σημειώσεις για την ακροδεξιά οικειοποίηση «αναρχικών» συνθημάτων

Δεκαετίες ολόκληρες,  από τη «μεταπολίτευση» μέχρι μόλις χθες, το συνολικό πολιτικό νόημα της δραστηριότητας του «αναρχικού χώρου» συνοψιζόταν στο σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο (!) η βουλή».

Λίγο πριν τις εκλογές του Ιουνίου, το ίδιο σύνθημα κυριαρχούσε και στην προεκλογική συγκέντρωση του φασιστικού – ναζιστικού κόμματος – συμμορίας της «Χρυσης Αυγής» στη Θεσσαλονίκη…

Δεν πρόκειται φυσικά για «ταύτιση» των δυο «χώρων», ούτε για επιβεβαίωση κάποιας ταυτότητας των υποτιθέμενων «άκρων». Πρόκειται απλά για την ιδεολογική αποκατάσταση  των αυταπατών των προερχόμενων από την σχεδόν συνειδητή και πάντως «επιβεβλημένη» παραγνώριση (από την πλευρά του αναρχικού «αυθορμητισμού») των πραγματικών σχέσεων (οικονομικών και πολιτικών, «θεσμικών» και μη) και μηχανισμών της εκμεταλλευτικής εξουσίας, συντελούμενη αυτη η «αποκατάσταση» στους κόλπους των «συνειδητών» και πολιτικά στρατευμένων εκφραστών αυτών των πραγματικών σχέσεων και μηχανισμών.

Από τη σκοπιά των κομμουνιστών η βουλή σαν πολιτικός θεσμος του αστικού κράτους (στη «δημοκρατική» του μορφή) απέχει πολύ από το να συγκεντρώνει  την πραγματική πολιτική εξουσία της άρχουσας τάξης: το «πολιτικό» αστικό κράτος από μια άποψη δεν είναι παρά ένα απλό χρωματιστό περιτύλιγμα που κρύβει από την κοινή θέα το «φυσικό» κράτος και τους μηχανισμούς του, που ως μηχανισμοί εξουσίας δεν είναι μόνο «πολιτικοί» αλλά και (πρώτα απ’ όλα) οικονομικοί, οι οποίοι αναπτύσσονται σε τελική ανάλυση ανεξάρτητα από τις αλλαγές και τις διακυμάνσεις των πολιτικών συσχετισμών, ανεξάρτητα από την εκλογική – κοινοβουλευτική τους αποτύπωση, η οποία όμως ταυτόχρονα (κι αυτό είναι σημαντικό) δεν καταργεί αλλά αντίθετα φέρνει στην κοινή θέα και συγκεντρώνει πολιτικά τον κοινωνικό ταξικό ανταγωνισμό. Για τους κομμουνιστές το «τσάκισμα του αστικού κράτους» ως μηχανισμού καταπίεσης και άσκησης της ταξικής εξουσίας  του κεφαλαίου πάνω στους εργαζόμενους απέχει πολύ από το να ταυτίζεται με την απλή «κατάργηση» του κοινοβουλευτισμού, κι αυτή η τελευταία έχει νόημα μόνο σαν αντικατάσταση των πολιτικών μορφών του αστικού δημοκρατισμού από τα όργανα εξουσίας της δημοκρατίας των εργαζομένων που σχηματίζονται μέσα στη διαδικασία της ταξικής πάλης, μέσα από την οργάνωση της εργατικής τάξης  και των συμμάχων της στην πάλη αυτή, μέσα από την πολιτικοποίηση της ταξικής πάλης τους ως τον οριστικό της προορισμό…

Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο, πως σήμερα, όπου ολες οι αντιφάσεις των πραγματικών και «ιστορικά καθορισμένων» κοινωνικών σχέσεων του εκμεταλλευτικού συστήματος έχουν εμφανιστεί απογυμνωμένες από κάθε επιφαινόμενο που μέχρι τώρα ήταν ικανό να τις συσκοτίζει, σήμερα όπου κάθε κοινωνική τάξη είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη (αν δεν θελει να αρνηθεί τον εαυτό της ως κοινωνική τάξη) να συσπειρώνεται γύρω από τη δική της διέξοδο στα κοινωνικά αδιέξοδα δοκιμάζοντας ταυτόχρονα την ελκτική δύναμη που ασκούν οι δικές της προοπτικές στα «ενδιάμεσα στρώματα» της κοινωνίας, σήμερα που τα ίδια αυτά «ενδιάμεσα στρώματα» αποδύονται σε μια «απεγνωσμένη» προσπάθεια πολιτικού «αυτοκαθορισμού» εντός κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων που εκ των πραγμάτων και αναπόδραστα τα καθορίζουν όχι ως στρώματα «αυτόνομα» αλλά ακριβώς ως «ενδιάμεσα», δεν είναι λοιπόν παράξενο που σήμερα την αποστολή της άρνησης κάθε «επιφαινόμενου» που συγκαλύπτει και (επειδή «συγκαλύπτει») περιορίζει την ανεμπόδιστη – απρόσκοπτη άσκηση της ταξικής εκμεταλλευτικής εξουσίας την αναλαμβάνει απευθείας η «πολιτική» έκφραση της η χωρίς περιστροφές στρατευμένη στην εξουσία αυτή, το περιεχόμενο της οποίας στράτευσής της ισοδυναμεί ομολογημένα ή ανομολόγητα με την άρνηση του «δικαιώματος» πολιτικής έκφρασης κάθε κοινωνικής τάξης πλην της εκμεταλλευτικής. Πρόκειται για δυο «αρνήσεις» που είναι στην παγματικότητα μία: Το κατακτημένο (και οχι δοτό) και στην πραγματικότητα αναπαλλοτρίωτο (πέρα από νομιμότητα ή παρανομία) δικαίωμα πολιτικής έκφρασης της εργατικής τάξης ως τάξης για τον εαυτό της συμπίπτει τυπικά με το πολιτικό αστικοδημοκρατικό επιφαινόμενο που συγκαλύπτει τις πραγματικές σχέσεις και μηχανισμούς της κρατικής εξουσίας του κεφαλαίου: η άρνηση του μεν είναι για τους (αγκυλωτούς) σταυροφορους της εξουσίας των εκμεταλλευτών ταυτόσημη με την άρνηση του δε…

Η αφοσίωση στο πολιτικό επιφαινόμενο, για τον αγνωστικισμό του «αυθορμητισμού» (και των συνειδητών του κολάκων) ισοδυναμεί με την διατήρηση της καθυστέρησης μιας προεπιστημονικής εποχής στη φυσική γνώση του κόσμου:  Γι’ αυτήν την καθυστέρηση η άγνοια των νόμων που διέπουν τον φυσικό κόσμο ταυτίζεται με την «γνώση», με την αναντίρρητη βεβαιότητα, ότι κάθε μερόνυχτο ο ήλιος κάνει έναν ολοκληρωμένο κύκλο γύρω από τη γη. Απαιτείται μια ολόκληρη ρήξη του «αυθορμητισού» με τον εαυτό του για να οδηγηθεί στην νέα γνώση, ότι δεν γυρνάει ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη κάθε μέρα γύρω από τον άξονά της, και για να οικοδομηθεί ένας νέος αυθορμητισμός θεμελιωμένος όχι στον βαθμό της άγνοιας της ταυτιζόμενης με την άμεσα αισθητή εμπειρία, αλλά στην επιστημονική πια γνώση και την μεταβλητότητά της στο (μεταβαλλόμενο) έδαφος της ίδιας της «νομοτελειακής» της ανάπτυξης… Και (δεν) είναι έτερον-εκάτερον το γεγονός ότι η πάλη για την κατάκτηση της «αυτονοητης» σήμερα επιστημονικής γνώσης υπήρξε στον καιρό της υποχρεωμένη να βρεθεί αντιμέτωπη και να συγκρουστεί «από κοινού» τόσο με τον αγνωστικισμό του αυθορμητισμού όσο και με την συνειδητή «ιεροεξεταστική» επιβολή της άγνοιας ως μέσου εξουσίασης του ιδιου αυτού αυθορμητισμού από τους καταπιεστές του…

*

Το όλο ζήτημα θα μπορούσε να παραμείνει στο ευχάριστο -σε τελική ανάλυση- πεδίο της ιδεολογικής φιλοσοφικής συζήτησης με καφέ και τσιγάρο, σαν μια επικούρεια ηδονή ας πούμε, αν κι εμείς -όπως ο Επίκουρος- είχαμε την τύχη να μας υπηρετούν δούλοι και δεν είμασταν εμείς οι ίδιοι οι δούλοι που παλεύουν και οφείλουν να παλέψουν για την απελευθέρωση τους.

Σε αυτή την περίπτωση άλλωστε το επί δεκαετίες φιλολογικό «αναρχικό» σύνθημα «να καεί το μπουρδελο η βουλή» θα εξακολοθούσε ενδεχομένως να παραμένει σκέτη «αναρχική» φιλολογία, και δεν θα είχε ήδη μεταβληθεί σε πολεμική ιαχή των μηχανισμών που αποσκοπούν να μετατρέψουν κάθε «αναρχία» και κάθε «δημοκρατία» σε αποκλειστικό δικαίωμα δικό τους και της εκμεταλλεύτριας τάξης που υπηρετούν…

