του.

  2. Ο/Η marasagis λέει:

    μια συνέχεια του παραπάνω διαλόγου στην αναδημοσίευση εδώ:

    http://leninreloaded.blogspot.gr/2012/08/blog-post_22.html#comment-form


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s