συνήγορος του διαβόλου – εισαγωγή

Εδώ και χρόνια, σε διάφορες συγκυρίες που απαιτούν πλατιά απεύθυνση στο λαό, σε εκλογικές μάχες κλπ,  είναι συνηθισμένο το κάλεσμα προς τους εργαζόμενους να στηρίξουν, να ενισχύσουν το ΚΚΕ, «ακόμα κι αν δεν συμφωνούν σε όλα μαζί του, ακόμα κι αν δεν συμφωνούν σε όλα μαζί του για το σοσιαλισμό».

Το πρώτο σκέλος του καλέσματος, υπογραμμίζει βέβαια το αντικειμενικά αυτονόητο: συμφωνία «σε όλα» μπορεί να έχει κανείς μόνο με τον εαυτό του και, σε τελική ανάλυση, ούτε μ’ αυτόν. Προβλήματα λοιπόν γεννιόνται στο δεύτερο σκέλος της φράσης, σ’ αυτό που καλεί σε υποστήριξη ακόμα κι αν δεν υπάρχει συμφωνία για το σοσιαλισμό.

Εν μέρει βέβαια είναι κατανοητό, λχ στη βάση των θέσεων του ΚΚΕ για την αντιμετώπιση άμεσων λαϊκών προβλημάτων, στη βάση των θέσεών του και της δράσης του στους αγώνες των εργαζομένων κλπ. Από εκεί και πέρα όμως, είναι τόσο οριακές οι πραγματικές κοινωνκές – οικονομικές συνθήκες, είναι τόσο ελάχιστα τα περιθώρια προσαρμογής στην παρούσα πραγματικότητα, τόσο ελάχιστα τα περιθώρια πραγματικής με διαρκή χαρακτηριστικά «συναίνεσης» όχι μόνο απέναντι στο άμεσο παρόν αλλά και πολύ περισσότερο απέναντι στην προοπτική και την κατεύθυνση όπου αυτό το παρόν οδηγεί, είναι γι’ αυτό -αντίστροφα- τόσο έντονη η αναζήτηση μιας ριζικής διεξόδου από αυτό το «παρόν», ώστε μια αποφασιστική στήριξη προς το ΚΚΕ είναι δυνατό πρώτα απ’ όλα να εκφραστεί μόνο στη βάση ακριβώς της αγωνιστικής διεξόδου που προτείνει, μόνο στη βάση ακριβώς της συμφωνίας με το περιεχόμενο αυτής της διεξόδου, και όχι στη βάση της μη συμφωνίας με το περιεχόμενο αυτό «σε όλα» (και εν τέλει σε ποιά;).

Είναι άλλωστε σχετικά αντιφατικό, και από την άποψη του ΚΚΕ, από τη μια να ξεκαθαρίζει ότι τη λαϊκή στήριξη την αξιοποιεί για να φέρει πιο κοντά την προοπτική της λαϊκής εξουσίας σαν μόνη, ουσιαστικά, διέξοδο απέναντι στα συσσωρευμένα λαϊκά αδιέξοδα, την λαϊκή εξουσία μάλιστα σαν ουσιαστική αφετηρία για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας με όση επίδραση θα έχει αυτός στη μεταβολή του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, και από την άλλη να καλεί και να θεωρεί ότι αυτή η λαϊκή στήριξη θα μπορούσε να είναι κατά ένα κρίσιμο ιδεολογικό μέγεθος άσχετη από την αντίληψή του για το περιεχόμενο της αυριανής σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνικής προοπτικής.

Μοναδική αντίθετη προς την παραπάνω τοποθέτησή μου όψη, θα μπορούσε να είναι η εξής: Το ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση δεν αποτελεί διαδικασία εφαρμογής προκατασκευασμένων σχημάτων. Το ότι η σοσιαλιστική οικοδόμηση αποτελεί διαδικασία, οι μορφές της οποίας αποκρυσταλλώνονται στην πράξη, σε συνάρτηση με το βάθος και την έκταση της λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας που την πραγματοποιεί, σε συνάρτηση με την πείρα της ίδιας της οικοδόμησης την οποία αποκομίζουν την ώρα της ίδιας αυτής διαδικασίας τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις που συμμετέχουν σ’ αυτή, πάνω στην πραγματική κοινωνικο-οικονομική βάση επί της οποίας συντελείται αυτή η διαδικασία θεμελιωμένη θεωρητικά σε γενικές   αρχές, όρους, απαιτήσεις που ανταποκρίνονται σε αυτή την πραγματική βάση.

