Ο Στάλιν για ορισμένες «ελλείψεις της κομματικής δουλειάς» και κάποιες παραπέρα σκέψεις

    Η παρούσα δημοσίευση έχει σαν στόχο να συμβάλει στην έρευνα (ίσως όχι τόσο διατυπώνοντας συμπεράσματα, αλλά περισσότερο διατυπώνοντας ερωτήματα, ώστε με αυτή την έννοια τα όσα διατυπώνονται με τη μορφή λογικού συμπεράσματος μπορούν ή πρέπει να γίνονται κατανοητά και ως ερωτήματα) γύρω από τους εσωτερικούς παράγοντες που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ. Χρησιμοποιώ τον όρο «ανατροπή» σαν κατά την άποψή μου κατάλληλο να χαρακτηρίσει την οικονομική πλευρά του ζητήματος: Διότι πέρα από όποια μετατόπιση – παρέκκλιση προς αστικές οικονομικές μορφές κι αν σημειώθηκε στις οικονομικές σχέσεις στη διάρκεια της ιστορίας της ΕΣΣΔ (και το ποιές ακριβώς είναι αυτές οι «μετατοπίσεις – παρεκκλίσεις» είναι ένα ζήτημα που δεν βρίσκεται στη θεματολογία αυτού του σημειώματος), η πραγματική οικονομική βάση της ΕΣΣΔ  (και των υπόλοιπων κρατών του ευρωπαϊκού «εφαρμοσμένου» σοσιαλισμού) δεν «κατέρρευσε», όπως επίσης δεν «κατέρρευσε» και η βασική οικονομική – παραγωγική σχέση της σοβιετικής κοινωνίας: η κρατικό-κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Σε ό,τι αφορά την οικονομική του πλευρά (η οποία άλλωστε είναι και η «πλευρά» χάρη στην οποία μιλάμε πράγματι για σοσιαλισμό, και η οποία αποτελεί την μεγαλύτερη ιστορική παρακαταθήκη του «υπαρκτού» για το παρόν και το μέλλον), ο σοσιαλισμός δεν «κατέρρευσε», αλλά ανατράπηκε. Δεν θα μπορούσα να πω το ίδιο και για την πολιτική «πλευρά» του σοβιετικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού (και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κρατών), ιδίως μάλιστα εφόσον πρόκειται όχι για τις εξωτερικές ιμπεριαλιστικές επιδράσεις αλλά για τους εσωτερικούς όρους της ανάπτυξής του οι οποίοι απέβησαν καθοριστικοί (φυσικά εντός της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και οικονομικής περικύκλωσης – όμως αυτό δεν αλλάζει την ουσία των εσωτερικών όρων πολιτικής ανάπτυξης του ιστορικά καθορισμένου αυτού σταδίου που ταυτίζεται με την ιστορία της ΕΣΣΔ και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών).  Για αυτήν λοιπόν την πλευρά, που αφορά το πολιτικό σύστημα του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, δεν θα μπορούσα να αποφύγω την λέξη «κατάρρευση», έστω κι αν αυτή συνοδεύεται από χαρακτηριστικά στα οποία ταιριάζει ο όρος «ανατροπή». Άλλωστε μιλώντας με «απλοϊκούς» όρους, από την πρώτη μέρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, με δεδομένο το αφετηριακό επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξής της, η σχέση του σοσιαλισμού με τις δυο αυτές «πλευρές» του, την οικονομική και την πολιτική, ορίστηκε με την εξίσωση: σοσιαλισμός = εξηλεκτρισμός + σοβιετική εξουσία. Και πέρα από κάθε οικονομική «παρέκκλιση», μπορεί κανείς να πει ότι ο σοσιαλισμός ως προς τον «εξηλεκτρισμό» τα πήγε αρκετά καλά. Το καθοριστικό λοιπόν, από εκεί και πέρα, ερώτημα είναι πώς τα πήγε με τη σοβιετική εξουσία. Σε σχέση με αυτό το ερώτημα (και φυσικά όχι εξαντλώντας το) επιδιώκει να συμβάλει η παρούσα δημοσίευση, που μετά από αυτόν τον πρόλογο συνεχίζεται με ορισμένες θέσεις που διατύπωσε ο Στάλιν στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το 1937, και κλείνει με τις δικές μου σκέψεις οι οποίες προσπάθησα να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο μακροσκελείς.  

 

***     

«…Τι σημαίνει να επιλέγουμε σωστά τα στελέχη και να τα τοποθετούμε σωστά στη δουλειά;

     Σημαίνει να επιλέγουμε τα στελέχη, πρώτον, σύμφωνα με το πολιτικό γνώρισμα, δηλαδή αν αξίζουν την πολιτική εμπιστοσύνη και, δεύτερο, σύμφωνα με το πρακτικό γνώρισμα, δηλαδή αν είναι κατάλληλα για κάποια συγκεκριμένη πρακτική δουλειά.

