συνήγορος του διαβόλου (τελευταίο)

Χρωστάω από καιρό ένα κλείσιμο στο θέμα που έχω ανοίξει, και που ενδεχομένως παρουσιάζει συμπτώματα «φλυαρίας» λόγω του γεγονότος  ότι δεν αποτελεί επεξεργασία κάποιου προϋπάρχοντος προσχεδίου, αλλά στην πραγματικότητα μια πρώτη παρουσίαση προβληματισμών γύρω από την θεματολογία με την οποία ασχολείται, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα πρώτο προσχέδιο το ίδιο. 

Μάλιστα, αν στα προηγούμενα μέρη ο όποιος βαθμός «φλυαρίας» μαζευόταν κάπως εντός των ορίων στα οποία εκτεινόταν το κάθε «μέρος», εδώ, στο τελευταίο, ίσως ούτε αυτό γίνεται, ή ενδεχομένως η μείωση (πιθανά) της  «φλυαρίας» αντισταθμίζεται αρνητικά από την έλλειψη μιας συγκροτημένης δομής «με αρχή, μέση και τέλος». 

Αν στα προηγούμενα μέρη η «φλυαρία» αποσκοπούσε να καλύψει έναν κύκλο πλευρών που το ξεπέρασμά τους θα βοηθούσε στην «επικέντρωση» του ζητήματος, τώρα που έφτασα σε αυτό το κέντρο συνειδητοποιώ ότι μόλις τώρα μπαίνω στο θέμα, οπότε ενώ το τελειώνω στην πραγματικότητα δεν διατυπώνω παρά εισαγωγικές σκέψεις για μια μελλοντική ανάπτυξη του εφόσον θεωρούνταν ότι τουλαχιστον αυτή η «εισαγωγή» (δηλαδή εδώ το κλείσιμο της σειράς από μέρος μου) έχει πραγματικό ενδιαφέρον και χρησιμότητα…

Τα προηγούμενα μέρη είναι:

συνήγορος του διαβόλου – εισαγωγή

συνήγορος του διαβόλου – πρώτο μέρος

συνήγορος του διαβόλου – δεύτερο μέρος

συνήγορος του διαβόλου – τρίτο μέρος (μια ανακεφαλαίωση)

*

Η «τελική» προσέγγιση του ζητήματος υπό τους όρους της (αφετηριακής) οικονομικής ανατροπής που συνίσταται («δογματικά» από την πλευρά μου) στη λύση της αντίθεσης (ουσιαστικά: της αντίθεσης/αντίφασης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και στην ατομική τους ιδιοποίηση [*]) «διαμέσω του ότι» (dadurch) ανοιχτά και χωρίς περιστροφές  περνάνε στην κατοχή της κοινωνίας οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις οι τόσο ωριμασμένες (αναπτυγμένες, μεγεθυμένες) ώστε μόνη διεύθυνση που επιδέχονται είναι η κοινωνική (Ένγκελς, ΑντιΝτύρινγκ & Η εξέλιξη του  σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη).

Στο πλαίσιο του θέματος μας, το ερώτημα (πάνω στη βάση των όσων έχουν προηγηθεί, που ελπίζω: αποτελούν μια βάση τοποθέτησης του ζητήματος) τώρα μπαίνει σε σχέση με τις παραγωγικές δυνάμεις τις όχι τόσο ωριμασμένες ώστε να επιδέχονται («μόνο» ή «καθόλου» ή «χωρίς περιστροφές») την κοινωνική διεύθυνση σαν μοναδική: Ποιες είναι αυτές; Με ποια έννοια επιδέχονται κι άλλη διεύθυνση εκτός από την άμεσα κοινωνική ή επιδέχονται διεύθυνση μόνο άλλη από την άμεσα κοινωνική; Ποια η σχέση, απέναντί τους, της κοινωνικής διεύθυνσης γενικά; Είναι, αντίστροφα, η άμεση κοινωνική διεύθυνση κατάλληλη γι’ αυτές και, ιδίως, υπό τη μορφή της «ανοιχτής και χωρίς περιστροφές» κατοχής τους από την κοινωνία; Ποιες μορφές κοινωνικής διεύθυνσης θα μπορούσαν να οριστούν σαν έμμεσες, «όχι ανοιχτές», «με περιστροφές»; Ή είναι σφαλερό το τελευταίο ερώτημα και το όλο ζήτημα πρέπει να τίθεται απλά σαν ζήτημα πρώτης, δεύτερης κλπ φάσης περάσματος στην ανοιχτή και χωρίς περιστροφές κατοχή της κοινωνίας; Τελειώνει το ζήτημα στη διάκριση μεταξύ κρατικής και συνεταιριστικής ιδιοκτησίας; Ποια η σχέση της δεύτερης (και ακόμα και της μη συνεταιριστικής) με το προσωπικό που «απασχολεί»; Μπορούν ολα αυτά να οδηγήσουν σε αντικειμενικά συμπεράσματα και απαντήσεις και ταυτόχρονα να τηρηθεί η αρχική, εισαγωγική υπόσχεση άρνησης του καθορισμού των τελευταίων από κάθε πολιτικό «ωφελιμισμό»; Πώς, ταυτόχρονα, θα ανταποκριθούν οι απαντήσεις στη ρήση ότι «ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση των πραγμάτων που πρέπει να εδραιωθεί, ένα ιδανικό στο οποίο η πραγματικότητα θα πρέπει να προσαρμοστεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων» και που «οι όροι της προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που υπάρχουν τώρα» (Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία);

