Κωστή Μοσκώφ, Ο ελληνικός κόσμος στα πρόθυρα της επανάστασης

Το (επετειακό) κείμενο της ανάρτησης «Ο ελληνικός κόσμος στα πρόθυρα της επανάστασης», του Κωστή Μοσκώφ, προέρχεται από την έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής»: Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Επιστημονικό Συμπόσιο 21-23 Μάρτη 1981, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών.

Στην ανάρτηση το πολυτονικό μετατράπηκε σε μονοτονικό και κατά τα άλλα διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτότυπου.

Πέρα από την αξία του κειμένου που ακολουθεί, την οποία ο καθένας μπορεί να εκτιμήσει ή να αμφισβητήσει, από την πλευρά μου θεωρώ σκόπιμη μια έμφαση στο ότι θα ήταν αποπροσανατολισμένη και αποπροσανατολιστική η ανάγνωσή του μέσα από τους «φακούς» των σημερινών κοινωνικών – οικονομικών σχέσεων, όπως και αντίστροφα, μια ανάγνωσή του η οποία θα μετέφερε μηχανιστικά στο παρόν την περιγραφή και τα συμπεράσματα του συγγραφέα για την εποχή που εξετάζει.

***

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΘΥΡΑ ΤΗΣ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 ΚΩΣΤΗ ΜΟΣΚΩΦ 

Ιστορικού

 

     1. ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

     Ο χώρος αποτελεί στοιχείο του χρόνου – της ιστορίας, κινείται μέσα της με τη δική του βέβαια αργόσυρτη ταχύτητα. Ο ελλαδικός χώρος όπως υπάρχει την εποχή της Επανάστασης του 1821 είναι προϊόν των ανακατατάξεων της ελληνικής κοινωνίας που πηγάζουν από την μεγάλη αυτή φεουδαρχική αντεπίθεση που αποτελεί τη βαθύτερη έκφραση της οθωμανικής κατάκτησης. Η Ελλάδα από τα 1500 και ως τα μέσα ακόμα του περασμένου αιώνα δεν έχει επίκεντρο τα παράλια, τη θάλασσά της, αλλά τον άλλο πόλο της διαλεκτικής του χώρου της, το βουνό. Ο ελλαδικός πληθυσμός εκεί έχει μετοικήσει – εποικίζοντας τις χέρσες ή δασοσκεπείς τους εκτάσεις, εγκαθιστώντας μακριά από τη νο­μική ανασφάλεια και τις επαχθείς φεουδαλικές παραγωγικές σχέσεις έναν κόσμο καινούργιο που συνεχίζει την βασική, κοι­νωνική δομή του παραδοσιακού ελληνικού χώρου – τον βασισμένο στον κοινωνικό εμπορευματικό χαρακτήρα της οικονομίας του, στην εκμετάλλευση των προϊόντων, τη διαφοροποιη­μένη του υπόσταση που επιτάσσει την ανταλλαγή και την διαλεκτική έτσι εντατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων…

     Οι ευρωπαίοι περιηγητές, οι μεγάλοι αυτοί κοινωνιολόγοι του καιρού τους- αν και πράκτορες συχνά της ηγεμονίας και των συμφερόντων της πατρίδας τους- διαβλέπουν με οξυδέρκεια την τέτια πραγματικότητα-οι κάμποι έχουν ερημωθεί και οι κοιλάδες ή χώρα που περιγράφουν είναι μιά έρημη στεπώδης χώρα… Με­ταξύ Πόλης και Ανδριανούπολης σε μιά έκταση 300 χλμ. ο ταξιδιώτης συναντά δυό μικρές πολιτείες και επτά χωριά, μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας, σε μιά απόσταση 80 χλμ. συναντά τέσσερις συνοικισμούς, εννέα ανάμεσα στα 200 τόσα χλμ. που χωρίζουν τη Λάρισσα από τη Θεσσαλονίκη.