     Αυτό σημαίνει να μη μετατρέπεται η πρακτική αντιμετώπιση σε χρησιμοθηρική (…).

     Αυτό σημαίνει να μην μετατρέπεται η πολιτική αντιμετώπιση σε μοναδική και αποκλειστική (…).

     Μπορούμε άραγε να πούμε ότι οι κομματικοί μας σύντροφοι εφαρμόζουν αυτό τον μπολσεβίκικο κανόνα. Δυστυχώς, δεν μπορούμε. Ήδη μίλησαν γι’ αυτό, εδώ στην Ολομέλεια. Δεν τα είπαν, όμως, όλα. Το ζήτημα είναι ότι αυτός ο δοκιμασμένος κανόνας παραβιάζεται στην πρακτική μας πολύ συχνά και μάλιστα με χονδροειδή τρόπο. Πολύ συχνά επιλέγουν τα στελέχη όχι σύμφωνα με τα αντικειμενικά γνωρίσματα, αλλά σύμφωνα με τυχαία, υποκειμενικά μικροαστικά γνωρίσματα. Επιλέγουν πολύ συχνά τους λεγόμενους γνωστούς, τους φίλους, τους συντοπίτες, τους προσωπικά πιστούς ανθρώπους, τους μάστορες στους επαίνους προς τους υπεύθυνους, άσχετα αν είναι κατάλληλοι από πολιτική και πρακτική άποψη. Εννοείται ότι αντί για μια καθοδηγητική ομάδα υπεύθυνων στελεχών προκύπτει μια μικρή οικογένεια οικείων ανθρώπων, ένας συνεταιρισμός, τα μέλη του οποίου προσπαθούν να ζούνε ειρηνικά, να μη θίγουν ο ένας τον άλλο, τα εν οίκω μη εν δήμω, να επαινεί ο ένας τον άλλο και από καιρό σε καιρό να στέλνουν στο κέντρο κούφιες και αηδιαστικές εκθέσεις για τις επιτυχίες.

    Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι σε τέτοιες οικογενειακές συνθήκες δεν μπορεί να υπάρχει θέση ούτε για την κριτική των ελλείψεων στη δουλειά κι ούτε για την αυτοκριτική των καθοδηγητών της δουλειάς.

     Εννοείται ότι μια τέτοια οικογενειακή ατμόσφαιρα δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την εμφάνιση κολάκων, ανθρώπων χωρίς το συναίσθημα της αξιοπρέπειάς τους που γι’ αυτό δεν έχουν τίποτα το κοινό με τον μπολσεβικισμό.

     Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Μιρζογιάν και τον Βάινοφ. Ο πρώτος είναι γραμματέας μιας περιφερειακής κομματικής οργάνωσης του Καζαχστάν και ο δεύτερος γραμματέας της περιφερειακής οργάνωσης του Γιαροσλάβλ. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι από τα τελευταία στελέχη στο χώρο μας. Πώς, όμως, επιλέγουν τα στελέχη;  Ο πρώτος κουβάλησε μαζί του στο Καζαχστάν από το Αζερμπαϊτζάν και τα Ουράλια όπου δούλευε πριν, 30-40 ‘’δικούς του’’ ανθρώπους και τους τοποθέτησε σε υπεύθυνες θέσεις στο Καζαχστάν. Ο δεύτερος κουβάλησε μαζί του στο Γιαροσλάβλ από το Ντονμπάς, όπου δούλευε πριν, περισσότερους από δέκα επίσης ‘’δικούς του’’ ανθρώπους και επίσης τους τοποθέτησε σε υπεύθυνες θέσεις. Επομένως, ο Μιρζογιάν έχει το συνεταιρισμό του. Συνεταιρισμό έχει και ο Βάινοφ. Μα μήπως δεν θα ήταν δυνατό να επιλεγούν στελέχη από τους ντόπιους ανθρώπους, έχοντας σαν γνώμονα το γνωστό μπολσεβίκικο κανόνα για την επιλογή και την τοποθέτηση των προσώπων; Φυσικά, θα ήταν δυνατό; Γιατί, λοιπόν, δεν το έκαναν αυτό; Γιατί παραβιάζουν τον μπολσεβίκικο κανόνα επιλογής των στελεχών, ο οποίος αποκλείει τη δυνατότητα της μικροαστικής αντιμετώπισης του προβλήματος, αποκλείει τη δυνατότητα της επιλογής των στελεχών με κριτήριο την οικογενειακότητα και το συνεταιρισμό. Εκτός απ’ αυτό, επιλέγοντας ως στελέχη προσωπικά πιστούς ανθρώπους, ήθελαν, προφανώς, να δημιουργήσουν για τον εαυτό τους συνθήκες ορισμένης ανεξαρτησίας τόσο σε σχέση με τους ντόπιους ανθρώπους όσο και σε σχέση με την ΚΕ του κόμματος.  Ας υποθέσουμε ότι ο Μιρζογιάν και ο Βάινοφ λόγω διαφόρων περιστάσεων θα μετατεθούν από τις θέσεις της σημερινής δουλειάς τους σε κάποιες άλλες θέσεις. Πώς θα πρέπει να ενεργήσουν σ’ αυτή την περίπτωση απέναντι στις ‘‘ουρές’’ τους; Στ’ αλήθεια, θα χρειαστεί να τους ξανακουβαλήσουν στις νέες θέσεις της δουλειάς τους;