Ως προς το πρώτο ερώτημα, το «ποιες είναι αυτές»: Από τη μια, η «κομματιασμένη» γη, και από την άλλη, ένα τμήμα της σκόρπιας μικροπαραγωγής ή και του σκόρπιου μικροεμπορίου. (Θα ήταν -είναι- παραπλανητικό, όμως, να εξετάζουμε το θέμα με τα δεδομένα τα γνωστά μας από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου από τη μια ένα μεγάλο μέρος της «μικρής» οικονομίας οφείλει την ύπαρξή του σε ανάγκες προερχόμενες από τις ειδικά καπιταλιστικές σχέσεις κι όχι από τις σχέσεις κάποιας «οικονομίας» γενικά. Και όπου, από την άλλη, κατά μεγάλο επίσης μέρος της οφείλεται στη μόνιμη ύπαρξη του βιομηχανικού υπερπληθυσμού που εξαναγκάζει μεγάλο μέρος του πληθυσμού να κάνει «οτιδήποτε» για να συντηρηθεί).

Είναι διαφορετικοί οι αντικειμενικοί – υλικοί όροι προσέγγισης του ζητήματος σε σχέση με τη γη, από τη μια, και σε σχέση με την «αστική» μικροπαραγωγή, από την άλλη. Η γη (ο λόγος πρώτιστα για τη γεωργική γη και τη γεωργική παραγωγή), σαν υλική εδαφική ενότητα – αλλά και σαν παραγωγική ενότητα, σαν παραγωγικό αντικείμενο γενικά, έχει χαρακτηριστικά που διευκολύνουν (και μέσα σε ευρείας έκτασης όρια επιβάλλουν) την υπαγωγή της στην κοινωνική διεύθυνση περισότερο ή λιγότερο ανοιχτά, άμεσα, χωρίς περιστροφές. «Περισσότερο ή λιγότερο», που σημαίνει: είτε την άμεση υπαγωγή της ως μεγάλης ιδιοκτησίας στην κρατική ιδιοκτησία (σαν μορφή της κοινωνικής κατοχής της), είτε την παραγωγική συνεταιριστικοποίηση της μικροϊδιοκτησίας στη βάση των πλεονεκτημάτων που συνεπάγεται αυτή τόσο για την κοινωνία όσο και για τους μικροπαραγωγούς.

Το ζήτημα των παραπάνω μορφών δεν το καθορίζει άμεσα  η εδαφική-υλική ενότητα της γης, αλλά πρώτα οι σχέσεις ιδιοκτησίας και των παραγωγικών «μεγεθών» που έχουν αναπτυχθεί πάνω σε αυτή την ενότητα.  Όμως επίσης τίθεται, ως προς τον ίδιο καθορισμό μορφών, και ζήτημα ανάγκης (η όχι;) για τη διάκριση των «χρήσεων» για τις οποίες είναι πρώτα απ’ όλα κατάλληλη η άμεση κοινωνική διεύθυνση ή πρώτα απ’ όλα κατάλληλη η άμεση διεύθυνση του καλλιεργητή ενταγμένη στον γενικό, ενιαίο, κεντρικό κοινωνικό σχεδιασμό της παραγωγής. Επ’ αυτού λοιπόν οι ακόλουθες δυο «υπογραμμίσεις» – προβληματισμοί:

