Με αφορμή μια συζήτηση

Τα παρακάτω γράφονται με αφορμή μια ανάρτηση στο μπλογκ praxis και την μικρή συζήτηση που ακολούθησε, σαν συνέχεια των προσωπικών μου σχολίων εκεί, που όμως σαν συνέχεια είναι εκτενής περισσότερο από όσο θα ήταν κατά τη γνώμη μου «συμβατό» με τους όρους ενός απλού σχολιασμού και συζήτησης, γι’ αυτό τη μεταφέρω εδώ.

Η συζήτηση στο praxis αφορά το εγχείρημα εργατικής αυτοδιαχείρισης στο εργοστάσιο της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής. Εκεί, στη ροή της συζήτησης, σχολίασα, ανάμεσα σ’ άλλα, ότι: «..Εφαλτήριο για κάτι άλλο (άσχετα αν έξω από το χορό ξέρω και πολλά τραγούδια) «τέτοιες» προσπάθειες θα μπορούσαν να έχουν γίνει στη βάση της σύγκρουσης, τότε, στα πρόσφατα χρόνια που κάθε τσιφλικοβιομήχανος ξήλωνε την τσιφλικοβιομηχανία του και τη φύτευε όπου έβρισκε φτηνούς σκλάβους.  Τότε ένα τέτοιο γενικευμένο «εγχείρημα», μ’όλη την καταστολή που θα συγκέντρωνε, θα ήταν ικανό να αναδείξει έμπρακτα τι θα πει εθνική ηγεμονία της αστικής τάξης από τη μια και τι θα πει ανύψωση της εργατικής τάξης σε ηγέτιδα τάξη του έθνους από την άλλη, κι έμπρακτα σ’ αυτή τη βάση θα ήταν ικανό να θέτει ζητήματα κοινωνικών συμμαχιών… Για να μην πω επίσης, ότι θα αποτελούσε στις συγκεκριμένες συνθήκες μέσο μετασχηματισμού των αντικειμενικών συνθηκών από την δράση της ίδιας της πρωτοπορίας…». 

Όπως είναι απόλυτα φυσικό το σχόλιο αυτό δέχτηκε σαν απάντηση, σε σχέση με το αν «σε  προηγούμενες περιόδους θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε ανάλογες προσπάθειες»  μια τοποθέτηση «επιφυλακτική».

Και λέω «απόλυτα φυσικό», αφού «επιφυλακτικός» για το ίδιο μου το σχόλιο είμαι κι εγώ ο ίδιος, καθώς μες στη συντομία του είναι κατ’ ανάγκη τηλεγραφικά γενικόλογο, κι επομένως τίθεται το ερώτημα (απέναντι και σ’ εμένα τον ίδιο) πώς γίνεται κατανοητό το περιεχόμενό του. Είναι λόγου χάρη αυτή η τηλεγραφική συντομία που ίσως δεν επιτρέπει να γίνει εξαρχής κατανοητή η αφετηριακή διαφορά του «ανάλογου» τέτοιων προσπαθειών σε περιπτώσεις σαν της ΒΙΟΜΕΤ και των «παρατημένων» από τους καπιταλιστές εργοστασίων στην Αργεντινή, από τη μια, και των περιπτώσεων της εξαγωγής βιομηχανικού κεφαλαίου, των αποκρατικοποιήσεων κλπ, από την άλλη. Γι’ αυτό θα προσπαθήσω να αναπτύξω λίγο την τοποθέτησή μου.

***

Αφετηρία της λοιπόν δεν είναι το «παράπονο» για το γεγονός ότι κατά την τελευταία 20ετία στο πλήθος περιπτώσεων μετεγκατάστασης βιομηχανιών,  οι εργαζόμενοι σ’ αυτές δεν προέταξαν αυτομάτως τα στήθη τους παίρνοντάς τες κάτω από τον έλεγχό τους. Ένα τέτοιο «παράπονο» από μόνο του θα ισοδυναμούσε με μεταφυσική απαίτηση για  τη μαγική πραγματοποίηση των «επιθυμιών» μου, κατά τα «διδάγματα» του Κοέλιο στον «αλχημιστή» του: Θέλε κάτι πολύ, και το σύμπαν θα συνομωτήσει υπέρ σου κάνοντας  την επιθυμία σου πραγματικότητα!

