συνήγορος του διαβόλου – δεύτερο μέρος

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Στο σημείο αυτό θα δώσουμε μια εξήγηση: γιατί «διάβολος»; Γιατί να αποκαλώ τα «μεσαία στρώματα» (τον μικροαγρότη, τον βιοτέχνη και τον μικρέμπορο, τον «αυτοαπασχολούμενο», μέχρι και τον «μικροβιομήχανο» της «κριτικής του προγράμματος της Γκότα», τον «ανεξάρτητο εργάτη» του οποίου σημερινός κοινωνικός επίγονος είναι σε γενικές γραμμές ο «μικροαστός» της πόλης και της υπαίθρου)  με αυτόν τον τίτλο;

Πρώτη διευκρίνιση, πρόκειται για αστείο. Οι προληπτικοί αναγνώστες μην τρομάξουν που γίνεται εδώ λόγος για τον «διάβολο», ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια του διάτανου ή του διάτσου.

 ***

Μετά από την απαραίτητη διευκρίνιση, πρέπει να εξηγηθεί σε ποιά πραγματικότητα αναφέρεται, σε ποιά πραγματικότητα στηρίζεται το «αστείο»:

Σε πολλές.

Καταρχήν στο γεγονός, ότι τα «μεσαία» στρώματα δεν τα θέλει κανείς, μόνο αυτά θέλουν τον εαυτό τους:

Ο καπιταλισμός στην θεωρητικά «καθαρή» μορφή και ανάπτυξή του τα εξαφανίζει (πράγμα που επιβεβαιώνει και η πραγματική εμπειρία σαν μόμιμη τάση, σαν σταδιακή διαδικασία, συνοδευόμενη ταυτόχρονα και από την πιο αδύνατη τάση αναπαραγωγής τους), επιτρέποντας σε ένα μικρό μέρος τους να ενταχθεί στην καπιταλιστική αστική τάξη και εξαναγκάζοντας την μεγάλη τους πλειοψηφία στην προλεταριοποίηση με μικρότερο, μεγαλύτερο ή «μέσο» βαθμό εξαθλίωσης.

Ο κομμουνισμός πάλι, επίσης σαν θεωρητικά «καθαρό» σύστημα, καταργεί την ύπαρξή τους ως ιδιαίτερων στρωμάτων εντάσσοντας την ατομική ή «μικρή» παραγωγική τους δραστηριότητα στην κοινωνικοποιημενη παραγωγή.  Και πρακτικά, στη βάση της ήδη υπάρχουσας σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής ιστορικής εμπειρίας, το επιχειρεί αυτό κυρίως είτε μέσω της εθνικοποίησης της γης και της παραγωγικής συνεταιριστικοποίησης («κολεκτιβοποίησης») ιδίως της μικρής έως «μεσαίας» αγροτικής ιδιοκτησίας, είτε μέσω της κατάργησης άλλων «ανεξάρτητων» παραγωγικών δραστηριοτήτων «ως τέτοιων» και της αντικατάστασής τους από (ή μετατροπής τους σε) τομείς της κοινωνικής – κρατικής παραγωγής. Αυτή είναι (στο μέτρο των γνώσεών μου) μια εντελώς επιγραμματική παρουσίαση του χειρισμού του ζητήματος στην ΕΣΣΔ, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ο «για ιστορικά καθορισμένους λόγους» και ο πιο «ακραίος» χειρισμός. Στα σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης υπήρξε μια ορισμένη ποικιλία και διαβάθμιση τέτοιων χειρισμών (έως και περιπτώσεις κρατών όπου διατηρήθηκε σε μεγάλη έκταση όχι απλώς η μικρή και η «μεσαία» αλλά και η μεγάλη γαιοκτησία, αλλά εδώ πια πρέπει να γίνεται λόγος όχι για «χειρισμό» αλλά για μη-χειρισμό), και προφανώς θα ήταν χρήσιμη η ιδιαίτερη μελέτη, όχι μόνο από την άποψη της θεωρίας αλλά και από την άποψη της εμπειρίας, όλων των μορφών αυτής της «ποικιλίας και διαβάθμισης». Και στην ίδια την σοβιετική εμπειρία άλλωστε υπάρχει μια ορισμένη διαβάθμιση (λ.χ. η παραχώρηση μιας έκτασης για ατομική καλλιέργεια σε κάθε αγροτική οικογένεια),  παρ’ όλα αυτά ας τη θεωρήσουμε εδώ ως την τυπική: Σε κάθε περίπτωση η υπάρχουσα ιστορική εμπειρία είναι παραπάνω από πολύτιμη, όμως αν ήταν δεδομένο (τουλάχιστον για εμένα) ότι εξαντλεί όλες τις πλευρές του ζητήματος, τότε δεν θα υπήρχε και η οποιαδήποτε ανάγκη για σημειώματα σαν κι αυτό.

