Για την κοινή πάλη των εργαζομένων ελλήνων και μεταναστών

Με αφορμή το ρατσιστικό πογκρόμ που εξαπέλυσαν τις προηγούμενες μέρες  οργανωμένοι φασιστικοί μηχανισμοί με πρόσχημα το μαχαίρωμα ενός Έλληνα κομμωτή ενδεχομένως από μετανάστη στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμωνα στην Αθήνα, είναι χρήσιμη μια πρώτη εξέταση των όρων επιβολής του «κοινωνικού αυτοματισμού» που επιδιώκει να  κυριαρχήσει στην περιοχή, των συνεπειών του  και των όρων άρνησης και ξεπεράσματός του.

1] Η αναγωγή του προβλήματος στην «παράνομη» μετανάστευση είναι για πολλούς λόγους προσχηματική και επίπλαστη.

Πρώτον γιατί για τις ρατσιστικές συμμορίες δεν τίθεται θέμα «νόμιμης» και «παράνομης» μετανάστευσης. Για τον ρατσισμό ως εργαλείο μίσους και διαίρεσης ανάμεσα στους εργαζόμενους σε κάθε ξεχωριστή χώρα, το μόνο θέμα που τίθεται στην πραγματικότητα είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ντόπιους και «ξένους». Σαν διεθνές ανορθόλογο φαινόμενο ο ρατσισμός ζητά έναν κόσμο χωρις «ξένους», όμως ο μόνος «ξένος» στον κόσμο αυτό δεν είναι παρά ο ίδιος ο ρατσισμός.

Δεύτερον, γιατί ο μόνος λόγος ύπαρξης της μετανάστευσης ως «παράνομης» είναι η ειδική της ποινικοποίηση από την κρατική νομοθεσία, που εξασφαλίζει έτσι για το κεφάλαιο μια ανθρώπινη μάζα σαν φτηνό εργατικό δυναμικό χωρίς στοιχειώδη δικαιώματα, εργάτες χωρίς νομιμότητα στην προσωπική τους υπόσταση, υποβιβάζοντας έτσι μεγάλο τμήμα της σύγχρονης εργατικής τάξης  σε επίπεδο αντίστοιχο της αρχαίας ρωμαϊκής δουλοκτησίας, τηρουμένων των αναλογιών:

Οι δούλοι της ρωμαϊκής αρχαιότητας δεν διέθεταν κανένα δικαίωμα ως άνθρώπινα όντα, ο νόμος δεν τους θεωρούσε καν ανθρώπινα όντα και σαν άτομα αποτελούσαν ιδιοκτησία του αφεντικού-δουλοκτήτη που τους κατείχε ως «ομιλούντα εργαλεία». Οι δούλοι της σύγχρονης μισθωτής εργασίας, στην εποχή του σύγχρονου καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, είναι τυπικά  «ελεύθεροι» σαν άτομα, σαν σύνολο όμως αποτελούν παραγωγικό εργαλείο στη διάθεση του συνόλου της τάξης των καπιταλιστών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής,  ενώ η «παράνομη» υπόστασή τους τούς αποστερεί από κάθε εργατικό και κοινωνικό ανθρώπινο δικαίωμα.

Η «παρανομία» των «λαθρομεταναστών» βρίσκεται στο ότι η κρατική εξουσία δεν τους εφοδιάζει με έγγραφα που νομιμοποιούν την προσωπική τους υπόσταση και την παραμονή τους στη χώρα. Η ίδια «παράλειψη» της κρατικής εξουσίας είναι υπαίτια για την όλη φιλολογία γύρω από το «ανεξέλεγκτο» πλήθος των μεταναστών, αφού μόνο ο εφοδιασμός των μεταναστών με έγγραφα νομιμοποίησης μπορεί ταυτόχρονα να κατοχυρώσει τον δημόσιο έλεγχο της δραστηριότητας του οποιουδήποτε, ο οποίος χωρίς νόμιμη προσωπική υπόσταση πολύ απλά «δεν υπάρχει». Όμως είναι πολύ ισχυρή η ταξική εκμεταλλευτική οικονομική σκοπιμότητα που επιβάλλει σε μια μεγάλη εργατική μάζα μεταναστών να ζει και να διαθέτει την εργατική της δύναμη με όρους «μη ύπαρξής» της.

