επικοινωνία και πολιτική ως τέχνη (ορισμένες σκέψεις)

«…Η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλ. το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ιδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις -που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές, είτε οι γενικές-κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ’ έναν γενικό μέσο όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της…»

(Ένγκελς, γράμμα στον Μπλοχ, “Διαλεχτά Έργα”, 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ)

*

Αν υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέχνη της πολιτικής, τότε ένα μέρος από το κύριο νόημά της συνίσταται στο ότι σκοπός της άσκησής της δεν είναι η παραγωγή «ασυνείδητα και άβουλα» του ιστορικού αποτελέσματος ως τυχαίας συνισταμένης, στην οποία θα έχει «συμβάλει» και θα περιέχεται ανάλογα μέσα της η ατομική θέληση του υποκειμένου που δρα πολιτικά.

Σκοπός της άσκησής της είναι το ιστορικό αποτέλεσμα, που -ως συνισταμένη «των αναρίθμητων δυνάμεων»- ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην ατομική θέληση του πολιτικού υποκειμένου.

Εφόσον είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι  για το πολιτικό υποκείμενο και την ατομική του θέληση δεν αρκεί να επαφίεται στην κατεύθυνση   «προς [την οποία] τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες», κι ότι, ακόμα περισσότερο, σε τελευταία ανάλυση όχι απλώς δεν αρκεί να επαφίεται αλλά ότι στην περίπτωση αυτή συγκεντρώνει στον εαυτό της τους όρους και τις προϋποθέσεις της μετατροπής της σε έναν από όλους αυτούς τους παράγοντες των οποίων τη συνισταμένη θα αποτελέσει το ιστορικό αποτέλεσμα «ασυνείδητα και άβουλα»: Όσο πιο «ασυνείδητα» και όσο πιο «άβουλα» θα είναι αυτό δυνατό στη βάση των πραγματικών εξωτερικών και σε τελευταία ανάλυση οικονομικών συνθηκών…

Σημαίνει επίσης ότι, αντίθετα, το πολιτικό υποκείμενο οφείλει στην έκφραση της ατομικής θέλησής του (στο περιεχόμενό της που εκφράζεται και στη μορφή της με την οποία μπορεί αυτό το περιεχόμενο να εκφραστεί) να συνυπολογίζει το σύνολο των δυνάμεων, των «ατομικών θελήσεων» που επιδρούν,  ώστε αυτός ο «γενικός μέσος όρος», η «κοινή συνισταμένη» στην οποία θα συγχωνευτούν, το ιστορικό αποτέλεσμα, να ανταποκρίνεται στην ατομική θέληση του δρώντος υποκειμένου, συνειδητά και θεληματικά…

*

Εφόσον, παραπέρα, πριν την οποιασδήποτε μορφής πραγματική υλική δύναμη, ο κρισιμότερος παράγοντας καθορισμού των πολιτικών συσχετισμών και των αποκρυσταλλώσεών τους είναι η κοινωνική συνείδηση, οι ατομικές συνειδήσεις στο σύνολό τους παρμένες, οι συνειδήσεις που πραγματώνονται με τη μορφή ατομικών θελήσεων και με τη μορφή της έκφρασης αυτών των ατομικών θελήσεων, τότε λοιπόν πλάι στην τέχνη της πολιτικής και σαν μέρος της τέχνης της πολιτικής αποκτά κρίσιμη σημασία η τέχνη της επικοινωνίας, η οποία μπορεί να εξασκηθεί είτε με τη μια είτε με την άλλη μέθοδο: Είτε δηλαδή να αποτελέσει την έκφραση της ατομικής θέλησης που επαφίεται στη σωματική της διάπλαση και τις εξωτερικές συνθήκες, είτε να μην «επαφίεται» αλλά να ασκείται με γνώμονα το «ιστορικό αποτέλεσμα» που πρόκειται να επιφέρει η άσκησή της και το οποίο αποτέλεσμα συνίσταται εδώ σε μια ασυνείδητη ή συνειδητή, άβουλη ή θεληματική, κοινωνική και ατομική συνειδησιακή μεταβολή.

Το γενικό σχήμα της επικοινωνίας έχει την ακόλουθη μορφή:

πρόθεση –> πομπός –> μήνυμα (+συμπεριέχον) –> δέκτης –> διαφορικό αποτέλεσμα [*]

Στην περίπτωση που ο πομπός επαφίεται και ακολουθεί παθητικά την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν η «σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες», τότε στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, καταργεί αν όχι την πρόθεση την ίδια , σίγουρα όμως καταργεί κάθε συνειδητή σχέση του με την πρόθεση, και αλυσιδωτά καταργεί επίσης κάθε συνειδητή σχέση ανάμεσα στην πρόθεση και στο διαφορικό αποτέλεσμα (το περιεχομενο της συνειδησιακής μεταβολής), καταργεί επομένως και κάθε συνειδητή σχέση του μηνύματος με τον δέκτη, αγνοεί τον ίδιο τον δέκτη και τους όρους που καθορίζουν την ατομικότητά του και τη θέληση αυτής της ατομικότητας, αγνοεί το συμπεριέχον δηλαδή το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον που επιδρά στη σχέση μεταξύ μηνύματος και δέκτη πέρα από την ατομική υλική υπόσταση και μορφή του μηνύματος και τον αντίστοιχο ατομικό καθορισμό του δέκτη, και εν τέλει το μήνυμα καθορίζεται σε μορφή και περιεχόμενο αποκλειστικά απ’ την εξάρτησή του από τον πομπό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια χειρότερη ή καλύτερη επανάληψη αυτού που «είναι» ο πομπός.