Δεύτερη πραγματικότητα: Τι άλλο εκτός από «διάβολος», μπορεί να είναι μια μορφή, πρώτα απ’ όλα μορφή παραγωγής και, κατόπιν, «ιδιοκτησίας», η οποία έχει φτάσει ως τις μέρες μας, ως την σύγχρονη εποχή όπου οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπυξης έχουν υπερ-ωριμάσει για την αντικατάσταση του καπιταλιστικού συστήματος από το σοσιαλιστικό, έχοντας στο μεταξύ αυτή η μορφή υπάρξει αδιάλλειπτα και διασχίσει όλους τους ως τώρα κοινωνικο-οικονομικούς σχηματισμούς της ιστορίας χωρίς να «ανήκει» σε κανέναν από αυτούς και χωρίς κανένας από αυτούς να την «προβλέπει» και να βασίζεται σε αυτήν;

Ατομική και μικρή ομαδική παραγωγή στον καπιταλισμό, στην περίοδο της φεουδαρχίας, της δουλοκτησίας, εκφράσεις της ίδιας μορφής στο πλαίσιο της «πρωτογονης» κοινοτικής παραγωγής, σε κάθε μια από αυτές τις φάσεις είτε στο «περιθώριο» του εκάστοτε κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, είτε  ενσωματωμένη στους όρους του και κάτω από την κυριαρχία τους, είτε και τα δύο. Δεν υπάρχει, φυσικά, κάτι το «διαβολικό»  σε αυτή την πραγματικότητα. Προφανώς και είναι πραγματικότητα οφειλόμενη σε οικονομικούς-υλικούς όρους. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν και που σχετίζονται, σε τελική ανάλυση, με το θέμα μας έχουν να κάνουν, πρώτον, με το κατά πόσο οικονομικοί-υλικοί όροι του ίδιου είδους δεν αναπαράγονται με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις τους, το ιδιαίτερό τους περιεχόμενο και την ιδιαίτερη μορφή τους και κάτω από τους όρους της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Και, δεύτερον, και εδώ πρόκειται για ερώτημα που κατά κάποιο τρόπο φτάνει ως τα δυνατά άκρα κάθε ερωτήματος: κατά πόσο πρόκειται ή δεν πρόκειται (και αν ναι, με ποιο ιδιαίτερο περιεχόμενο υπό όρους κοινωνικοποιημένης παραγωγής) για οικονομικούς-υλικούς όρους σχετιζόμενους με την «κοινωνική και υπαγορευμένη από τους φυσικούς νόμους της ζωής ανταλλαγή της ύλης», όρους σχετιζόμενους με την «φυσική ενέργεια της εργατικής δύναμης», με την «αποταμίευσή της» και με την αξιοποίησή της  «σαν εφεδρικό κεφάλαιο για την ανανέωση της ζωτικής δύναμης των εθνών» (οι φράσεις σε εισαγωγικά από: «το Κεφάλαιο»). 

Τρίτο γεγονός, οι ειδικοί όροι ύπαρξης της «μικροαστικής» παραγωγής στις συνθήκες όπου επικρατούν εμπορευματοχρηματικές μορφές ανταλλαγής του προϊόντος της εργασίας (στον καπιταλισμό, καθώς και -εν μέρει- στο στάδιο της μετάβασης από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, δηλαδή στο σοσιαλισμό), και η ιδιαίτερη ψυχολογία των «μικροαστικών» στρωμάτων που αναπτύσσεται στη βάση αυτών των όρων, ο διττός χαρακτήρας της κοινωνικής-οικονομικής ύπαρξής τους: Από τη μια, σαν ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, πράγμα που συνιστά την αντικειμενική-υλική βάση και επιφέρει την ψυχολογική τάση της χρηματικής συσσώρευσης, της εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης και της μετατροπής τους σε καπιταλιστές. Κι από την άλλη, ως εργαζομενοι οι ίδιοι, πράγμα που συνιστά την βάση και επιφέρει την τάση της συνένωσής τους με την εργατική τάξη στην πάλη για το σοσιαλισμό και την σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Πάνω σ’ αυτό το «τρίτο γεγονός», ας «ακούσουμε» τον Β.Ι. Λένιν απευθυνόμενο στο 3ο Πανρωσικό συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας στις 2-10-1920 (η παράθεση των αποσπασμάτων δεν γίνεται με τη σειρά του πρωτότυπου κειμένου): 

