Ένα σχόλιο για το «κίνημα των πλατειών»

Το σχόλιο που ακολουθεί «κολλήθηκε» από εμένα κάτω από ανάρτηση του μπλογκ χιώτικη σφίγγα. Το αναδημοσιεύω εδώ (μαζί με ένα υστερόγραφο), για το ενδεχόμενο ενδιαφέρον που μπορεί να έχει και για άλλους αναγνώστες,  καθώς επίσης και γιατί όντας απάντηση σε ένα «μονοθεματικό» ζήτημα που τέθηκε από την ανάρτηση της χιώτικης σφίγας, έτσι και το σχόλιο – απάντηση στέκεται μόνο σε μια πλευρά του θέματος οπότε έκρινα ότι χρειάζεται μια συμπλήρωση, εξού και το «υστερόγραφο».

Να προσθέσω επίσης, ότι κίνητρο για την αρχική δημοσίευση του σχολίου στη χιώτικη σφίγγα, ήταν ο τίτλος της ανάρτησης της: «Επειδή για κάποιους η ΧΑ γεννήθηκε στην Πλατεία Συντάγματος…» Επειδή ανάμεσα στις απόψεις αυτών των «κάποιων» μπορεί να χωρούσαν και απόψεις σαν τις δικές μου (άσχετα βέβαια, που κανείς δεν θα είχε υπόψη του εμένα προσωπικά) θεώρησα πως  έπρεπε να τις διατυπώσω συγκεκριμένα, ώστε να μην χωρούν παρερμηνείες ούτε και συγχύσεις με τους «κάποιους» της κυρίαρχης ιδεολογίας  και την αντιπαράθεσή τους, η οποία και στην μια της εκδοχή και στη αντίθετή της έχει «κίνητρα», περιεχόμενο και κατευθύνσεις που «δεν» με αφορούν.

Μετά από αυτή την εισαγωγή ακολουθει το συγεκριμένο σχόλιο:

Δεν νομίζω να ισχυρίζεται κανείς ότι η ΧΑ «γεννήθηκε» στην πλατεία συντάγματος.
Γι’ αυτό που υπάρχει η κριτική στην «πλατεία συντάγματος» δεν είναι φυσικά η ίδρυση της ΧΑ.
Οπότε ο τίτλος θα μπορούσε να θεωρηθεί «άστοχος», αν δεν ήταν περισσότερο από πιθανό ότι είναι επιτηδευμένος…

Την κριτική σχετικά με την «πλατεία συντάγματος» θα την διατύπωνα από την πλευρά μου ως εξής:

Όταν γίνεται κυρίαρχο αυτό που δήθεν μας ενώνει, και για χάρη του εξοστρακίζουμε κάθε πραγματική διαφορά, στην οποία όμως βρίσκεται κι όλη η ουσία του προβλήματος που αντιμετωπίζει σήμερα ο λαός, τότε δεν είναι παράξενο που αυτό που δήθεν μας ενώνει αποδεικνύεται τελικά καταλύτης όλων όσων μας χωρίζουν περισσότερο από το καθετι.

Και ποιο ήταν αυτό που «μας ένωνε» κι αποτέλεσε το κυρίαρχο στίγμα της «πλατείας»: Ήταν με μια λέξη, ή μάλλον με έναν αριθμό, «οι 300».
Οι διαφορές λοιπόν γύρω από όλα τα πραγματικά ζητήματα, το τι εκπροσωπεί μεσα σε αυτό το κοινωνικοοικονομικό σύστημα και μέσα σε αυτόν τον κρατικό μηχανισμό το «σώμα» στο οποίο συμμετέχουν οι «300», το ποια πολιτική εδώ και δεκαετίες ψηφίζει και υλοποιεί η πλειοψηφία των «300», ποιες πλειοψηφιες και ποιες μειοψηφίες διαμορφώνονται στους «300» στην περίπτωση που τίθενται επιλογές στρατηγικές για το σύστημα και την άρχουσα τάξη, το τι εκπροσωπουν κοινωνικά αυτές οι πλειοψηφίες και μειοψηφιες, το αν τελικά υπάρχει στην πραγματικότητα και κοινωνικοοικονομικό «σύστημα» και ποιο είναι αυτό, το αν υπάρχει άρχουσα τάξη και ποια είναι αυτή και τόσα άλλα ουσιαστικά πράγματα, αυτά από τη μια είναι πολλοί απο τους συμμετέχοντες στην «πλατεία» που θεωρούσαν σκόπιμο να παραμεριστούν για να μην θιγούν οι διαχρονικές πολιτικές τους επιλογές κι από την άλλη όλα αυτά «έπρεπε» να παραμεριστούν γιατί αυτά «χωρίζουν», ενώ οι «300» και η «αμεσοδημοκρατική» αναζήτηση της φιλοσοφικής λίθου «ενώνουν».

