Η γιαγιά μου ο κομμουνισμός η χαρτοπετσέτα και η καπιταλιστική κρίση

Όταν η γιαγιά μου μιλούσε για οικονομία, είχε σαν πρότυπο τους όρους της αγροτικής οικιακής οικονομίας, αυτής δηλαδή που διαβάζουμε στους κλασικούς ότι υπήρχε πριν τον καπιταλισμό και καταστράφηκε μέσα από την διαδικασία της «πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου», και που για την γιαγιά μου (σε πείσμα των κλασικών, ή για την ακρίβεια, σε πείσμα πολλών αναγνωστών τους) ήταν ο τρόπος της ζωής της μέχρι τη δεκαετία του ’40.

Για τη γιαγιά μου πιστεύω πως θα ήταν πολύ απλό να κατανοήσει τι είναι ο κομμουνισμός: θα αρκούσε το οικονομικό «κύτταρο» της οικιακής παραγωγής να το προβάλει σε όλη την έκταση της κοινωνίας, να μεταφέρει τους όρους της οικιακής στην κοινωνική παραγωγή, της μικρής σπιτικής παραγωγής στην κοινωνικοποιημένη. Πιστεύω μάλιστα, ότι για την οικονομική αντίληψη της γιαγιάς μου κάτι παρόμοιο με την οικιακή παραγωγή που γνώριζε καλά, κι από την οποία αποκόπηκε βίαια, πρέπει να ήταν η κοινωνική παραγωγή έτσι κι αλλιώς: πού να φανταστεί η γιαγιά μου τη διαφορά ανάμεσα στην οικονομία όπως την αντιλαμβάνεται κάθε λογικός άνθρωπος, από τη μια, και στην «πολιτική οικονομία του καπιταλισμού», από την άλλη.

Οικονομία για την γιαγιά μου ήταν αυτό που γνώριζε από το σπίτι της: Μια οικογένεια κατέχει τα εργαλεία παραγωγής, τα ζώα της, μια έκταση γης. Όλη η οικογένεια δουλεύει τη γη. Το προϊόν της γης δίνει τροφή στην οικογένεια που τη δουλεύει. Μέσα στο σπίτι συνέχεια της οικογενειακής αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής είναι η χειροτεχνική παραγωγή που δινει ρούχα για το χειμώνα, ενώ στον οικιακό καταμερισμό της εργασίας όλοι, από τα μικρά παιδιά ως τους μεγαλύτερους, έχουν έναν παραγωγικό ρόλο. Το σπίτι έχει και το «εξωτερικό του εμποριο», καθώς το περίσσευμα των προϊόντων ανταλλάσσεται με προϊόντα που δεν παράγονται στο πλαίσιο της σπιτικής παραγωγής, και υπάρχει και λίγη χρηματική οικονομία για πράγματα που δεν μπορούν να αποκτηθούν με την άμεση ανταλλαγή, για χρηματικούς φόρους κλπ. Όταν η σοδειά είναι καλή θα περάσουν όλοι καλά. Όταν η σοδειά είναι μειωμένη θα στριμωχτούν όλοι το ίδιο.  Η έννοια «σκουπίδι» δεν υπάρχει. Όποιος καταναλώνει και ξοδεύει περισσότερα από το απαραίτητο είναι σπάταλος και βλάφτει όλη την οικογένεια. Αν χρειαζόμασταν τα διπλά πράγματα θα έπρεπε να δουλεύουμε όλοι δυο φορές περισσότερο κι αν χρειαζόμαστε τα μισά από το κάθε τι, αυτό σημαίνει για όλους μισή δουλειά. Το να υπάρχει σπιθαμή ακαλλιέργητη είναι ντροπή. Όποιος πετάει το σιτάρι και χύνει το γάλα είναι τρελλός.

Αποτολμώντας μια πιθανή ιστορική γενίκευση, δεν αποκλείεται στη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης να είναι ακριβώς οι διαδεδομένοι αυτοί όροι της  αγροτικής οικιακής παραγωγής και οικονομίας, που διευκόλυναν και συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στο να ενστερνιστούν πλατιά τμήματα του πληθυσμού της υπαίθρου το κοινωνικό  λαϊκοδημοκρατικό πρόγραμμα, με τη σοσιαλιστική – κομμουνιστική προοπτική του, που χάραζε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα… Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μικρή παραγωγή γεννάει τη μεγάλη, κι «αυθόρμητα» γεννάει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και παραγωγή, όμως αφενός το όνειρο του μικροϊδιοκτήτη που γίνεται καπιταλιστής ήταν ακόμα αντικειμενικά ξένο προς τα όνειρα της πλειοψηφίας του πληθυσμού της υπαίθρου και, αφετέρου, για ένα μεγάλο μέρος αυτής της πλειοψηφίας δεν δοθηκε ποτέ η ευκαιρία για αυτό το όνειρο αφού αντί γι’ αυτό επιβλήθηκε βίαια η πραγματικότητα του ξεριζωμού.

