Κ. Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ (τρίτο)

[…]

Και μολαταύτα η κρατική εξουσία δεν κρέμεται στον αέρα. Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μιά τάξη και μάλιστα τήν πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς.

Οπως oι Βουρβώνοι ήταν η δυναστεία της μεγάλης γαιο­χτησίας, όπως ο οίκος της Ορλεάνης ήταν η δυναστεία τού χρήματος, έτσι και oι Βοναπάρτες ήταν η δυναστεία των αγρο­τών, δηλ. τής μάζας του γαλλικού λαού. Ο εκλεκτός των αγρo­τών δέν ήταν ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, αλλά ο Βοναπάρτης που το διάλυσε. Τρία χρόνια oι πόλεις κατόρθωναν να πλαστογραφούν την έννοια των εκλογών της 10 του Δεκέμβρη και να εξαπατούν τους αγρότες στο ζήτημα της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Οι εκλογές της 10 του Δεκέμβρη 1848 ολοκληρώθηκαν μονάχα με το πραξικόπη­μα της 2 του Δεκέμβρη 1851.

Oι μικροί χωρικοί αποτελούν μιά τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από όμοιες συνθήκες, δίχως όμως να έρ­χονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος της πα­ραγωγής τους, τούς απομονώνει τον έναν από τον άλλο, αντί να τους φέρνε σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγα­λώνει χάρη στα άσχημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας καί στή φτώχεια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει στην καλλιέργειά του κανέναν κα­ταμερισμό της εργασίας, καμιά εφαρμογή της επιστήμης και συ­νεπώς καμιά ποικιλία ανάπτυξης, καμιά διαφορά ταλέντων, κα­νένα πλούτο κοινωνικών σχέσεων. Κάθε ξεχωριστή αγροτική oικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης, η ίδια παράγει σχεδόν το μεγα­λύτερο μέρος της κατανάλωσής της και έτσι αποχτά τα μέσα συν­τήρησής της περισσότερο από την ανταλλαγή με τη φύση, παρά από την επικοινωνία με την κοινωνία. Ο μικρός κλήρος, ο αγρότης και η oικoγένεια, δίπλα ένας άλλος μικρός κλήρος, ένας άλλος αγρότης και μιά άλλη οικογένεια. Μιά χούφτα απ’ αυ­τές τις μονάδες κάνουν ένα χωριό και μιά χούφτα χωριά κά­νουν ένα νομό. Έτσι σχηματίζεται η μεγάλη μάζα του γαλλικού έΘνους με απλή άθροιση ομώνυμων μεγεθών, το ίδιο περίπου όπως ένα σακί  πατάτες κάνει ένα σακί πατάτες. Εφό­σον εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από οικονομικές συν­θήκες ύπαρξης, που ξεχωρίζουν τον τρόπο της ζωής τους, τα συμφέροντά τους και τή μόρφωσή τους από τον τρόπο της ζωής, τα συμφέροντα και τη μόρφωση των άλλων τάξεων και τις αν­τιπαραθέτουν απέναντι σ’ αυτές, αποτελούν μιά τάξη. Εφόσον όμως ανάμεσα στούς μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο μιά τοπική συνάφεια και η ομοιότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί καμιά κοινότητα, κανένα εθνικό σύνδεσμο, και καμιά πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Γι’ αυτό είναι ανίκανοι να επιβάλουν εξ ονόματός τους τα ταξικά τους συμφέροντα, είτε με μιά βουλή, είτε με μιά συμβατική συνέλευση. Δε μπορούν ν’ αν­τιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, πρέπει να αντιπροσωπεύονται από άλλους. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να πα­ρουσιάζεται σαν κύριός τους, σαν μιά έξουσία πάνω από αυτούς, σαν μιά απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τίς άλλες τάξεις και τούς στέλνει από πάνω τη βροχή και τον ήλιο. Η πολιτική επιροή των μικρών αγροτών βρίσκει συνεπώς την τελευταία της έκφραση στην υποταγή της  ίδιας της κοινωνίας στην εκτελεστική εξουσία.

