συνήγορος του διαβόλου – πρώτο μέρος

   Προκειμένου να επιχειρήσουμε μια πρώτη θεωρητική προσέγγιση του θέματός μας, πρέπει πρώτα να σημειώσουμε συνοπτικά τα εξής:

    Διαβάζοντας το Κεφάλαιο για να συναγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα γύρω από το ερώτημα που μας απασχολεί εδώ, «σκοντάφτουμε», κατά κάποιο τρόπο, στο ότι  σε αυτό η ανάλυση και περιγραφή των οικονομικών σχέσεων πραγματώνεται βασικά στο έδαφος της θεωρητικής υπόθεσης ενός κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής αναπτυγμένου ως μοναδικού τρόπου παραγωγής σε όλη την κοινωνική έκταση. Στο έδαφος αυτής της υπόθεσης, οι κοινωνικές τάξεις που εμφανίζονται στην ίδια περιγραφή, είναι δυο: εργάτες και κεφαλαιοκράτες. Από την ανάλυση δηλαδή απουσιάζουν τα κοινωνικά στρώματα καθώς και τα αντίστοιχά τους παραγωγικά μεγέθη, που αυτά ακριβώς αποτελούν εδώ το αντικείμενο της θεματολογίας μας. Στο έδαφος επίσης αυτής της υπόθεσης, ως μορφή ξεπεράσματος των αντιφάσεων της «καθαρής» σε όλη την κοινωνική έκταση κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, δεν μπορεί παρά αντίστοιχα να αναδεικνύεται η «καθαρή», η άμεση, σε όλη την κοινωνική έκταση, κοινωνικοποιημένη παραγωγή.

   Ουσιαστικά τα μεσαία στρώματα και η «μεσαία» παραγωγή τους (μεσαία όχι μόνο από την άποψη του ποσοτικού της μέγέθους, αλλά και από την άποψη της ενδιάμεσης θέσης της ανάμεσα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και στην αποξενωμένη από τα μέσα της εργασίας της μισθωτή εργασία) εμφανίζονται στο «Κεφάλαιο» σε επιμέρους μόνο όψεις της οικονομικής ανάλυσης:

    Η πρώτη όψη είναι η σχετική με την εξαφάνισή τους, όταν στην αρχή των καπιταλιστικών σχέσεων και στη διάρκεια της ανάπτυξής τους, τα μεσαία στρώματα προλεταριοποιούνται (ή, σε μικρότερο βαθμό, αστικοποιούνται), σε μια διαδικασία οικονομικής εξάλειψης (κυρίως της ανεξάρτητης εργασίας, του ανεξάρτητου εργάτη που κατέχει ο ίδιος τα τα μέσα της εργασίας του, αλλά και της μικρής παραγωγικής ιδιοκτησίας που χρησιμοποιεί εργατική δύναμη με μορφή μίσθωσης χωρίς το παραγόμενο προϊόν να επαρκεί για ιδιοποίηση υπεραξίας), η οποία διαδικασία (αποτελώντας βέβαια γενική οικονομική νομοτέλεια) προκειμένου ίσως να δώσει τη θέση της στους θεωρητικά καθαρούς όρους του ειδικά κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, φαντάζει (ακριβέστερα: ενέχει την δυνατότητα να κατανοείται ως) ταχύτατη και ολοκληρωτική.

     Η δεύτερη τέτοια όψη, είναι όταν γίνεται μνεία για τα όρια της ειδικά καπιταλιστικής ανάπτυξης που σταματά, ανάμεσα στ’ άλλα, μπροστά στο παραγωγικό πεδίο το κατειλλημένο λ.χ. από μορφές της «ανεξάρτητης εργασίας» όπως συμβαίνει σε ορισμένη έκταση της αγροτικής παραγωγής κλπ.

