το ιδεολόγημα της «λιτότητας»

«Η λιτότητα εξαγριώνει τους Ευρωπαίους» τιτλοφορείται ένα από τα θέματα του πρωτοσέλιδου της σημερινής «αυγής».

Δεν θα μπω στο περιεχόμενο του ρεπορτάζ. Θα παραμείνω στον τίτλο του και συγκεκριμένα στην «ευφημιστική» ως προς την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα χρήση του όρου «λιτότητα».

Είναι αλήθεια «λιτότητα» αυτό που ζούμε; Τι ζούσαμε πριν τη «λιτότητα» (και ποιοί); Τι προεκτάσεις μπορεί να έχει η αντιμετώπιση της σημερινής πραγματικότητας από το πρίσμα του ιδεολογήματος της «λιτότητας»; Και τέλος πάντων, τι είναι αυτή η «λιτότητα»;

Στα καθ’ ημάς οι άνθρωποι της ηλικίας μου και οι λίγο μεγαλύτεροι θα θυμούνται ίσως ότι, τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, η εισαγωγή στην «καθομιλουμένη» του όρου «λιτότητα» έγινε από τον Καραμανλή κατά τη δεκαετία του ’70 υπό τύπο κυβερνητικού – οικονομικού δόγματος που φυσικά αφορούσε μόνο τους εργαζόμενους κι όχι τους «Λάτσηδες και τους Βαρδινογιάννηδες» όπως λεγόταν τότε που τα «τζάκια» της πλουτοκρατίας ήταν σχετικά περιορισμένα σε αριθμό, εξού και το σύνθημα της εποχής: «όχι στην μονόπλευρη λιτότητα».

Φυσικά και η καραμανλική «λιτότητα» της δεκαετίας του ’70 ήταν «μονόπλευρη», αλλά ας παραβλέψουμε προς στιγμή αυτό το χαρακτηριστικό της και ας μείνουμε στην επιλογή της λέξης και στη λέξη καθαυτή: Είναι εν τέλει κακό πράγμα η «λιτότητα»;

«Λιτότητα», στη γενική της σημασία θα πει, ικανοποίηση των αναγκαίων, αποχή από τα περιττά, παραμερισμός της πολυτέλειας, των επιδείξεων και της φανφάρας, εμμονή στην απλότητα και προοπτική μιας συνεχούς σταδιακής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου χάρη στη συνεχή συσσώρευση των καρπών της σκληρής δουλειάς.

Κατά κάποιο τρόπο, με την παραπάνω σημασία, η «λιτότητα» θα μπορούσε να αποτελεί όχι «τιμωρία» αλλά κοινωνικό ιδανικό, και είναι από αυτή την άποψη προφανής η στόχευση της τότε, καραμανλικής επιλογής του όρου σαν ιδεολόγημα συγκάλυψης του περιορισμού της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών κάτω από στοιχειώδεις ανάγκες και, φυσικά, του «μονόπλευρου» χαρακτήρα της – λες και θα μπορούσε να είναι αμφίπλευρος: «λιτότητα» για τη φτώχεια αλλά «λιτότητα» και για τον πλούτο! Και μιλάμε βέβαια για την εισαγωγή του ιδεολογήματος σε μια Ελλάδα που εξακολουθούσε να συγκινείται από τους στίχους του τραγουδιού – ύμνου του Τσιτσάνη για την εργατιά: «Δεν θέλουν πλούτη και μεγαλεία, έχουνε μάθει να ζουν απλά». Τι κι αν «στάζει ο ιδρώτας τους χρυσές σταγόνες»; Λιτότητα! Περιορισμός κάτω κι από τα αναγκαία της «απλής ζωής» κι ας γεμίζουν οι χρυσές σταγόνες τις δεξαμενές εκείνων που και θέλουν και έχουν «πλούτη και μεγαλεία».

Εδώ τελειώνει η μικρή εισαγωγική ιστορική αναδρομή, που αποσκοπούσε να προσεγγίσει το περιεχόμενο του ιδεολογήματος της «λιτότητας» σ’ εκείνη την «αθώα εποχή» που καθιερώθηκε σαν εργαλείο αποπροσανατολισμού από την πλευρά της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Σήμερα όμως; Είναι αυτό που ζούμε, ακόμα και υπό τους όρους της κυρίαρχης ιδεολογίας, απλώς «λιτότητα»;

Δεν μιλάμε φυσικά για τη λιτότητα ως «ιδανικό», μιλάμε για τη «λιτότητα» ως πολιτική περιορισμού των απαιτήσεων των εργαζομένων από τον κοινωνικό πλούτο που παράγουν: πρόκειται λοιπόν απλώς γι’ αυτό;

*

Ο Τσίπρας κι η Αυγή γνωρίζουν, όταν σήμερα κάνουν λόγο για τη «λιτότητα», ότι αυτή δεν μπορεί παρά να είναι «μονόπλευρη». Αυτό έχει πια καταστεί τόσο πολύ αυτονόητο, ώστε δεν χρειάζεται καν να δηλωθεί εμφαντικά.

Από την άλλη πλευρά, «μονόπλευρη» δεν μπορεί παρά να είναι και η εναντίωση στη λιτότητα.