Δεν βρίσκεται λοιόν εκεί το «παράπονο». Βρίσκεται στο ότι σε όλες τις περιπτώσεις είτε των «αποκρατικοποιήσεων» είτε της εξαγωγής βιομηχανικού κεφαλαίου των τελευταίων 15-20 χρόνων, ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ σε συνδικαλιστικό ή πολιτικό επίπεδο δεν αμφισβητήθηκε, ΟΥΤΕ σε επίπεδο πράξης ΟΥΤΕ πρώτα απ’ όλα σε επίπεδο λόγων, το δικαίωμα της αστικής τάξης συνολικά καθώς και το δικαίωμα του κάθε ξεχωριστού της εκπροσώπου, το δικαίωμα το βασισμένο στο δικό της «δίκαιο»,  να μεταχειρίζεται είτε τη λαϊκή περιουσία (αγετ, ιονική, ναυπηγεία, οτε, ηλεκτρ. ενέργεια, ελπε, λιμάνι: ελάχιστα μόνο ενδεικτικά παραδείγματα) είτε την «ιδιωτική»  βιομηχανία σαν τσιφλίκι της (και τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν, που, αντίθετα απ’ το σημερινό βιομηχανικό «τσιφλίκι», το τσιφλίκι της εποχής των κοτσαμπάσηδων δεν μπορούσε να ξηλωθεί από τον τοπο του, όπως άλλωστε ούτε κι οι πεζούλες των χωρικών, και να μεταφερθεί οπουδήποτε αλλού).

Και πιο συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε αυτό το «δικαίωμα», από τη σκοπιά του δίκιου του εργάτη, κι ακόμα περισσότερο, από τη σκοπιά  του δίκιου όλου του λαού.

ΟΥΤΕ ΣΕ ΜΙΑ από αυτές τις περιπτώσεις δεν αμφισβητήθηκε, σε επίπεδο λόγων είτε συνακόλουθα σε επίπεδο πράξης, το «δίκαιο» της αστικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, το «δίκαιο» της ελευθερίας του κεφαλαίου, το «δίκαιο» του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, δεν αμφισβητήθηκε δηλαδή ούτε μια φορά με λόγια ή με έργα ο πυρήνας της ύπαρξης και της κυριαρχίας του κεφαλαίου.

Αντίθετα σε ΟΛΕΣ τις περιπτώσεις,  το ζήτημα  των μετεγκαταταστάσεων βιομηχανικών μονάδων σε άλλες χώρες (το ζήτημα της εξαγωγής βιομηχανικού κεφαλαίου) στην καλύτερη εκδοχή αντιμετωπίστηκε από την «αποκλειστική» σκοπιά της καταβολής των δεδουλευμένων και των αποζημιώσεων, από τη σκοπιά των επιδομάτων ανεργίας και της «εξασφάλισης» των ανέργων.   Και το ζήτημα των «αποκρατικοποιήσεων», σαν ζήτημα που δήθεν αφορά αποκλειστικά τους εργαζόμενους της κάθε  «αποκρατικοποιούμενης» μονάδας και τα εργασιακά τους δικαιώματα.

Ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή της όποιας αντιμετώπισης, την πιο «συνεπή», την πιο αγωνιστική, πέρα από το «αυτονόητο» των διεκδικήσεων που αναδείχθηκαν, ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ  δεν ξεπεράστηκαν τα όρια του οικονομισμού έστω και κατά ένα ελάχιστο βήμα.

Αντίθετα ο οικονομισμός «περιφρουρήθηκε» ιδεολογικά με επιμέλεια. Και το ζήτημα της ιδεολογικής και πολιτικής πάλης στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος επικεντρώθηκε στος όρους συνεπέστερης έκφρασής του, επικεντρώθηκε στο να μην γίνουν βήματα πίσω κι από τον οικονομισμό, αφού για τις πολιτικές και συνδικαλιστικές δυνάμεις της ταξικής συνεργασίας, το πρόβλημα των «αποκρατικοποιήσεων» μετατέθηκε στο ζήτημα του εκάστοτε αντιτίμου του εκάστοτε ξεπουλήματος, το ζήτημα της «εξασφάλισης των ανέργων» έγινε μέσο «απορρόφησης» ευρωενωσιακών επιδοτήσεων για  προγράμματα «κατάρτισης», μοχλός αποδιάρθρωσης και κατάργησης εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων, μοχλός για την επιχορήγηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας με χρήματα που ο ελληνικός λαός καλείται τώρα  να τα (ξανα)πληρώσει τρίδιπλα…