1) Η θέση του Μαρξ για τη γεωργκή παραγωγή (εδώ), ότι γι’ αυτήν είναι ακατάλληλη η ανάπτυξή της  στη βάση των καπιταλιστικών σχέσεων, ότι για την ορθολογική της ανάπτυξη χρειάζεται είτε το χέρι του άμεσου παραγωγού είτε ο σχεδιασμός της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. Η υπογράμμιση και ο προβληματισμός έχει να κάνει με την αποτροπή, ενδεχομένως, μιας «διαχείρισης», στη βάση των κοινωνικοποιημένων σχέσεων, που θα μπορούσε να αναπαράγει μορφές «εκμετάλλευσης» της φύσης ανάλογες με μορφές που επιβάλλουν οι καπιταλιστικές σχέσεις. Κατά κάποιο τρόπο λοιπόν το «είτε… είτε…» πρέπει να «μεταφράζεται» σαν «αμφότερα»: η γη χρειάζεται τη διεύθυνση του χεριού του άμεσου παραγωγού και τη σχεδιασμένη διεύθυνση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής.

(Άλλωστε, κατά την καπιταλιστική ανάπτυξη υπήρξαν τέτοιες και τόσες οι κρατικές παρεμβάσεις, στρατηγικοί σχεδιασμοί κλπ σε σχέση με τη γεωργία, και τέτοια η στρέβλωση εξαιτίας τους, ώστε ο κεντρικός κοινωνικός σχεδιασμός σε όλη του την κλιμάκωση -και στην πραγματικότητα το ζητημα συνίσταται σε αυτή την «κλιμάκωση», στο περιεχόμενό της και στις μορφές της- θα εμφανιζόταν -πέρα από τα όποια προβλήματα- λυτρωτικός… Όμως δεν μπορεί αυτός να λειτουργήσει χωρίς την παραγωγική συνένωση της γεωργικής γης με κρατική και με συνεταιριστική μορφή).

2) Η δεύτερη «υπογράμμιση – προβληματισμός» αφορά μεν ιδιαίτερα τη γεωργική γη αλλά και γενικότερα την «μικρή παραγωγή»:

Στον βαθμό που η ανεξάρτητη εργασία αποτελεί σχέση η οποία στο ατομικό επίπεδο του άμεσου παραγωγού δεν έχει -θεμελιακά, καθαυτή- επιφέρει σχέση αλλοτρίωσης ανάμεσα σ’ αυτόν και στους όρους της εργασίας του, η κατάργηση αυτής της αλλοτριωσης σε κοινωνικό επίπεδο (της αλλοτρίωσης της βασισμένης στη σχέση κεφαλαίου – μισθωτής εργασίας), δεν θα έπρεπε να περνά μέσα από την ανατροπή, κατάργηση, εξάλειψη της υπαρκτης μη-αλλοτριωτικής ατομικής σχέσης του άμεσου παραγωγού με τους όρους της εργασίας του. Δε θα ‘πρεπε η σχέση αυτή να καταργείται ατομικά προκειμένου να αποκατασταθεί κοινωνικά. Θα έπρεπε από την υπάρχουσα ατομική βάση να αναπύσσεται (εξελίσσεται, καλλιεργείται) ως το κοινωνικό επίπεδο – και η πρωταρχική σοσιαλιστική οικονομική ανατροπή μαζί με την πραγμάτωση των πολιτικών της προϋποθέσεων αποτελεί την κοινωνική βάση που παρέχει τη δυνατότητα αυτής της εξέλιξης.

Πρόκειται για ζήτημα που θα ξανασυναντήσουμε με άλλη μορφή κοντά στον επίλογο, στο πλαίσιο ορισμένων σκέψεων για την ελευθερία του ατόμου να είναι παραγωγικό μέσα στους αναπτυσόμενους όρους και σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής: Το ζήτημα δεν είναι «στενά» οικονομικό. Έχει να κάνει με τη φυσική βάση πάνω στην οποία θεμελιώνονται οι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις οποιασδήποτε μορφής. Προς το παρόν, όμως, ας περιοριστούμε στην υπενθύμιση της εμπειρίας των εφαρμοσμένων οικονομικών σοσιαλιστικών σχέσεων, στο πλαίσιο των οποίων η κρατική και συνεταιριστική ιδιοκτησία της γεωργικής γης συνδυαζόταν με την παραχώρηση στους άμεσους παραγωγούς μιας έκτασης για ατομική-οικογενειακή καλλιέργεια επαρκούς για τις ανάγκες τους σε γεωργκά προϊόντα – επάρκεια αντικειμενικά αξεχώριστη κατά τη γνώμη μου από την ταυτόχρονη δυνατότητα εξασφάλισης ενός ορισμένου παραγωγικού πλεονάσματος.

