Τι είναι και τι επιδιώκει η «συμβολαιακή γεωργία»

Τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις, θα ελέγχουν τι και πόσο παράγεται σε βάρος των φτωχομεσαίων αγροτών και των πραγματικών λαϊκών αναγκών

agroths-trakter

Η ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή των τραπεζών στην εγχώρια αγροτική παραγωγή, μέσω της «συμβολαιακής γεωργίας», που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση, κινούμενη πάνω στους άξονες που χαράσσει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, μόνο μεγαλύτερα δεινά προμηνύει για τους μικρομεσαίους παραγωγούς.

Παρά τα όσα υποστηρίζουν τα στελέχη της τράπεζας «Πειραιώς» (εξαγόρασε το «υγιές» κομμάτι της πρώην «Αγροτικής»), καθώς περιφέρουν την πραμάτεια τους στις αγροτικές περιοχές και υπόσχονται «λαγούς με πετραχήλια», η επέκταση της «συμβολαιακής γεωργίας» αποτελεί ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αντίστροφα, η γενίκευσή της, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα που περιέχονται στη νέα ΚΑΠ, θα επιταχύνει την προλεταριοποίηση χιλιάδων φτωχομεσαίων παραγωγών.

Όλο το προηγούμενο διάστημα, ο αρμόδιος υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Αθ. Τσαυτάρης έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει το σημαντικό ρόλο που θα παίξει η συμβολαιοποίηση της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής στη «νέα εποχή» που ξεκινά για την ελληνική γεωργία, στο πλαίσιο της ΚΑΠ για την περίοδο 2014 – 2020.

Η σύναψη συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και τραπεζών, έχει χαρακτηριστεί σε παλιότερη συνέντευξη του υπουργού ως ενέργεια που είναι «προς το συμφέρον όλων», καλώντας ουσιαστικά τους παραγωγούς να αποδεχτούν τις προτάσεις της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον μικρό και πολυδιάσπαρτο κλήρο, ως το κατ’ εξοχήν διαρθρωτικό πρόβλημα» του εγχώριου πρωτογενούς τομέα, πρόβλημα που θα ξεπερνιέται στο βαθμό που θα επεκτείνεται η καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, στην οποία στοχεύει και η συμβολαιοποίηση.

Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα;

Πώς λειτουργεί η συμβολαιακή γεωργία; Σύμφωνα με όσα αναφέρουν εκπρόσωποι της τράπεζας στους αγρότες, η Πειραιώς προσφέρει «την απαιτούμενη ρευστότητα τη στιγμή που τη χρειάζονται», αλλά και «εγγυημένη πληρωμή της παραγωγής» σε προσυμφωνημένη τιμή, στην ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος. Πρακτικά, το σύστημα προχρηματοδότησης για την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας λειτουργεί ως ένα κλασικό σύστημα δανεισμού, με ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, που κυμαίνεται από 4% έως και 8%, αναλόγως με το προϊόν και το χρόνο αποπληρωμής του ποσού από τον παραγωγό.

Με την υπογραφή του συμβολαίου, ο παραγωγός παραδίδει υποχρεωτικά το προϊόν του στον αντίστοιχο έμπορο ή μεταποιητή, που επίσης συμμετέχει στο πρόγραμμα της τράπεζας Πειραιώς, σε προσυμφωνημένη τιμή. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα προωθείται σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, σε βαθμό τέτοιο που με ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία ξεκινά η κάθε νέα καλλιεργητική περίοδος για τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά. Ειδικά φέτος, με το πρόσθετο «χαράτσι» από το φόρο στην αγροτική γη, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα.

Το ίδιο πρόβλημα της ρευστότητας αντιμετωπίζουν επίσης μικροί και μεσαίοι έμποροι, αλλά και μικρές μεταποιητικές βιομηχανίες στην επαρχία, όπως και συνεταιριστικές μονάδες συσκευασίας, επεξεργασίας και τυποποίησης αγροτικών προϊόντων. Υπάρχει δηλαδή δυσκολία ακόμη και όσοι αγρότες ξεκινήσουν να καλλιεργούν, είτε να μην μπορούν να παραδώσουν τη σοδειά τους, είτε αν την πουλήσουν να περιμένουν για διάστημα που μπορεί να ξεπεράσει και τους 12 μήνες για να εξοφληθούν, όπως άλλωστε συνέβαινε πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Μόνο που σήμερα, με το αγροτικό εισόδημα να είναι έτσι κι αλλιώς διαλυμένο, 12μηνη καθυστέρηση εξόφλησης της παραδοθείσας σοδειάς, ισοδυναμεί με καταστροφή.

