«διαβάζοντας τη διακήρυξη»: επιλεγόμενα

Σε σχέση με προηγούμενη ανάρτηση, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη ορισμένων παρατηρήσεων, που διατυπώνονται παρακάτω:

1] Το περιεχόμενο της παρέκβασης της σχετικής με την «καθοδήγηση» της Κομμούνας, έχει μια γενικότερη σημασία για την κατανοηση της σχέσης ανάμεσα σε αυτό που ο Ένγκελς ονομάζει «πνευματικό παιδί» και στην πρακτική του καθοδήγηση.

Εννοείται, νομίζω, ότι γενικά η δεύτερη απαιτεί την άμεση παρουσία εκεί όπου διαδραματίζονται τα καθημερινά γεγονότα, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους όπως αυτή της Κομμούνας όπου οι ανάγκες της αντιμετώπισης κατάστασεων, οι συσχετισμοί της πάλης κλπ μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα και αρκετές φορές καθημερινά. Κι είναι φυσικό ότι πολύ περισσότερο με τα επικοινωνιακά μέσα της εποχής μια τέτοια συμβολή από απόσταση στην πρακτική καθοδήγηση των καθημερινών εξελιξεων θα ήταν ακόμα πιο δυσχερής απ’ ό,τι σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που έχει γενική σημασία είναι η κατανοηση της διαφοράς ανάμεσα στις δυο αυτές «λειτουργίες», από τις οποίες η πρώτη αποτελεί καρπό μιας μακρόχρονης δουλειάς, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη συγχρονισμένη παρέμβαση στην εξέλιξη των γεγονότων.

2] Η Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ. Πάνω σ’ αυτό αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απλότητα, την κατανοητή στον πιο «αμόρφωτο» άνθρωπο με την οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ο πολιτικός λόγος όσο πιο βαθιά είναι η γνώση και η αφομοίωση της επαναστατικής – επιστημονικής θεωρίας. Στις φράσεις για το κεντρικό περιεχόμενο της αστικής και της εργατικής πολιτικής οικονομίας (ζήτημα που αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο ατελείωτων θεωρητικών έως σχολαστικών αντιπαραθέσεων), ή για τους «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη» κλπ, δεν υπάρχει ίχνος «υψηλής» θεωρίας, είναι διατυπωμένες έτσι που μπορεί «να τις καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα … και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου» (Λένιν, Τα κομμουνιστικά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός).

Είναι διδακτικό το πώς από τη μια μεριά για την τέτοια απλότητα των διατυπώσεων απαιτείται ένα τεράστιο επιστημονικό – θεωρητικό υπόβαθρο, και το πώς από την άλλη μεριά το ίδιο αυτό υπόβαθρο  δεν «προδίδεται» ούτε σε μια συλλαβή, το πώς η διατύπωση των θέσεων δεν επιτρέπει ούτε στιγμή στην αναλυτική διαδικασία να επικυριαρχήσει πάνω στο τελικό συμπέρασμα και την απλότητα της έκφρασής του που το καθιστά οικειοποιήσιμο.

Κι είναι αυτή η απλότητα που διασφαλίζει την ικανότητα «γονέων» όπως η Διεθνής να γεννάνε «πνευματικά παιδιά» σαν την Κομμούνα…

3] Στην ανάρτηση εκείνη, υπάρχει ηλεκτρονική παραπομπή σε άρθρο του Ριζοσπάστη σχετικό με τη διάλυση της Διεθνούς (1876)…

