Διαβάζοντας την Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών

Paris-Commune-II

     Η Διεθνής Ένωση των Εργατών (που αργότερα έμεινε γνωστή σαν η «1η διεθνής») ιδρύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1864 στο Λονδίνο. Η Ιδρυτική Διακήρυξή της συντάχθηκε από τον Κ. Μαρξ. Ολόκληρο το κείμενό της μπορεί κανείς να το δει εδώ, όπως επίσης εδώ μπορεί να δει το καταστατικό της. Στο ίδιο αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη», από όπου προέρχονται και τα κείμενα αυτά, υπάρχει και μια ιστορική περιγραφή – αποτίμηση της ίδρυσης και του έργου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, με ενδιαφέροντα στοιχεία, αν και σε σχέση με κάποιες θέσεις της αποτίμησης θα μπορούσαν να διατυπωθούν επιφυλάξεις τουλάχιστον με την έννοια της αναγκαίας τεκμηρίωσής τους. Λόγου χάρη, σε σχέση με την θέση ότι: «…Η Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871 και την Κομμούνα, την εγκαθίδρυση της πρώτης ιστορικά εργατικής κυβέρνησης, ήταν δηλαδή η πρώτη δοκιμή εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου και την οποία αναλύει ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία». Ο ίδιος ο Μαρξ από τη Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομμούνας…»

     Πάνω σε αυτή την τοποθέτηση, η επιφύλαξη δεν αφορά μόνο την (με μια ορισμένη μεταφυσική απόχρωση) αναγωγή ενός καρπού της ιστορικής ανάπτυξης όπως η δικτατορία του προλεταριάτου  σε πρώτη «δοκιμή». Αφορά επίσης και τα αναφερόμενα, ότι η «Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871και την Κομούνα […] Ο ίδιος ο Μαρξ από την Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομούνας», η οποία μάλλον χρειάζεται τεκμηρίωση ιδίως αντιπαραβαλλόμενη με τα παρακάτω εισαγωγικά λόγια του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (σελ. 17-18 ΣΕ):

     «…Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν.  Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε τον γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παράλειψε αρκετά πράγματα που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πύλες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας –αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μόλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν  κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις, η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε –όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται την εξουσία οι δογματικοί- να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους…» [1].

     Μάλλον λοιπόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Μαρξ (με αλληλογραφία κλπ) και η Διεθνής δεν παρακολουθούσαν και δεν είχαν ανάμιξη στην εξέλιξη των γεγονότων της Κομμούνας, η σχέση ανάμεσα στην Κομμούνα και την Διεθνή Ένωση των Εργατών είναι πλησιέστερη προς την φράση από το γράμμα του Ένγκελς προς τον Ζόργκε (που μπορεί κανείς να το δει εδώ), σύμφωνα με την οποία η Κομμούνα «ήταν αναντίρρητα το πνευματικό παιδί της Διεθνούς, αν και η Διεθνής δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι της για να τη φτιάξει. Έτσι η Διεθνής θεωρήθηκε ως ένα βαθμό, κι αυτό πέρα για πέρα δικαιολογημένα, υπεύθυνη για την Κομμούνα…».

 

     Η Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς αρχίζει με τα παρακάτω λόγια:

 

     «Εργάτες!

     Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περίοδο από το 1848 ως το 1864 δε λιγόστεψε η αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών κι όμως η περίοδος αυτή είναι μοναδική στα χρονικά της ιστορίας, με την πρόοδο που σημείωσε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου…»

 

     Ακολουθεί μια λεπτομερειακή περιγραφή των άθλιων όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης και του γεωργικού πληθυσμού, βασισμένη σε επίσημες κυβερνητικές εκθέσεις –περιγραφή που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί πρόκληση για ένα σύγχρονο αντίστοιχό της που θα ξεσκέπαζε την επίφαση των σημερινών όρων κατανάλωσης στη βάση των οποίων -σχηματικά μιλώντας- μετριέται σαν ένδειξη «ευμάρειας» το ότι κάθε εργατικό σπίτι διαθέτει ψυγείο κι όχι το πόσο γεμάτο ή πόσο άδειο είναι το ψυγείο αυτό, που θα ξεσκέπαζε επίσης την επίφαση της «ευμάρειας» στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, κάτω από την οποία συγκαλύπτεται η υπερεκμετάλλευση και η εξαθλίωση των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες. Η ίδια αυτή περιγραφή καταλήγει στην πάντα επίκαιρη θεωρητική της γενίκευση:

    