Εφόσον λοιπόν το κυρίαρχο και τελικό διακύβευμα της «άμεσης δημοκρατίας» ήταν οι «300», δεν είναι να απορεί κανείς που αυτό το διακύβευμα μεταφράστηκε στην πράξη σε στοίχημα για το ποιος θα εκπροσωπήσει καλύτερα από τον άλλον την αντίδραση που «λαϊκά» εκφράζεται με το παλιό σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο η βουλή»: Μάλλον εκείνος που σε αυτό το «πεδίο» έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες και ισχυρότερες κρατικές και «ταξικές» πλάτες και εξασφαλισμένη τη χειραγώγηση της «κοινής γνώμης» και την ανάδειξη ως «κοινής γνώμης» αυτής που τον συμφέρει και που είναι ικανός να απορροφήσει την α-λογη δυσαρέσκεια και απόγνωση των μικροαστικών στρωμάτων που βλέπουν «ξαφνικά» το σύστημά «τους» να γινεται εχθρικό προς τους ίδιους και θέλουν να το ξανακάνουν¨»δικό τους».
Μ’ άλλα λόγια αυτός που σ’ αυτή τη βάση, τη βάση της πλατείας και των «300» (οι «300 που διαφημίζονται από την ΤιΒι), την ανταποκρινόμενη τέλεια στα αισθήματα και στις μορφές «αυθορμητισμού» της μικροαστικής ψυχολογίας, παίζει στο γήπεδό του.

Κατά τα άλλα άρκεσε για μένα να βρεθώ 2-3 μέρες στην πλατεία, για να αντιληφθώ, όχι βέβαια ότι η ΧΑ «γεννήθηκε» εκεί, αλλά ότι η οργανωμένη παρουσία των αντιλήψεων που εκφράζει την έκαναν να είναι σαν ψάρι στα νερά της μέσα σε αυτό το βάλτο του «μέσου όρου» και αυτού του «αυθορμητισμού» που κάθε βράδυ εκδήλωνε τη θρησκευτική λατρεία του στον κοινωνικό-πολιτικό αγνωστικισμό, αν όχι στην ιδια την άγνοια.

Καρπός (όχι φυσικά ο μοναδικός) όσων «ενώνουν» όλο το πολιτικό φάσμα, «πλην λακεδαιμονίων» για άλλη μια φορά.
Το πολιτικό φάσμα, να προσθέσω, που βάσει «κανονισμού» εμφανιζόταν αποκρύβοντας την πολιτική του ταυτότητα, και που έβρισκε ακόμα ένα «ενωτικό» στοιχείο στον αποκλεισμό κάθε πολιτικής ταυτότητας που εμφανιζόταν ανοιχτά, μάλλον γιατί η ανοιχτή της εμφάνιση θα έβαζε αμέσως τέρμα σε πλαστές «ενότητες» ανάμεσα σε αφανείς εταίρους, και θα ήταν σε θέση να προκαλέσει ρήγμα στο μέτωπο της άγνοιας ως πραγματικότητας και του αγνωστικισμού ως κυρίαρχης «κινηματικής» ιδεολογίας.