Δεν είναι τέλεια για τον καπιταλισμό μια εργατική τάξη αναγκασμένη όχι απλά να μην υπάρχει σαν τάξη για τον εαυτό της, αλλά «να μην υπάρχει» γενικά;  Και δεν είναι ο ρατσισμός (σαν «ιδεολογία» αλλά και σαν νομικό – κρατικό καθεστώς) εργαλείο εξαναγκασμού  αυτής της εργατικής – προλεταριακής μάζας σε όρους «μη ύπαρξης»;

2]  Φυσικά δεν είναι παράξενο το ότι όπως ο μισός σχεδόν ντόπιος πληθυσμός της χώρας είναι συγκεντρωμένος στην Αθήνα, ακριβώς για τους ίδιους λόγους είναι συγκεντρωμένος εκεί και ο σχεδόν μισός μεταναστευτικός πληθυσμός.

Η συσσώρευση των μεταναστών σε ορισμένες περιοχές της πόλης έχει να κάνει με τους αγοραίους (κάθε άλλο όμως παρά μη κατευθυνόμενους) όρους προσφοράς και ζήτησης στην εξασφάλιση στέγης και στην αγορά «αξιών» ακινήτων.

Η συσσώρευση των μεταναστών στη χώρα γενικά (και κατά προέκταση στην Αθήνα και με ιδιαίτερη συγκέντρωση σε ορισμένες μόνο περιοχές της)  οφείλεται στους νόμους που θεσπίζει και εφαρμόζει η κρατική εξουσία:

Εκτός από την παράνομη είσοδο στη χώρα (που είναι ουσιαστικά αδύνατο να αποτελέσει φραγμό στην ορμητικότητα της νομοτελειακής και απεγνωσμένης μεταναστευτικής φυγής από τις πιο φτωχές και εμπόλεμες χώρες προς τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού) η κρατική νομοθεσία έχει καταστήσει και την έξοδο από την χώρα παράνομη. Είναι γνωστό το ότι εξαιτίας της ευρωενωσιακής συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να κρατά τα σύνορά της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση κλειστά για τους μετανάστες που φτάνουν εδώ από την Ασία και την Αφρική με προορισμό την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τελικό φυσικό αποτέλεσμα αυτής της νομοθεσίας είναι η συσσώρευση σε μερικές περιοχές της Αθήνας και άλλων πόλεων ενός μεταναστευτικού πληθυσμού που, διαφορετικά, κατά μεγάλο μέρος θα διασκορπιζόταν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η ακύρωση της συνθήκης αυτής αποτελεί συστατικό στοιχείο της αναγκαίας αποδέσμευσης από τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στη χώρα η ένταξή της στην ΕΕ, στοιχείο αναπόσπαστο από την πάλη για ίσα κοινωνικά και εργατικά δικαιώματα των μεταναστών σε οποιοδήποτε σημείο εγκατάστασής τους.

3] Οι συνθήκες φτώχιας και εξαθλίωσης που προκαλεί η καπιταλιστική κρίση σε ντόπιους και μετανάστες εργαζόμενους, η συχνά εξαναγκαστική προσφυγή των εξαθλιωμένων στην «μικροεγκληματικότητα» για την επιβίωσή τους, η στρατολόγηση της «μικροεγκληματικότητας» από τα κυκλώματα του οργανωμένου εκλήματος με τις υψηλές διασυνδέσεις και σχέσεις προστασίας που απολαμβάνουν από εξειδικευμένα τμήματα των κρατικών μηχανισμών, η αύξηση της ηθικής εξαχρείωσης που αποτελεί συνέπεια της αποχαλινωμένης καπιταλιστικής – ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας και όρο λειτουργίας των κυκλωμάτων του οργανωμένου εγκλήματος όπου συνευρίσκονται στοιχεία εγχώρια και αλλοδαπά, η ρατσιστική – φασιστική τρομοκρατία σαν όψη της ίδιας πραγματικότητας που στρέφεται ενάντια σε Έλληνες και μετανάστες εργαζόμενους κατοίκους των περιοχών όπου είναι συγκεντρωμένος μεταναστευτικός πληθυσμός, όλα αυτά σαν ενιαίος μηχανισμός αποτελούν  όργανο καταδυνάστευσης τόσο των ντόπιων όσο και των μεταναστών εργαζομένων και ανέργων.

Τα κυκλώματα του δουλεμπορίου, της μαστρωπίας, του εμπορίου ναρκωτικών κλπ,   η κατευθυνόμενη εγκληματική βία, η απεγνωσμένη εγκληματικότητα των εξαθλιωμένων, η ρατσιστική – φασιστική βία που (μιλώντας συγκρατημένα) «σέβεται» τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος και  επιχειρεί με την τρομοκρατία της να εξουσιάσει τη ζωή Ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων και ανέργων, όλα αυτά έχουν (σαν μειοψηφία) Έλληνες και αλλοδαπούς θύτες όπως έχουν (για την κοινωνική πλειοψηφία)  Έλληνες και αλλοδαπούς θύματα.

