προσυνεδριακά υπολειπόμενα: τι «απέδειξε» η Χιλή, τι «αποδείχνουν» οι ήττες;

Όλες στην πραγματικότητα οι νικηφόρες επαναστάσεις του 20ου αιώνα ήταν «αστικοδημοκρατικές με τάση γρήγορης μετεξέλιξής τους σε σοσιαλιστικές», και με κινητήριες δυνάμεις την εργατική τάξη και τη φτωχή αγροτιά.

Ξεκινώντας από τη ρωσική επανάσταση του 1917, αυτή ήταν η πορεία που ακολούθησε η επανάσταση από το Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη, από την ανατροπή του τσαρισμού ως την εγκαθίδρυση της σοβιετικής εξουσίας. Αυτή ήταν (παρ’ όλη τη διαφορά των συγκεκριμένων συνθηκών) η πορεία που ακολούθησε η κουβανική επανάσταση, όμοια ήταν η πορεία της βιετναμέζικης επανάστασης, αυτός ήταν και ο χαρακτήρας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην Ελλάδα την περίοδο 1941-1944. Επομένως, η ήττα του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον προπολεμικό κομματικό – προγραμματικό καθορισμό ως προς «το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης». Η ερμηνεία της ήττας θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί σε συνδυασμό στοιχείων, όπως: Η έλλειψη βαθύτερης κατανόησης του κόμματος απέναντι στο ίδιο το πρόγραμμά του, η σχετική στενότητα περιθωρίων εξαιτίας των συνθηκών του αντιφασιστικού πολέμου, η έλλειψη κατανόησης της διαφοράς ανάμεσα στον λαϊκό αντιφασιστικό πόλεμο και τον «συμμαχικό» ιμπεριαλιστικό πόλεμο,   η έλλειψη κατανόησης για το ότι η αντιφασιστική πάλη δεν μπορούσε παρά να ολοκληρωθεί σαν πάλη αντιιμπεριαλιστική συνολικά αλλιώς θα έμενε στη μέση του δρόμου, η απόσπαση των αντιλήψεων της ηγεσίας από τις διαθέσεις και δυνατότητες της βάσης – απόσπαση καταγραμμένη στα πρόσωπα των ανταρτών που παραδίνουν τα όπλα τους…

Όλα τα παραπάνω στις συγκεκριμένες συνθήκες συνέτειναν στην παραβίαση της νομοτέλειας που καθορίζει ότι η ένοπλη λαϊκή επαναστατική πάλη, εφόσον αρχίζει, είτε τραβιέται ως το τέλος της είτε οδηγείται στην ήττα, στη νίκη της αντίδρασης και της αντεπανάστασης. Αυτή την απόδειξη προσφέρει η εμπειρία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, κι όχι φυσικά κάποια «απόδειξη» καταδίκης της ένοπλης πάλης, όπως δεν αποτελεί «απόδειξη» καταδίκης της ένοπλης πάλης και η ήττα του ΔΣΕ στον εμφύλιο 1946-1949 και συνολικά η ενιαία πείρα του ένοπλου λαϊκού αγώνα της δεκαετίας του 1940.

*

Μοναδική ίσως επαναστατική απόπειρα του 20ου αιώνα η οποία δεν είχε μπροστά της «αστικοδημοκρατικά καθήκοντα» αλλά αντίθετα ξεκινούσε πάνω σε αστικοδημοκρατική βάση σαν εφαλτήριο, ήταν η απόπειρα της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή του 1970.

Και ήταν απόπειρα επαναστατική γιατί όντας στηριγμένη στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, έμπρακτα, με κυβερνητικές αποφάσεις, προώθησε την οικονομική ανατροπή που αποτελεί οικονομική ουσία του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, προχώρησε έμπρακτα σε μέτρα με αντιιμπεριαλιστικό – αντιμονοπωλιακό – σοσιαλιστικό περιεχόμενο.

Η ίδια αυτή απόπειρα ηττήθηκε, υπέστη μια άγρια ήττα. Τι «αποδεικνύει» όμως η ήττα της;

Αν δεχτούμε ότι μόνη «διασφάλιση» από τον δεξιό οπορτουνισμό είναι ο «αριστερός» (και πραγματικά αν το ζητούμενο είναι αυτή η «διασφάλιση» τότε είμαστε «αναγκασμένοι» να το δεχτούμε), τότε η απάντηση βρίσκεται «εύκολα» στην «απόδειξη» ότι τα κοινοβουλευτικά μέσα είναι ανίκανα να συμβάλουν σε οποιαδήποτε προώθηση της επαναστατικής διαδικασίας, ότι κάθε τέτοια επιδίωξη αποτελεί αυταπάτη που στο τέλος πληρώνεται ακριβά.

