άγγλοι σύμμαχοι…

Το έφεραν οι περιστάσεις και στις αναρτήσεις του μπλογκ δημιουργήθηκε ένας μικρός κύκλος που θεματολογικά αναφέρεται σε αυτό που λέει ο τίτλος: «Άγγλοι σύμμαχοι»:

Ζει ανάμεσά μας…………

Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κρις Γουντχάουζ

“Μια βραδιά στο Λονδίνο”, μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας

Με αφορμή το βιβλίο “ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού” του Ιάσωνα Χανδρινού

Λέμε λοιπόν να κλείσουμε αυτόν τον μικρό κύκλο (αν και με αφορμή τα τεκταινόμενα γύρω από το νέο «Σχέδιο Ανάν» θα μπορούσαμε και να τον… διευρύνουμε), όπως τον ανοίξαμε. Με  ένα ακόμα μικρό περιστατικό από το βιβλίο “Καπετάν Μπουκουβάλας, Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας” σε καταγραφή Αλέξη Σεβαστάκη (Β΄έκδ. Γ.Χ. Κανελλόπουλος) , σελ. 142-148, αφού πρώτα εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον βρετανικό λαό που αυτές τις μέρες πλήττεται από τις πλημμύρες:

«(…) Τέλος ’43 – αρχές ’44, οι Γερμανοί είχαν πολλούς λόγους να θέλουν να δημιουργήσουν ένοπλα στηρίγματα μέσα στον ντόπιο πληθυσμό. Το αντάρτικο κίνημα, ύστερα μάλιστα από τον αφοπλισμό των Ιταλών, είχε δυναμώσει και κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο αξιόμαχο. Γι’ αυτούς ήταν ο άμεσος, εσωτερικός, κίνδυνος. Έπρεπε, λοιπόν, να οργανώσουν σώματα Ελλήνων, να εξασφαλίσουν πληροφορίες και πλάτες. (…)

Επιπρόσθετα, εκείνη την εποχή, είχαν φοβερή αιμορραγία στις απέραντες ρωσικές εκτάσεις. Ήταν ανάγκη να εξοικονομούν από παντού δυνάμεις για να κλείνουν τα κενά. Έφτασαν να στέλνουν από τη Λάρισα ακόμα και τραυματίες, με ανοιχτές τις πληγές τους, στο ρωσικό μέτωπο. Πάνω από όλα όμως, η προσπάθεια των Γερμανών είχε ως κύριο στόχο την αρπαγή της επικείμενης σοδειάς. Το στάρι της Θεσσαλίας έπρεπε, με κάθε θυσία, να περάσει στα χέρια τους. Ήταν πιά η εποχή, που οι δυνατότητες εφοδιασμού τους σε σιτηρά είχαν πέσει κατακόρυφα. Ο ρωσικός σιτοβολώνας χάνονταν…

Καταλάβαιναν ότι, χωρίς τη βοήθεια ντόπιων συνεργατών, ήταν αμφίβολη η επιχείρηση της αρπαγής. Έτσι ξεκίνησε η οργάνωση της θεσσαλικής προδοσίας, που αργότερα πήρε δραματικές διαστάσεις και που άπλωσε στη Θεσσαλία τη φωτιά και το μαχαίρι. Την άνοιξη του ’44 παρουσιάστηκαν, αρχικά στο Βόλο κι ύστερα σ’ όλες τις θεσσαλικές πόλεις, Έλληνες ένοπλοι τρομοκράτες στην υπηρεσία των Γερμανών.