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι υπό αυτές τις συνθήκες η «προσφορά» της τράπεζας Πειραιώς προς τους αγρότες είναι «δελεαστική», αφού φαίνεται να τους εξασφαλίζει ρευστότητα, για να συνεχίσουν να καλλιεργούν, σε μια περίοδο που οι «στρόφιγγες» της δανειακής χρηματοδότησης είναι γενικά κλειστές. Τους προσφέρει ακόμα εγγυημένη απορρόφηση της σοδειάς από συγκεκριμένους μεταποιητές αλλά και έγκαιρη εξόφληση από την τράπεζα σε μία σχετικά «ανεκτή» τιμή, μαζί με άλλα «μπόνους».

Στην πραγματικότητα, όμως, μεγαλέμποροι και τράπεζες καθορίζουν τι και σε ποια ποσότητα θα καλλιεργηθεί. Η τράπεζα παίζει ταυτόχρονα το ρόλο του μεσάζοντα με τον παραγωγό και παρεμβαίνει στην αλυσίδα της παραγωγής. Χρηματοδοτώντας τους παραγωγούς, αλλά και τους μεταποιητές που θα αγοράσουν τα προϊόντα για να τα διοχετεύσουν στην αγορά, ενθαρρύνει τη δημιουργία καθετοποιημένων μονάδων παραγωγής, τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, με εξαγωγικό μάλιστα προσανατολισμό. Δημιουργείται δηλαδή ένα ακόμα εργαλείο για την παραπέρα καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής.

Τα πρώτα συμβόλαια

Λίγους μήνες μετά την παράδοση του κερδοφόρου τμήματος της παλιάς (κρατικής) «Αγροτικής Τράπεζας» στην Τράπεζα Πειραιώς, ξεκίνησαν οι περιοδείες στελεχών της στην ύπαιθρο και οι επαφές με τις ηγεσίες συνεταιριστικών οργανώσεων και ενώσεις ομάδων παραγωγών. Η ίδια η τράπεζα έχει χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα «στρατηγικής σημασίας» για την είσοδό της στον αγροτικό τομέα.

Εκπρόσωποι της τράπεζας έχουν ξεκαθαρίσει ότι τα προϊόντα που τους ενδιαφέρουν να ενταχθούν σε προγράμματα συμβολαιοποίησης, είναι κατ’ αρχήν εκείνα που έχουν εξαγωγική προοπτική. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι σε ποσοστό που φτάνει το 90% όσα προϊόντα έχουν ενταχθεί σε κάποιο τέτοιο πρόγραμμα καταλήγουν σε αγορές του εξωτερικού. Επαληθεύεται δηλαδή ότι η τράπεζα επενδύει σε καλλιέργειες που μπορούν να αποφέρουν κέρδος και όχι κριτήριο τις διατροφικές ανάγκες του λαού που μπορεί να καλύψει με επάρκεια η εγχώρια παραγωγή.

Η τράπεζα «στόχευσε» τον περασμένο Απρίλη τους παραγωγούς της Ημαθίας και της Πέλλας και το συμπύρηνο ροδάκινο, ένα κατ’ εξοχήν εξαγώγιμο εγχώριο προϊόν, με ιδιαίτερη δυναμική κερδοφορίας, εξαιτίας των ποιοτικών του χαρακτηριστικών, που το καθιστούν από τα καλύτερα στις παγκόσμιες αγορές.

Ακολούθησε η συμφωνία με καπνοκαλλιεργητές από τους νομούς Σερρών, Καβάλας, Δράμας και Πιερίας και την μεταποιητική εταιρεία «ΜΙΣΣΙΡΙΑΝ ΑΕ», η οποία έχει συνάψει πρόσφατα συμφωνία συνεργασίας με την αμερικανική πολυεθνική «Philip Morris», τριετούς διάρκειας. Ακολούθησαν συμφωνίες με βαμβακοπαραγωγούς των νομών Ροδόπης και Ξάνθης, σε συνεργασία με τα «Εκκοκκιστήρια – Κλωστήρια Βορείου Ελλάδος ΑΕ», παραγωγούς βρώσιμης ελιάς στην Αιτωλοακαρνανία, κτηνοτρόφους της Θεσσαλίας και γαλακτοβιομηχανίες του ομίλου «ΤΥΡΑΣ ΑΕ».