…Η αποστολή της, πράγματι, «είχε πια επιτελεστεί – και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» όπως αναφέρεται στο άρθρο του «Ρ», και «με την παλιά της μορφή, είχε πια ξεπεραστεί» (στο ίδιο, γράμμα του Ένγκελς στον Ζόργκε), εφόσον δούμε την αποστολή της από την άποψη ενός ιστορικού κύκλου. Ένας, όμως, σημαντικός πρακτικός, άμεσος λόγος της διάλυσής της (εντός των γενικότερων συνθηκών που είχαν σχέση με την τοτινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη) ήταν και η αδυναμία συνέχισης της ενιαίας λειτουργίας της εξαιτίας  των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών τάσεων που αναδύθηκαν στο εσωτερικό της. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η «αποστολή της θα επιτελούνταν», μέχρι τέλους, αν ακριβώς δεν ήταν αναγκασμένη να διαλυθεί, αν ήταν σε θέση να συνεχίσει τη λειτουργία της συμβάλλοντας με αυτή και στην στερέωση σε εθνικό επίπεδο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο «νομιμοποιούμαι» ιστορικά-θεωρητικά, παρ’ όλα αυτά «αποτολμώ» την εκτίμηση, ότι αποτελώντας η ίδια η Α΄Διεθνής ως κόμμα της εργατικής τάξης τη συνένωση της επιστημονικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, υπό τους συγκεκριμένους (αλλά και πρακτικά αναγκαστικούς) όρους με τους οποίους πραγματώθηκε η (και γι’ αυτό αναπόφευκτη) διάλυση της Α΄Διεθνούς, η διάλυση αυτή συνιστούσε σε έναν βαθμό και ορισμένο ρήγμα σε αυτήν ακριβώς τη συνένωση, ρήγμα που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να κατανοηθεί ως ταυτόσημο με το «σχίσμα» ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες που κατά ένα επιπόλαιο «τεκμήριο» θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «εκφραστές» της μιας και της άλλης πλευράς της διαλεκτικής αυτής ενότητας. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε το όποιο «ρήγμα» ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική επιστημονική θεωρία να γίνει αντιληπτό ως ταυτόσημο με το πολιτικό-οργανωτικό «σχίσμα» ανάμεσα στον κομμουνισμό του Μαρξ και τον αναρχισμό του Μπακούνιν ή τον προυντονισμό ή τον τρεϊντγιουνισμό, λόγου χάρη: Το πολύ-πολύ, το δεύτερο («σχίσμα») να αποτελούσε «διαθλασμένη» έκφραση του πρώτου («ρήγμα»), όμως είναι αυτονόητο πως δεν χωρά οποιαδήποτε μηχανική ταύτιση λ.χ. της «θεωρίας» με τον Μαρξ και του «κινήματος» με τον Μπακούνιν κλπ.

Εξακολουθώντας να μην είμαι βέβαιος για την ιστορική-θεωρητική μου «νομιμοποίηση», θα προεκτείνω την παραπάνω σκέψη ως το σημείο της ίδρυσης της Β΄Διεθνούς, που ναι μεν αποτέλεσε την διεθνή επανένωση του εργατικού κινήματος από οργανωτική άποψη, όμως δεν στάθηκε ικανή να κλείσει το παραπάνω «ρήγμα» σε όλη του την έκταση. Το μαρτυρεί αυτό, με τον τρόπο της, η συνεχής προσπάθεια του Ένγκελς να αντιπαλέψει τον οπορτουνισμό τον αναπτυσσόμενο στους κολπους της Β΄Διεθνούς, ο οποίος όσο κι αν εξέφραζε σε ορισμένο βαθμό τη σύνθεση και το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής, τότε, εργατικής τάξης, επικυριαρχούνταν και εκπροσωπούνταν πρώτιστα από θεωρητικές κορυφές του «ακαδημαϊκού μαρξισμού». Η ίδια, άλλωστε, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, σαν κύρια δύναμη της Β΄Διεθνούς, είχε στην  ιδρυτική της βάση το «Προγραμα της Γκότα» (1875), από το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήσαν «ολότελα αμέτοχοι (…) και [δεν είχαν] καμία σχέση μ’ αυτό (…)», μη αναγνωρίζοντας (κατά την τοποθέτηση του Μαρξ) «έστω και με διπλωματική σιωπή, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου πρέπει να αποριφθεί ολοκληρωτικά και που διαφθείρει το κόμμα» (Μαρξ, Γράμμα στον Μπράκε, από Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, σελ. 4-5, ΣΕ).

Θα χρειαστεί η ιστορική εξέλιξη να φτάσει ως την «κόψη» των διλημμάτων του  παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης να συνενωθούν πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στην τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή με την ηγεσία του Λένιν, κάνοντας ένα νέο μεγάλο βήμα στη διαδικασία συνένωσης του εργατικού κινήματος με την επαναστατική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό η ιστορία για μια ακόμα φορά την αντιφατικότητα της πραγματικής κίνησής της όπου απότομα άλματα προς τα εμπρός διαδέχονται μικρότερα ή μεγαλύτερα βήματα πότε προς την πρόοδο και πότε προς την οπισθοχώρηση, βήματα στα οποία κάποτε αυτή η ίδια αντίφαση αποτελεί συστατικό τους στοιχείο.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s