     Να σε τι παραλογισμό οδηγεί η παραβίαση του μπολσεβίκικου κανόνα για τη σωστή επιλογή και τοποθέτηση των στελεχών». (Στάλιν άπαντα, τ. 14, σελ. 267-270, Πράβντα, Νο 87 και 90, 29 Μάρτη και 1 Απρίλη 1937, τα έντονα στοιχεία δικά μου)

 

***

      Αυτά έλεγε ο Στάλιν στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το 1937. Επιβάλλεται, πάντως, να σημειωθεί ότι δυο χρόνια αργότερα, στον απολογισμό στο 18ο Συνέδριο του Κόμματος (Μάρτιος 1939), ο Στάλιν διατυπώνει τη θέση, ότι η εκκαθάριση των γραμμών του Κόμματος από το 1933 έως το 1936 («εκκαθάριση» με την έννοια της διαγραφής «τυχαίων ανθρώπων, αλλά και καριεριστών που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σημαία του κόμματος για τους προσωπικούς τους σκοπούς», καθώς και «ύποπτων στοιχείων» που «η εγκληματική δολοφονία του συντρόφου Κίροφ έδειξε ότι υπάρχουν» καθώς και με την έννοια της διακοπής «της εγγραφής νέων μελών στο κόμμα», που «και το ένα και το άλλο τέλειωσαν μόλις το Σεπτέμβρη του 1936», δηλαδή περίπου 6 μήνες πριν από την παραπάνω ομιλία για τις «Ελλείψεις της Κομματικής Δουλειάς»), που αν και στη «διάρκειά της έγιναν περισσότερα λάθη απ’ ότι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε», αν και επίσης «δεν υπάρχει αμφιβολία πως δεν θα πρέπει πλέον να χρησιμοποιήσουμε τη μέθοδο της μαζικής εκκαθάρισης», ωστόσο «ήταν, παρόλα αυτά αναπόφευκτη και βασικά έδωσε θετικά αποτελέσματα». Και ότι «σαν αποτέλεσμα όλων αυτών των μέτρων», που τελείωσαν τον Σεπτέμβρη του 1936, «το κόμμα κατάφερε να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του από τα τυχαία, τα αδρανή, τα καριερίστικα και τα ανοιχτά εχθρικά στοιχεία, επιλέγοντας τους πιο σταθερούς και αφοσιωμένους συντρόφους» (Στάλιν, άπαντα, τ. 14, σελ. 418-419). Και μιλώντας στη συνέχεια ειδικά για το ζήτημα της επιλογής και της διαπαιδαγώγησης στελεχών (στο ίδιο, σελ. 420 – 430) δεν επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις του 1937, αλλά ως προς την επιλογή στελεχών τοποθετείται γύρω από το «δίλημμα» ανάμεσα στην επιλογή στελεχών παλιών ή νέων, και ως προς τη διαπαιδαγώγηση των στελεχών η τοποθέτηση περιστρέφεται γύρω από τα κατάλληλα μέτρα για την μαρξιστική–λενινιστική διαπαιδαγώγηση των κομματικών μελών και στελεχών, «…λαμβάνοντας υπόψη τις γνωστές αποφάσεις της Ολομέλειας της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) το Μάρτη 1937 «για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς»…» .

     Το συμπέρασμα από το σύνολο των παραπάνω, πάντως, είναι ότι η τοποθέτηση του 1937 αφορά όχι την περίοδο της εσωκομματικής εκκαθάρισης που ολοκληρώθηκε το 1936, αλλά το παρόν του χρόνου στο οποίο διατυπώνεται. Και ότι δυο χρόνια μετά η τοποθέτηση αυτή (από την οποία βέβαια παρέθεσα ένα σχετικά μικρό απόσπασμα μόνο) εξακολουθεί να «λαμβάνεται υπόψη» σε ό,τι αφορά  τα όποια προτεινόμενα μέτρα.