*

Τα πράγματα στην πραγματικότητα ίσως ειναι πιο σύνθετα σε σχέση με την «αστική» μικροπαραγωγή (και γενικά: μικροοικονομία) και τον διασκορπισμό/διασπορά τόσο της υλικής βάσης της όσο και των λειτουργιών της. Εδώ θα έπρεπε, πρώτα απ’ όλα, να ενταχθεί σαν μέγεθος, ποιοτικό και ποσοτικό,   στον κοινωνικό κεντρικό σχεδιασμό (και σ’ όλες τις βαθμίδες της κλιμάκωσής του) το σύνολο αυτής της υλικής βάσης, και αυτών των λετουργιών.

Παρέκβαση: Όπως σε σχέση με τη γεωργική παραγωγή θα ήταν πιο πάνω απαραίτητη μια αναφορά στην εμπειρία του «εφαρμοσμένου» σοσιαλισμού -αλλά και μια κριτική σε θεωρήσεις και πλευρές θεωρήσεων αυτής της εμπειρίας- έτσι και ως προς την «αστική» μικροοικονομία προβάλλει η αντίστοιχη ανάγκη  σε σχέση με τη λεγόμενη «σκιώδη οικονομία» στις σοσιαλιστικές χώρες: Σαν εκτίμηση για το κατά πόσο στην πραγματικότητα η ύπαρξη και ανάπτυξή της οφείλεται σε αναπτυσσόμενες στρεβλώσεις των σοσιαλιστικών σχέσεων, στην «πολιτική» τάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, κατά πόσο οφείλεται σε όρους ένταξης στην άμεσα κοινωνικοποιημένη παραγωγή οικονομικών λειτουργιών για τις οποίες δεν ήταν κατάλληλη η «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές» κατοχή τους από την κοινωνία, και κατά πόσο σε μια σύμφυση των δυο πλευρών: εφόσον στη βάση της μιας πλευράς αναπτύσσεται η άλλη, και αντίστροφα… [**]

Συνέχεια για την «αστική μικροοικονομία»:  Είναι, ίσως, διαφορετικοί οι όροι της συνεταιριστικοποίησής της από τους αντίστοιχους της γεωργικής οικονομίας, κι από ένα όριο κι έπειτα δεν έχει, ίσως, και νόημα η «συνεταιριστικοποίηση». [***]

Εδώ μπαίνουν, καταρχήν,  τα θέματα: α) Της κοινωνικής σκοπιμότητας των τέτοιων οικονομικών λειτουργιών, η οποία είναι στη ρίζα της διαφορετική από τη σκοπιμότητά τους υπό την κυριαρχία των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων. β) Της επιβολής όρων εργασίας, αμοιβής, εργασιακών σχέσεων που θα καθιστούν στην ουσία τους συνεργατικές τις ομαδικές μορφές  αυτών των λειτουργιών. Όρων συνεργατικότητας που θα υποτάσσουν την μικροϊδιοκτησία σε αυτούς και όχι το αντίθετο. Και γ) της επιβολής όρων, επίσης, που θα καθιστούν αναλογικό το επίπεδο ευημερίας των εργαζομένων σε αυτούς τους παραγωγικούς τομείς  με το γενικό επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας. (Στο σημείο αυτό, ως προς τη συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία του σοσιαλισμού, χωράνε επίσης σκέψεις για της σχέση ανάμεσα στα μεγέθη ατομικών αμοιβών – κοινωνικού πλεονάσματος στις διαφορετικές συνθήκες του πολεμικού κομμουνισμού, της ΝΕΠ, του προ-πολεμικού κομμουνισμού της δεκαετίας του ’30, της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών σχέσεων, δηλαδή σκέψεις για τη μεταβολή της παραπάνω σχέσης υπό όρους δοσμένων κοινωνικών αναγκών, υπό όρους ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας κλπ).