     Μια τρίτη τέλος όψη του ζητήματος εμφανίζεται με τη θέση, ότι οι όροι ξεπεράσματος των αντιφάσεων της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής δεν οδηγούν στην επιστροφή σε «προκαπιταλιστικές» μορφές (τις οποίες εκφράζει ακριβώς η ύπαρξη των μεσαίων στρωμάτων), αλλά οδηγούν στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή: Αν λοιπόν, απ’ τη μια, η θεωρητική υπόθεση εργασίας ενός «καθαρού» καπιταλισμού δεν μας παρέχει έτοιμα συμπεράσματα ως προς το θέμα μας εδώ, τότε επίσης, από την άλλη, η παραπάνω θέση ως έκφραση γενικης νομοτέλειας δεν μας βοηθά στο να συμπεράνουμε κάτι οριστικό για την ύπαρξη  θέσης και ρόλου ορισμένων προκαπιταλιστικών οικονομικών-παραγωγικών μορφών (που σε έναν βαθμό επιβιώνουν και ενσωματώνονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής) στα πλαίσια της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, για τους δυνατούς-ή-όχι ειδικούς όρους επιβίωσης και ενσωμάτωσης αυτών των μορφών στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, και μιλώντας πιο αφηρήμενα για την αναγκαία και δυνατή (ή όχι) θέση και ρόλο της «μικρής» παραγωγής στα πλαίσια, γενικά, της «μεγάλης» που κυριαρχεί.

     Έτσι, σε μεγάλο βαθμό μένουν ανοιχτά ζητήματα έρευνας όπως τα παρακάτω [#]:

    Σε τι οφείλεται η σχετική βραδύτητα (σε σύγκριση με την δυνατή θεωρητική κατανόησή της) της νομοτελειακής διαδικασίας εξαφάνισης (συνοδευόμενης μάλιστα σε έναν βαθμό από ταυτόχρονη αναπαραγωγή της) της «μεσαίας» παραγωγής και των μεσαίων στρωμάτων; Πρόκειται απλώς για «φυσικούς» αργούς ρυθμούς συντέλεσης αυτής της διαδικασίας; Πρόκειται άραγε, αντίθετα, για την ύπαρξη ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας της «μικρής» παραγωγής πλάι στη μεγάλη, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας που ταυτόχρονα τα αντιστρατεύεται η συνεχής τάση επέκτασης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας στα οποία ενσωματώνονται και μορφές οικονομικά-παραγωγικά «παρασιτικές» ως συνέπεια της ορισμένης αντιθεσης ανάμεσα στους όρους της ειδικά καπιταλιστικής παραγωγής και τους όρους της κοινωνικής παραγωγής γενικά; Αν είναι έτσι  ποιος θα έπρεπε να είναι ο ειδικός αντικειμενικός καθορισμός αυτής της σχέσης «μικρής» – μεγάλης παραγωγής στον καπιταλισμό και ποιός ο ειδικός καθορισμός της στον σοσιαλισμό, στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, από την πρώτη βαθμίδα ανάπτυξής της μέσα από τους κόλπους της παλιάς κοινωνίας έως το «τέλος» της, μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσης;

                                                                      ***

   Αφήνοντας, προς το παρόν, κατά μέρος τα παραπάνω ερωτήματα, θεωρούμε σκόπιμη στο σημείο αυτό μια θεωρητική προσφυγή στην σχετική με το θέμα μας επιγραμματική πολιτικο-οικονομική αναφορά της  «Κριτικής στο Πρόγραμμα της Γκότα» (σελ. 16 της έκδοσης της Σύγχρονης Εποχής). Όπως είναι φανερό, στο παρακάτω απόσπασμα η πρώτη εντός εισαγωγικών παράγραφος με τα πλάγια στοιχεία είναι η διατύπωση της θέσης του «προγράμματος της Γκότα» (πρόγραμμα ενοποίησης των τότε γερμανικών εργατικών κομμάτων) και το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την κριτική του Μαρξ απέναντι στην θέση αυτή. Οι υπογραμμίσεις είναι από το πρωτότυπο κείμενο:

                                            *

     4. «Η απελευθέρωση της εργασίας πρέπει να είναι έργο της εργατικής τάξης, που απέναντί της όλες οι άλλες τάξεις αποτελούν μονάχα μιάν αντιδραστική μάζα».