«Η παλιά κοινωνία στηριζόταν πάνω σε τούτη την αρχή: ή εσύ ληστεύεις τον άλλον, ή ο άλλος σε ληστεύει εσένα, ή εσύ δουλεύεις για τον άλλο, ή αυτός για σένα, ή είσαι δουλοχτήτης ή είσαι δούλος. Και είναι ευνόητο ότι οι άνθρωποι που ανατρέφονται μέσα σ’ αυτή την κοινωνία παίρνουν, μπορούμε να πούμε, μαζί με το γάλα της μάνας τους την ψυχολογία, τις συνήθειες, τις αντιλήψεις – ή δουλοχτήτη ή δούλου, ή μικροϊδιοχτήτη, μικροϋπάλληλου, κατώτερου δημόσιου υπάλληλου, διανοούμενου, με μια λέξη ανθρώπου που φροντίζει μόνο να έχει αυτός και για τον άλλον δεν νοιάζεται.

Αν είμαι νοικοκύρης σ’ αυτό το κομμάτι της γης, δε με νοιάζει για τον άλλον. Αν ο άλλος πεινά, τόσο το καλύτερο, θα πουλήσω ακριβότερα τα σιτάρι μου. Αν έχω τη θεσούλα μου σα γιατρός, μηχανικός, δάσκαλος, υπάλληλος, δε με νοιάζει για τον άλλο. Ίσως, κολακεύοντας, προσπαθώντας να είμαι ευχάριστος σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία, θα διατηρήσω τη θεσούλα μου και θα μπορέσω ακόμα και να προκόψω, να γίνω αστός. Ο κομμουνιστής δε μπορεί να έχει τέτοια ψυχολογία και τέτοια διάθεση.

Όταν οι εργάτες και οι αγρότες απόδειξαν ότι είμαστε ικανοί με τις δικές μας δυνάμεις να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας και να δημιουργήσουμε τη νέα κοινωνία, από τότε ακριβώς άρχισε μια νέα κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, η διαπαιδαγώγηση μέσα στον αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές, η διαπαιδαγώγηση σε συμμαχία με το προλεταριάτο ενάντια στους εγωιστές και τους μικροϊδιοχτήτες, ενάντια στην ψυχολογία και στις συνήθειες που λένε: εγώ βγάζω κέρδος και δε με νοιάζει καθόλου για όλα τ’ άλλα».

*

«Μπορεί άραγε η δουλειά να είναι κοινή αν ο καθένας έχει το νοικοκυριό του σε χωριστό κομμάτι γης; Δε μπορείς να δημιουργήσεις μονομιάς την κοινή εργασία. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Πρέπει να την κερδίσεις με τη δουλειά, να την αποχτήσεις με βάσανα, να τη δημιουργήσεις. Και δημιουργιέται στην πορεία του αγώνα«.

*

«Πώς γινόταν στην παλιά κεφαλαιοκρατική κοινωνία; Ο καθένας δούλευε μόνο για τον εαυτό του και κανένας δεν κοίταζε αν υπάρχουν γέροι ή άρρωστοι ή αν όλο το βάρος του νοικοκυριού έπεφτε στους ώμους της γυναίκας, που γι’ αυτό ήταν πνιγμένη και υποδουλωμένη. Ποιος πρέπει να παλέψει ενάντια σ’ αυτό;»

*

«Στην παλιά κοινωνία κάθε οικογένεια δούλευε χωριστά και κανένας δεν συνένωνε την εργασία τους, εκτός από τους τσιφλικάδες και τους καπιταλιστές, που καταπίεζαν τη μάζα του λαού. Εμείς πρέπει κάθε δουλειά, όσο και αν είναι βρώμικη και δύσκολη, να την οργανώνουμε έτσι που ο κάθε εργάτης και αγρότης να μπορεί να λέει: εγώ είμαι ένα κομμάτι από τη μεγάλη στρατιά των ελεύθερων εργατών και θα μπορέσω να χτίσω ο ίδιος τη ζωή μου χωρίς τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες, θα μπορέσω να εγκαθιδρύσω το κομμουνιστικό καθεστώς».