Κι όμως, στη βάση της ίδιας αυτής σκληρής ταξικής αντιπαράθεσης, στη βάση της  ίδιας αυτής διαπάλης στο εσωτερικό του κινήματος, υπήρχε η διαρκής ιδεολογική «περιφρούρηση» από τη μια του οικονομισμού κι από την άλλη των «δικαιωμάτων» της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας: Τη στιγμή που το «δίκαιο» του κεφαλαίου έπληττε με τρόπο «οριστικό» το «δίκαιο» των εργατών και όλου του λαού, τα δυο αυτά αντιτιθέμενα «δίκαια» δεν βρέθηκαν ούτε στιγμή σε πραγματική σύγκρουση (ούτε καν σε επίπεδο λόγου). Το ζήτημα τέθηκε σαν ζήτημα «νόμιμης» (από την άποψη των εργασιακών δικαιωμάτων) εφαρμογής του «δικαίου» των κεφαλαιοκρατών, τέθηκε σε τελική ανάλυση ως ανώτατη μορφή του λαϊκού – εργατικού «πραγματισμού» που εκφράζεται με τη φράση «στον καπιταλισμό ζούμε», κι ούτε στιγμή δεν αμφισβητήθηκε αυτός ο «πραγματισμός», πράγμα που δεν θα μπορούσε να συμβεί παρά μόνο με την άμεση πρώτα απ’ όλα ιδεολογική και συνακόλουθα έμπρακτη   αμφισβήτηση της ίδιας της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (κρατικής και ιδιωτικής) και των «δικαιωμάτων» που απορέουν απ’ αυτή.

Ιδεολογική «περιφρούρηση» του οικονομισμού και των «δικαιωμάτων» του κεφαλαίου την ώρα της πιο οριστικής (με την έννοια του εννοιολογικού ορισμού) πραγμάτωσής τους, της οποίας «περιφρούρησης» έκφραση και θεωρητική επένδυση στην πραγματικότητα αποτέλεσε η ίδια η «ακαδημαϊκή» αντιπαράθεση, γύρω από το αν ο «νεοφιλελευθερισμός» αποτελεί πολιτική «επιλογή» ή αναγκαστική στρατηγική του κεφαλαίου,  για το αν η άνοδος της πραγωγικότητας της εργασίας επιφέρει πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους η οποία εξαναγκάζει ή δεν εξαναγκάζει το κεφάλαιο στις συγκεκριμένες του «επιλογές», για το αν -εφόσον πρόκειται για πολιτικές επιλογές- η «πάλη» πρέπει να στραφεί προς  την ανάδειξη μιας δημοκρατικής ευρωενωσιακής κομισιόν που θα ανοξει το δρόμο της «αλλαγής»  ή αντίθετα -εφόσον πρόκειται για αναγκαστική στρατηγική του κεφαλαίου- το εργατικό κίνημα είναι «επομένως» αδύνατο να της αντιπαρατεθεί και μόνη διέξοδος είναι η λαϊκή εξουσία ήδη όμως αποσπασμένη από την (αδύνατη) έμπρακτη αντιπαράθεση  προς την καπιταλιστική στρατηγική…