 

***

    Και τώρα τα σχόλια:

    Πρώτον, τα παραπάνω φαινόμενα που περιγράφει ο Στάλιν στο συγκεκριμένο απόσπασμα της ομιλίας του «Για τις ελλείψεις της κομματικής δουλειάς και τα μέτρα εξάλειψης των τροτσκιστών και άλλων διπρόσωπων», όπως είναι ο πλήρης τίτλος της στα «άπαντα»,  τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1937, δεν αφορούν μια εσωκομματική πάλη που διεξάγεται στη βάση διαφορετικών απόψεων ανάμεσα σε μαρξιστές, στη βάση της πολιτικής διαφωνίας και της απειθαρχίας, όπως λ.χ. συνέβαινε στις περιπτώσεις του Τρότσκι, του Μπουχάριν κά, όπου η εσωκομματική σύγκρουση περιστράφηκε γύρω από διαφορές σε συγκεκριμένα κρίσιμα ζητήματα παίρνοντας οξύτατες μορφές, ούτε επίσης πρόκειται για πάλη στην οποία –όποια κι αν είναι η αφετηρία της- μπορούν να «χρεωθούν» οποιαδήποτε κατ’ αρχήν χαρακτηριστικά εξωτερικών επιδράσεων, «πρακτόρευσης» ξένων (ιμπεριαλιστικών) συμφερόντων, κατασκοπείας κλπ.

     Εδώ αντίθετα, από τη φύση του πράγματος, πρόκειται για κατάσταση προερχόμενη από την ίδια την εσωτερική λειτουργία του σοβιετικού πολιτικού συστήματος, προερχόμενη από τα εσωτερικά «δομικά» χαρακτηριστικά του στο συγκεκριμένο ιστορικά καθορισμένο στάδιο της ύπαρξής του, και πρόκειται επίσης για «κατάσταση» που κάτω από ορισμένους όρους θα μπορούσε (και κατά τη γνώμη μου μπόρεσε) να αποτελέσει και η ίδια «δομικό» του χαρακτηριστικό: αν όχι εξαρχής γενικό «δομικό» του χαρακτηριστικό, εν τούτοις όμως αναπτυσσόμενο (κατά τον τρόπο που θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω) με τάση  γενίκευσής του, εωσότου καταστεί επικυρίαρχο για ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα της ιστορίας της ΕΣΣΔ και, εν τέλει, καθοριστικό ως προς την τελική πράξη της διάλυσής της. 

     Κι επίσης, όχι απλώς δεν πρόκειται για «εσωκομματική πάλη» που διεξάγεται στη βάση διαφωνιών και διαφορετικών απόψεων, αλλά πρόκειται αντίθετα για «πάλη» που διεξάγεται στη βάση της «συμφωνίας», για κατάσταση που διαμορφώνεται στη βάση της προσωπικής αλληλοϋποστήριξης και «πίστης», της «μαστοριάς» στους επαίνους «προς τους υπεύθυνους», της «οικογενειακής» οικειότητας, του «συνεταιρισμού», της παραίτησης από την κριτική και την αυτοκριτική, των αλληλοεπαίνων, των από κοινού «κούφιων και αηδιαστικών εκθέσεων προς το κέντρο για τις επιτυχίες», της κολακείας, της έλλειψης αξιοπρέπειας χωρίς «τίποτα το κοινό με τον μπολσεβικισμό», στη βάση λοιπόν χαρακτηριστικών που καθιστούν αν όχι κρίσιμο τότε απλώς ρητορικό το ερώτημα, από ποιά «πολιτική και πρακτική άποψη» θα μπορούσε να είναι «κατάλληλοι» ως στελέχη οι φορείς τους...  

     Δεύτερον, μια τέτοια εσωκομματική «παρέκκλιση» δεν μπορεί παρά να εμφανίζεται και να αναπτύσσεται με τις μεθόδους της κολακείας ως εργαλείου ιεραρχικής «ανόδου», της τυπικής «πειθαρχίας» και «ομοφωνίας», ίσως και «υπερθεματισμού» προς τις αποφάσεις της πλειοψηφίας καθώς και της άκρατης «επιδοκιμασίας» των ενεργειών κάθε ιεραρχικά ανώτερου οργάνου ως εξωτερικής επίδειξης «νομιμοφροσύνης». Και δεν μπορεί επίσης παρά η ίδια παρέκκλιση για την ανάπτυξή της να απαιτεί την αναπαραγωγή των δικών της χαρακτηριστικών προς τα «ιεραρχικά κατώτερα» κομματικά «στρώματα»,   συμπληρώνοντας για τον σκοπό αυτό την «μαστοριά» της στους επαίνους και την κολακεία «προς τους υπεύθυνους» με την άτεγκτη επιτίμηση (και βέβαια από θέση τυπικής «υπεράσπισης» θεωρητικών και κομματικών-οργανωτικών «αρχών»)  προς όποιους δεν εμφανίζουν παρόμοια συμπεριφορά και «μαστοριά» προς την ίδια και προς οποιονδήποτε.