*

Δεχόμενοι καταρχάς την ύπαρξη μιας τέτοιας παραγωγικής μορφής πρέπει να δούμε και τους όρους ένταξής της στις σοσιαλιστικές σχέσεις κατανομής – σχέσεις όπου ακόμα δεν έχουν πάψει να είναι και «χρηματικές».

Για την περιγραφή των σοσιαλιστικών σχέσεων κατανομής αποτελεί μια από τις κύριες θεωρητικές βάσεις η σχετική αναφορά του Μαρξ στην «Κριτική του προγράμματος της Γκοτα»: «…όσο για τη διανομή των μέσων κατανάλωσης στους ξεχωριστούς παραγωγούς, κυριαρχεί η ίδια αρχή όπως και στην ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων, ανταλλάσσεται ίση εργασία σε μία μορφή, με ίση εργασία σε άλλη μορφή». Και: «Εδώ ολοφάνερα κυριαρχεί η ίδια αρχή που ρυθμίζει την ανταλλαγή εμπορευμάτων, εφόσον είναι ανταλλαγή ίσων αξιών. Το περιεχόμενο και η μορφή άλλαξαν, γιατί μέσα στις αλλαγμένες συνθήκες κανένας δε μπορεί να δόσει τίποτα άλλο εκτός από την εργασία του, και γιατί, από την άλλη μεριά, τίποτα δε μπορεί να περάσει στην ιδιοχτησία των ξεχωριστών προσώπων, εκτός από ατομικά μέσα κατανάλωσης».

Μιλώντας με «θεωρητικό κυνισμό», σε ό,τι αφορά την καταρχην παραδοχή αυτών των ατομικών και ομαδικών μορφών μικρής παραγωγής, οικονομίας και ιδιοκτησίας, η πρώτη από τις δυο παραπάνω προτάσεις του Μαρξ όπως παρατίθενται εδώ, «εξυπηρετεί», όσο κι αν θέτει την ανάγκη παραπέρα περιγραφών, προεκτάσεων,  επικαθορισμών κλπ. Όμως το θεωρητικά καθοριστικό ερώτημα αφορά τη δεύτερη πρόταση: Μπορεί αυτή και η αναφορά της στα μέσα παραγωγής  να ξεχωριστεί από την αρχική (παραπάνω) αναφορά του Ένγκελς στις σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις τις τόσο αναπτυγμένες ώστε να επιδέχονται μόνο κοινωνική διεύθυνση; Μπορούν δηλαδή τα μέσα παραγωγής στην πρόταση του Μαρξ («τίποτα εκτός από ατομικά μέσα κατανάλωσης») να ξεχωριστούν, να νοηθούν διαφορετικά από εκείνες τις παραγωγικές δυνάμεις που η ύπαρξή τους θεμελιώνει υλικά το πέρασμα στον κομμουνισμό; Από την άλλη, μπορεί να γίνει πραγματικά λόγος για τέτοιου είδους «μικροοικονομία» εντός των κυρίαρχων σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, που οι χρησιμοποιούμενες σε αυτήν παραγωγικές δυνάμεις να ξεπερνάνε τα όρια πέρα από τα οποία αρχίζουν οι παραγωγικές δυνάμεις οι ωριμασμένες τόσο ώστε να απαιτούν την άμεση κοινωνική κατοχή και διεύθυνση;