Δεν ανήκει βέβαια στο θέμα αυτής της ανάρτησης, η θεωρητική κρίση για το ποια από τις δυο βασικές προσεγγίσεις είναι η ακαδημαϊκά ορθή. Εντάσσεται, αντίθετα στο θέμα της η θεωρητική κρίση για το ότι και η «ορθή» προσέγγιση πραγματώνει την ορθότητά της σαν προσέγιση ακαδημαϊκή. Όμως, με όλα αυτά, η ταξική και γενικότερα η λαϊκή συνείδηση, παρά το θεωρητικό «ύψος» της αντιπαράθεσης και στην πραγματικότητα εξαιτίας του «ύψους» αυτού,  βρέθηκε στην πραγματικότητα πίσω κι από την εποχή του Κιλελέρ. Γιατί τότε, ακόμα κι οι «μικροαστοί» αγρότες ξέραν να ξεχωρίσουν (και στα λόγια και έμπρακτα)  το δίκιο του άμεσου παραγωγού από το «δίκαιο» της ιδιοκτησίας. Ενώ στη διάρκεια της 20ετίας, μέχρι το σημερινό της επιστέγασμα, ο εργαζόμενος κόσμος έμεινε ιδεολογικά μετέωρος, ιδεολογικά και πρακτικά αθωράκιστος, αφού το κεντρικό ζήτημα (η καπιταλιστική ιδιοκτησία) που έθετε στην πράξη η υλοποίηση της «στρατηγικής» του κεφαλαίου παρακάμφθηκε την ώρα της ίδιας της πράξης για να τεθεί, στο τέλος του κύκλου, σαν «κεντρικό», αν όχι και «αποκλειστικό»  ζήτημα στο επίπεδο πια των ιδεών.

… Πίσω κι από την εποχή του Κιλελέρ, αφού τότε από τη λαϊκή συνείδηση  είχε οριστικά (με την έννοια: διαπαντός) ξεθεμελιωθεί η «ιερότητα» της απογυμνωμένης από κάθε κοινωνική παραγωγική νομιμοποίηση ιδιοκτησίας, αφού τότε η ανατροπή στο επίπεδο των ιδεών του «δικαίου» της ιδιοκτησίας, υπόδειχνε και τους όρους λύσης του προβλήματος: Με τη μόνη διαφορά ότι, ενώ στο γεωργικό τσιφλίκι το πρόβλημα έβρισκε την «αστική» λύση του στο χωρισμό της ιδιοκτησίας σε μικρούς κλήρους, τα τσιφλίκια της σύγχρονης βιομηχανίας δεν μπορούν να χωριστούν σε γρανάζια και βίδες και πρέπει γι’ αυτό να περασουν αυτούσια στον έλεγχο των εργατών και στην κατοχή της κοινωνίας.

Κι ακόμα, η «σκέτη» οικονομίστικη αντιμετώπιση παρέκαμψε το κεντρικό από κοινωνική άποψη ζήτημα του τι σημαίνει για την ύπαρξη των ίδιων των εθνικών παραγωγικών δυνατοτήτων η εθνική ηγεμονία της αστικής τάξης από τη μια, και το πώς από τη σκοπιά της ύπαρξης των δυνατοτήτων αυτών, της διατήρησης και της ανάπτυξής τους, γίνεται αναγκαία η εθνική ηγεμονία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

…Παρέκαμψε το γεγονός ότι όλη η τελευταία, σχετικά μακρόχρονη περίοδος της καπιταλιστικής ανάπτυξης ήταν από την άποψη της κοινωνίας μια  περίοδος, εξίσου μακρόχρονη, μόνιμης, διαρκούς και παρατεταμένης κρίσης, περίοδος συνεχούς και αδιάκοπης υπόσκαψης των οικονομικών παραγωγικών βάσεων και δυνατοτήτων της.

***

Το να τεθεί λοιπόν το ερώτημα, αν «σε ‘άνάλογες’ προσπάθειες προηγούμενων περιόδων θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά», θα προϋπόθετε να έχει μπει πρώτα το ζήτημα της ιδεολογικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας στην οποία αναφέρονται οι «προηγούμενες περίοδοι» και οι (άλλωστε υποθετικές) «ανάλογες» προσπάθειές τους. Θα προϋπόθετε να έχει τεθεί το ζήτημα των προοπτικών που ανοίγει (ή δεν ανοίγει) η πάλη των ιδεών στην πρακτική πάλη. Και εν προκειμένω των προοπτικών που ανοίγει (ή όχι) η πάλη γύρω από το ζήτημα της (κρατικής ή ιδιωτικής) καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και των «δικαιωμάτων» της, σαν πάλη ιδεών που βρίσκεται σε αδιάρρηκτη ενότητα με- και βρίσκει πρακτική έκφραση στην- πάλη των εργατών, και όλου του λαού, ενάντια στην εξαγωγή του βιομηχανικού κεφαλαίου και στην ιδιωτικοποίηση του κρατικού παραγωγικού τομέα.