Σε αυτή την περίπτωση επίσης, η παραπάνω «αναρχική» συνθηματολογική «φιλολογία» δεν θα υπέκυπτε στην «ανάγκη» να έχει επί χρόνια συνοδευτεί με το δίδυμό της και καθόλου «φιλολογικό», αντικομμουνιστικό σύνθημα για το «κόμμα του χαφιέ», το οποίο ξαφνικά και για τους ίδιους ακριβώς λόγους που περιγράφτηκαν παραπάνω, έγινε επίσης αντικείμενο «οικειοποίησης» από «ακροδεξιούς» κύκλους, όπως φαίνεται σε κάποια ιστολόγια που ως βασική αποστολή τους έχουν μέσα από σοβαροφανείς «αναλύσεις» για την κρίση και την «σαπίλα» του «πολιτικού συστήματος» να «αβαντάρουν» τις φασιστικές λογικές και πρακτικές διάσωσης του συστήματος της ταξικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από την τάξη των καπιταλιστών: Δεν είναι παράξενο το ότι  η  «συνεπέστερη» πολεμική ενάντια στο ΚΚΕ ως του κόμματος που θεωρεί ότι «για όλα φταίει ο καπιταλισμός» προέρχεται από εκεί όπου υπηρετείται ο στόχος της διάσωσης του καπιταλισμού πάνω απ’ όλα, ακόμα κι αν όλα τα άλλα πρέπει να γκρεμιστούν και να σκορπίσουν για χάρη αυτού του στόχου… Από εκεί όπου «για όλα» πρέπει να φταίνε «όλα τα άλλα» εκτός από τον καπιταλισμό, τις πραγματικές σχέσεις του, τις νομοτέλειες της ανάπτυξής του και τα τελικά αποτελέσματα κάθε κύκλου ανάπτυξης αυτών των σχέσεων στο έδαφος αυτών των νομοτελειών…

Και δεν είναι παράξενο επίσης, το ότι ο «αναρχικός χώρος» ως ο για δεκαετίες αποκλειστικός εκφραστής και «ερμηνευτής» του άτοπου «πολιτικού αυτοκαθορισμού» των «ενδιάμεσων» κοινωνικών στρωμάτων, βλέπει ξαφνικά αυτά τα συνθήματά του να αποκτούν πραγματική πολιτική υπόσταση στο στόμα του πιο άσπονδου -υποτίθεται- εχθρού του, που επιδιώκει να εκφράσει τον ίδιο «αυτοκαθορισμό» των ίδιων κοινωνικών στρωμάτων αποσκοπώντας ενσυνείδητα να τα καταστήσει «εγγυητές» διατήρησης των καπιταλιστικών κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων οι οποίες τα συνθλίβουν και τις οποίες καμιά «άμεσα αισθητή εμπειρία», κανένας «αυθορμητισμός» και κανένας νομικός τύπος δεν πορεί να τις «θεσμοποιήσει» και να τις περιγράψει, να τις αποκαλύψει και να τις ανατρέψει – αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει με το «πολιτικό σύστημα», τους «300», τη «λίστα λανγκάρντ», τους «παράνομους μετανάστες», την (δίχως τανκς κι αεροπλάνα) «τροϊκανή κατοχή» , τις «μίζες», τα «σκάνδαλα» και τους «κλέφτες πολιτικούς»…

Θα ήταν ηδονή να κουβεντιάζει χαλαρά κανείς για όλα αυτά, αν στις 6 και στις 7 Νοέμβρη η εργατική τάξη, όλοι οι εργαζόμενοι, δεν ήταν υποχρεωμένοι από τα πράγματα, να κάνουν με την 48ωρη απεργία τους ένα σημαντικό βήμα στην ανάπτυξη της πάλης τους και της οργάνωσής τους κοντρα σε «θεούς και δαίμονες» που επιδιώκουν το αντίθετο, αν από τα πράγματα μετά την 48ωρη απεργία η πάλη των εργαζομένων δεν ήταν υποχρεωμένη παρά να συνεχιστεί στον ίδιο δρόμο, και αν η «ακροδεξιά οικειοποίηση» ορισμένων «αναρχικών» συνθημάτων και πρακτικών δεν είχε  ήδη δώσει δείγματα γραφής υπό την δήθεν αφασική αιγίδα, ως «υπέρτατου όντος», της πολιτικής επιτομής του οπορτουνισμού – δηλαδή της οργάνωσης σε ιδεολογικό-πολιτικό «σύστημα» κάθε δυνατού πλαστού προσχήματος παρακάμψης και διατήρησης των κεντρικών σχέσεων και κρίσιμων όρων ύπαρξης του κοινωνικού συστήματος εκμετάλλευσης των εργαζομένων από την τάξη των καπιταλιστών, του συστήματος κοινωνικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Advertisements

One Comment on “σημειώσεις για την ακροδεξιά οικειοποίηση «αναρχικών» συνθημάτων”

  1. Ο/Η TRASH λέει:

    Εξαιρετικό!
    -αναδημοσιεύω πάραυτα!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s