Στην αρχή έκαμε την εμφάνισή της, στις πόλεις Βόλο, Τρίκαλα, η οργάνωση «Τρία Έψιλον». (…)

Τον ίδιο καρό αρχίζει η προσπάθεια για την ίδρυση και στη Θεσσαλία Ταγμάτων Ασφαλείας κατά το πρότυπο των ράλληδων. Έτσι, εμφανίζονται τα Εασάδ. (…)

Σ’ αυτή την προσπάθεια είχαν αρκετά χωμένη την ουρά τους και οι Εγγλέζοι. Πολιτική των Εγγλέζων ήταν να δημιουργούν παντού στηρίγματα – αντίβαρα του ΕΛΑΣ. Ύστερα απο τη διάλυση του καπετανάτου του Σούρλα και του αρχηγείου Ανατ. Θεσσαλίας ΕΔΕΣ, που είχαν βιαστικά ανασυστήσει με κάπου τριάντα αξιωματικούς και άλλους μισθοφόρους, είδαν με φρίκη ότι σ’ όλο το θεσσαλικό χώρο έμειναν χωρίς οργανωμένες δυνάμεις. Ούτε υπήρχε η δυνατότητα να συγκροτήσουν άλλα, τέτοιου είδους, τμήματα. (…)

Απ’ τις πρώτες μέρες, λοιπόν, του ’44, αρχίζουν να λειτουργούν τα συγκοινωνούντα αγγεία πρώην εδεσιτών – Εασάδ. Η εγγλέζικη προπαγάνδα, με σύστημα, χρήμα και επιμονή, διέδιδε ότι εμείς, τελικά, θα κατασφάξουμε αυτούς που είχαν εκτεθεί με τις λίρες και τον ΕΔΕΣ, ότι μπροστά στον κίνδυνο δεν ήταν άλλη λύση παρά η ενίσχυση των δυνάμεων των Εασάδ. Αργοτερα, αυτά τα συγκοινωνούντα αγγεία, πήραν πιό επίσημο χαρακτήρα. Όταν ήρθε η ώρα να καταφέρουμε σκληρά πλήγματα στα Εασάδ, πολλοί (πρώην εασαδίτες και εδεσίτες), έφευγαν με εντολή απ’ τη Θεσσαλία, πήγαιναν με γερμανικά αυτοκίνητα, μέσω Μετσόβου, στα Γιάννενα κι από κει στο Ζέρβα. Εκεί, μεταβάλλονταν σε βασανιστές ιδιαίτερα των Θεσσαλών που έπεφταν στα χέρια τους, στα μέρη της Ηπείρου. Μετά τη Βάρκιζα, γύρισαν στη Θεσσαλία και πέρασαν τον κόσμο «διά πυρός και σιδήρου».

Οι Εγγλέζοι δεν σταματούσαν εδώ. Έκαναν και προσπάθειες να διαβρώσουν τα ίδια μας τα τμήματα. Βέβαια, στους δικούς μας δεν έλεγαν να αυτομολούν στα Εασάδ ή στους Γερμανούς, αλλά να φεύγουν στην Ήπειρο, για το Ζέρβα. (…)

(…)

Κινούμαι, πάλι, μαζί με το σύνδεσμο τον Αντάρα κι άλλους δυο ιππείς. Κοντά στο χωριό των Φαρσάλων Ρύζι, είναι μια χαραδρούλα κι αμέσως μετά η σιδηροδρομική γραμμή κι ο αμαξόδρομος. Από δω ήταν ένα από τα περάσματά μας. Καθήσαμε να σκοτεινιάσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε ένας Εγγλέζος αξιωματικός, Έβανς νομίζω τον λέγανε, με διερμηνέα έναν Εβραίο. Μας χαιρέτησαν, ξεπέζεψαν. Τους φιλέψαμε ψωμί, τυρί.

-Τι είσαστε; μας ρώτησε.

-Του ιππικού.

-Του Μπουκουβάλα;

-Ναι.

Ούτε μπορούσε να φανταστεί πως ήμουν ο Μπουκουβάλας. Μας ρώτησε αν θέλαμε να βαδίσουμε μαζί, πήγαινε στο Παλιόκαστρο, στην έδρα του, όπου και  έδρα τότε της 16ης ταξιαρχίας πεζικού. Μας ζήτησε να καβαλικέψει σε δικό μας άλογο, γιατί τον είχε πληγιάσει το σαμάρι. Ο Αντάρας πήρε το σαμαριάρικο κι έδωσε το σελλωμένο του. Με το σκοτείνιασμα βγήκε μπροστά ο Αντάρας, έψαξε το δρόμο, σφύριξε και περάσαμε. Είναι καλό φεγγάρι, κατεβαίνουμε να πεζοπορήσουμε, για ξεμούδιασμα.