      «…Έτσι για κάθε απροκατάληπτο μυαλό σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης αποτελεί σήμερα μια ολοφάνερη αλήθεια, μια αλήθεια που την αρνιούνται μονάχα εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών [2], ότι ούτε η τελειοποίηση των μηχανών ούτε οι χημικές ανακαλύψεις, ούτε η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, ούτε η καλυτέρευση των μέσων επικοινωνίας, ούτε οι νέες αποικίες, ούτε η μετανάστευση, ούτε το άνοιγμα νέων αγορών, ούτε το ελεύθερο εμπόριο, ούτε όλα αυτά τα πράγματα μαζί, θα εξαλείψουν την αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών, αλλά ότι αντίθετα, πάνω στη σημερινή ψεύτικη βάση, κάθε καινούργια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, πρέπει να τείνει αναγκαστικά να βαθαίνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και να οξύνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Σ’ αυτή την «ιλιγγιώδη εποχή» της οικονομικής προόδου στην πρωτεύουσα της βρετανικής αυτοκρατορίας ο θάνατος από την πείνα αναγορεύτηκε σχεδόν σε θεσμό. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται στα χρονικά του κόσμου με την πιο συχνή επανάληψη, με την ολοένα και πλατύτερη, έχταση και με περισσότερο θανατηφόρα αποτελέσματα της κοινωνικής πανούκλας που ονομάζεται εμπορική και βιομηχανική κρίση».

 

     Στη συνέχεια δίνεται μια (τηρουμένων των αναλογιών εξίσου επίκαιρη) περιγραφή της δυσμενούς για την εργατική τάξη πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη «ύστερα από την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848», αλλά και μιας ορισμένης αντίστροφης –μέσα στις γενικότερες δυσμενείς συνθήκες- όψης με ιδιαίτερη, και επίσης διαχρονική, πολιτική και θεωρητική σημασία που αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της Διακήρυξης:

 

      «…Και όμως η περίοδος που πέρασε από τις επαναστάσεις του 1848 ως το 1864 είχε και τα φωτεινά της σημεία, θα υπογραμμίσουμε εδώ μόνο δυο μεγάλα γεγονότα.

     Ύστερα από τριαντάχρονο αγώνα που έγινε με αξιοθαύμαστη επιμονή, η αγγλική εργατική τάξη χρησιμοποιώντας μια προσωρινή διάσταση ανάμεσα στους λόρδους της γης και τους λόρδους του χρήματος, πέτυχε την ψήφιση του νομοσχεδίου για το δεκάωρο. Τα τεράστια σωματικά, ηθικά και πνευματικά οφέλη που προέκυψαν από το μέτρο αυτό για τους εργάτες των εργοστασίων και που αναγράφονται κάθε εξάμηνο στις εκθέσεις των επιθεωρητών των εργοστασίων, έχουν σήμερα αναγνωριστεί απ’ όλες τις μεριές. Οι περισσότερες από τις ηπειρωτικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να δεχτούν με λίγο – πολύ τροποποιημένη μορφή τον αγγλικό νόμο για τα εργοστάσια, ενώ στην ίδια την Αγγλία από χρόνο σε χρόνο το κοινοβούλιο επεχτείνει τη σφαίρα της εφαρμογής του. Εκτός όμως από την πραχτική σπουδαιότητα αυτού του μέτρου για τους εργάτες, η επιτυχία του είχε και ένα ακόμα μεγάλο αποτέλεσμα. Η αστική τάξη, με τους πιο έγκυρους επιστήμονές της, όπως τον δρ Ιούρ, τον καθηγητή Σένιορ και άλλους σοφούς του ίδιου τύπου, πρόλεγε και απόδειχνε κατά βούληση ότι κάθε νομοθετικός περιορισμός των ωρών εργασίας θα σημάνει τη νεκρική καμπάνα της αγγλικής βιομηχανίας που, σαν άλλος βρικόλακας, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να ρουφά ανθρώπινο αίμα και πριν απ’ όλα αίμα παιδικό. Τον παλιό καιρό η παιδοκτονία ήταν μια μυστηριώδικη τελετή της θρησκείας του Μολόχ, εφαρμοζόταν όμως μόνον σε εξαιρετικά πανηγυρικές περιπτώσεις, ίσως μια φορά το χρόνο, και χώρια απ’ αυτό ο Μολόχ δεν είχε καμιά κλίση προς τα παιδιά των φτωχών.

     Ο αγώνας για το νομοθετικό περιορισμό των ωρών εργασίας μάνιαζε τόσο πιο άγρια, όσο ανεξάρτητα από την απληστία της τρομαγμένης αστικής τάξης εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό το νομοσχέδιο για το δεκάωρο δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πραχτική επιτυχία, ήταν η νίκη μιας αρχής. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυψε μέρα – μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

     Υπήρχε και μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας ενάντια στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου.