Και το αναγκαίο κατά τη γνώμη μου υστερόγραφο:

1] Δεν ήταν βέβαια η εκλογική άνοδος της «Χρυσής Αυγής» καρπός αποκλειστικά της (οργανωμένης και «πριμοδοτούμενης» από τα καθεστωτικά ΜΜΕ) καλλιέργειας των αντιλήψεών της στο εύφορο γι’ αυτές έδαφος του «κινήματος της πλατείας». Μια που το ζήτημα των γενικότερων αιτιών αφορά ολόκληρη ξεχωριστή θεματολογία, περιοριζομαι αφενός να παραπέμψω σε αναρτήσεις σε αυτό εδώ το μπλογκ που την προσεγγίζουν, χωρίς βέβαια να την εξαντλούν, και που μπορεί κανεις να τις συγκεντρώσει κάνοντας κλικ στiς ετικέτες «φασισμός» και «χρυσή αυγή». Και αφετέρου παραπέμπω σε δυο γενικευτικές αναφορές του Λένιν γύρω από το θέμα (αν και γνωρίζω ότι σε αρκετούς, και μόνο η παραπομπή σε αναφορες του Λένιν προκαλεί ένα είδος νοητικής δυσφορίας, που αποτελεί εμπόδιο στην ικανότητα μιας νηφάλιας ανάγνωσής τους) :

Στην πρώτη αναφορά (από το βίβλίο: Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού), σημειώνεται ότι επειδή “η ζωή γίνεται πιο περίπλοκη και οι δυσκολίες πιέζουν όχι μόνο τις εργατικές μάζες, αλλά και τις μεσαίες τάξεις, βλέπουμε σε όλες τις χώρες του παλιού πολιτισμού να συσσωρεύονται η ανυπομονησία, η οργή, το μίσος, που απειλούν την κοινωνική γαλήνη”,  την σταθερότητα δηλαδή του κοινωνικού συστήματος της εκμετάλλευσης, το οποίο συσσωρεύει τις δυσκολίες στη ζωή των εργατικών μαζών και των μεσαίων τάξεων.  Σε αυτές τις συνθήκες της “αγανάκτησης” όπως θα λέγαμε ως χθες, της “ανυπομονησίας, της οργής και του μίσους”, όπως αναφέρονται από τον Λένιν πριν σχεδόν 100 χρόνια, «πρέπει» να βρεθεί τρόπος ώστε η “ενέργεια που βγαίνει έξω από την καθορισμένη ταξική τροχιά”, να χρησιμοποιηθεί και να διοχετευτεί σε κατευθύνσεις που εξασφαλίζουν ότι δεν θα προκληθεί “κοινωνική έκρηξη…”

Στην δεύτερη αναφορά (από το βιβλίο: Ο «αριστερισμός» παιδική αρρώστια του κομμουνισμού) γίνεται λόγος για  τη διαμόρφωση και το δυνάμωμα του μπολσεβίκισμού μέσα και από τον μακρόχρονο αγώνα του «ενάντια στη μικροαστική επαναστατικότητα, που μοιάζει με τον αναρχισμό ή κάτι δανείστηκε απ’ αυτόν και που σε κάθε τι το ουσιαστικό κάνει υποχωρήσεις από του όρους και τις απαιτήσεις της συνεπούς προλεταριακής ταξικής πάλης. (…) Ο μικροϊδιοκτήτης, ο μικρονοικοκύρης (κοινωνικός τύπος, που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιπροσωπεύεται πολύ πλατιά και μαζικά), που στον καπιταλισμό υφίσταται μια μόνιμη καταπίεση και πολύ συχνά  δοκιμάζει μια αφάνταστα απότομη και γρήγορη χειροτέρευση της ζωής του και καταστροφή, περνά πολύ εύκολα σε άκρα επαναστατικότητα, δεν είναι όμως ικανός να δείξει αντοχή, οργανωτικό πνεύμα, πειθαρχία και σταθερότητα. Ο «μανιασμένος» από τις φρικωδίες του καπιταλισμού μικροαστός είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο, που όπως και ο αναρχισμός χαρακτηρίζει όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα  σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμη και σε «μανιασμένο» ενθουσιασμό για το ένα ή το άλλο αστικό ρέυμα της «μοδας» – όλα αυτά είναι πασίγνωστα (…)». Κλείνω εδώ τη σχετική αναφορά του Λένιν, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι και η συνέχειά της δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, που όμως θα μας τραβούσε σχετικά μακριά από το συγκεκριμένο θέμα της ανάρτησης…