Τα ίδια ερωτήματα μπορούν να διατυπωθούν και με τον εξής τρόπο: Πόσο άμεσες είναι οι απαντήσεις που δίνει ο Μαρξ στα ζητήματα των «ενδιάμεσων» οικονομικών μορφών εφόσον αναγκαστικά η οικονομική του ανάλυση προϋποθέτει έναν γενικευμένο και «καθαρό» καπιταλισμό που θα δώσει την θέση του σε μια, κατά θεωρητική συνέπεια, γενικευμένη και «καθαρή» κοινωνικοποιημένη παραγωγή; Σε ποιο βαθμό αυτή η θεωρητική βάση επιδρά ή δεν επιδρά στην παραπάνω συγκεκριμένη προγραμματική διατύπωση   της «Κριτικής του προγράμματος της Γκότα»; Σε ποιο βαθμό παραπέρα ο Μαρξ θεωρεί πάνω στην ίδια αυτή θεωρητική βάση «λυμένο» το ζήτημα των «ενδιάμεσων» παραγωγικών – οικονομικών μορφών; Σε ποιο βαθμό, αντίθετα, δεν θα θεωρούσε σαν αυτονόητη την αντιμετώπισή τους ακριβώς ως «ενδιάμεσων»  -στο βαθμό που η νομοτέλεια της εξαφάνισής τους μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις εξακολουθεί να εκδηλώνεται σαν συνεχής κι αναπαραγόμενη τάση κι όχι σαν οριστική πραγματικότητα;  Σε ποιο βαθμό η δυνατότητα πρόβλεψης των μετέπειτα θεωρητικών και πρακτικών προβλημάτων από την ύπαρξη της «μικροϊδιοκτησίας» ως «ενδιάμεσης» παραγωγικής βαθμίδας, δεν θα συνιστούσε εξαναγκασμό για μια πιο εκτεταμένη ανάλυση της ενδεχόμενης θέσης και «τύχης» της εντός των αρχικών και αναπτυσσόμενων σχέσεων της κοινωνικοποιημένης παραγωγής; Τι ήταν αυτό που «στις τελευταίες εκλογές» θα έλεγε ο ίδιος ο Μαρξ «στους βιοτέχνες, στους μικροβιομήχανους κλπ» σαν πρακτική συνέπεια της επαναστατικοποίησής τους ενόψει «του επικείμενου περάσματός τους στο προλεταριάτο» και σε αντιδιαστολή προς την εσφαλμένη θέση  (σφάλμα διαπιστωμένο, μάλιστα, σε ένα προμονοπωλιακό ακόμα στάδιο του καπιταλισμού) ότι «απέναντι στην εργατική τάξη αποτελούν μονάχα μιαν αντιδραστική μάζα» (Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, τα έντονα στοιχεία δικά μου); Τέλος, πέρα από το έργο που μας άφησε ο Μαρξ, είναι δυνατό και αναγκαίο να ενταχθούν σε αυτό σύγχρονες θεωρητικές και πρακτικές επεξεργασίες γύρω από αυτό το ζήτημα εφοσον αποτελούν απαίτηση αντικειμενική και απαιτούν αντικειμενικές (αντικειμενικά ανταποκρινόμενες απαντήσεις), ή παρόμοιες επεξεργασίες θα συνιστούσαν, αντιθετα, αναθεώρηση του μαρξισμού στην ουσία του;

Είναι προφανές ότι σε ό,τι αφορά το θεωρητικό μέρος του ζητήματος εδώ τίθενται μόνο βασικές τοποθετήσεις και βασικά ερωτήματα: Η παραπέρα ανάπτυξη της βασικής τοποθέτησης απαιτεί την απάντηση των βασικών ερωτημάτων. Εφόσον θεωρούνταν ότι τα βασικά ερωτήματα που διατυπώνονται έχουν ήδη -από παλιά- απαντηθεί, τότε βέβαια δεν θα υπήρχε και ζήτημα οποιασδήποτε «βασικής τοποθέτησης» και παραπέρα ανάπτυξής της.

Εν πάση περιπτώσει σαν θέματα μιας παραπέρα ανάπτυξης προβάλλουν τα εξής:

-Οι «σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις» και οι «άλλες»: Στις πρώτες εντάσσονται αυτές στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνεργασία. Σε μια πιο πρώιμη περίοδο του καπιταλισμού θα ταυτίζονταν με τις «μηχανές». Σήμερα όπου οι μηχανές έχουν μπει και στην ατομική κατανάλωση, όπου επίσης οι μηχανές έχουν πάρει τη θέση αρκετών εργαλείων «ατομικής» χρήσης, όπου το πριόνι είναι ηλεκτρικό ή βενζινοκίνητο,όπου κάθε ιδιωτικό αυτοκίνητο (ανεξάρτητα από το ζήτημα των όρων που το καθιστούν ή όχι, σε ποιό βαθμό και με ποιές μορφές κοινωνικά αναγκαίο)  διαθέτει δύναμη δεκάδων ίππων μόνο και μόνο για την προσωπική μετακίνηση, και όπου γενικά μιλώντας η ανάπτυξη της τεχνικής και της παραγωγικότητας της εργασίας έχουν έχουν εντάξει τη «μηχανή» (όχι φυσικά «κάθε» μηχανή) στα είδη ατομικής κατανάλωσης που «περιέχονται» στο μισθό της εργασίας,  πώς θα έπρεπε να συγκεκριμενοποιηθεί ο παραπάνω διαχωρισμός;

-Το ζήτημα της «χρησιμοποίησης ξένης εργασίας» στο πλαίσιο της μικρής παραγωγής (πάνω σε αυτό υπάρχουν ορισμένες σύντομες αναφορές και πιο πάνω).

