συνήγορος του διαβόλου – τρίτο μέρος (μια ανακεφαλαίωση)

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Έχω αρχίσει πριν από μήνες, και «χρωστάω» την ολοκλήρωση, μιας σειράς αναρτήσεων για το ζήτημα του ρόλου, της θέσης και των μορφών της «μικρής» παραγωγής (καθώς και των στρωμάτων που την αντιπροσωπεύουν) κατά τη μετάβαση από τον καπιταλισμό (ή για την ακρίβεια: από την πρώτη πράξη ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων) στον κομμουνισμό.

Οι ως τώρα αναρτήσεις με το θέμα αυτό και τον τίτλο «συνήγορος του διαβόλου» είναι τρεις   (εισαγωγή, πρώτο μέρος και δεύτερο μέρος), η συνέχειά τους έμεινε όμως στη μέση λόγω άλλων πιο «επικαιρικών» ενασχολήσεων. Στην πραγματικότητα, με τα θέματα που έχουν τεθεί στις ως τώρα τρεις αναρτήσεις, θα μπορούσα από την πλευρά μου να ολοκληρώσω την παρουσίαση του όλου προβληματισμού μου με μια ακόμα ανάρτηση. Όμως, πριν περάσω στο τελευταίο (θέλω να ελπίζω) μέρος της σειράς, θεωρώ σκόπιμη μια όσο γίνεται συνοπτικότερη ανακεφαλαίωση των προηγούμενων, με τη μορφή (για διευκόλυνση του αναγνώστη αλλά και του γράφοντος) αριθμημένων «κύριων σημείων’:

1] Εισαγωγικά τίθεται το θέμα, ότι οι σημερινές κοινωνικο-οικονομικές προκλήσεις, αυτές που θέτει η σύγχρονη καπιταλιστική πραγματικότητα, καθώς και οι απαντήσεις κι η διέξοδος από αυτές, προβάλλουν εκ των πραγμάτων τόσο οριακά, τόσο «οριστικά» από ιστορική άποψη ως προς το περιεχόμενό τους, ώστε επί της ουσίας για την σε βάθος εμπέδωση κάθε κοινωνικής-λαϊκής συμμαχίας απαιτείται ένας σημαντικός κρίσιμος βαθμός ιδεολογικής συμφωνίας για το περιεχόμενο της διεξόδου, για το περιεχόμενο της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η οποία από την αφετηρία της κι έπειτα, δεν μπορεί παρά να είναι μια ιστορική προοδευτική διαδικασία κομμουνιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας.

2] Αυτός ο κρίσμος βαθμός ιδεολογικής συμφωνίας, δεν μπορεί (δεν έχει νόημα) καταρχήν να αναφέρεται σε εξωτερικές μορφές των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων που θα αναπτυχθούν στη βάση της πρωταρχικής οικονομικής και πολιτικής ανατροπής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.  Δεν πρόκειται λοιπόν για κάποια απόπειρα περιγραφής προκατασκευασμένων σχημάτων, αλλά για απόπειρα προσέγγισης του ουσιαστικού περιεχόμενου γενικών νομοτελειών της μετάβασης, πρώτα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, και έπειτα από τον σοσιαλισμό στον κομμουνισμό. Νομοτελειών που χωρίς την κοινωνική τους πραγμάτωση, ούτε οι μεταβάσεις αυτές ειναι δυνατές, αλλά επίσης δεν είναι δυνατή ούτε και η οποιαδήποτε «στασιμότητα»: η ιστορία είτε προχωρά προς τα μπρος, προς την πρόοδο, είτε προς τα πίσω, προς την αντίδραση, την κοινωνική οπισθοδρόμηση και παρακμή…

…Πρόκειται για απόπειρα, λοιπόν, προσέγγισης του περιεχομένου αυτών των νομοτελειών στη βάση της θέσης, ότι: «η σοσιαλιστική οικοδόμηση δεν αποτελεί διαδικασία εφαρμογής προκατασκευασμένων σχημάτων. Αποτελεί διαδικασία, οι μορφές της οποίας αποκρυσταλλώνονται στην πράξη, σε συνάρτηση με το βάθος και την έκταση της λαϊκής κοινωνικής συμμαχίας που την πραγματοποιεί, σε συνάρτηση με την πείρα της ίδιας της οικοδόμησης την οποία αποκομίζουν την ώρα της ίδιας αυτής διαδικασίας τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις που συμμετέχουν σ’ αυτή, πάνω στην πραγματική κοινωνικο-οικονομική βάση επί της οποίας συντελείται αυτή η διαδικασία θεμελιωμένη θεωρητικά σε γενικές αρχές, όρους, απαιτήσεις που ανταποκρίνονται σε αυτή την πραγματική βάση».