     Η πρώτη στροφή είναι παρμένη από τα εισαγωγικά λόγια του καταστατικού της Διεθνούς, αλλά «βελτιωμένη». Εκεί λέγεται: «Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών», εδώ αντίθετα η «εργατική τάξη» έχει να απελευθερώσει –τι; «την εργασία». Ας καταλάβει όποιος μπορεί.

     Για αποζημίωση, αντίθετα, η αντιστροφή είναι γνησιότατη λασσαλική περικοπή: «απέναντί της (της εργατικής τάξης) όλες οι άλλες τάξεις αποτελούν μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα». 

     Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» αναφέρεται: «Από όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη αληθινά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται κι εξαφανίζονται από τη μεγάλη βιομηχανία, ενώ το προλεταριάτο είναι το πιο χαρακτηριστικό προϊόν της».

     Η αστική τάξη παίρνεται εδώ σαν επαναστατική τάξη –σαν φορέας της μεγάλης βιομηχανίας- απέναντι στους φεουδάρχες και τις μεσαίες τάξεις που θέλουν να κρατήσουν όλες τις κοινωνικές θέσεις, που είναι δημιουργήματα απαρχαιωμένων τρόπων παραγωγής. Δεν αποτελούν λοιπόν μαζί με την αστική τάξη μονάχα μια αντιδραστική μάζα.

     Από την άλλη μεριά το προλεταριάτο είναι επαναστατικό απέναντι στην αστική τάξη, γιατί, μεγαλωμένο το ίδιο στο έδαφος της μεγάλης βιομηχανίας, επιδιώκει να απαλλάξει την παραγωγή από τον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα, που η αστική τάξη ζητά να διαιωνίσει. Αλλά το «Μανιφέστο» προσθέτει ότι οι «μεσαίες τάξεις … γίνονται επαναστατικές σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο».

     Απ’ αυτή την άποψη είναι λοιπόν πάλι ανοησία, ότι μαζί με την αστική τάξη, κι ακόμα και με τους φεουδάρχες, «αποτελούν» απέναντι στην εργατική τάξη «μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα».

     Μήπως στις τελευταίες εκλογές λέγανε στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ. και στους αγρότες: απέναντί μας αποτελείτε μαζί με την αστική τάξη και τους φεουδάρχες μονάχα μια αντιδραστική μάζα;

     Ο Λασσάλ ήξερε απ’ έξω το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», όπως οι πιστοί του ξέρουν τις ιερές γραφές που έγραψε. Αν λοιπόν το πλαστογράφησε τόσο χοντροκομμένα, αυτό έγινε για να δικαιολογήσει τη συμμαχία του με τους απολυταρχικούς και φεουδάρχες αντίπαλους, ενάντια στην αστική τάξη. 

     Άλλωστε στην παραπάνω παράγραφο το σοφό απόφθεγμά του είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά, χωρίς καμία συνοχή με τη διαστρεβλωμένη περικοπή του καταστατικού της Διεθνούς. Πρόκειται λοιπόν εδώ μονάχα για μια αυθάδεια, και μάλιστα καθόλου δυσάρεστη στον κύριο Βίσμαρκ, μια από κείνες τις φτηνές χοντροκοπιές που τις συνήθιζε ο Βερολινέζος Μαρά [1].

 

[1] Βερολινέζο Μαρά χαρακτηρίζει ο Μαρξ, όπως φαίνεται, ειρωνικά τον Χάσελμαν, τον αρχισυντάκτη του «Νόιερ Σοσιαλντεμοκράτ», κεντρικού οργάνου των λασσαλικών. (Σημ. Σύντ.)