Μ’ αυτή την έννοια, πράγματι, ένα τέτοιο κάλεσμα «ακόμα και χωρίς συμφωνία σε όλα για τον σοσιαλισμό», έχει συγκεκριμένο και ρεαλιστικό αντίκρισμα ως κάλεσμα με χαρακτηριστικά ριζικής διεξοδου. Με την ίδια επίσης αυτή έννοια, θα αποτελούσε και αποτελεί «παγίδα» ως έναν, ή από έναν, βαθμό κι έπειτα η οποιαδήποτε προσπάθεια σχηματικής συγκεκριμενοποίησης μορφών με τις οποίες «θα» υλοποιείται, «θα» πραγματώνται η ανάπτυξη της λαϊκής εξουσίας και οικονομίας (συγκεκριμενοποίησης που, τάχα, θα μπορούσε να συμβάλλει στην προώθηση μιας «συμφωνίας» σχετικά με την αντίληψη για το σοσιαλισμό). Από εκείνον δηλαδή τον βαθμό, πέρα από τον οποίο δε γίνεται πια λόγος για το βασικό, το κεντρικό περιεχόμενο της οικονομικής ανατροπής της απαιτούμενης για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, για την γενική κατεύθυνση της κοινωνικής ανάπτυξης στη βάση των κατακτημένων με αυτή την ανατροπή υλικών όρων, για το ουσιαστικό περιεχόμενο της κρατικής οργανωσης που ανταποκρίνεται σε αυτή την ανατροπή και διαδικασία ανάπτυξης, αλλά γίνεται λόγος για «εξωτερικές» -κατά μεγάλο μέρος- μορφές των σχέσεων που θα επιβληθούν και θα αναπτυχθούν στη βάση αυτής της ανατροπής (πόσο μάλλον αν θεωρούνταν ότι, μάλιστα, εξαρτάται από τέτοιες «εξωτερικές» μορφές και η ίδια η πραγματοποίηση της απαιτούμενης οικονομικής ανατροπής), για «εξωτερικές» μορφές του πολιτικού συστήματος που θα διευθύνει τη διαδικασία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, για «εξωτερικές» μορφές επίσης ανταποκρινόμενες όχι στην αφετηριακή πολιτικο-οικονομική ανατροπή και την κατεύθυνση της κοινωνικής ανάπτυξης αλλά σε εναδιάμεσες φάσεις της ή στο απώτερο κομμουνιστικό «τέλος» αυτής της διαδικασίας κλπ.

Αφαιρώντας την παραπάνω «μοναδική» (και καθ’ όλα ουσιώδη) έννοια από τον όλο προβληματισμό αυτού του κειμένου, μας μένει ακριβώς το ζήτημα που σχετίζεται με το βασικό, κεντρικό περιεχόμενο της οικονομικής ανατροπής της απαιτούμενης για την σοσιαλιστική οικοδόμηση, με την γενική κατεύθυνση τής από εκεί και πέρα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, με το ουσιαστικό περιεχόμενο της κρατικής οργάνωσης που «αναλαβάνει» αυτή την οικονομική ανατροπή (έχοντας διαμορφωθεί πριν ή «ταυτόχρονα» ή ακόμα, σε μικρότερο ή μαγαλύτερο βαθμό, και μετά από αυτήν) και που στη συνέχεια ανταποκρίνεται στους απαιτούμενους όρους ανάπτυξης της κοινωνίας πάνω στις νέες υλικές βάσεις της.

Κι αυτό ακριβώς το ζήτημα που «μας μένει» έχοντας αφαιρέσει την προαναφερόμενη «μοναδική έννοια», θέλοντας να το εξετάσουμε σε σχέση με τη λαϊκή στήριξη τη βασισμένη όχι στην «μη συμφωνία σε όλα», αλλά αντίθετα τη βασισμένη σε μια συμφωνία με την γενική αντίληψη για την ριζική, σοσιαλιστική κοινωνική διέξοδο και προοπτική, οδηγούμαστε αναπόφευκτα στο ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης, οδηγούμαστε στη θέση και στο ρόλο των «μεσαίων» κοινωνικών στρωμάτων   εντός αυτής της συμμαχίας, κι ακόμα παραπέρα στη θέση και το ρόλο των «μεσαίων» στρωμάτων εντός της «γενικής αντίληψης» για τον ίδιο το σοσιαλισμό, εντός των κοινωνικο-οικονομικών όρων που έπονται της απαιτούμενης αφετηριακής οικονομικής ανατροπής, εντός των όρων της μετέπειτα κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης και της γενικής της κατεύθυνσης.

Φτάνουμε έτσι στο σημείο όπου μπορούμε να αποκαλύψουμε το νόημα του αινιγματικού τίτλου της παρούσας δημοσιευσης: «Συνήγορος» είναι ο γράφων. Και «διάβολος» ειναι ο «μικροαστός».

Πρόκειται, όπως είναι εκ των προτέρων φανερό για «συνηγορία» ως προς την ύπαρξη ορισμένου «ρόλου και θέσης» των σημερινών «μεσαίων» στρωμάτων εντός της γενικής κατεύθυνσης της διαδικασίας εκείνης που έχει ως αφετηριακό της σημείο την απαιτούμενη   πρωταρχική οικονομική ανατροπή για το πέρασμα στο σοσιαλισμό και την οικοδόμησή του.  Πρόκειται όμως, από την μια, για «συνηγορία» που φιλοδοξεί σε κριτήρια όχι πολιτικού «ωφελιμισμού» (πολιτικού προσεταιρισμού), αλλά σε κριτηρία που επιχειρούν τη θεμελίωσή τους στη βάση αντικειμενικών όρων και θεωρητικών αρχών ανταποκρινόμενων σε αυτούς.  Από την άλλη μεριά, όπως κάθε «συνηγορία», έτσι κι αυτή είναι υποχεωμένη να φτάσει ως το τέρμα της: Ακόμα κι αν αποσκοπεί στην αθώωση του «πελάτη» είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει και το ενδεχόμενο της καταδίκης του «όπως κατηγορείται», και ακόμα και τότε εξακολουθεί να επιμένει ως προς το θέμα του ύψους και της εκτέλεσης της ποινής, χωρίς με όλα αυτά να προδικάζω το τελικό αποτέλεσμα του όλου θεωρητικού εγχειρήματος…

Τέλος, όπως γίνεται φανερό από τον τίτλο, πρόκειται για «εισαγωγή». Επομένως ως προς το κύριο μέρος της όλης υπόθεσης θα υπάρξει συνέχεια.

Εκτός, φυσικά, αν λόγοι απρόβλεπτοι ματαιώσουν αυτή τη συνέχεια και η υπόθεση της όλης «συνηγορίας» παραμείνει τελικά απλώς μια «εισαγωγή».

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s