*

«Και βλέπουμε πώς αναπτύσσεται σ’ όλο τον κόσμο η προλεταριακή επανάσταση. Λέμε τώρα με βάση την πείρα, ότι μόνο το προλεταριάτο μπορούσε να δημιουργήσει μια τέτοια συσπειρωμένη δύναμη που την ακολουθεί η κομματιασμένη και σκορπισμένη αγροτιά, μια δύναμη που άντεξε σ’ όλες τις επιθέσεις των εκμεταλλευτών. Μόνο αυτή η τάξη μπορεί να βοηθήσει τις εργαζόμενες μάζες να ενωθούν, να συσπειρωθούν και να υπερασπίσουν τελικά, να στερεώσουν τελικά την κομμουνιστική κοινωνία, να την χτίσουν ολοκληρωτικά.

Και σε τι συνίσταται αυτή η ταξική πάλη; Στο ν’ ανατρέψουμε τον τσάρο, ν’ ανατρέψουμε τους κεφαλαιοκράτες, να εκμηδενίσουμε την τάξη των κεφαλαιοκρατών.

Και τι είναι γενικά τάξεις; Είναι αυτό που επιτρέπει σ’ ένα μέρος της κοινωνίας να ιδιοποιείται την εργασία του άλλου.

Αν ένα μέρος της κοινωνίας ιδιοποιείται όλη τη γη, έχουμε τις τάξεις των τσιφλικάδων και των αγροτών. Αν ένα μέρος της κοινωνίας έχει τις φάμπρικες και τα εργοστάσια, έχει τις μετοχές και τα κεφάλαια και το άλλο δουλεύει σ’ αυτές τις φάμπρικες, έχουμε τις τάξεις των κεφαλαιοκρατών και των προλετάριων.

Δεν ήταν δύσκολο να διώξουμε τον τσάρο, χρειάστηκαν γι’ αυτό όλο-όλο μερικές μέρες. Δεν ήταν πολύ δύσκολο να διώξουμε τους τσιφλικάδες, αυτό μπορέσαμε να το κάνουμε μέσα σε μερικούς μήνες, δεν είναι πολύ δύσκολο να διώξουμε και τούς κεφαλαιοκράτες.

Είναι όμως ασύγκριτα πιο δύσκολο να εκμηδενίσουμε τις τάξεις. Ο χωρισμός σε εργάτες και αγρότες εξακολουθεί ακόμα, να υπάρχει. Αν ο αγρότης είναι εγκαταστημένος σε χωριστό κομμάτι γης και ιδιοποιείται το παραπανίσιο σιτάρι, δηλαδή το σιτάρι που δεν του χρειάζεται ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τα ζώα του, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μένουν χωρίς σιτάρι, τότε ο αγρότης μετατρέπεται πια σε εκμεταλλευτή. Όσο περισσότερο σιτάρι αφήνει για τον εαυτό του, τόσο είναι συμφερότερα γι’ αυτόν, και οι άλλοι ας πεινούν: «Όσο περισσότερο πεινούν, τόσο ακριβότερα θα πουλήσω το σιτάρι».

Πρέπει όλοι να δουλεύουν σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο στην κοινή γη, στις κοινές φάμπρικες και στα κοινά εργοστάσια και σύμφωνα μ’ ένα γενικό κανονισμό. Είναι εύκολο να γίνει αυτό; Βλέπετε ότι εδώ δε μπορούμε να πετύχουμε τη λύση εξίσου εύκολα όπως όταν επρόκειτο να διώξουμε τον τσάρο, τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες. Εδώ το προλεταριάτο πρέπει ν’ αναδιαπαιδαγωγήσει, να επανεκπαιδεύσει ένα μέρος από τους αγρότες, να τραβήξει με το μέρος του εκείνους που είναι εργαζόμενοι αγρότες για να εκμηδενίσει την αντίσταση εκείνων των αγροτών που είναι πλούσιοι και πλουτίζουν με την ανέχεια των υπόλοιπων.

Επομένως, δεν τέλειωσε ακόμα ο αγώνας του προλεταριάτου επειδή ανατρέψαμε τον τσάρο και διώξαμε τους τσιφλικάδες και τους κεφαλαιοκράτες. Το καθήκον του καθεστώτος, που το ονομάζουμε διχτατορία του προλεταριάτου, είναι να ολοκληρώσει αυτόν τον αγώνα.