Περίπου 3 δεκαετίες αργότερα, η γιαγιά μου είναι εγκατεστημένη στην Αθήνα, εγώ είμαι σε νηπιακή ηλικία, η γιαγιά μου με βοηθάει στο φαΐ, και -εδώ επανερχόμαστε στο θέμα μας- όπως κάθεται κοντά μου στο τραπέζι παίρνει από δίπλα μου τη χαρτοπετσέτα και την σκίζει σε δυο κομμάτια, εκπαιδεύοντάς με στην οικονομική της αντίληψη, την οποία θεωρεί ως την μόνη δυνατή οικονομική αντίληψη γενικά, όπως και κάθε λογικός άνθρωπος: Αν η χαρτοπετσέτα έχει μέγεθος διπλάσιο από το απαραίτητο, την κόβουμε στη μέση, κι έτσι όχι μόνο μειώνουμε στο μισό τις χαρτοπετσέτες που αγοράζουμε και καταναλώνουμε, αλλά έτσι κι ο κόσμος γενικά δε χρειάζεται να παιδεύεται για να φτιάχνει τόσες χαρτοπετσέτες, μισές χαρτοπετσέτες σημαίνει μισός κόπος γι’ αυτούς που τις φτιάχνουν και σημαίνει ακόμα ότι μπορούν να προλάβουν κι άλλες τόσες δουλιές ή και να ξαποστάσουνε λίγο.

Που να φανταστεί η γιαγιά μου, κι εγώ μαζί της, ότι με αυτή την λογική κίνηση  μιας απλής προσωπικής οικονομίας, έθετε έμπρακτα τους όρους μιας μερικής οικονομικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος στον κλάδο της χαρτοβιομηχανίας. Αν κάναμε όλοι το ίδιο; Ξαφνικά η ζήτηση θα μειωνόταν στο μισό, κι η τιμή της χαρτοπετσέτας μπορεί βέβαια να έπεφτε, αλλά ταυτόχρονα θα έκλειναν τα μισά εργοστάσια, οι μισοί από τους εργαζόμενους σε αυτά θα μέναν χωρίς δουλιά και χωρίς εισόδημα, τα επενδυτικά σχέδια απλής (και πόσο μάλλον διευρυμένης) αναπαραγωγής του κεφαλαίου θα χαντακώνονταν, τα δάνεια των επιχειρηματιών θα έμεναν απλήρωτα,  το κράτος θα έσπευδε να επιδοτήσει τον παραπαίοντα κλάδο, γι’ αυτό το λόγο θα αυξανόταν ο κρατικός εξωτερικός δανεισμός, οι μικρότερες επιχειρήσεις θα έκλειναν κι οι μεγαλύτερες που ως εκείνη τη στιγμή είχαν πετύχει μεγαλύτερη συσσώρευση θα κυριαρχούσαν στον κλάδο  μονοπωλιακά, η μονοπωλιακή τους θέση θα ξανανέβαζε τις τιμές, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες για μια θέση δουλιάς θα κατέβαζε τα μεροκάματα, ώσπου τελικά το ξεπέρασμα της κρίσης θα σήμαινε μια νέα εποχή που σε λίγα πράγματα θα θύμιζε την ημέρα εκείνη που η γιαγιά μου έκοβε τη χαρτοπετσέτα στη μέση για πρώτη φορά.

Που να φανταζόταν η γιαγιά μου, ότι γι’ αυτήν την κοινωνία, την «καπιταλιστική», οικονομία είναι να αγοράζεις δυο μπουκάλια γάλα και το ένα να το χύνεις για πλάκα, να αλλάζεις αυτοκίνητο δυό φορές το χρόνο και το παλιό να το στέλνεις στη μάντρα (που κι αυτό είναι πρόβλημα για τον κλάδο των μεταλλείων), να χρησιμοποιείς τέσσερις χαρτοπετσέτες για να φυσήξεις τη μύτη σου, για να μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά και για να μπορούν όλα αυτά να παράγονται και να πουλιόνται να παίρνεις δάνεια από τις τράπεζες , να πληρώνεις τις μισές δόσεις του πρώτου δανείου με το μισό ποσό του δεύτερου, με το τρίτο δάνειο να ξεχρεώνεις το πρώτο και καναδυό δοσεις από το δεύτερο, και με το τέταρτο δάνειο να χρωστάς ήδη τα διπλά απ’ όσα δανείστηκες, ώσπου πια δεν μπορείς να πληρώσεις άλλες δόσεις κι όλος ο κόσμος ξαφνικά παγώνει γεμάτος από φρέσκο γάλα, έτοιμα αυτοκίνητα και συσκευασμένες χαρτοπετσέτες που δεν μπορούν ούτε να πουληθούν ούτε να αγοραστούν, και φτάνουμε ξανά στα ίδια είτε κόβουμε τη χαρτοπετσέτα στη μέση είτε τις ξοδεύουμε δυό-δυό, και αρχίζουν σ’ όλο τον κόσμο οι κοινωνίες να παλεύουν για να ξανακερδίσουν την προδομένη εμπιστοσύνη των «αγορών».

Οικονομία των ιδιωτών, ιδιωτική οικονομία. Στα αγγλικά, economy of the idiots ή idiotic economy.

Advertisements

One Comment on “Η γιαγιά μου ο κομμουνισμός η χαρτοπετσέτα και η καπιταλιστική κρίση”


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s