-Ώστε έτσι! Του Μπουκουβάλα, ε; άρχισε ο Έβανς. Και πού πάτε;

-Σύνδεσμοι για το Γενικό, ταχυδρομείο.

-Λοιπόν, γυρίζοντας, νάρθετε στο Παλιόκαστρο να σας δώσω ιματισμό.

-Ευχαριστούμε, αλλά πού ναρθούμε! Έπειτα, δεν έχουμε κι άδεια.

-Τι άδεια; Για να πάρετε ένα-δυο λίρες θέλετε άδεια; Καλά τόξερα ότι αυτός ο Μπουκουβάλας είναι κακός κι ανάποδος! Ακούς άδεια! Αν οι αρχηγοί σας δεν ήταν τέτοιοι, θα παίρνατε λεφτά και θάχατε εφόδια, ρούχα, όπλα…

Κάνουμε πως τον ακούμε με συμπάθεια. Παίρνει φορα.

-Σας έβαλε ο Μπουκουβάλας και αφοπλίσατε τόσα τμήματα…

Ο Αντάρας είναι έτοιμος να ξεσπάσει. Τον σκουντώ. Εμφανίζομαι στα μάτια του Έβανς ως ο πιο ευάλωτος.

-Πού να ξέραμε πως είστε τέτοιοι καλοί άνθρωποι! Οι καπεταναίοι μάς λένε άλλα και μας γυρίζουν το κεφάλι.

-Να περάσεις να σε βοηθήσω. Και να πεις και στους άλλους αν θέλουν να πολεμήσουν σαν πατριώτες να πάψουν να υπακούουν στον Μπουκουβάλα. Εσύ φαίνεσαι μορφωμένος άνθρωπος και κάθεσαι κι έχεις αρχηγούς αυτούς τους αγροίκους! Κρίμα! Κρίμα! Απορώ.

Φτάσαμε στο τρίστρατο που θα χωρίζαμε. Έψαχνε τις τσέπες του, ήταν στενοχωρημένος που δεν κρατούσε πάνω του λίρες.

-Νάρθεις στο Παλιόκαστρο, θέλω να σε βοηθήσω.

Ο Αντάρας πήρε το άλογό του, έδωσε το σαμαριάρικο.

Ο Έβανς άπλωσε το χέρι να χαιρετιστούμε. Το δίνω το χέρι μου.

-Μπουκουβάλας! λέω ξερά και του κρατώ σφιχτά το χέρι.

Τον συγκρατώ να μην πέσει, τάχει χάσει, τρέμει λίγο. Εγώ του κρατώ το χέρι γερά.

-Ήθελα, ήθελα… να δοκιμάσω την αφοσίωσή σας. Είμαι… είμαι… ευτυχής που έχετε τέτοια σταθερότητα και αφοσίωση… Μου κάνει εντύπωση ο πατριωτισμός και η υπακοή εις τους ηγέτας!…

Γύρισα στον διερμηνέα άγρια:

Πες του ωρέ να σταματήσει! Αυτά τα σάλια του μου μεγαλώνουν την αηδία. Πες του ότι ξέρουμε πως κουβαλήθηκαν για να διχάσουν το έθνος μας. Είναι πληρωμένοι και μας νομίζουν για υποψήφιους πράχτορές τους. Πες του πως και δω θα τους απογοητεύσουμε. Το μόνο που μπορεί να κάνει ειναι να χαθεί απ’ τα μάτια μου. Να μην του αλλάξω τον αδόξαστο…

Πήδηξα στο άλογο. Σ’ ολο το δρόμο είμασταν χολιασμένοι. (…)»

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s