3] Η όλη απόπειρα, η ανάπτυξη συνολικά αυτής της θεματολογίας ως τα τελικά της συμπεράσματα και συμπερασματικά της ερωτήματα, δεν υποτάσσεται, δεν επιτρέπεται να υποτάσσεται και επιδιώκει να μην υποτάσσεται σε κριτήρια πολιτικού “ωφελιμισμού”, ή με άλλα λόγια σε επιδιώξεις πολιτικού προσεταιρισμού. Επιδιώκει αντίθετα την υποταγή της σε κριτηρία που επιχειρούν τη θεμελίωσή τους στη βάση αντικειμενικών όρων και θεωρητικών αρχών ανταποκρινόμενων σε αυτούς.

4] Στο πρώτο μέρος τίθενται ορισμένες θεωρητικές δυσκολίες, που συναντά μπροστά της (τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά) η ενασχόληση με  το όλο ζήτημα. Θεωρητικές δυσκολίες, ακριβέστερα, σε σχέση με την ήδη υπάρχουσα, τη «συσσωρευμένη», την «έτοιμη» ιστορική-υλιστική θεωρία που διαθέτουμε σαν εργαλείο και σαν οδηγό. Σαν τέτοιες δυσκολίες αναφέρονται συνοπτικά οι εξής:

α) Η βασική θεωρητική αφαίρεση στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ, όπου αναλύεται στην κίνησή του ένας σε γενικές γραμμές «καθαρός» καπιταλισμός, ένας καπιταλισμός οι σχέσεις του οποίου επικρατούν σαν μοναδικές σε όλη την κοινωνική έκταση, και όπου κατά συνέπεια αντιπαρατίθεται σε αυτόν (ως μοναδικά δυνατό και ανακαίο ιστορικό του ξεπέρασμα) η “καθαρή”, η άμεση, σε όλη την κοινωνική έκταση, κοινωνικοποιημένη παραγωγή.

β) Στη θεωρητική βάση αυτής της αφαίρεσης, οι κοινωνικές τάξεις που εμφανίζονται είναι δυο: εργάτες και κεφαλαιοκράτες, απουσιάζουν δηλαδή τα κοινωνικά στρώματα καθώς και τα αντίστοιχά τους παραγωγικά μεγέθη [*], που αυτά ακριβώς αποτελούν εδώ το αντικείμενο της θεματολογίας μας.

γ) Οι όψεις με τις οποίες εμφανίζονται στο «Κεφάλαιο» τα ενδιάμεσα (ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία) κοινωνικά στρώματα (και το «είδος» της παραγωγής που αντιπροσωπεύουν),  είναι κυρίως οι εξής:  (i) Η νομοτελειακή τάση της σταδιακής εξαφάνισής του ρόλου και της ύπαρξής τους ως κοινωνική μορφή μέσω της προλεταριοποίησης (και λιγότερο της αστικοποίησης) που επιφέρει η καπιταλιστική ανάπτυξη. (ii) Ο δικός τους «τρόπος» παραγωγής κι η κοινωνικο-οικονομική έκταση που καταλαμβάνει ως όριο στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, ως φραγμός στην καπιταλιστική ανάπτυξη όσο ακόμα η ίδια δεν τον παραβιάζει. Και (iii), το ιστορικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού δεν μπορεί να σημάνει επιστροφή στις προκαπιταλιστικές οικονομικo-κοινωνικές σχέσεις και μορφές που αντιπροσωπεύουν τα ενδιάμεσα στρώματα με την παραγωγή τους, αλλά συνίσταται στην επικράτηση των σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.

5] Στο έδαφος των παραπάνω δυσκολιών τίθεται ζήτημα επεξεργασίας σχετικά με την ύπαρξη θέσης και ρόλου  στα πλαίσια της κοινωνικοποιημένης παραγωγής ορισμένων προκαπιταλιστικών οικονομικών-παραγωγικών μορφών (που έχουν επιβιώσει και σε ορισμένο βαθμό ενσωματώθεί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής), σχετικά με τους αναγκαίους και δυνατούς (ή όχι) ειδικούς όρους επιβίωσης και ενσωμάτωσης αυτών των μορφών στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, και μιλώντας πιο αφηρήμενα,  σχετικά με την αναγκαία και δυνατή (ή όχι) θέση και αντικειμενικό ρόλο της “μικρής” παραγωγής στα πλαίσια, γενικά, της “μεγάλης” που κυριαρχεί.