Στο χαρτοφυλάκιό της προστέθηκε τον περασμένο Αύγουστο και συμφωνία στον τομέα των ενεργειακών φυτών. Συγκεκριμένα, για την καλλιέργεια ηλίανθου, με την εταιρεία «ΠΑΥΛΟΣ Ν. ΠΕΤΤΑΣ ΑΒΕΕ». Η πιο πρόσφατη συμφωνία συμβολαιακής γεωργίας για την τράπεζα, αφορά στον τομέα των θερμοκηπιακών κηπευτικών και του επιτραπέζιου σταφυλιού στο Ηράκλειο Κρήτης. Τα αρχικά πλάνα στόχευαν στην υπέρβαση των 30 συμβολαίων και τους 20.000 αγροτοκτηνοτρόφους, αριθμός που, όπως λένε ανεπίσημες πληροφορίες, είναι πολύ κοντά στο να καλυφθεί.

Με την πλάτη στον τοίχο οι αγρότες

Η συμβολαιοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της εγχώριας αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής μεσοπρόθεσμα, στην πραγματικότητα συνιστά άμεση εξάρτηση του πρωτογενούς τομέα από τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αυτά επιθυμούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, σε συγκεκριμένες ποσότητες και τιμές, με προκαθορισμένη ποιότητα που θα προκύπτει από τυποποιημένες καλλιεργητικές πρακτικές.

Η σύναψη συμβολαίου μεταξύ αγροτών και τράπεζας, σε καμία περίπτωση δε συνιστά «ισότιμη σχέση», όπου όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει σχέση ισοτιμίας μεταξύ μίας ομάδας παραγωγών που δεν μπορεί να προμηθευτεί καύσιμα και άλλα καλλιεργητικά εφόδια για να συνεχίσει να παράγει και ενός τραπεζικού ιδρύματος;

Μια τέτοια πλευρά αναδεικνύει και η έκθεση για τη συμβολαιακή γεωργία της «Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας» (FAO)1. Παρά τη διπλωματικά γλώσσα που χρησιμοποιείται, αποκαλύπτονται όλες οι «πλάγιες» μέθοδοι που μετέρχονται εταιρείες και τράπεζες για την παραβίαση στην πράξη των κατά τ’ άλλα δεσμευτικών συμβολαίων που συνάπτουν με παραγωγούς, σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτήν την έκθεση, αναφέρονται, για παράδειγμα, οι δυνατότητες που διαθέτουν οι εταιρείες να προβλέπουν τη διακύμανση των τιμών των προϊόντων στις αγορές, σε αντίθεση με τους αγρότες και κτηνοτρόφους, οι οποίοι όντας εξαρτημένοι πια από μία συγκεκριμένη εταιρεία, τόσο για την έναρξη, όσο και για τη διάθεση της παραγωγής τους, βρίσκονται εν τέλει σε χειρότερη θέση απ’ όταν υπέγραψαν τα συμβόλαια.

Σε κάθε περίπτωση, με τα συμβόλαια που προσφέρει η Τράπεζα Πειραιώς στους μικρομεσαίους παραγωγούς, στην πραγματικότητα τους αμείβει μόνο για την εργατική τους δύναμη και όχι για το κεφάλαιο που διαθέτουν κατά την παραγωγική διαδικασία (γη, αγροτικά μηχανήματα κ.λπ.). Αν σήμερα οι όροι αυτών των συμβολαίων φαντάζουν «ανεκτοί», το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο το μοντέλο αυτό θα επεκτείνεται, τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις θα επιβάλλουν ολοένα και πιο σκληρούς όρους, μεταφέροντας τα κόστη της παραγωγής στο χωράφι.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα ακόμα κανάλι προλεταριοποίησης του φτωχομεσαίου αγρότη σε ένα πλήρως εντατικοποιημένο – καθετοποιημένο μοντέλο αγροτικής παραγωγής, στο οποίο ο παραγωγός αν όχι τυπικά, σίγουρα ουσιαστικά, μετατρέπεται σε εργάτη – γης που εργάζεται και αμείβεται με όρους «Μανωλάδας»…

1. C. A. da Silva, The Growing Role Of Contract Farming in Agri – food systems development, Rome, 2005.

Αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη», Σάββατο 23 Νοέμβρη 2013

902

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s