Η ιστορική παράδοση γέννησε την πίστη τών γάλλων αγροτών στο θαύμα ότι ένας άνθρωπος με το όνομα Ναπολέων θά τούς ξανάφερνε κάθε μεγαλείο. Και βρέθηκε κάποιο υποκεί­μενο, που λέει ότι είναι αυτός ο άνθρωπος, γιατί έχει το όνο­μα Ναπολέων και γιατί ο ναπολεόντειος κώδικας ορίζει ότι «Απαγορεύεται η αναζήτηση της πατρότητας». Ύστερα από είκοσι χρόνια αλητείας και ύστερα από μιά σειρά γελοίες περιπέτειες, πραγματοποιείται ο μύθος και ο άνθρωπος γίνεται αυτοκράτορας τών γάλλων. Η έμμονη ιδέα του ανηψιού πραγματοποιήθηκε, γιατί συνέπιπτε με την έμμονη ιδέα της πιο πο­λυάριθμης τάξης του γαλλικού λαού.

Μα, θα μου αντιτάξει κανείς, και oι εξεγέρσεις των αγρο­τών στή μισή Γαλλία, το κυνήγι του στρατού ενάντια στους αγρότες, oι μαζικές φυλακίσεις και εξορίες των αγροτών;

Από τόν καιρό του Λουδοβίκου XIV η Γαλλία δέ γνώρι­σε παρόμοιο διωγμό των αγροτών «γιά δημαγωγικές μηχανο­ραφίες».

Πρέπει όμως νά μέ καταλάβετε καλά. Η δυναστεία τού Βοναπάρτη δέν αντιπροσωπεύει τόν επαναστάτη αλλά το συντη­ρητικό αγρότη, δεν αντιπροσωπεύει τον αγρότη που θέλει νά βγει έξω από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής του, από τό μικρό κλήρο, αλλά αντίθετα τόν αγρότη που θέλει νά σταθεροποιήσει αυτές τις συνθήκες κι αυτό τόν κλήρο, δέν αντιπροσω­πεύει το λαό της υπαίθρου που ενωμένος με τις  πόλεις θέλει νά ανατρέψει με τη δική του δραστηριότητα το παλιό καθεστώς, αλλά αντίθετα, το λαό της υπαίθρου που, γερά κλεισμένος σ’ αυτό το παλιό καθεστώς, θέλει να δει τόν εαυτό του μαζί με τό μικρό κλήρο του νά σώζεται καί νά ευνοείται από τό φάντασμα της αυτοκρατορίας. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει τό διαφωτισμό, αλλά τη δεισιδαιμoνία του αγρότη, δεν αντι­προσωπεύει την κρίση του, αλλά την πρόληψή του, δεν αντι­προσωπεύει το μέλλον του, αλλά το παρελθόν του, δεν αντιπρο­σωπεύει τη σύγχρονη Σεβέν αλλά τη σύγχρονη Βανδέα του.

[…]

Αφού η πρώτη επανάσταση μετέβαλε τούς αγρότες από μισοδουλοπάροικους σε ελεύθερους ιδιοχτήτες της γης, ο Ναπολέων στερέωσε και ρύθμισε τις συνθήκες που θα τούς επιτρέπανε νά εκμεταλλεύονται ανενόχλητα τη γη της Γαλλίας που πριν λίγο είχε περάσει στά χέρια τους και νά ικανοποιούν το νεανικό πάθος τους γιά ιδιοχτησία. Αυτό όμως που προκαλεί τώρα την καταστροφή του γάλλου αγρότη είναι ο ίδιος ο μικρός του κλήρος, ο τεμαχισμός τής γης, η μορφή τής ιδιοχτησίας που σταθεροποίησε ο Ναπολέων στη Γαλλία. Οι υλικές συνθήκες είναι ακριβώς εκείνες που μετάτρεψαν το φεουδαρχικό αγρό­τη σε μικρό αγρότη και το Ναπολέοντα σε αυτοκράτορα. Δυό γενιές στάθηκαν αρκετές γιά να δημιουργήσουν τό αναπόφευγο αποτέλεσμα: την προοδευτική χειροτέρευση της γεωργίας και τήν προοδευτική καταχρέωση του γεωργού. Η «ναπολεόντεια» μορφή ιδιοκτησίας, που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η προϋ­πόθεση γιά την απελευθέρωση και τον πλουτισμό τού γαλλικού αγροτικού πληθυσμού, εξελίχτηκε στή διάρκεια αυτού του αιώνα σε νόμο της υποδούλωσης και τής εξαθλίωσής του. Και ακριβώς αυτό το νόμο είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει ο δεύ­τερος Βοναπάρτης γιατί αποτελεί τήν πρώτη από τις «ναπολεόντειες ιδέες».