     Τρίτον, είναι αδύνατον να δοθεί μια ολοκληρωμένη και «οριστική» ιστορική ερμηνεία στην εσωκομματική πάλη του κόμματος των μπολσεβίκων χωρίς τον συνυπολογισμό του όποιου βαθμού επίδρασης και συνειδητού ρόλου είχε σ’ αυτήν και τις διάφορες φάσεις της ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30 (μαζί και στην κομματική εκκαθάριση του ‘33-36) το συγκεκριμένο «παρεκκλίνον» κομματικό – στελεχικό στρώμα, χωρίς να εκτιμηθεί η αναπόφευκτη τάση της συγκεκριμένης «παρέκκλισης» να προσκολλάται στην όποια διαμορφωνόμενη πλειοψηφία, χωρίς να εκτιμηθεί το αναπόφευκτο ενδιαφέρον της για τη χρησιμοποίηση της εσωκομματικής πάλης ως εργαλείου –απ’ την πλευρά της, και αναγκαστικά με όρους τυπικής προσήλωσης στις «αρχές»- παραμερισμού όσων δεν μοιράζονταν τα ίδια με αυτήν «οικογενειακά» και «συνεταιρικά» χαρακτηριστικά, ως εργαλείου επίσης προώθησης των δικών της χαρακτηριστικών και των εκφραστών τους, χωρίς να εκτιμηθεί η εσωκομματική και κρατική θέση στην οποία πρέπει να βρέθηκαν οι φορείς αυτής της «παρέκκλισης» αμέσως μετά το ξεπέρασμα της οξύτατης στις μορφές της εσωκομματικής πάλης, της οποίας η οξύτητα δεν μπορούσε παρά να αποτελεί επίσης «εργαλείο» γι’ αυτήν την «παρέκκλιση» και τους φορείς της.       

     Τέταρτον, στο παραπάνω παρατιθέμενο απόσπασμα της ομιλίας του Στάλιν περιγράφεται ένα «φαινόμενο», που για την ώρα, κατά την περιγραφή του, δεν αποτελεί παρά παρέκκλιση από τις αρχές της κομματικής λειτουργίας: Κάποια στελέχη, ο Α και ο Β, δημιουργούν στον χώρο δράσης τους το συγκεκριμένο «οικογενειακό» και «συνεταιρικό» περιβάλλον με τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται, δημιουργούν τις «ουρές» τους και όταν μετατίθενται παίρνουν μαζί τους και τις ουρές αυτές στον χώρο της νέας τους δραστηριότητας. Αυτό ήδη δεν είναι λίγο, ωστόσο εξακολουθεί ακόμα να παραμένει μια σοβαρή μεν αλλά απλώς «παρέκκλιση»… Και αξίζει να παρατηρήσει κανείς, αναφορικά με το τελευταίο ερώτημα της παραπάνω τοποθέτησης του Στάλιν, ότι για όσον καιρό δεν θα είχαν σταθεροποιηθεί οι μέθοδοι του κάθε «Μιρζογιάν» και του κάθε «Βάιζοφ», θα ήταν πράγματι τόσο ο ένας όσο κι ο άλλος αναγκασμένοι να υποκύπτουν στον «παραλογισμό» να μεταφέρουν τις «ουρές» τους από τόπο σε τόπο κάθε φορά που θα μετατίθενταν σε νέα περιφέρεια. Οι μέθοδοι τους θα είχαν πια σταθεροποιηθεί, τότε που δεν θα βρίσκονταν πλέον σε αυτή την ανάγκη, τότε δηλαδή που ο κάθε «Μιρζογιάν» θα έβρισκε στον τόπο της νέας του εγκατάστασης έτοιμη την «ουρά» του κάθε «Βάιζοφ» για να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος, και ο κάθε «Βάιζοφ» θα μπορούσε να πάει μόνος του στον τόπο της μετάθεσής του όπου θα έβρισκε και θα χρησιμοποιούσε έτοιμη την «ούρα» του κάθε «Μιρζογιάν». Τότε πια δεν θα επρόκειτο απλώς για προσωπικές παρεκκλίσεις του ενός ή του άλλου στην επιλογή στελεχών, δεν θα επρόκειτο για μια απλή «παρέκκλιση», αλλά θα επρόκειτο πια για την οριστικοποιημένη στους όρους της αφετηρία ενός πολιτικού μηχανισμού ήδη αποσπασμένου από τους εργαζόμενους, ενός πολιτικού μηχανισμού συγκροτημένου όχι πια με τους όρους της κοινωνίας την οποία διευθύνει αλλά με δικούς του εσωτερικούς όρους, έχοντας επίσης πλέον θέσει  ένας τέτοιος πολιτικός μηχανισμός και τη βάση αναπαραγωγής του με όρους δικούς του, εσωτερικούς, και ξένους προς την κοινωνία που καθοδηγείται από αυτόν. 

     Πέμπτον: Στο βαθμό που αναπτύσσεται ένας τέτοιος μηχανισμός, στον ίδιο βαθμό η δικτατορία του προλεταριάτου χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο… Στον ίδιο βαθμό το προλεταριάτο περιέρχεται κάτω από τη διεύθυνση έως και δικτατορία αυτού του τέτοιου μηχανισμού… Στο βαθμό που αναπτύσσεται ένας τέτοιος μηχανισμός στον ίδιο βαθμό περιθωριοποιείται πολιτικά η ίδια η εργατική τάξη. 