Η ταξική πάλη συνεχίζεται. Άλλαξε μόνο μορφές. Η ταξική αυτή πάλη γίνεται για να μην μπορέσουν να γυρίσουν πίσω οι παλιοί εκμεταλλευτές, για να συνενωθεί σε μιαν ένωση η σκόρπια μάζα της καθυστερημένης αγροτιάς. Η ταξική πάλη συνεχίζεται και το καθήκον μας είναι να τα υποτάξουμε όλα στο συμφέρον της πάλης αυτής.

Και την κομμουνιστική μας ηθικότητα την υποτάσσουμε σ’ αυτό το καθήκον. Λέμε: ηθικότητα είναι αυτό που εξυπηρετεί την καταστροφή της παλιάς εκμεταλλευτικής κοινωνίας και τη συνένωση όλων των εργαζομένων γύρω από το προλεταριάτο, που δημιουργεί τη νέα κοινωνία των κομμουνιστών.

Η κομμουνιστική ηθικότητα είναι η ηθικότητα εκείνη που εξυπηρετεί αυτόν τον αγώνα, που συνενώνει τους εργαζόμενους ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοχτησία, γιατί η μικρή ιδιοχτησία δίνει στα χέρια ενός προσώπου εκείνο που έχει δημιουργηθεί με την εργασία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η γη στη χώρα μας θεωρείται κοινή ιδιοχτησία.

Αν όμως απ’ αυτή την κοινή ιδιοχτησία πάρω ένα ορισμένο κομμάτι, βγάλω απ’ αυτό σιτάρι διπλάσιο απ’ ό,τι μου χρειάζεται και με το περίσσιο σιτάρι κερδοσκοπήσω; Αν σκέφτομαι ότι όσο περισσότεροι πεινασμένοι θα υπάρχουν, τόσο πιο ακριβά θα πληρώνουν; Ενεργώ άραγε τότε σαν κομμουνιστής; Οχι, ενεργώ σαν εκμεταλλευτής, σαν ιδιοχτήτης. Αυτό πρέπει να το πολεμήσουμε.

Αν τ’ αφήσουμε έτσι, τότε όλα θα κυλήσουν προς τα πίσω, προς την εξουσία των κεφαλαιοκρατών, προς την εξουσία της αστικής τάξης, όπως έγινε πολλές φορές στις προηγούμενες επαναστάσεις. Και για να μην αφήσουμε να ξαναρθεί η εξουσία των κεφαλαιοκρατών και της αστικής τάξης δεν πρέπει να επιτρέψουμε το μικροεμπόριο, δεν πρέπει ν’ αφήσουμε ορισμένα πρόσωπα να πλουτίζουν σε βάρος των υπόλοιπων, πρέπει όλοι οι εργαζόμενοι να ενωθούν με το προλεταριάτο και ν’ αποτελέσουν την κομμουνιστική κοινωνία».

 

***

Σε άλλη μετάφραση του ίδιου κειμένου που έχω στα χέρια μου (Αντ. Βογιάζος, Σοσιαλισμός και κουλτούρα, Α΄τόμος, σελ. 139, θεμέλιο 1979) στην παραπάνω τελευταία πρόταση προσδίνονται ελαφρά διαφορετικές «αποχρώσεις»: «…και για να μην αφήσουμε να παλινορθωθεί η εξουσία των καπιταλιστών και της αστικής τάξης, χρειάζεται να μην επιτρέψουμε την κερδοσκοπία, χρειάζεται να μη θησαυρίζουν ορισμένα άτομα σε βάρος των υπόλοιπων, χρειάζεται να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι μαζί με το προλεταριάτο και να συγκροτήσουν την κομμουνιστική κοινωνια».

Δυστυχώς δεν γνωρίζω ποιά από τις δύο μεταφράσεις αποδίδει πιστότερα, σαν «απόχρωση» το πρωτότυπο. Πάνω σε αυτό θα μπορούσε να κατατοπίσει εμένα και τους αναγνώστες όποιος έχει τη γνώση και το ενδιαφέρον. Καθώς όμως πρέπει από τώρα να κάνω την «εκλογή» μιάς από της δυο, στο επόμενο μέρος του θέματος θα συνεχίσω από την άποψη της «απόχρωσης» που κάνει λόγο για «συσπείρωση των εργαζομένων μαζί με το προλεταριάτο» και για «συγκρότηση της νέας κοινωνίας». Ίσως και μόνο, γιατί αυτή η «απόχρωση’ προσφέρεται περισσότερο για την έκφραση του προσωπικού μου προβληματισμού και της αντίληψης που αναπτύσσεται πάνω σ’ αυτόν.

(συνεχίζεται)

 

 

 

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s