η πολιτική του μέσου όρου

Μαθαίνω ότι πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η φορολόγηση των νομικών προσώπων (με άλλα λόγια των επιχειρηματικών κερδών, ή με άλλα λόγια επίσης, του προϊόντος της κοινωνικής παραγωγής, ή, της κοινωνικής εργασίας την οποία ιδιοποιείται το κεφάλαιο) με συντελεστή τον αντίστοιχο μέσο όρο της ευρωζώνης.

Ένα πρώτο «θέμα έκθεσης» θα αφορούσε την αναζήτηση μιας λογικής βάσης στην αναγόρευση ενός (ή αυτού του συγκεκριμένου) μέσου όρου σε πολιτικό στόχο. Το ότι απλά τυχαίνει αυτός ο μέσος όρος να βρίσκεται μερικές μονάδες πάνω από τον συντελεστή που ισχύει στην Ελλάδα, θα μπορούσε τελικά να αποτελεί μια εξήγηση, όμως αυτή η εξήγηση θα αποδείκνυε απλά ότι στην αναγόρευση του «μέσου όρου» σε πολιτικό στόχο δεν υπάρχει λογική βάση αλλά απλά τυχαιότητα.

Το δεύτερο θέμα είναι περισσότερο «τεχνικό»: Εδώ βλέπουμε ότι για τις επιχειρήσεις, ο μέσος όρος του φορολογικού συντελεστή είναι 24% στην ευρωζώνη έναντι 20% στην Ελλάδα. Επομένως με βάση τη λογική του μέσου όρου πρέπει ο ελληνικός φορολογικός συντελεστής να ανέβει στο 24%.

Πολύ ωραία. Μάλιστα με αυτή την αύξηση του συντελεστή στην Ελλάδα, θα ανέβει αμέσως λιγάκι κι ο συντελεστής στην ευρωζώνη, οπότε αυτόματα θα πρέπει ο ελληνικός συντελεστής να ξανανέβει λιγάκι για να εξισωθεί με τον μέσο όρο που ανέβηκε εξαιτίας της ανόδου του. Και ούτω καθ’ εξής, αφού κάθε μεταβολή του εθνικού συντελεστή θα επηρεάζει τον μέσο όρο στην ευρωζώνη. Γιατί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ αντί να προτείνει τον «μέσο όρο της ευρωζώνης», δεν λέει μια και καλή:»προτείνουμε φορολογικό συντελεστή 24%»;

Μάλλον γιατί πολύ απλά, αυτός είναι ο ΣΥΡΙΖΑ: Το να λέει κανείς (έστω κι αυτό το δειλό, ανεπαρκέστατο και μηδαμινό) «24%», αποτελεί μια μετρήσιμη δέσμευση, που παρέχει  δυνατότητα ελέγχου της συνέπειας μεταξύ λόγων και έργων. Κι αυτο είναι που αποφεύγει ο ΣΥΡΙΖΑ γενικά, γι’ αυτό και η πολιτική του δεν είναι παρά πολιτική του «μέσου όρου» γενικά, ο οποίος μάλιστα καταλήγει εν τέλει σε «μέσο όρο» των ίδιων του των παλινωδιών, σε μέσο όρο ανάμεσα στη «νομική» και την «πολιτική» καταγγελία του «μνημονίου», σε μέσο όρο ανάμεσα στην «νομική καταγγελία» και στην απόρριψη κάθε «μονομερούς πράξης», σε μέσο όρο ανάμεσα στον «νεοφιλελευθερισμό» της συνθήκης του μάαστριχτ και στην «αντινεοφιλελεύθερη» πολιτική ρητορία, στον μέσο όρο ανάμεσα στην «επιστροφή του κατώτερου μισθού στο επίπεδο του 2009» και στο «πάγωμα των μειώσεων σε μισθούς και κοινωνικές παροχές», στον μέσο όρο ανάμεσα στο «εθνικό» σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και στην ευρωενωσιακή λύση μιας «έντιμης συμφωνίας με τους θεσμούς και λαούς της Ευρώπης», καταλήγει δηλαδή στον μέσο όρο του πουθενά, και πάνω σε αυτό το πουθενά μπορεί να πραγματωθεί η πολιτική ενός εύκολα προβλέψιμου οτιδήποτε.