     Τη στιγμή που μέσα ακόμα κι από λάθη ή υπερβολές, και αντιμέτωπος με γιγάντιες δυσκολίες οικοδομείται ο σοσιαλισμός στα πρώτα βήματα του, η ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων λειτουργεί σαν μια αμφίδρομη διαδικασία που υποσκάπτει ό,τι χτίζεται, που σταδιακά τα αποτελέσματα της ανάπτυξής της συγκεντρώνονται και, συγκεντρωμένα, τίθενται σε κίνηση στην τελική πράξη των ανατροπών.

      Τη στιγμή που η κοινωνική συνείδηση γίνεται το κρισιμότερο συστατικό οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, ένας τέτοιος μηχανισμός τείνει να την υπονομεύει, να την υποκαθιστά και να την υποβιβάζει στο επίπεδο των κολάκων, των χειροκροτητών (προς τα ιεραρχικά ανώτερα «στρώματα»), των ιδεολογικών «τιμητών» (προς τα «κατώτερα»), της αναξιοπρέπειας, μετατρέπει την θεωρία σε εξωτερικό τύπο «νομιμοποίησης» της δικής του πράξης, αποτελώντας ο ίδιος μια αναπαραγόμενη συσπείρωση που αποσκοπεί στην ικανοποίηση πολλαπλών βλέψεων ατομικής ιδιοτέλειας… Αποτελώντας ο ίδιος μια οργανωμένη δύναμη που η συνείδηση των συμφερόντων της την θέτει ενάντια στην διαδικασία «απονέκρωσης του κράτους» και ενεργητικά υπέρ κάθε διαδικασίας που εντείνει και οριστικοποιεί την «σχετική αυτονόμηση» του κράτους από την κοινωνία.  

 

     ***

     Θα μπορούσε το παρόν σημείωμα να κλείνει εδώ, όμως θεωρώ επιβεβλημένη μια έστω επιγραμματική αναφορά σε ζητήματα τα οποία η παραπάνω οπτική, σε συνάρτηση με την σημερινή ιστορική γνώση, αναδεικνύει ως «κεντρικά»:

     1] Το ζήτημα των όρων δημιουργίας αυτής της αρχικής «παρέκκλισης» καθώς και του μηχανισμού που προήλθε από αυτήν: «Αποδεικνύεται» ότι  πράγματι από την «παρέκκλιση» προήλθε «μηχανισμός»; Να θεωρηθεί η παραγωγή του «μηχανισμού» από την «παρέκκλιση» θεωρητικά, πρακτικά και «καθορισμένα ιστορικά» ως «αυταπόδεικτη» στη βάση της περιγραφής του Στάλιν και της μετέπειτα συνολικής εμπειρίας; Θα μπορούσε από τη φύση του πράγματος η ύπαρξη αυτού του «μηχανισμού» να αποτυπωθεί, αναζητηθεί και ανευρεθεί σε επίσημα ντοκουμέντα; Είναι αρκετά τα υπάρχοντα δεδομένα για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα χωρίς την ύπαρξη τέτοιων ντοκουμέντων;  Ας υποθέσουμε ότι απαντάμε «ναι», ώστε να μπορούμε να συνεχίσουμε στα επόμενα:..

     2] «Μηχανισμός της προσωπολατρείας»: Η με όρους ιεραρχημένης προσωπολατρείας ανάπτυξή του και ο συνακόλουθος παραμερισμός των μη-προσαρμοζόμενων σε αυτήν (αλλά μέσα σε μετα-τσαρικές, επαναστατικές/μετεπαναστατικές συνθήκες οξείας εσωκομματικής πάλης, σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αντιφασιστικού -από το 1936- και κατόπιν πατριωτικού πολέμου, πρέπει να σημειωθεί) από το 1937 έως την μετά θάνατο εκ μέρους του ίδιου μηχανισμού καταδίκη του αντικειμένου του (του κεντρικού αντικειμένου της «προσωπολατρείας» του στο πρόσωπο του Στάλιν) και την ανάδειξη του ίδιου «μηχανισμού της προσωπολατρείας» ως επικυρίαρχου αλλά πια «χωρίς» αυτήν: Εφόσον ο τύπος των ιεραρχικών σχέσεών «της» έχει πια καθιερωθεί, η «ίδια» δεν είναι πια αναγκαία.

     Περιγράφει το παραπάνω αρχικό απόσπασμα του Στάλιν κάτι διαφορετικό από τα πρωταρχικά και βασικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «προσωπολατρείας»;

     3] Η συνέχιση της ανάπτυξης του ίδιου «μηχανισμού» από τότε ως το τέλος (ως την κορφή και τα κεντρικά κλειδιά). Η βασική του αντίφαση ως όριο της αναπαραγωγής του: «αυτονομημένη» πολιτική μορφή μη «νομιμοποιούμενη» κοινωνικο-ιστορικά πάνω από τη βάση των σοσιαλιστικών οικονομικών παραγωγικών σχέσεων. Για την λύση της αντίφασης, για έναν νέο κύκλο αναπαραγωγής του, για τη μετατροπή του από πολιτικό μηχανισμό σε κοινωνική τάξη ή τμήμα κοινωνικής τάξης πρέπει να ανατραπούν οι βασικές σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις. Όταν αυτό συμβαίνει, σημαίνει και το τέλος του ως τέτοιου: Στάθηκε αδύνατο να πραγματοποιηθεί αυτή η ανατροπή με τους αποκλειστικά δικούς του «πολιτικούς» όρους. 