-Το ζήτημα της συσσώρευσης (πάνω δηλαδή από το γενικό επίπεδο της κοινωνικής ευημερίας) στην μικρή (ατομική ή ομαδική) παραγωγή.

-Το ζήτημα της μεγέθυνσης της μικρής παραγωγής: Οι όροι κάτω από τους οποίους αυτή η μεγέθυνση αντιστρατεύεται τις σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, και οι όροι κάτω από τους οποίους μπορεί να αποτελεί στοιχείο διεύρυνσης και αναπαραγωγής της υλικής βάσης της.

-Όλα τα παραπάνω υπό την αρχκή προϋπόθεση ότι η μικρή παραγωγή είναι αναγκαία κάτω από τις σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, και με την υπογράμμιση οτι όπου γίνεται λόγος για τη μικρή παραγωγή θα πρέπει να εννοούνται και αντίστοιχες μορφές ιδιοκτησίας εργαλείων παραγωγής: καταρχήν με την έννοια της υλικής διάστασης της ιδιοκτησίας, αυτήν της κατοχής, και άσχετα (καταρχήν) από τις νομικές μορφές της («κυριότητα» κλπ).

-Κεντρική η θέση κατέχει και ο ρόλος του εργατικού κράτους  μέσα σε αυτή τη διαδικασία: Το κράτος, πέρα από τα άλλα, σαν υλική δύναμη συνένωσης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, με αυτή την έννοια σαν κεντρική παραγωγική δύναμη. Και επομένως  κεντρικό ζήτημα η «παράγωγη» διαδικασία περιέλευσής του και αυτού του ίδιου, σαν κράτος της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου,  στην «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές κατοχή της κοινωνίας», διαδικασία που ταυτίζεται με την «απονέκρωσή» του, την κατάργησή του «ως κράτους».

*

Πρόκειται για την σχηματοποίηση σχέσεων όπως παίρνουν μορφή βγαλμένες (και επίσης: καθώς βγαίνουν) από τους κόλπους της παλιάς, καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν πρόκειται για σχέσεις στατικές, αιώνιες, αλλά για σχέσεις που είτε αυθόρμητα είτε «βίαια» (με διορθωτικές παρεμβάσεις, και «εξωοικονομικές») ακολουθούν τη συνολική ανάπτυξη των κομμουνιστικών σχέσεων:

Σαν μορφή αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό συμφέρον, είναι ταυτόχρονα σχέσεις ενταγμένες στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και στην υποδουλωτική υποταγή σε αυτόν (με την έννοια ότι μορφή αυτού του γενικού καταμερισμού είναι κι ο καταμερισμός των λειτουργιών της «μικρής» και της «μεγάλης» παραγωγής).  Και σαν η ίδια μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό (που εμφανίζεται και με άλλες μορφές, λχ ανάμεσα σε εργασία ειδικευμένη και μη, επιστημονική και «πρακτική» κά), η λύση της, η εξάλειψή της δεν μπορεί παρά να είναι μέρος της ιστορικά παράλληλης διαδικασίας εξαφάνισης της υποδουλωτικής υποταγής στον καταμερισμό της εργασίας, εξάλειψης των αντιθέσεων ανάμεσα σε πνευματική και σωματική εργασία, ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, περάσματος από την αμοιβή κατά την εργασία στην αμοιβή κατά τις ανάγκες και  μαζί εξάλειψης των «χρηματικών» μορφών είτε στην άμεσα κοινωνικοποιημένη παραγωγή είτε στις «μικρές» ατομικές και ομαδικές μορφές της… Διαδικασία ενιαία, παράλληλη για κάθε πλευρά της, όπου το ενιαίο της υλοποιείται και ολοκληρώνεται στην ενοποίηση των αποτελεσμάτων της σε ένα: από την διαδικασία λύσης ή εξάλειψης μιας σειράς διαφορετικών αντιθέσεων στο ενιαίο αποτέλεσμα αυτού του προτσές: την μη-ύπαρξή τους, μια νέα μορφή ενότητας της κοινωνίας…