Στην περίπτωση, αντίθετα, που ο πομπός στοχεύει όχι σε ένα λίγο-πολύ τυχαίο αλλά σε ένα συνειδητό διαφορικό αποτέλεσμα, τότε οφείλει να ξεκινήσει όχι από την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν  η σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά από την πρόθεσή του που τότε αναγκαστικά αναφέρεται στο διαφορικό αποτέλεσμα, το οποίο (αντικειμενικά) επέρχεται  από τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον δέκτη και το μήνυμα, το οποίο μήνυμα οφείλει  λοιπόν να καθορίζεται σαν «υλικό» αντικείμενο (σε περιεχόμενο και μορφή) από τις ατομικές ιδιότητες του δέκτη που η σχέση τους με το μήνυμα θα είναι ικανή να τις οδηγήσει προς το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα.

Η παραπάνω δεύτερη «περίπτωση» ειναι γνωστή σε όσους  ασχολούνται επαγγελματικά με τον κλάδο της «επικοινωνίας», ανώτατη μορφή «αστικής» έκφρασης της οποίας δεν είναι παρά η διαφήμιση είτε με τη μορφή της «ρεκλάμας» ενός καταναλωτικού προϊόντος είτε με τη μορφή του λεγόμενου «ίματζ μέικινγκ» ενός προϊόντος πολιτικού (ισως όμως όχι και λιγότερο καταναλωτικού – αν και αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τα θεματολογικά όρια της ανάρτησης). Σε αυτή την μορφή της επικοινωνίας ο πομπός επιδιώκει βέβαια συνειδητά από την πλευρά του ένα συγκεκριμένο (και όχι «τυχαίο») διαφορικό αποτέλεσμα (τη συνειδησιακή μεταβολή του δέκτη που μπορεί να εκφραστεί με εμπορικές πωλήσεις, δημοσκοπικά ποσοστά, ψήφους, μια ορισμένη στα χαρακτηριστικά της ενεργητικότητα ή παθητικότητα κ.ά.), όμως ταυτόχρονα κατά κανόνα επιδιώκει το διαφορικό αυτό αποτέλεσμα (πρωταρχικά η επιδιωκόμενη συνειδησιακή μεταβολή) να επέρχεται ασυνείδητα από την άποψη του δέκτη: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή χειραγώγηση όπως λόγου χάρη όταν μια μάρκα αυτοκινήτου ασύνειδα ταυτίζεται με ένα θελκτικό γυναικείο σώμα, μια μάρκα απορρυπαντικού με την οικογενειακή ευτυχία,  ένα πολιτικό πρόσωπο με διαφόρων ειδών διαδεδομένα κοινωνικά ή ατομικά στερεότυπα κλπ.

Για εμάς, που ως «πομποί» οφείλουμε να επιδιώκουμε την επέλευση ενός ορισμένου διαφορικού αποτελέσματος συνειδητά  όχι μόνο  από την πλευρά μας αλλά συνειδητά και από την άποψη του δέκτη, ώστε λοιπόν συστατικό του διαφορικού αποτελέσματος (της συνειδησιακής μεταβολής) που επιδιώκουμε καθίσταται και η συνειδητότητα της επέλευσής της από την πλευρά του «δέκτη» (και που επίσης δεν ξεχνάμε ότι στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης διαπαιδαγωγείται και ο παιδαγωγός, πόσο μάλλον όταν οι ιδιότητες του πομπού και του δέκτη εναλλάσσονται συνεχώς), για εμάς λοιπόν η παραπάνω μορφή, η μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, είναι  συνολικά ακατάλληλη. Δεν είναι όμως το (αντικειμενικά ισχύον) «γενικό σχήμα» της επικοινωνίας που αλλάζει εδώ, αλλά μόνο το ποιοτικό περιεχόμενο του διαφορικού αποτελέσματος (στο οποίο προστίθεται και η συνειδητότητα του δέκτη) και σ’ αυτό (σ’ αυτό από μόνο του) βρίσκεται η καθοριστική (ή μια καθοριστική) ειδοποιός διαφορά.

Για εμάς, είπα. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει αποκλειστικά «εμάς». Αντίθετα, όσο σημαίνει «εμάς» άλλο τόσο σημαίνει και τους «άλλους», στο βαθμό που η κοινότητα δεν καθορίζεται από διαχωρισμούς οι οποίοι ως προερχόμενοι από διαφορετικά πραγματικά και εννοιολογικά πεδία είναι στο εξεταζόμενο πεδίο διαχωρισμοί τεχνητοί, στο βαθμό δηλαδή που η κοινότητα καθορίζεται (αν πράγματι καθορίζεται) από το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα και τα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει σε όλη την έκταση του «γενικού σχήματος», από το αποτέλεσμα έως και την πρόθεση με όλη την καθημερινή ζωή και επικαιρότητα ανάμεσά τους.

[*] Χρήσιμο ίσως να επισημανθεί το ίσως αυτονόητο, ότι ο πομπός και ο δέκτης στο παραπάνω σχήμα δεν είναι βέβαια συσκευές αλλά ανθρώπινα άτομα ή σύνολα ανθρώπινων ατόμων και ότι η υλική μορφή του μηνύματος εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο κάθε φορά μέσο επικοινωνίας: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλίο, εφημερίδα είναι μερικά από αυτά. Κι επίσης ο άμεσος προφορικός λόγος (λ.χ. σε μια συζήτηση «δια ζώσης») ή το διαδίκτυο (με τα απρόσωπα και αφηρημένα ατομικά χαρακτηριστικά πομπού και δέκτη, τόσο ώστε το άτομο είτε σαν πομπός είτε σαν δέκτης να εμφανίζεται σαν αφηρημένη γενίκευση) που παρουσιάζουν την ιδιομορφία της διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη και της συνεχούς μεταξύ τους εναλλαγής αυτών των ιδιοτήτων.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s