Γράφω στο σχόλιο εκείνης της συζήτησης, το  οποίο επιχειρώ να αναπτύξω εδώ, πως ένα τέτοιο «γενικευμένο εγχείρημα (…) θα αποτελούσε στις συγκεκριμένες συνθήκες μέσο μετασχηματισμού των αντικειμενικών συνθηκών από την δράση της ίδιας της πρωτοπορίας», και βέβαια εννοώ: Ένα τέτοιο γενικευμένο εγχείρημα θα ήταν ικανό να αποτελέσει μέσο τέτοιου μετασχηματισμού.  Γενικευμένο, γιατί γενικευμένη, εκτεταμένη και επαναλαμβανόμενη, ήταν στη διάρκεια των περασμένων 15-20 χρόνων η επίθεση που το καθιστούσε αναγκαίο σαν πάλη για την απόκρουσή της με ενιαία αμυντικά και επιθετικά χαρακτηριστικά. Μέσο μετασχηματισμού, από τη δράση της ίδιας της πρωτοπορίας, των αντικειμενικών συνθηκών, δηλαδή μέσο μετασχηματισμού του ίδιου του υποκειμενικού παράγοντα και του «επιπέδου» του, που αποτελεί μέρος τους:   Ο «αντικειμενικός παράγοντας» δεν αποτελεί μέρος των «υποκειμενικών συνθηκών», αντίθετα στις αντικειμενικές συνθήκες περιλαμβάνεται και ο υποκειμενικός παράγοντας. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για έναν «παράγοντα» μόνο: τον αντικειμενικό. Και ο «υποκειμενικός παράγοντας» δεν είναι παρά ενεργητικό του συστατικό.

…Πρόκειται επίσης για έναν τρόπο κατανόησης της «πασίγνωστης» ιδέας του Τσε σχετικά με την ικανότητα «μιας πρωτοπορίας» να ανεβάζει το γενικό επίπεδο του «υποκειμενικού παράγοντα» με τη δράση της, η οποία ιδέα έχει απατηλά τυποποιηθεί και ταυτιστεί σαν άποψη ειδικά σχετιζόμενη με την τακτική της ένοπλης πάλης, ενώ η ισχύς της αλήθειας της καταλαμβάνει όλη την έκταση της δραστηριότητας, του περιεχομένου  και των μορφών της λαϊκής πάλης.

Δεν πρόκειται όμως  από την άποψη της γενικής ισχύος της, ή τουλάχιστον: δεν πρόκειται εδώ, για την «πρωτοπορία» κάποιας μικρής ή μεγαλύτερης ομάδας που δρα από «μόνη της». Πρόκειται για τη λαϊκή δραστηριότητα την υπαγορευόμενη από τις ανάγκες που θέτει η πραγματική ζωή όταν για τον «πολιτικό» καθορισμό αυτών των αναγκών παραμερίζεται κάθε τεχνητό συνειδησιακό όριο και κατεύθυνση επιβεβλημένα από τις δυνατότητες χειραγώγησης της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Πρόκειται για τη δραστηριότητα που υπαγορεύουν οι ανάγκες της πραγματικής ζωής τη στιγμή που η κυβέρνηση ξεπουλά τις «πληρωμένες» από όλο το λαό κρατικές παραγωγικές υποδομές, τη στιγμή που τις απαλλοτριώνει από το λαό και τις πετά βορά στα σαγόνια της καπιταλιστικής κερδοφορίας.  Πρόκειται για τη δραστηριότητα που υπαγορεύουν οι ανάγκες της πραγματικής ζωής όταν μετά τον υ και τον φ, ο χ βιομήχανος ξηλώνει το ιδιωτικό βιομηχανικό του τσιφλίκι και το μεταφέρει σε μακρινούς καπιταλιστικούς παραδείσους.