                                                                         ***

   Ερμηνευτικά δεν μας δημιουργεί καμία απορία η αντιδραστικότητα των «μεσαίων τάξεων» (και μάλιστα όχι «μαζί με την αστική τάξη», αν και αντικειμενικά, σε συνθήκες κρίσης όπου τα κρίσιμα διλήμματα εμφανίζονται απογυμνωμένα από κάθε πρόσχημα και κάθε φαινομενική επίφαση, και σε πολιτικό επίπεδο απέναντι στην εργατική τάξη μόνο εναντίον της και ως συμμαχία «μαζί» με την αστική τάξη μπορεί η «αντιδραστικότητα» αυτή να εκφραστεί ). Το κύριο ζήτημα, πάντως, για το θέμα μας (και τη «συνηγορία» μας) βρίσκεται στην κατανόηση της επαναστατικότητας των «μεσαίων τάξεων σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο»:

   Είναι καταρχήν φανερό, ότι εδώ δεν γίνεται λόγος για προλεταριοποίηση ήδη συντελεσμένη και ιδίως συντελεσμένη οριστικά (το οποίο άλλωστε δεν θα είχε νόημα, εφόσον τα ήδη προλεταριοποιημένα μεσαία στρώματα δεν είναι πια «μεσαία», αλλά προλεταριακά), αλλά γίνεται λόγος για προλεταριοποίηση «επικείμενη», μελλοντική, γίνεται ουσιαστικά λόγος για το απειλητικό φάσμα της προλεταριοποίησής τους που υψώνεται απέναντι στα μεσαία στρώματα, στο οποίο «φάσμα»  περιλαμβάνεται και η ίδια η διαδικασία αυτής της προλεταριοποίησης (προτού να καταστεί οριστική και αμετάκλητη) ως συνεχής πτώση του οικονομικού και βοτικού επιπέδου των μεσαίων στρωμάτων μέχρι το βαθμό όπου αυτό το επίπεδο μπορεί να φτάσει ακόμα πιο χαμηλά και από το αντίστοιχο μέσο προλεταριακό οικονομικό επίπεδο διαβίωσης… Άλλωστε η έννοια της προλεταριοποίησης εκτός από την τυπική – καθαρή μορφή της τη συνυφασμένη με την αποξένωση από τα μέσα της εργασίας (και μάλιστα, σήμερα, σε συνθήκες παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης και διαρκούς υψηλού ποσοστού ανεργίας), μπορεί να γίνεται αντιληπτή και με έμμεσες μορφές, όπως αυτής της πτώσης του οικονομικού βιοτικού επιπέδου ως το αντίστοιχο προλεταριακό και ακόμα πιο κάτω από αυτό, ή επίσης με την ουσιαστική οικονομική υπαγωγή της «ανεξάρτητης εργασίας» στην λειτουργία του κεφαλαίου, στην άντληση από αυτήν υπεραξίας την ίδια ώρα που τυπικά διατηρείται η μορφή της ως «ανεξάρτητης» κά.

   Το (κρίσιμο) ζήτημα που τίθεται παραπέρα, αφορά το περιεχόμενο της επαναστατικοποίησης των μεσαίων στρωμάτων, της σχετικής με αυτό ακριβώς το «επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο». Κι η απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται απόλυτα από την γενική προοπτική που δίνει  στα μεσαία στρώματα (απέναντι στην προλεταριοποίησή τους στο βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου) το ίδιο το προλεταριάτο ως η τάξη –  κινητήρια δύναμη του περάσματος από την κεφαλαιοκρατική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και του μετασχηματισμού της κοινωνίας στη βάση της νέας γενικής παραγωγικής σχέσης την οποία συνιστά η κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων…