Όμως το ακριβό αντίτιμο που πλήρωσε ο λαός της Χιλής δεν υπήρξε δική του  αποκλειστικότητα. Υπήρξε και παραμένει γενικός νόμος κάθε επανάστασης που νικιέται. Υπήρξε και παραμένει γενική απειλή ενάντια στο λαό, σε κάθε περίπτωση που η ταξική πάλη οξύνεται σε βαθμο έμπρακτης αμφισβήτησης των βάσεων του καπιταλιστικού συστήματος (ή ακόμα και σε βαθμό που μπορεί να οδηγήσει σε έμπρακτη αμφισβήτησή τους). Και η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας δεν αποτελούσε παρά έκφραση μιας τέτοιας όξυνσης της ταξικής πάλης.

Η Λαϊκή Ενότητα της Χιλής δεν «απέδειξε» τη ματαιότητα της αξιοποίησης των αστικοδημοκρατκών διαδικασιών για τους τελικούς σκοπούς της εργατικής – λαϊκής ταξικής πάλης. Απέδειξε αντίθετα τη δυνατότητα συμβολής τους για την άνοδο της πάλης ως το ανώτατο επίπεδό της. Απέδειξε τις συνέπειες της έλλειψης προσανατολισμού, προετοιμασίας, ετοιμότητας για σύγκρουση με την αντίδραση και την αντεπανάσταση, απέδειξε τις συνέπειες της παραβίασης μιας βασικής γενικής νομοτέλειας της ταξικής πάλης.

Η αυταπάτη που πληρώθηκε από το λαό της Χιλής δεν είναι ειδικά «εκλογική». Η γενική επαναστατική νομοτέλεια που παραβιάστηκε δεν αφορά ειδικά την αξιοποίηση των εκλογών και του κοινοβουλευτισμού. Η αυταπάτη που πληρώθηκε είναι αυταπάτη σε σχέση με την αστική εξουσία και τη νομοτελειακή ανάγκη της αντιμετώπισης της κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις.  Και η πρακτική συνέπεια αυτής της απόδειξης δεν συνιστά και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συνιστά «επιλογή δρόμου», «κοινοβουλευτικού» ή «επαναστατικού», «ειρηνικού» ή «βίαιου».

Τον «δρόμο» δεν τον επιλέγουμε, ο δρόμος είναι δοσμένος, κι αυτός είναι σε κάθε περίπτωση ο δρόμος που οδηγεί στην οριστική σύγκρουση με την εκμεταλλευτική εξουσία, με τις δυνάμεις της αντίδρασης, με την αντεπαναστατκή βία. Όμως δεν μπορούμε να επιλέξουμε ούτε τις διαδρομές που αναγκαστικά οδηγούν ως εκεί. Τόσο η άρνηση των «ειρηνικών» και «νόμιμων» μορφών για χάρη της «σιγουριάς» που «εξασφαλίζουν» οι «επαναστατικές» μορφές πάλης, όσο και η άρνηση των μορφών της επαναστατικής εξέγερσης στο όνομα της «νομιμότητας» και του «ειρηνικού περάσματος», η άρνηση με άλλα λόγια κάθε μορφής που αντιστοιχεί σε ένα δοσμένο βαθμό ωριμότητας και που βρίσκεται εκ των πραγμάτων στο άμεσο προσκήνιο, οδηγεί και ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της πάλης στο συγκεκριμένο σημείο της ανάπτυξής της, με άρνηση ανεβάσματος της πάλης και των αναγκών της σε ανώτερο επίπεδο, και αναγκαστικά και στη μια και την άλλη περίπτωση με υποχώρηση της λαϊκής πάλης και επικράτηση της αντίδρασης σε βαθμό ανάλογο με το βαθμό κρισιμότητας των εκδηλώσεων του «αριστερού» ή του δεξιού «υποκειμενισμού» στις εκάστοτε συγκεκριμένες συνθήκες.

*

Για τις «ανάγκες» της πρόσφατης «επικαιρικής» ιδεολογικής αντιπαράθεσης η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας της Χιλής μπήκε, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο ίδιο τσουβάλι με την «αριστερή κυβέρνηση» του ΣΥΡΙΖΑ, με την κυβέρνηση του ΑΚΕΛ στην Κύπρο, ακόμα και με την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του 1944…