     Εννοούμε το συνεταιριστικό κίνημα, ιδιαίτερα τα συνεταιριστικά εργοστάσια που ιδρύθηκαν με τις προσπάθειες λίγων τολμηρών «χεριών» (hands), χωρίς καμιά υποστήριξη. Η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών πειραματισμών είναι αδύνατο να υπερεχτιμηθεί. Στην πράξη, κι όχι με επιχειρήματα, απόδειξαν ότι η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και σε αρμονία με τις επιταγές της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να πάει μπροστά χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης αφεντικών (masters) που χρησιμοποιεί μια τάξη εργατών, ότι τα μέσα εργασίας δε χρειάζεται να μονοπωληθούν σαν μέσα κυριαρχίας πάνω στον εργάτη και σαν μέσα εκμετάλλευσης του ίδιου του εργάτη, και ότι όπως η δουλειά του σκλάβου, όπως η δουλειά του δουλοπάροικου, έτσι και η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορφή, που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί μπρος στη συνεταιρισμένη εργασία, που εκπληρώνει το έργο της θεληματικά, με ρωμαλέο πνεύμα και με χαρούμενη καρδιά. Στην Αγγλία ο σπόρος του συνεταιριστικού συστήματος ρίχτηκε από τον Ρόμπερτ Οουεν. Οι πειραματισμοί των εργατών που έγιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν στην πραγματικότητα το άμεσο πραχτικό αποτέλεσμα των θεωριών που δεν εφευρέθηκαν αλλά που διακηρύχτηκαν μεγαλόφωνα το 1848.

     Ταυτόχρονα η πείρα της περιόδου 1848-1864 απόδειξε χωρίς αμφισβήτηση ότι η συνεταιριστική εργασία, όσο θαυμάσια κι αν είναι σαν αρχή και χρήσιμη στην πράξη, αν περιοριστεί μέσα στο στενό κύκλο των συμπτωματικών προσπαθειών των χωριστών εργατών, δε θα μπορέσει ποτέ να σταματήσει τη γεωμετρική ανάπτυξη του μονοπωλίου και ν’ απελευθερώσει τις μάζες, είτε ακόμα και να ελαφρύνει αισθητά το βάρος της αθλιότητάς τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καλοδιάθετοι ευγενείς, φιλάνθρωποι αστοί φαφλατάδες και μια χούφτα πονηροί πολιτικοί οικονομολόγοι μετατράπηκαν μονομιάς σε εκθειαστές του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προσπαθήσει να το πνίξουν στη γένεσή του, που το είχαν χλευάσει σαν ουτοπία ονειροπόλου και που το είχαν αναθεματίσει σαν αίρεση σοσιαλιστή. Για ν’ απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες, η συνεταιριστική εργασία πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνικές διαστάσεις και να προαχθεί με εθνικά μέσα. [3] Όμως οι αφέντες της γης και οι αφέντες του χρήματος θα χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση των οικονομικών μονοπωλίων τους. Αντίς να προωθούν τη χειραφέτηση της εργασίας, θα εξακολουθούν να βάζουν στο δρόμο της κάθε δυνατό εμπόδιο. Ο λόρδος Πάλμερστον μίλησε μέσα από την ψυχή τους, όταν στην τελευταία συνεδρίαση της Βουλής φώναζε χλευαστικά στους συνήγορους του νομοσχεδίου για τα δικαιώματα των Ιρλανδών ενοικιαστών γης ότι: «Η Βουλή των Κοινοτήτων είναι μια βουλή γαιοχτημόνων».

     Γι’ αυτό, το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης είναι σήμερα η κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτό φαίνεται να το έχει καταλάβει, γιατί στην Αγγλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στη Γαλλία συντελείται ένα ταυτόχρονο ξαναζωντάνεμα και γίνονται ταυτόχρονες προσπάθειες για την αναδιοργάνωση του εργατικού κόμματος. Κρατούν στα χέρια τους ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας – τον αριθμό. Μα οι αριθμοί βαραίνουν στη ζυγαριά, μόνον αν τους ενώνει η οργάνωση και αν τους καθοδηγεί η γνώση. Η περασμένη πείρα έχει δείξει ότι η περιφρόνηση του δεσμού της αδερφοσύνης που έπρεπε να ενώνει τους εργάτες των διαφόρων χωρών, και να τους παρακινά να παραστέκονται ο ένας τον άλλο σ’ όλους τους αγώνες τους για τη χειραφέτηση, θα τιμωρείται πάντα με την κοινή ματαίωση των ασύνδετων προσπαθειών τους. Αυτή η σκέψη παρότρυνε τους εργάτες διαφόρων χωρών, που στις 28 του Σεπτέμβρη 1864 συνάχτηκαν σε δημόσια συγκέντρωση στο Σαιντ Μάρτιν Χωλλ του Λονδίνου, να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση.

     Κι ακόμα μια πεποίθηση εμψύχωνε αυτή τη συνέλευση.

     Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού; Δεν ήταν η φρόνηση των κυρίαρχων τάξεων, αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης ενάντια στην εγκληματική τρέλα τους ήταν που έσωσε τη δυτική Ευρώπη από την περιπέτεια μιας ατιμωτικής υπερατλαντικής σταυροφορίας για τη διαιώνιση και τη διάδοση της σκλαβιάς. Η ξετσίπωτη επιδοκιμασία, η ψευτοσυμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης στάθηκαν απαθείς θεατές μπρος στη δολοφονία της ηρωικής Πολωνίας και μπρος στο άρπαγμα του ορεινού οχυρού του Καυκάσου από τη Ρωσία, οι τεράστιοι και χωρίς αντίσταση σφετερισμοί της βάρβαρης αυτής δύναμης που το κεφάλι της βρίσκεται στην Πετρούπολη και τα χέρια της σε κάθε κυβέρνηση της Ευρώπης, δίδαξαν στην εργατική τάξη το καθήκον να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

     Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

     Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

 

     [1] Το σημείο αυτό, περί δογματισμού, όπως αναλύεται στη συνέχεια, στις σελ. 18-20, αφορά πώς παρά το ότι το ότι «ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος», εν τούτοις καθώς «στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση», γι’ αυτό και «το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο, τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας». Και επίσης αφορά το ότι αν και οι μπλανκιστές ήταν «διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνομωσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν», αν και στην πολιτική-οργανωτική τους αντίληψη θα ανταποκρινόταν μια «αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης», παρ’ όλα αυτά η Κομμούνα «σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης –στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία- που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι».

  

     [2] «…εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών»: Πάνω σε αυτό θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι σε μεγάλο βαθμό ο αστικός «παράδεισος τρελών» δεν είναι μόνον ένα «εξωτερικό» προϊόν του ταξικού συμφέροντος με στόχο την ιδεολογική παραπλάνηση του λαού, αλλά αποτελεί και συστατικό χαρακτηριστικό της αστικής λογικής, εφόσον αυτή αναπτύσσεται στην στρεβλή βάση πάνω στην οποία το περιορισμένο ταξικό συμφέρον ανάγεται σε βάση της «λογικής» γενικά. Συστατικό χαρακτηριστικό της που αναπόφευκτα προσβάλλει και την αστική επιστήμη, είτε πρόκειται για την αστική οικονομική θεωρία, είτε ακόμα και για τις φυσικές επιστήμες. Διαφορετικά, λόγου χάρη, δεν θα ήταν δυνατό να αγνοηθεί ακόμη και η λογική ενός παιδιού του δημοτικού σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε χορτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα με το γνωστό προ ετών αποτέλεσμα των «τρελών αγελάδων». Πρόκειται βέβαια για παράδειγμα χειροπιαστό και γι’ αυτό κραυγαλέο. Όμως στην πραγματικότητα και η αστική οικονομική θεωρία δεν διαφέρει σε «λογική» από την επιστημονική «λογική», της οποίας οι τρελές αγελάδες υπήρξαν το τελικό προϊόν…

 

     [3] Τα σχετικά με την συνεταιριστική εργασία, στην παραπάνω βάση που αναπτύσσει η Ιδρυτική Διακήρυξη, αποτελούν σημαντικό όπλο στην ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση και εντός των γραμμών της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, σε σχέση με το αργεντίνικο κίνημα των εργατικών – συνεταιριστικών βιομηχανιών καθώς και με αντίστοιχες κινήσεις σε άλλες χώρες, και στην Ελλάδα. Όπως επίσης θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν (και να έχουν αξιοποιηθεί και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες) σαν μορφές ζύμωσης και πάλης, μορφές αντίστασης στην ελευθερία εξαγωγής κεφαλαίου που εκδηλώνεται με το κλείσιμο και τη μεταφορά βιομηχανικής υποδομής στέλνοντας τους εργάτες στην ανεργία και πλήττοντας την εθνική παραγωγική βάση της χώρας. Σε κάθε περίπτωση βέβαια πρόκειται για οικονομικές μορφές και ταυτόχρονα μορφές πάλης, που μετά την κάθε φορά αρχική απόδειξη της παραγωγής «χωρίς αφεντικά», είτε θα κατατείνουν προς το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο που επιβάλλουν οι νόμοι της αγοράς, «η τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης» σε συνθήκες «γεωμετρικής ανάπτυξης του μονοπωλίου», είτε θα αποτελούν κέντρα πάλης του εργατικού κινήματος για την «ανάπτυξη τηςσυνεταιριστικής εργασίας σε εθνικές διαστάσεις και την προαγωγή της με εθνικά μέσα» στη βάση του «έλεγχου της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη».   

     

     σημείωση: τα έντονα στοιχεία στα κείμενα που παρατίθενται, είναι της παρούσας δημοσίευσης    

Advertisements

One Comment on “Διαβάζοντας την Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών”


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s