   Δεν θα δώσουμε οριστική απάντηση, τουλάχιστον σε αυτό το πρώτο μέρος της θεματικής μας, σε σχέση με αυτό το ζήτημα και αυτή την γενική προπτική.  Θα περιοριστούμε απλώς σε μια απαρίθμηση των πιθανών απαντήσεων που επιτρέπει «η φράση» – απαντήσεων που  στο πλαίσιο της επαναστατικής προοπτικής ενδέχται να έχουν η καθεμία ορισμένη επιμέρους ισχύ, ισχύ επίσης περισσότερο ή λιγότερο βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη, η οποία όμως σε κάθε περίπτωση «επιμέρους» ισχύ οφείλει να εντάσσεται σε μία γενικής φύσης απάντηση, σε μία γενικής φύσης αντίληψη ουσιαστικά για τη διαδικασία της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής οικοδόμησης, κι αυτήν την γενικής φύσης απάντηση ή αντίληψη θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε όχι τώρα αλλά στη συνέχεια.

   Πρός το παρόν ας αρκεστούμε στις εξής επισημάνσεις: Η επαναστατικοποίηση των μεσαίων στρωμάτων σχετικά με την επικείμενη προλεταριοποίησή τους, μπορεί καταρχήν να έχει την «απλή και καθαρή» σημασία της «επιλογής» των όρων αυτής της προλεταροποίησης ως διαδικασίας σε κάθε περίπτωση αναπότρεπτης: τη σημασία της επιλογής ανάμεσα στους όρους οικονομικής εξαθλίωσης με την οποία συντελείται η διαδικασία αυτή σε συνθήκες καπιταλισμού, σε συνθήκες κυριαρχίας, εξουσίας του κεφαλαίου από τη μια, και, από την άλλη, σε συνθήκες εξουσίας των εργαζομένων, σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικονομίας, σε συνθήκες κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Πρόκειται βέβαια για σημασία που αντικειμενικά και αναπόφευκτα αφορά πλατιά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων. Το ερώτημα είναι «ποιά», όπως είναι και «πώς».

   Το ερώτημα επίσης είναι, κατά πόσο αυτή η σημασία είναι και η μοναδική ή κατά πόσο είναι αντικειμενικά (δηλαδή έξω από κάθε σκοπιμότητα πολιτικού ωφελιμισμού) αναγκαίο, η απάντηση ως προς τη γενικότερη, συνολική σημασία της «φράσης» (γίνονται επαναστατικές, επικείμενο πέρασμα κλπ) να δοθεί σε συναρτηση με την απάντηση γύρω από το ζήτημα του καθορισμού του οικονομικού ρόλου και της θέσης της «μικρής» παραγωγής πλάι στην «μεγάλη» γενικά, και μάλιστα του καθορισμού τους στις συνθήκες ειδικά της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.  Απάντηση, με άλλα λόγια, γύρω από το ζήτημα της αναγκαίας και δυνατής (ή όχι) ενσωμάτωσης της πρώτης στη δεύτερη κάτω από τις συνθήκες και την κυριαρχία της σοσιαλιστικής οικονομίας, της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Γύρω από το ζήτημα επίσης του (κάτω από την ίδια κυριαρχία των σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, αλλά και κάτω από την πολτική κυριαρχία της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου) αναγκαίου και δυνατού (ή όχι) ρόλου και θέσης της ατομικής οικονομικής δραστηριότητας, στη βάση της ατομικής κατοχής μέσων εργασίας έως το «ποσοτικό» μέγεθος και τους «πολιτικούς» όρους υπό τους οποίους η δραστηριότητα αυτή δεν συνεπάγεται ιδιοποίηση ξένης εργασίας, από την πρώτη «ατελή» βαθμίδα της κομμουνιστικής κοινωνίας και κατά τη διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσεις. Ζήτημα, τέλος, που θα μπορούσε στη γενίκευσή του να διατυπωθεί με τη μορφή της αντιθεσης ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό «συμφέρον» και των όρων ξεπεράσματος, άρσης αυτής της αντίθεσης.