4] Τα καθημερινά αδιέξοδα, οι αντικειμενικοί καθημερινοί φόβοι, καθώς και οι σκόπιμα και μεθοδικά καλλιεργούμενες φοβίες,  κάτω από τέτοιες συνθήκες ζωής, η παθητική αποδοχή τέτοιων όρων ζωης, παρέχουν έδαφος ανοχής στους φασιστικούς μηχανισμούς και στη ρατσιστική βία. Η ρατσιστική βία με όρους κοινωνικού αυτοματισμού είναι φαινόμενο ικανό να αναπαράγεται και να ανατροφοδοτείται, να διογκώνεται, αμφίδρομα, πέρα από κάθε «λογικό» όριο. Οι διαδικασίες της πολιτικής πάλης που αποσκοπούν  στην ικανοποίηση των αναγκών των εργαζομένων κι όχι των αναγκών του κεφαλαίου, καθώς επίσης και στην εγκαθίδρυση μιας κρατικής εξουσίας ικανής να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τα οικονομικά συμφέροντα γύρω από τα οποία οικοδομούνται τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος κι οι δεσμοί τους με τμήματα των σημερινών κρατικών μηχανισμών, είναι οι μόνες που μπορούν να επιβάλουν όρους οριστικής διεξόδου από αυτή την πραγματικότητα.

Όμως την ίδια ώρα που αυτές οι διαδικασίες αναπτύσσονται, η ίδια αυτή πραγματικότητα λειτουργεί ανασταλτικά στην ανάπτυξή τους. Δεν θα ήταν λοιπόν λάθος να θεωρηθεί  ζήτημα αιχμής η κατάσταση που από καιρό διαμορφώνεται στις περιοχές  κατοικίας όπου συμβιώνουν Έλληνες και μετανάστες εργαζόμενοι. Οι οποίοι συμβίωνουν στους τόπους κατοικίας τους και  «διασκορπίζονται» στους διαφορετικούς τόπους δουλειάς τους, όπως ειναι ο γενικός κανόνας σήμερα, όπως και αντίστροφα οι εργαζόμενοι στους ίδιους τόπους δουλειάς «διασκορπίζονται» μετά το ωράριο στους διάφορους τόπους κατοικίας τους.

Αν όμως στους τόπους δουλιάς γεννιέται κι αναπύσσεται η ταξική συνείδηση και πάλη, στη συγκεκριμένη περίπτωση η παθητικότητα απέναντι σ’ αυτές τις συνθήκες ζωής των τόπων κατοικίας συνιστά φυτώριο ανάπτυξης της πιο επιθετικής πολιτικής και κοινωνικής αντίδρασης με συνέπειες που δεν περιορίζονται στους τόπους αυτούς. 

Ακόμα κι αν φαίνεται «ουτοπία»,  αποτελεί από πολύ καιρό και πια επείγουσα αναγκαιότητα η πέρα από κάθε αντιξοότητα από κοινού οργάνωση των Ελλήνων και μεταναστών εργαζομένων και στις περιοχές κατοικίας όπου συμβιώνουν, για να αντιμετωπίσουν όλα τα δεινά που συσσωρεύονται στη ζωή και των μεν και των δε από τις συνέπειες του καπιταλισμού και της κρίσης του καθώς και από την οργανωμένη δραστηριότητα συγκεκριμένων μηχανισμών…

Για τη αντιμετώπιση, από κοινού, των συνεπειών της φτώχιας και της εξαθλίωσης, για την από κοινού αντιμετώπιση της εξαχρείωσης που επιβάλλουν «αυθόρμητα» οι καπιταλιστικές σχέσεις και συνειδητά τα κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος κι οι ρατσιστικές – φασιστικές συμμορίες καταδυναστεύοντας τη ζωή ντόπιων και μεταναστών. Από κοινού ενάντια στους μηχανισμούς στρατολόγησης μεταναστών στα «χωρίς πατρίδα» κυκλώματα του οργανωμένου εγκλήματος και στους φασιστικούς μηχανισμούς τρομοκράτησης και καταπίεσης στο όνομα της δήθεν προστασίας των ντόπιων κατοίκων. Από κοινού ενάντια στον γενικότερο κατήφορο όπου οδηγεί η παθητική αποδοχή της ανάπτυξης του συνόλου αυτών των συνθηκών, ενάντια στον πολιτισμό της κοινωνικής ανθρωποφαγίας, για τον πολιτισμό της ταξικής – λαϊκής αλληλεγγύης και πάλης, για να πάρουν οι εργαζόμενοι από κοινού την καθημερινή τους ζωή κι όλη τους τη ζωή τους στα χέρια τους.

Δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να γίνει. Είναι όμως σίγουρο ότι ΠΡΕΠΕΙ να γίνει.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s