     4]  Ιστορική συνέχεια και συνύπαρξη, με αυτόν τον (αναπτυσσόμενο) μηχανισμό, των πολιτικά συνεπών (από την άποψη της υπεράσπισης και συνέχισης του σοσιαλισμού ως κοινωνικο-οικονομικού συστήματος)  κομματικών τμημάτων: Μια ορισμένη «εξωτερική» ταύτιση ανάμεσα στις δυο πλευρές σε ό,τι αφορά την καθαυτή πολιτική ύπαρξη (ιδεολογικο-πολιτική και πολιτική-οργανωτική  ανάπτυξη) των εργαζομένων (τάξεων και στρωμάτων): Μια ορισμένη αμοιβαία «σύμπτωση» στον περιορισμό της, στο όνομα (αλλά και μπρος στην πραγματικότητα) της αντεπανάστασης, από τη μια, για να μη διακυβευτεί η ύπαρξη του ίδιου αυτού (αντεπαναστατικού) μηχανισμού, από την άλλη.

     Μόνο που χωρίς αυτή την καθαυτή πολιτική ύπαρξη και ανάπτυξη των εργαζομένων, η όποια διαδικασία πολιτικής λύσης αναγκαστικά διεξάγεται εντός των εσωτερικών όρων και ορίων των οργάνων και, ευρύτερα, δομών πολιτικής καθοδήγησης και διεύθυνσης, γεγονός που σε τελική ανάλυση καθορίζει και τη φύση αυτών των οργάνων (τη σχέση τους με την σοσιαλιστική στην οικονομική βάση της κοινωνία)  αλλά και την έκβαση της όποιας τέτοιας διαδικασίας.   

     5] Το ζήτημα του (καταρχήν όχι «ηθικού», ή «θεωρητικού-διαπαιδαγωγητικού», αλλά) «δομικού» αντίδοτου στην εμφάνιση και ανάπτυξη ενός τέτοιου μηχανισμού. Ζήτημα που, φυσικά, τίθεται στο επίπεδο της θεωρίας (= στη βάση της εμπειρίας) και στη βάση (επίσης) της αντικειμενικής σχετικής «απόστασης» μεταξύ τάξης και πρωτοπορίας (στη βάση μιας αντικειμενικής –και σε ποιο βαθμό;-  σχετικής αυτονόμησης του «απονεκρούμενου» κράτους από την κοινωνία).

    Μια ορισμένη βάση απάντησης στο ζήτημα αυτό συνάγεται από την τελευταία παράγραφο του σημείου 4].   

    Το ζήτημα της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου. Η συνύπαρξη με τον ιμπεριαλισμό. Στρατός και «κράτος». Η γενική θεωρία και ο «ιστορικός καθορισμός» της πράξης.

     6] Η διεθνής επίδραση αυτού του μηχανισμού στο κομμουνιστικό κίνημα. Προλεταριακός διεθνισμός και ανάπτυξη του κινήματος στη βάση των πραγματικών εσωτερικών όρων του. Η ακόμα και πέραν της ύπαρξης κάθε τέτοιου «μηχανισμού» διαλεκτική σχέση και διαφορά μεταξύ κρατικής πολιτικής εργατικού κράτους και αναπτυσσόμενου εντός του καπιταλισμού εργατικού κινήματος.

     7]  Το ζήτημα του αποκλεισμού κάθε ιδεολογικής εκμετάλλευσης και «σπέκουλας» σ’ όλα τα παραπάνω, από την άποψη –όχι τόσο της  (μη αναμφισβήτητης) «επιβεβαίωσης» ορισμένων πολιτικών τάσεων, που όμως κατά κανόνα δεν βρέθηκαν από θέσεις διεθνισμού και ταυτόχρονης ανεξάρτητης ανάπτυξης της δυναμικής του κινήματος- αλλά κυρίως από την άποψη των πραγματικών ιστορικά καθορισμένων νομοτελειακών όρων που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει με μόνη την συναισθηματική λατρεία προς τη δημοκρατία και απέχθεια προς την εξουσία, το κράτος, τη γραφειοκρατία, που όσο μεγάλες κι αν είναι (η λατρεία και η απέχθεια) δεν εμποδίζουν από μόνες την αντίστροφη πράξη, κι αυτό είναι σε θέση να το αναγνωρίσει εμπειρικά και γνωσιολογικά ο καθένας.