[…]

Η οικονομική εξέλιξη της τεμαχισμένης μικροιδιοχτησίας ανάτρεψε από τις βάσεις τους τις σχέσεις τών αγροτών πρός τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο τε­μαχισμός της γης στην ύπαιθρο συμπλήρωνε τόν ελεύθερο συναγωνισμό και την απαρχή της μεγάλης βιομηχανίας στις πόλεις. Η αγροτική τάξη ήταν η πανταχού παρούσα διαμαρτυρία ενάντια στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων που μόλις είχε γκρεμιστεί. Οι ρίζες που η τεμαχισμένη αυτή μικροϊδιοχτησία άπλωσε στο γαλλικό έδαφος στέρησαν το φεουδαλισμό από κάθε τροφή. Tα ορόσημά της αποτέλεσαν τα φυσικά οχυρά της αστικής τάξης ενάντια σε κάθε εγχείρημα των παλιών της αφεν­τικών. Μα στήν πορεία του 19ου αιώνα τη θέση του φεουδάρχη, την πήρε ο τοκογλύφος των πόλεων, τη θέση των φεουδαρχικών υποχρεώσεων του αγρότη που συνδέονταν με τη γη την πήρε η υποθήκη, τη θέση της αριστοκρατικής γαιοχτησίας την πή­ρε το αστικό κεφάλαιο. 

[…]

Έτσι, τα συμφέροντα των αγροτών δε βρί­σκονται πιά, όπως τον καιρό του Nαπολέοντα, σε αρμονία, αλ­λά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κε­φάλαιο. Συνεπώς, οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμα­χο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος. Μα η ισχυρή και με απεριόριστα δικαιώματα κυβέρνηση -και αυτή είναι η δεύτερη «ναπολεόντεια ιδέα» που ο δεύτερος Ναπολέοντας  πρέπει να εφαρμόσει- καλείται να υπερασπίσει με τη βία αυτή την «υλική» τάξη. Kι αυτή η «υλική τάξη» χρησιμεύει σαν σύνθημα σέ όλες τις διακηρύξεις του Βοναπάρτη ενάντια στους εξεγερμένους αγρότες.

[…]

Mιά άλλη «ναπολεόντεια ιδέα» είναι η κυριαρχία των παπάδων σαν ένα μέσο διακυβέρνησης. Αν όμως ο νεοδημιουργη­μένος μικρός κλήρος, στην αρμονία του με την κοινωνία,στην εξάρτησή του από τις φυσικές δυνάμεις και την υποταγή του στην εξουσία που τον προστατεύει από τα πάνω ήταν φυσικά θρήσκος, ο μικρός κλήρος που έχει τσακιστεί από τα χρέη, που βρίσκεται σε διάσταση με την κoινωνία και την εξουσία, και που βγαίνει πέρα από την ίδια τη στενότητά του, γίνεται φυσικά άθρησκος.

[…]

Τέλος, το αποκορύφωμα των «ναπολεόντειων ιδεών» είναι η υπεροχή του στρατού. Ο στρατός ήταν υπόθεση τιμής των μικρών αγροτών, ήταν οι ίδιοι τους μεταμορφωμένοι σε ήρωες, ήταν αυτοί που υπεράσπιζαν την καινούργια ιδιοχτησία τους από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτοί που δόξαζαν τη νεοαποχτη­μένη εθνική τους ενότητα, που λεηλατούσαν και επαναστατοποιούσαν τον κόσμο. Η στολή ήταν η δική τους κρατική φορεσιά, ο πόλεμος ήταν η ποίησή τους, ο μικρός κλήρος που στη φαντασία τους μεγάλωνε και στρογγύλευε ήταν η πατρίδα τους, και ο πατριωτισμός ήταν η ιδανική μορφή του αισθήματος της ιδιοχτησίας. Οι εχθροί όμως που ενάντιά τους ο γάλλος αγρότης έχει να υπερασπίσει την ιδιοχτησία του σήμερα, δεν είναι πια οι κοζάκοι, μα οι δικαστικοί κλητήρες και οι φοροεισπράχτο­ρες. Ο μικρός κλήρος δε βρίσκεται πια σ’ αυτό που λέγαται πατρίδα, αλλά στο βιβλίο υποθηκών. Ο ίδιος ο στρατός δεν είναι πιά το άνθος της αγροτικής νεολαίας, είναι το βαλτολού­λουδο του αγροτικού κουρελοπρολεταριάτου. 