Και, τέλος, τόσο σαν «καθεστώς» όσο και  σαν εναντίωση δεν μπορει παρά να συνιστά την αναγνώριση της συνύπαρξης δυο πλευρών:

Από τη μια οι εργαζόμενες τάξεις και στρώματα που ζουν υπό καθεστώς «λιτότητας». Από την άλλη ο κόσμος του κεφαλαίου, κυριαρχούμενος από το μονοπωλιακό τμήμα του, τον οποίο φυσικά η «λιτότητα» δεν τον αγγίζει. Και ο οποίος μέσω των πολιτικών του μηχανισμών, των κρατών και των κυβερνήσεων, διαχειρίζεται την οικονομία στη βάση ενός «δόγματος» που επιβάλλει στους εργαζόμενους την γνωστή μας πιά «λιτότητα».

Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της επίκλησης (εν προκειμένω από Τσίπρα και «Αυγή») της «λιτότητας», και μάλιστα περιεχόμενο διατυπωμένο έδώ με υπερβάλλοντα «ριζοσπαστισμό» συγκριτικά με τα πραγματικά μεγέθη «ριζοσπαστισμού» που περιέχει αφού λόγου χάρη θα ήταν ενδεχομένως «εξτρεμιστική» για τον «ΣΥΡΙΖΑ» η παραδοχή του «κεφαλαίου που κυριαρχείται από το μονοπωλιακό τμήμα του» και της «διαχείρισης μέσω των πολιτικών του μηχανισμών: των κρατών και των κυβερνήσεων».

Ακόμα παραπέρα, και κατά συνέπεια των παραπάνω, η ίδια αυτή επίκληση της «λιτότητας» εφόσον συνιστά αναγνώριση της συνύπαρξης των δυο πλευρών, συνιστά ταυτόχρονα και διαβεβαίωση για την μη-αμφισβήτησή της…

…Υποβάλλει, έτσι, και επιβάλλει μια πολιτική γραμμή περιορισμού των λαϊκών διεκδικήσεων εντός του πλαισίου, των όρων και των ορίων των σημερινών ταξικών σχέσεων, μια πολιτική γραμμή περιορισμού των λαϊκών διεκδικήσεων εντός των ορίων του καθεστώτος κυριαρχίας των μονοπωλίων, πολιτική γραμμή περιορισμού των λαϊκών διεκδικήσεων ως το μέτρο στο οποίο αυτό το καθεστώς είναι -αν είναι- ικανό και διατεθείμενο  να τις ικανοποιήσει.

Αποτελεί με τον τρόπο αυτό μια ακόμα μορφή διαπιστευτηρίων του ΣΥΡΙΖΑ προς τα κέντρα εξουσίας του μονοπωλιακού  κεφαλαίου για το είδος και τα όρια της κυβερνητικής διαχείρισης, την άσκηση της οποίας διεκδικεί, και την διεκδικεί μάλιστα όλο και λιγότερο μέσω της λαϊκής κινητοποίησης κι όλο περισσότερο σαν δοτό από αυτά τα κέντρα εξουσίας «χρίσμα».

*

Αποτελεί επίσης, προκειμένου να υπηρετηθούν οι παραπάνω σκοπιμότητες, έναν οριστικά ξεπερασμένο αναχρονισμό:

Η καραμανλική «λιτότητα» της δεκατίας του ’70 αποτελούσε κυβερνητικό δόγμα περιορισμού του τμήματος του κοινωνικού πλούτου το οποίο καρπωνόταν η εργασία στον ανταγωνισμό της με το κεφάλαιο, δόγμα περιορισμού της ανόδου του βιοτικού της επιπέδου σε έναν ρυθμό χαμηλότερο από τους τότε ρυθμούς ανάπτυξης και αύξησης του παραγόμενου πλούτου.

«Αθώα» εποχή, πράγματι…

Δεν υπάρχει όμως η παραμικρή «αθωότητα» στην επίκληση, η οποία την γενικευμένη επίθεση στη ζωή των εργαζομένων, την ολοκληρωτική κατεδάφιση ολόκληρου του οικοδομήματος των εργατικών – λαϊκών δικαιωμάτων που είχαν κατακτηθεί και επιβληθεί με δεκαετίες αγώνων στα πεδία των αμοιβών και του ωραρίου, των εργασιακών σχέσεων, της κοινωνικής ασφάλισης, των γενικότερων λαϊκών κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την επιβολή οικονομικών όρων διαρκούς και παρατεταμένης εξαθλίωσης και (χωρίς υπερβολή) αντιλαϊκής γενοκτονίας, το ολοκληρωτικό τσάκισμα κάθε ορατής και αόρατης προοπτικής για τη ζωή των εργαζομένων προκειμένου να ανακάμπτουν οι προοπτικές των δεικτών του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, όλη αυτήν την πραγματικότητα λοιπόν κι όση ακόμα δε χωρά στις γραμμές αυτού του κειμένου, την βαφτίζει απλώς «λιτότητα» και απέναντί της δεν έχει να προβάλλει άλλες εναλλακτικές λύσεις πέρα από την υιοθέτηση «άλλων», δήθεν, «πολιτικών» που δήθεν την καταργούν.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s