Όμως, η «αριστερή κυβέρνηση» του ΣΥΡΙΖΑ, πρόταση μάλιστα αναφερόμενη στο ΕΑΜ και αυτοαναγορευόμενη σε «νέο ΕΑΜ», δεν ήταν παρά πρόταση που οδηγούσε απευθείας σε μια σύγχρονη «συνθήκη του Λιβάνου» και μάλιστα στη βάση της «συνέπειάς» της με τους στόχους που έθετε, και όχι (όπως στην περίπτωση του πραγματικού ΕΑΜ) στη βάση της ασυνέπειάς του απέναντι στους στόχους του και την ίδια του τη δράση… Η κυβέρνηση της «εθνικής ενοτητας» του 1944 αποτελούσε δραματική υποχώρηση από το δοσμένο επίπεδο της ταξικής-λαϊκής πάλης, συνιστούσε αυτοκατάργηση των βάσεων της λαϊκής εξουσίας  που είχε κατακτήσει (και θεσμοθετήσει) το λαϊκό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με τον αγώνα του… Η κυβέρνηση του ΑΚΕΛ πάλι, αν και «αριστερή», ούτε στιγμή δεν αμφισβήτησε και ούτε καν διακήρυξε ότι αμφισβητεί την κυριαρχία των μονοπωλίων σε οποιαδήποτε μορφή της. Αντίθετα ταύτισε τις διακηρύξεις της και την πολιτική της με την υπηρέτηση του κυπριακού «ευρωμονόδρομου». Ήταν κυβέρνηση που αποσκοπούσε να διατηρησει την ταξική πάλη σε «στασιμότητα» και που αναγκαστικά η επιδιωξή της αυτή δεν θα οδηγούσε παρά στην λαϊκή υποχώρηση: η ιστορία είναι κίνηση, ιστορική «στασιμότητα» δεν υπάρχει.

Αντίθετα με όλες τις παραπάνω «κυβερνήσεις» και κάθε παραλλαγή τους, η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας ήταν κυβέρνηση ανόδου της ταξικής πάλης  ως το σημείο όπου αναγκαία θα έπρεπε να τεθεί και που τέθηκε το ζήτημα της επικράτησης ειτε της αντεπανάστασης είτε της επανάστασης, ζήτημα που υπόκειται στις ίδιες πάντοτε γενικές νομοτελειες ανεξάρτητα από τις μορφές και τους τρόπους με τους οποίους θα τεθεί. Και οι οποίες (μορφές και τρόποι) δεν αποτελούν σε τελική ανάλυση ζήτημα υποκειμενικής επιλογής αλλά αντικειμενικές καταστάσεις συνυφασμένες με τις συγκεκριμένες σε κάθε δεδομένη στιγμή συνθήκες ανάπτυξης της ταξικής πάλης. Αντικειμενικές καταστάσεις οι οποίες απαιτούν ανταπόκριση, γιατί σε κάθε δεδομένη στιγμή δεν υπάρχουν άλλες, υπάρχουν αυτές και μόνο αυτές.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας ήταν κυβέρνηση επαναστατική και το λάθος της βρίσκεται στο ότι δε στάθηκε ικανή να αναγνωρίσει στον ίδιο της τον εαυτό αυτόν της το χαρακτήρα, να τον διακηρύξει και να υπηρετήσει όλες τις συνέπειες αυτού του χαρακτήρα και της αναγνώρισής του. Τον ίδιο χαρακτήρα έχει και τις ίδιες συνέπειες οφείλει να υπηρετεί κάθε δύναμη που η κοινοβουλευτική της παρουσία -ανεξάρτητα από το εκάστοτε ποσοτικό της μέγεθος- είναι απερίφραστα και μέχρι τέλους ενταγμένη στην πάλη  για την ανατροπή των πολιτικο-οικονομικών βάθρων της κυριαρχίας των μονοπωλίων, για την ιδιοποίηση από τους εργαζόμενους του πλούτου που παράγουν και των μέσων της παραγωγής του (που αποτελούν μέρος του).

Τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες συνέπειες, ως το τέλος τους, οφείλει ρητά να έχει και να υπηρετεί και η λαϊκή ψήφος σε κάθε τέτοια δύναμη, σαν βόλι, σαν «όπλο» ενταγμένο στη συνολική λαϊκή πάλη σε κάθε ορισμένη στιγμή της ανάπτυξής της. «Αυταπάτες» δεν είναι μόνο οι «κοινοβουλευτικές» και καμία διασφάλιση, σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει απέναντι σε κάθε είδους αυταπάτες εκτός από τη διάψευσή τους στην πράξη. Στο ρόλο της πρωτοπορίας ανήκει, ανάμεσα σε κάθε τι άλλο, η ολόπλευρη προετοιμασία και η πρακτική δραστηριότητα τότε για το ξεπέρασμα κάθε «αυταπάτης» σε επαναστατική κατεύθυνση κι όχι στην κατεύθυνση της αντιδραστικής οπισθοδρομησης.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s