    8] Το ζήτημα των (μη βλαβερών, ή μήπως: βλαβερών;) θεωρητικών και πρακτικών επιπτώσεων της περίπτωσης, όλα τα παραπάνω να μην αποτελούν παρά λογικές προεκτάσεις μιας –στη βάση της- ανυπόστατης υπόθεσης εργασίας…    

Advertisements

2 Σχόλια on “Ο Στάλιν για ορισμένες «ελλείψεις της κομματικής δουλειάς» και κάποιες παραπέρα σκέψεις”

  1. Ο/Η Ονειρμός λέει:

    Μάλλον το μόνο αντίστοιχο του μηχανισμού της προσωπολατρίας είναι στον Μάρξ ο μηχανισμός του φετιχισμού του εμπορεύματος (εδώ και η θρησκεία, το »κοινωνικό ιερογλυφικό» κλπ).
    Ως προς τον μηχανισμό http://bestimmung.blogspot.gr/2013/02/10001-1.html και http://bestimmung.blogspot.gr/2013/03/to-k.html?showComment=1363423184236
    Η απονέκρωση του Κράτους χέρι χέρι με την απονέκρωση αυτού του μηχανισμού.

    • Ο/Η marasagis λέει:

      Από την πλευρά μου δεν καταλαβαίνω ποιος ο λόγος να πρέπει να βρεθεί για τον «μηχανισμό της προσωπολατρείας» ένα «αντίστοιχο» και μάλιστα ένα «αντίστοιχο στον Μαρξ», ούτε και γιατί αυτό το «αντίστοιχο» να είναι ο «μηχανισμός του φετιχισμού του εμπορεύματος».

      Σε ότι αφορά τον τελευταίο έχω την εντύπωση, ότι περισσότερο «φετιχοποιημένη» έχει φτάσει να είναι η θεωρητική έννοια «φετιχισμός του εμπορεύματος» παρά το εμπόρευμα το ίδιο.
      Όπως το έχω κατανοήσει, το εμπόρευμα και οι σχέσεις της παραγωγής και ανταλλαγής του συγκαλύπτουν τις κοινωνικές σχέσεις που πραγματοποιούνται διαμέσου αυτών έτσι ώστε αυτές να εμφανίζονται σαν ιδιότητες του ίδιου του εμπορεύματος, κι ακόμα περισσότερο του χρήματος, κι έτσι το εμπόρευμα «φετιχοποιείται».
      Έχω όμως μια υποψία ότι από τη «φετιχοποίηση» του εμπορεύματος κι έπειτα, και ιδιαίτερα από τη στιγμή που αυτή αποκτά μια θεωρητική υπόσταση χάρη στο Μαρξ, η πληροφορία περί φετιχισμού του εμπορεύματος τείνει να φετιχοποιεί τον ίδιο το φετιχισμό, όσο δηλαδή περισσότερο η θεωρητική αυτή υπόσταση αποσπάται από το αντικείμενό της και το περιεχόμενό της.

      Έτσι πχ δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς ακριβώς είναι ο μηχανισμός του φετιχισμού του εμπορεύματος αντίστοιχος με το μηχανισμό της προσωπολατρείας. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για διαφορετικά φαινόμενα με διαφορετικό, το καθένα, ιστορικό περιεχόμενο και καθορισμό. Και αν ήθελε κανένας να μελετήσει και να ανακαλύψει όλες της παραμέτρους του δεύτερου, τη διάρθρωσή τους κλπ, τελικά θα αποπροσανατολιζόταν αν προσπαθούσε να το κάνει αυτό μέσα από το πρίσμα του «φετιχσμού του εμπορεύματος».
      Όπως κατά τη γνωμη μου (από την γρήγορη ανάγνωση που τους έκανα) υπάρχει κι ένα κάποιο ανιστορικό στοιχείο στην εξομοίωση, στο λινκ που παραθέτεις, ανάμεσα σε καπιταλιστή, μαχαραγιά κλπ. Το ότι η θέση και των δυο αποτελεί την κυρίαρχη πλευρά σε μια σχέση εξουσίας και εκμετάλλευσης δεν είναι, νομίζω, αρκετό για τους παραλληλισμούς που γίνονται.

      Το ότι μια σχέση σαν την «προσωπολατρεία» και η εξάλειψή της συνδέεται με την «απονέκρωση του κράτους» θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι «προφανές» (πόσο μάλλον όταν κάνουμε λόγο για «μηχανισμό» της), όμως από τη μια πλευρά, και χωρίς κράτος ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία δεν εξαλείφεται εξορισμού, και πώς θα μπορύσε άλλωστε… Ενώ και από την άλλη η ανάπτυξη του κράτους μπορει να το μετατρέπει σε μηχανισμό όλο και πιο «απρόσωπο» ώστε όσο λιγότερο αυτό «προσωποποιείται» τόσο περισσότερο ενδεχομένως ενδυναμώνεται στην πραγματικότητα παρά απονεκρώνεται.
      Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, εξού και οι πολλές λέξεις σε «εισαγωγικά».


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s