   Από την απάνηση στα παραπάνω εξαρτάται πράγματι «τι λέμε στις εκλογές» στα μεσαία στρώματα, «στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ. και στους αγρότες», και μάλιστα σήμερα στην εποχή του «αναπτυγμένου» μονοπωλιακού – ιμπεριαλιστικού σταδιου του καπιταλισμού…

   …Πρόκειται για απάντηση που απαιτεί θεωρητική προσοχή αυξημένη σε σύγκριση με τη συνήθη: Διότι, ενδεχομένως για έναν απλώς «ακαδημαϊκό» μαρξισμό η έλλειψη προσοχής μπορεί να συνίσταται στην επικράτηση, επί των πραγματικών σχέσεων, των σχέσεων που περιγράφει η «καθαρή θεωρία». Επικράτηση που ως θεωρητική και πρακτική συνέπεια έχει μια «καθαρά» κοινωνικοποιημένη παραγωγή ως ξεπέρασμα μια παραγωγής «καθαρά» κεφαλαιοκρατικής…

   …Πολύ περισσότερο, για τον «ακαδημαϊκό μαρξισμό» ως ειδική θεωρητική εκδήλωση της τυπικής «ρεφορμιστικής» και οπορτουνιστικής σοσιαλδημοκρατίας, για την «τυπική» δηλαδή «σοσιαλδημοκρατική» αντίληψη η οποία θεωρεί τον σοσιαλισμό ως «ώριμο καρπό» που πέφτει από το δέντρο της «ολοκληρωμένης» καπιταλιστικής ανάπτυξης, που ήδη «πρέπει» να έχει ως αποτέλεσμα την συντελεσμένη και ολοσχερή εξαφάνιση της «μεσαίας» παραγωγής και των «μεσαίων» στρωμάτων [##], μοναδική «συνεπής» θεωρητική της «αντιστροφή» μπορεί να είναι αυτή σύμφωνα με την οποία «μεσαία» στρώματα και «μεσαία» παραγωγή δεν θα μπορούσαν να νοούνται στη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Κι ακόμα περισσότερο, καθώς πρόκειται για «αντιστροφή» ικανή να ταυτιστεί με «αυτονόητες» θέσεις ενός προλεταριακού επαναστατικού θεωρητικού και πρακτικού αυθορμητισμού, γεγονός που καθιστά ακόμα μεγαλύτερη την ανάγκη της αυξημένης θεωρητικής και πρακτικής προσοχής.

*

   [#] Ένα ακόμα σημαντικό ερμηνευτικό ζήτημα (διαφορετικής θεματολογίας)  στην ανάγνωση του Κεφαλαίου ανακύπτει στις περιπτώσεις όπου γίνεται λόγος για βομηχανία και βιομηχανική παραγωγή γενικά, τις επιπτώσεις της στον άνθρωπο και τη φύση κλπ: Καθώς για τον Μαρξ μοναδική βιομηχανική παραγωγή που αναλύει είναι η καπιταλιστική, τίθεται σε έναν ικανό βαθμό το ζήτημα του διαχωρισμού των επιπτώσεων κλπ, των οφειλόμενων στην ειδικά καπιταλιστική μορφή της βιομηχανικής παραγωγής από τη μια, και των οφειλόμενων (απ’ την άλλη) στους όρους της βομηχανικής παραγωγής γενικά.

    [##] Πόσο πολύ αγαπητή είναι πράγματι ικανή να γίνεται αυτή η ιδιαίτερη θεωρητική συνέπεια της «τυπικής σοσιαλδημοκρατικής» αντίληψης, από τους εκπροσώπους του μονοπωλιακού κεφαλαίου κατά τη διαδικασία επίλυσης των «διαφορών» τους με τα «μικρομεσαία» στρώματα που καταλαμβάνουν μια κοινωνικο-οικονομική έκταση σχετικά απροσπέλαστη στις ανάγκες της ειδικά καπιταλιστικής ανάπτυξης…

*

(συνεχίζεται)

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s