2] Δεν ήταν επίσης η εκλογική άνοδος της «Χρυσής Αυγής» ο μοναδικός καρπός του «κινήματος των πλατειών».  Εν μέρει καρπός του, για διαφορετικούς βέβαια λόγους αλλά λόγους αναπτυγμένους πάνω στο έδαφος του ίδιου «αυθορμητισμού», που είναι ικανός (και που τα όρια της ικανότητάς του αυτής περιφρουρήθηκαν προσεκτικά) να μην καθρεφτίζει εν τέλει τίποτα άλλο πέρα από την μέχρι χθες προσαρμογή του σε κοινωνικούς όρους που «ξεπεράστηκαν» χωρίς επιστροφή, είναι και το ψηλό εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μάη και του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ στις εκλογές του Ιουνίου.

Δε θα επαναλάβω τα περί πλαστών ενοτήτων, άγνοιας και αγνωστικισμού. Θα αρκεστώ, ξανά, να παραπέμψω σε κάποιες αναρτήσεις που από την πλευρά μου είναι το λιγότερο που θα μπορούσα να πω, εδώ, εδώ κι εδώ, διερωτώμενος πόσο πολύ και για πόσο καιρό η δύναμη ακριβώς αυτού του «αγνωστικισμού», συνδυασμένη με την «ανθρώπινη» τάση να αποφεύγονται οι ιστορίες χωρίς ευχάριστη πλοκή και happy end,  θα είναι ικανή να επιβάλει την παράκαμψη έστω κι αυτής της κριτικής που διατυπώνεται σε αυτές τις δημοσιεύσεις.

3] Το «κίνημα των πλατειών», δεν αποτέλεσε το έδαφος όπου θα μπορούσαν να εμφανιστούν μόνο οι δυο παραπάνω καρποί. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που σχετίζονται με τις δυνατότητες και τον προσανατολισμό επίδρασης του ταξικού εργατικού, προλεταριακού κινήματος πάνω στο λαϊκό κίνημα συνολικά, που σχετίζονται επίσης με την ικανότητα του συγκεκριμένου «κινήματος των πλατείων» να ξεπεράσει τα όρια (ιδεολογικά, οργανωτικά κά) που συνιστούσαν φραγμό σε μια τέτοια επίδραση, αλληλεπίδραση και γενικότερη προοπτική διεξόδου, δεν θα ήταν πιά καθόλου πρόσφορο το έδαφος της «πλατείας» για την επαναδιοχέτευση σε «καθορισμένη ταξική τροχιά» της «αγανάκτησης» που τείνει να ξεφύγει από αυτήν. Κι ενδεχομένως, οι σύντομες εικόνες του παρακάτω βίντεο αποτελούν για αυτή την δυνατότητα, αν όχι απόδειξη, τότε όμως τουλάχιστον ένδειξη.

Advertisements

One Comment on “Ένα σχόλιο για το «κίνημα των πλατειών»”

  1. […] Η εμπειρία του περσινού “κινήματος της αγανάκτησης” θα έπρεπε να να είναι περισσότερο διδακτική γύρω από όλα αυτά, τέτοια όμως διδάγματα εμποδίζονται κατά τον βαθμό που κεντρικό πολιτικό κριτήριο για τη στάθμιση της “επιτυχίας” και της “αποτυχίας” δεν είναι παρά η πρόοδος των εκλογικών ποσοστών σε ευθεία αναλογία με τον βαθμό προοδου της πολιτικής και ιδεολογικής ενσωμάτωσης στους όρους κυριαρχίας του κεφαλαίου. Και, εξάλλου, η πράξη αποδεικνύει την ανυπαρξία σχετικών διαδαγμάτων. Ίσα-ίσα, μάλιστα, αν υποδηλώνεται μια “μετωπική” αντίληψη, αυτή σε κάθε περίπτωση ακουμπά στη βάση των “κοινών τόπων” της συγκάλυψης (κατά τα παραπάνω), της αποσόβησης του “κινδύνου” της ριζικής οικονομικής ανατροπής, της επιδίωξης “περιθωριοποίησης” (!) των εκφραστών της, της διατήρησης άθικτου του λαϊκού “πραγματισμού” περί ζωής στον καπιταλισμό: “πραγματισμού” που δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί από την ευθύνη που του αναλογεί απλά και μόνο για τον λόγο ότι είναι “λαϊκός”… […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s