…Όπως η καπιταλιστική κρίση φέρνει στην επιφάνεια, ταυτόχρονα και σε μια ενότητα, χίλιες δυο διαφορετικές πληγές που ως τότε  επωάζονταν «ξεχωριστά», συγκαλυπτόμενες ως τότε περισσότερο ή λιγότερο κάτω από τους όρους της καπιταλιστικής ανάπτυξης: Ο παραλληλισμός αποσκοπεί να κάνει εναργέστερη την θεώρηση του «ταυτόχρονου» και του «ενιαίου» στην εκδήλωση των αποτελεσμάτων ενός πολύπλευρου και σχετικά μακρόχρονου ιστορικού προτσές…

*

Τελευταίο, αλλά από πολλές απόψεις πρώτο σε σημασία, που θα έπρεπε να αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο και το θέμα της ανάρτησης είναι μόνο ένα μέρος από τη γενική του σημασία, είναι το θέμα της παιδείας:

Της παιδείας ως -όσο και το κράτος- κεντρικής οργανικής δύναμης των σοσιαλιστικών/κομμουνιστικών σχέσεων, σε ενότητα με την υλική βάση της κοινωνικής παραγωγής. Παιδείας που δεν κατατεμαχίζει, δεν «καταμερίζει» την εργατική δύναμη και, εν τέλει, καταστρέφει την κάθε ξεχωριστή ατομική της πηγή, αλλά παιδείας που υπηρετεί την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατομικών της πηγών, την ολόπλευρη ανάπτυξη της κάθε προσωπικότητας γενικότερα. Όπου στην πράξη και όχι με ηθικά κηρύγματα διαπλάθεται η συνείδηση για την κοινωνική διάσταση κάθε ατομικής εργασίας και ατομικής παραγωγικής διάθεσης και πρωτοβουλίας, για την εργασία σαν ανάγκη της ζωής, ανεξάρτητα από την μικρή ή την μεγάλη μορφή παραγωγής όπου εκδηλώνεται κι από τη μορφή «κατοχής» των μέσων εργασίας που χρησιμοποιούνται.  Όπου πραγματώνεται η ουσία της θέσης (Λένιν, Η μεγάλη πρωτοβουλία) ότι: «ο κομμουνισμός αρχίζει εκεί που εμφανίζεται η γεμάτη αυτοθυσία φροντίδα των απλών εργατών που υπερνικάει τη βαριά δουλιά, φροντίδα για να ανεβάσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, να περιφρουρήσουν το κάθε πούτι σιτάρι, κάρβουνο, σίδερο και άλλα προϊόντα που δεν προορίζονται προσωπικά για τους ίδιους που τα δουλεύουν, ούτε για τους «δικούς» τους, μα για τους «μακρινούς», δηλαδή για όλη την κοινωνία στο σύνολό της…» καθώς υπάρχουν οι πραγματικές υλικές προϋποθέσεις αυτής της αρχής, όπου επίσης ο «επαγγελματικός προσανατολισμός» γνωρίζει μια μόνο ειδίκευση: την «ειδίκευση του αγωνιστή και του ανθρώπου» (Μακαρένκο, Παιδαγωγικό ποίημα).

*

[*] Κάποιοι, ανομολόγητα, ενοχλούνται όχι από την αντίθεση/αντίφαση καθαυτή, αλλά από το γεγονός της ανάπτυξης των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων έως τα «μεγέθη» που καθιστούν τον χαρακτήρα τους κοινωνικό και από τη λύση που επιβάλλει αυτή η ανάπτυξή τους κι αυτός τους ο χαρακτήρας. Κι αρνούνται όχι την αντίθεση αλλά τον κοινωνικό χαρακτήρα προκειμένου να παρακαμφθεί η λύση της αντίθεσης που παραμένει όσο κι αν αρνείται κανείς το ενοχλητικό αυτό «σκέλος» της.

[**]  Το θέμα γενικά μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: επιδέχεται την άμεση κοινωνική διεύθυνση (και μάλιστα ως «μοναδική») ο μικρο-διασκορπισμός μιας σειράς οικονομικών λειτουργιών; Κι αντίστροφα: «Επιδέχεται» η ίδια η άμεση κοινωνική διεύθυνση αυτόν τον μικροδιασκορπισμό ή αποτελεί γι’ αυτήν «διαλυτικό» παράγοντα;

[***] Στο θέμα που μας απασχολεί εδώ είναι φανερό πως η «συνεταιριστικοποίηση» χρησιμοποιείται με σημασία διαφορετική από την οριστική της σημασία, αυτήν της κοινωνίας των άμεσων ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s