Είναι η ίδια δραστηριότητα η υπαγορευμένη από τις ανάγκες της πραγματικής ζωής και πάλης που το 1956 οδήγησε το «γκράνμα» στις ακτές της Κούβας, που το 1905 έδωσε σαν καρπό της τα εργατικά συμβούλια πέρα από κάθε «επιτελική» πρόβλεψη και «σχεδιασμό», η ίδια δραστηριότητα που το 1871 είχε σαν καρπό της την ανακήρυξη της κομμούνας, η ίδια δραστηριότητα που την περασμένη 20ετία «όφειλε» να εκδηλωθεί σαν λαϊκό τείχος προάσπισης του οτε, της δεη, της αγετ, των ελπε και του λιμανιού, η ίδια δραστηριότητα που στη ίδια 20ετία «όφειλε», απέναντι σε κάθε δυσκολία, να εκδηλωθεί με καταλήψεις και δήμευση των εργοστασίων που ξηλώνονταν και μεταφέρονταν έξω από τη χώρα, η ίδια δραστηριότητα που σήμερα οφείλει να εκδηλωθεί ανατρέποντας σε όλα της τα επίπεδα την πολιτική της ταξικής-λαϊκής γενοκτονίας, την πολιτική που δυναμιτίζει τις προοπτικές του τόπου και του λαού.

Είναι φυσικά αρκετοί, αυτοί που θα χαρακτηρίσουν μια τέτοια αποτίμηση των τελευταίων δυο δεκαετιών ως «εξωπραγματική», ως «αποσπασμένη» από τις πραγματικές διαθέσεις, από το πραγματικό «επίπεδο ανάπτυξης» κλπ, όμως: Για να πάρει κανείς τις σωστές απαντήσεις, για να υψωθούν οι διαθέσεις ως το αναγκαίο επίπεδο, ίσως (και λέω: ίσως) πρέπει να κάνει τις σε κάθε «ιστορικά καθορισμένη» περίσταση σωστές ερωτήσεις. Κι αυτές οι ερωτήσεις, στην ώρα τους, εν πολλοίς δε τέθηκαν ποτέ.

Κι επειδή είπα: «ίσως!»:

Advertisements

2 Σχόλια on “Με αφορμή μια συζήτηση”

  1. Ο/Η Trash λέει:

    Νομίζω, πως δεν λαμβάνεις υπόψην σου το πρακτικά αδύνατο της λειτουργίας μιας αυτοδιαχειριζόμενης επιχείρησης, σε περιβάλον καπιταλιστικού ανταγωνισμού- εμπορευματικής οικονομίας.
    Εδώ η πείρα είναι αρκετά πλούσια, και στην Ελλάδα, και παγκόσμια.
    Μία ανάλογη συζήτηση είχα κάνει και εδώ:
    http://fadomduck2.blogspot.gr/2011/07/blog-post_22.html

    • Ο/Η marasagis λέει:

      Ίσως δεν κατάφερα να γίνω κατανοητός όσο θα ήθελα.
      Η συζήτηση για τη ΒΙΟΜΕΤ αποτέλεσε την αφορμή, όμως τα όσα έγραψα δεν γράφτηκαν από τη σκοπιά κάποιου εγχειρήματος αυτοδιαχείρισης. Αλλά από τη σκοπιά της απόκρουσης μιας 15-20χρονης επίθεσης που δέχτηκε η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι συνολικά, και η ίδια η παραγωγική βάση της χώρας, μέσω της εξαγωγής κεφαλαίου και της ιδιωτικοποίησης. Από τη σκοπιά της πάλης που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε (και πάντως δεν δοκίμασε) σαν αναπτυσσόμενο κίνημα να αμφισβητήσει σε αυτές τις περιπτώσεις έμπρακτα την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Σ’ αυτή τη βάση η σημασία της αυτοδιαχείρισης έχει συμπληρωματικό, «βοηθητικό» χαρακτήρα και τίποτα άλλο, και σε κάθε περίπτωση πρόκειται ακριβώς για τη διαφορά που σχηματικά περιγράφεις στην κουβέντα του λινκ σου ανάμεσα στο εγκαταλειμμένο σπίτι και το σπίτι που ο ιδιοκτήτης του θέλει να το κρατήσει δικό του, πόσο μάλλον που στο θέμα μας δεν πρόκειται για «σπίτι». Η περίπτωση που αφορούν τα όσα γράφω είναι η δεύτερη περίπτωση.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s