[…]

Βλέπουμε ότι όλες οι «ναπολεόντειες ιδέες»    είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητάς του, γιά το  μικρό όμως κλήρο που   έχει ζήσει τη ζωή του oι ιδέες αυτές είναι ένας παραλογισμός. Είναιoι πα­ραισθήσεις της θανάσιμης αγωνίας του, λέξεις που μετατρέπον­ται σε φράσεις, πνεύματα πού γίνονται φαντάσματα. Η παρω­δία όμως της αυτοκρατορίας ήταν αναγκαία για να απαλλάξει τη μάζα του γαλλικού έΘνους από το βάρος της παράδοσης και γιά να προβάλει σε καθαρή μορφή την αντίθεση ανάμεσα στην κρατική δύναμη και στην κοινωνία. Μαζί με την προο­δευτική συντριβή της τεμαχισμένης μικροϊδιοχτησίας, καταρέει κι ολόκληρο το θεμελιωμένο πάνω της κρατικό οικοδόμημα. Ο κρατικός συγκεντρωτισμός που χρειάζεται η σύγχρονη κοινωνία υψώνεται μονάχα πάνω στα ερείπια του στρατιωτικού γρα­φειοκρατικού κυβερνητικού μηχανισμού, που είχε σφυρηλατηθεί σε αντίθεση με τη φεουδαρχία.

Η κατάσταση του γάλλου αγρότη μας λύνει το αίνιγμα των γενικών εκλογών της 20 και 21 του Δεκέμβρη,  που οδήγησαν το δεύτερο Βοναπάρτη στο όρος Σινά όχι γιά να πάρει, αλλά γιά να υπαγορεύσει νόμους.

Ήταν ολοφάνερο ότι η αστικήτάξη δεν είχε τώρα άλλη εκλογή από το να εκλέξει το Βοναπάρτη. Όταν στη σύνοδο της Κωνσταντίας oι πουριτανοί παραπονέθηκαν γιά τήν ακόλαστη ζωή τών παπών και θρηνολογούσανε γιά την ανάγκη μιάς αναμόρφωσης των ηθών, ο καρδινάλιος Πιέρ ντ’ Αιγύ τους φώναξε: «Μονάχα ο ίδιος ο διάβολος μπορεί τώρα να σώσει την καθολική εκκλησία και σεις ζητάτε αγγέλους!» Το ίδιο και η γαλλική    αστική τάξη φώναζε  ύστερα από το πραξικόπημα: «Μονάχα ο αρχηγός της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη μπορεί να σώσει τώρα την αστική κoινωνία! Μονάχα η κλεψιά μπορεί να σώσει τώρα την ιδιοχτησία, η επιορκία τη θρησκεία, τα νόθα την οικογένεια, η αταξία την τάξη!».

 

Σημείωση:

Στη Σεβέν, μια ορεινή περιοχή της Γαλλίας, ξέσπασε στις αρχές του 18ου αιώνα μια μεγάλη εξέγερση διαμαρτυρομένων αγροτών (των λεγόμενων Καμιζάρ) κάτω από το σύνθημα: «Όχι πια άλλους φόρους», «Ελευθερία θρησκευτικής πίστης». Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν φεουδαρχικούς πύργους και ενωμένοι σε αντάρτικα τμήματα και κάτω από την προστασία των βουνών συνέχισαν τρία σχεδόν χρόνια τον αγώνα τους. Βανδέα: Νομός της Γαλλίας, που ήταν η εστία της αντεπανάστασης τον καιρό της αστικής γαλλικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην πάλη της ενάντια στην επαναστατική Γαλλία η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε την εκεί καθυστερημένη αγροτιά, που ήταν πολύ επηρεασμένη από τον καθολικό κλήρο. 

προηγούμενο

 

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s