Διαφορετική μορφή διατύπωσης των παραπάνω ζητημάτων αποτελεί η εξής σειρά ερωτημάτων: Σε τι οφείλεται η σχετική βραδύτητα (σε σύγκριση με την δυνατή θεωρητική κατανόησή της) της νομοτελειακής διαδικασίας εξαφάνισης (συνοδευόμενης μάλιστα σε έναν βαθμό από ταυτόχρονη αναπαραγωγή της) της “μεσαίας” (από άποψη θέσης – όχι από άποψη ποσοτικού μεγέθους) παραγωγής και των μεσαίων στρωμάτων; Πρόκειται απλώς για “φυσικούς” αργούς ρυθμούς συντέλεσης αυτής της διαδικασίας; Πρόκειται άραγε, αντίθετα, για την ύπαρξη ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας της “μικρής” παραγωγής πλάι στη μεγάλη, ορισμένου αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας που ταυτόχρονα τα αντιστρατεύεται η συνεχής τάση επέκτασης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αντικειμενικού ρόλου και λειτουργίας στα οποία ενσωματώνονται και μορφές οικονομικά-παραγωγικά “παρασιτικές” ως συνέπεια της ορισμένης αντιθεσης ανάμεσα στους όρους της ειδικά καπιταλιστικής παραγωγής και τους όρους της κοινωνικής παραγωγής γενικά; Αν είναι έτσι ποιος θα έπρεπε να είναι ο ειδικός αντικειμενικός καθορισμός αυτής της σχέσης “μικρής” – μεγάλης παραγωγής στον καπιταλισμό και ποιός ο ειδικός καθορισμός της στον σοσιαλισμό, στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή, από την πρώτη βαθμίδα ανάπτυξής της μέσα από τους κόλπους της παλιάς κοινωνίας έως το “τέλος” της, μέσα από μια διαδικασία ανάπτυξής της πάνω στις δικές της βάσεις;

6] Με ποιον τρόπο (τρόπος που βρίσκεται σε εξάρτηση από τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα) πρέπει να κατανοείται η θέση του Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκότα» για την επαναστατικότητα των “μεσαίων τάξεων σχετικά με το επικείμενο πέρασμά τους στο προλεταριάτο”;

Οι δυο «κύριοι» τρόποι κατανόησής της, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει μια κλίμακα από ενδιάμεσους τρόπους (που ενδεχομένως αυτοί ανταποκρίνονται με ακρίβεια στους όρους της πραγματικότητας), είναι οι εξής: Από τη μια, η επαναστατικότητα η οφειλόμενη στην οριστική βεβαιότητα της επερχόμενης (και της ουσιαστικά παρούσας) προλεταριοποίησης και στη συνακόλουθη επιλογή του σοσιαλισμού ως του τρόπου παραγωγής που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «αυριανής» προλεταριακής ύπαρξης των μέχρι σήμερα ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων. Από την άλλη, η επαναστατικότητα η οφειλόμενη  στην γενική προοπτική που  (απέναντι στην προλεταριοποίησή τους στο βωμό της ανάπτυξης του κεφαλαίου) παρέχει  στα μεσαία στρώματα (και στα παραγωγικά «μεγέθη» που αντιπροσωπεύουν) το ίδιο το προλεταριάτο ως η τάξη – κινητήρια δύναμη του περάσματος από την κεφαλαιοκρατική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή και του μετασχηματισμού της κοινωνίας στη βάση της νέας γενικής παραγωγικής σχέσης την οποία συνιστά η κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων.

7] Το συνολικό ζήτημα της θέσης των σημερινων μεσαίων στρωμάτων στην αυριανή κοινωνικοποιημένη παραγωγή, της ενσωμάτωσης και μετασχηματισμού των σημερινών μορφών της ιδιοκτησίας τους στην αυριανή διαδικασία εξάλειψης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής γενικά, ανάγεται σε τελική ανάλυση στο γενικότερο ζήτημα της αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και στο κοινωνικό “συμφέρον” και των όρων ξεπεράσματος, άρσης αυτής της αντίθεσης.