Ας περιοριστούμε όμως ξανά στον «μέσο όρο» από την άποψη του φορολογικού συντελεστή:

Μια που ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει τον «νέο αέρα» που φυσά και θα φυσήξει, όπως ισχυρίζεται στην Ευρώπη, είναι πολύ πιθανό κι άλλες χώρες να ακολουθήσουν τις επαναστατικές του προτάσεις για καθιέρωση του μέσου όρου ως του ορθού συντελεστή φορολόγησης της «αξιοποίησης του κεφαλαίου».

Θα μπορούσαν μάλιστα όλες οι χώρες της ευρωζώνης να προσαρμόσουν τον συντελεστή τους στον μέσο όρο, στο 24%, οπότε ο αριθμός αυτός θα αποκτούσε πλέον μια σημασία ιερή, θα μπορούσε να αναγορευτεί ως ο μέσος όρος ο οποίος ανακαλύφθηκε πλέον από την Ιστορία, αποτελώντας επίσης ένα παράδειγμα που θα αποδείκνυε την πολιτική του μέσου όρου ως την πολιτική της πολλής φασαρίας που στο τέλος δεν αλλάζει απολύτως τίποτα.

Υπάρχουν όμως κι άλλα σενάρια της επίδρασης των συριζαϊκών ιδεών στο ευρωενωσιακό-ευρωζωνικό πολιτικό γίγνεσθαι:

Πρώτες-πρώτες οι χώρες που έχουν συντελεστή ανώτερο του σημερινού μέσου όρου, θα μπορούσαν υιοθετώντας την πολιτική σκέψη του ΣΥΡΙΖΑ, να κατεβάσουν τον εν λόγω φορολογικό συντελεστή τους στον μέσο όρο, δηλαδή στο 24%. Το αποτέλεσμα θα ήταν βέβαια μια απότομη πτώση αυτού του μέσου όρου, οπότε χάρην συνέπειας η «αριστερή κυβέρνηση των αντιμνημονιακών δυνάμεων» θα έπρεπε με τη σειρά της να αναπροσαρμόσει τον φορολογικό συντελεστή στο νέο επίπεδο του χαμηλότερου μέσου όρου, κατεβάζοντάς τον μάλιστα έτσι ακόμα πιο χαμηλά, κ.ο.κ….

Μάλλον δε χρειάζεται να συνεχίσουμε. Για την ιστορία και μόνο, ας αναφέρουμε ότι ο συγκεκριμένος φορολογικός συντελεστής των κερδών του κεφαλαίου, ήταν πριν 20 χρόνια στην Ελλάδα στο 45%. Κι όσοι ψάχνουν με το φακό του Σέρλοκ Χολμς τις αιτίες του «ελλείματος» και του «χρέους», μπορούν να ανακαλύψουν ένα από τα ίχνη του εγκλήματος και στη μείωσή του από το 45% στο 20% μέσα στην τελευταία 20ετια, για χάρη φυσικά της «ανταγωνιστικότητας» των καπιταλιστικών μονοπωλίων η οποία -κατά φυσική της συνέπεια- συγκρούεται με τις ανάγκες των εργαζομένων και της κοινωνίας.

Ήταν μάλιστα το 2008, όταν δηλαδή ο κύκλος της ως τότε ανάπτυξης του κεφαλαίου και μαζί του ο κύκλος των «εθνικών οραμάτων» του ευρωενωσιακού μονοδρόμου επρόκειτο πολύ γρήγορα να κλείσουν οριστικά, τότε που ο συγκεκριμένος φορολογικός συντελεστής με νόμο της κυβέρνησης «έπεφτε» κάτω κι από το 25% που ίσχυε τότε, για να φτάσει ως το σημερινό του επίπεδο…

Λογικό για τον ΣΥΡΙΖΑ να επιζητεί μια γενική επιστροφή κάθε «συντελεστή» στο σημείο όπου βρισκόταν κατά τις παραμονές εκείνων των ημερών. Το ότι αυτό δεν το επιχειρεί καν με μια πολιτική του «25%» ή έστω του «24%», αλλά με μια πολιτική του «μέσου όρου», αντανακλά απλώς την δυσκολία του την οφειλόμενη στην πολιτική εξάρτησή του από την στρατηγική του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s