8] Από «πολιτική» άποψη, και από την άποψη της αποτίμησης της ιστορικής εμπειρίας,  δεν πρέπει να αγνοούμε, ότι στη βάση της «θεωρητικής αφαίρεσης» που περιγράφτηκε παραπάνω, στηρίχτηκε μια τυπική αντίληψη του «ακαδημαϊκού» μαρξισμού, που με τη σειρά της αποτέλεσε τη βάση της  “τυπικής” σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης… Για την οποία το «αναπόφευκτο» ξεπέρασμα του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό προϋποθέτει την απώτατη  «ολοκλήρωση» της καπιταλιστικής ανάπτυξης… Που με τη σειρά της “πρέπει” να έχει πραγματώσει ως ήδη συντελεσμένο αποτέλεσμά της την «νομοτελειακή» ολοσχερή εξαφάνιση της “μεσαίας” παραγωγής και των “μεσαίων” στρωμάτων…

…Πέρα από τη «σύμπτωση» της «τυπικής» αυτής σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης με τις επιδιώξεις του μονοπωλιακού κεφαλαίου στην αντίθεσή του με το μη μονοπωλιακό κεφάλαιο και τα μικροαστικά στρώματα, αυτό που ενδιαφέρει σε σχέση με το θέμα μας εδώ είναι, ότι ως μοναδική “συνεπής” θεωρητική της “αντιστροφή” μπορεί να εμφανιστεί αυτή,  σύμφωνα με την οποία “μεσαία” στρώματα και “μεσαία” παραγωγή δεν θα μπορούσαν να νοούνται στη φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. «Αντεστραμμένη» στις συνθήκες του σοσιαλισμού η συγκεκριμένη «τυπική» σοσιαλδημοκρατική αντίληψη (η εκφραζόμενη «τυπικά» σαν θεωρητικό θεμέλιο ύπαρξης και συμβιβασμού της σοσιαλδημοκρατίας εντός του καπιταλισμού, παράκαμψης από μέρους της τού -από «ακαδημαϊκή» άποψη, όμως γνωστού της […]- ιστορικού ρόλου της ταξικής πάλης) συμπίπτει με τις  “αυτονόητες” θέσεις ενός προλεταριακού επαναστατικού θεωρητικού και πρακτικού αυθορμητισμού, που στη σχέση του με το μαρξισμό δεν μπορεί -συγκρινόμενος με τη σοσιαλδημοκρατία- να κατηγορηθεί σε καμία περίπτωση  ότι υπολείπεται απέναντί της σε «ακαδημαϊσμό»… [**]

9] Στο δεύτερο μέρος, μετά από  μια εντελώς γενική αναφορά στην ύπαρξη της μικρής ατομικής παραγωγής, της «ανεξάρτητης εργασίας»  στους περασμένους, όχι «δικούς της», κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς, καθώς και μετά από μια επίσης εντελώς γενική αναφορά στην αντιμετώπιση του ζητήματος από τον ιστορικά «εφαρμοσμένο» σοσιαλισμό στην ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ, παρουσιάζεται μια προσέγγιση του ζητήματος κατά την αφετηρία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, μέσα από αποσπάσματα της ομιλίας του Λένιν στο 3ο Πανρωσικό Συνέδριο της Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας στις 2-10-1920:

Αποσπάσματα της ομιλίας σχετικά με τον τρόπο που στην παλιά κοινωνία η συνείδηση των ανθρώπων διαμορφώνεται από την ταξική τους θέση, του αφέντη, του δούλου, του μικροϊδιοκτήτη κλπ, και από τον ατομισμό, που βρίσκεται στο κέντρο των παλιών ταξικών σχέσεων.  Για την επαναστατική διαπαιδαγώγηση «σε συμμαχία με το προλεταριάτο ενάντια στους εγωιστές και τους μικροϊδιοχτήτες, ενάντια στην ψυχολογία και στις συνήθειες» του ατομικού κέρδους, της αδιαφορίας για οτιδήποτε πέρα απ’ το ατομικό κέρδος.  Για την αντίθεση ανάμεσα στην κοινή εργασία και την κατάτμηση της γης σε ξεχωριστά ατομικά νοικοκυριά, τον κοπιαστικό αγώνα για τη δημιουργία της κοινής εργασίας. Για την οργάνωση της κοινής δουλείας και την ένταξη σ’ αυτήν κάθε εργάτη και κάθε αγρότη σαν συνειδητού οικοδόμου της κομμουνιστικής κοινωνίας. Για το ρόλο του προλεταριάτου σαν της μοναδικής συσπειρωμένης δύναμης, της ικανής να συνενώσει γύρω της σ’ αυτό το σκοπό την κομματιασμένη και σκορπισμένη αγροτιά, τις εργαζόμενες μάζες. Για τη δυσκολία -μετά την κατάργηση των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών- να εξαλειφθούν γενικά οι τάξεις, ο χωρισμός σε εργάτες κι αγρότες,  η ατομική ιδιοποίηση του πλεονάσματος της δουλειάς στο ατομικό αγροτικό νοικοκυριό την ώρα που στους υπόλοιπους λείπει το ψωμί. Για την ανάγκη της σχεδιασμένης κοινής δουλειάς  όλων στην κοινή γη, τις κοινές φάμπρικες, τα κοινά εργοστάσια, για τη διαπαιδαγώγηση και το τράβηγμα με το μέρος του προλεταριάτου των εργαζόμενων αγροτών, για την εκμηδένιση της αντίστασης των πλούσιων αγροτών που πλουτίζουν από την ανέχεια των άλλων.  Για το καθήκον της δικτατορίας του προλεταριάτου στην ταξική πάλη που συνεχίζεται, «για να μην μπορέσουν να γυρίσουν πίσω οι παλιοί εκμεταλλευτές, για να συνενωθεί σε μια ένωση η σκόρπια μάζα της καθυστερημένης αγροτιάς». Για τη συνένωση των εργαζομένων ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, ενάντια σε κάθε μικρή ιδιοκτησία, που «δίνει στα χέρια ενός προσώπου εκείνο που έχει δημιουργηθεί με την εργασία ολόκληρης της κοινωνίας», ενάντια στην κερδοσκοπία απ’ τη δουλειά στο ξεχωριστό κομμάτι της κοινής γης, ενάντια σ’ όσους έτσι κερδοσκοπώντας ενεργούν όχι σαν κομμουνιστές αλλά σαν εκμεταλλευτές, σαν ιδιοκτήτες…

10] «Αν τ’ αφήσουμε έτσι, τότε όλα θα κυλήσουν προς τα πίσω, προς την εξουσία των κεφαλαιοκρατών, προς την εξουσία της αστικής τάξης, όπως έγινε πολλές φορές στις προηγούμενες επαναστάσεις. Και για να μην αφήσουμε να παλινορθωθεί η εξουσία των καπιταλιστών και της αστικής τάξης, χρειάζεται να μην επιτρέψουμε την κερδοσκοπία, χρειάζεται να μη θησαυρίζουν ορισμένα άτομα σε βάρος των υπόλοιπων, χρειάζεται να συσπειρωθούν οι εργαζόμενοι μαζί με το προλεταριάτο και να συγκροτήσουν την κομμουνιστική κοινωνία».

Με το απόσπασμα αυτό της ομιλίας του Λένιν, καθώς και με μια σημείωση γύρω από ένα σχετικό μεταφραστικό δίλημμα [***],  είχε ολοκληρωθεί και το δεύτερο μέρος της σειράς των αναρτήσεων με τον γενικό τίτλο «συνήγορος του διαβόλου».

[*] Η έννοια του μεγέθους είναι, γενικά, συνάρτηση ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει ποσοτικό μέγεθος και ποιοτικό μέγεθος, όμως το «μέγεθος» γενικά είναι συνάρτηση και των δυο.

[**] Ακαδημαϊσμός: Πρόχειρα θα τον χαρακτήριζα σαν τη θεωρία που αρχίζει και τελειώνει στα όρια που καθορίζονται από το «γράμμα» της. Από πρακτική άποψη, σαν την τάση προσαρμογής της πραγματικότητας  (που σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζεται με την γενική «καθαρή» θεωρητική της μορφή) στα μέτρα των θεωρητικών αφαιρέσεων, στα μέτρα της «καθαρής» θεωρίας. (Παρεμπιπτόντως, μια ειδική εκδήλωση του «ακαδημαϊσμού» εκεί που κυριαρχεί θεωρητικά, είναι και η τάση θεωρητικής γενίκευσης, αναγωγής σε γενική θεωρία, κάθε «συγκυριακής»  πρακτικής ανάγκης και της αντιμετώπισής της, «ανύψωσής» κάθε πρακτικής δραστηριότητας σε ύψος «ακαδημαϊκό»).

[***] Η μεταφραστική διαφορά βρίσκεται ανάμεσα στις λέξεις: κερδοσκοπία – μικρεμπόριο, να ενωθούν – να συσπειρωθούν, να αποτελέσουν – να συγκροτήσουν, και ανάμεσα στις νοηματικές «αποχρώσεις» της μιας ή της άλλης απόδοσης.

(συνεχίζεται)

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s