     Κόσμος του βουνού, ναι αλλά όχι και ενιαίος κόσμος. Το πρώτο κίνητρο των πληθυσμών πού καταφεύγουν στα ορεινά είναι η ασφάλεια, το δυσπρόσιτο από τους μεγάλους δρόμους, η κρυμμένη πλαγιά του ψηλού λόφου-σε δεύτερη μοίρα έρχεται η ευφορία της γης όχι όμως και η ανυπαρξία του νερού, νερού πόσιμου για τον εαυτό τους και τα ζώα, αλλά ιδίως νερού βιομηχανικού, κύρια πηγή ενέργειας για τη βιοτεχνία του καιρού αυ­τού, επίσης πηγή άρδευσης και προώθησης μιας εντατικής ακρι­βού προϊόντος καλλιέργειας…

     Στην περίπτωση δυνατότητας επιλογής προτιμούνται οι με­σημβρινές αποκλίσεις για την ηλιοφάνειά τους στα όρια μεταξύ του δάσους και της ήδη από παλαιότερη βοσκή ή άλλη χρήση αποψιλωμένης πλαγιάς – το δάσος εκτός από ένα πρόσθετο κατα­φύγιο προσθέτει τα δικά του προϊόντα – ξυλεία, κάστανα, κυνήγι… Η πρώτη γενιά που εποικίζει το βουνό αποδεκατίζεται ως να το εκχερσώσει – ακόμα όμως οι νέοι πληθυσμοί θα έχουν εγκλιματιστεί και θα κινητοποιήσουν στο έσχατο όριό τους τις διαθέ­σιμες ποικίλες παραγωγικές δυνατότητες, ενώ η ελευθερία από τον ανατολικό δεσποτισμό και από τη φεουδαρχική καταπίεση θα δόσουν δυνατότητες μιάς κεφαλαιουχικής συσσώρευσης δυναμι­κής.

     Η πείνα ενδημεί στην Ελλάδα του 16ου  αιώνα, αλλά από το 17ο αιώνα πραγματοποιείται ήδη μιά πρώτη οικονομική απογείωση, στηριγμένη στη διαφοροποίηση της παραγωγής, στην ανάπτυξη της ανταλλαγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ορεινή παραθαλάσσια χώρα από το Τρίκερι ως τον Κίσαβο – όπου η καλλιέργεια της ελιάς ανύπαρκτη ως τα 1600 γενικεύεται μετά τα 1650 — το λάδι γίνεται το πρώτο εισόδημα μιας δασοσκέπαστης πριν και αραιά κατοικημένης περιοχής. Έναν αιώνα αργότερα το λάδι θα δόσει την κυριαρχική θέση του στην καλ­λιέργεια της μουριάς, και στη συνακόλουθη παραγωγή μεταξιού.

     Ανάλογα με την ταχύτητα του εποικισμού που κορυφώνεται γύρω στα 1800 η καλλιεργημένη γη θα εκτείνεται σε απόσταση μισής ως και μιάς ώρας από το χωριό καλύπτοντας από 2.000 ως 10.000 κάποτε και ως 20.000 στρέμματα τόπου, μοιρασμένα ανά οικογένεια κατά 30-40 στρέμματα, δημητριακών, όπου ανάλογα με την υφή τού τόπου προστίθενται οι καστανιές ή οι ελιές, το περιβόλι με τις μουριές, δύο τρία στρέμματα αμπέλι, μισό στρέμμα περιβόλι για λαχανικά. Μέσα στα όρια του σημερινού ελληνικού κράτους παράγονται μια γενιά ήδη πριν την επανάσταση. 300.000 τόννοι σιτηρά, 12.000 εκατόλιτρα σταφίδας, 9.000 τόννοι καπνού, 3.000 τόννοι μεταξιού, 10.000 τόννοι ελαιολάδου, θρέφονται 12.000.000 γιδοπρόβατα – και ίσως το κυριότερο – έχει αναπτυχθεί μιά βιοτεχνία νημάτων και υφασμάτων βασισμένη στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή του τόπου.

     Τα 70% της παραγωγής αυτής πραγματοποιείται στα ορεινά, εδώ έχει καταφύγει το 70% του πληθυσμού της χώρας (κεφάλαιο περισσότερο από 50 εκ. χρ. φρ., προϊόν κάπου 30 εκ. χρ. φρ. το χρόνο – τα 20% της συνολικής παραγωγής του ελλαδικού κό­σμου, μιά διάρθρωση ανάλογη με κείνη της Μεσευρώπης της ίδιας εποχής).

     Στην Πελοπόννησο ο ορεινός και ημιορεινός πληθυσμός αποτελεί τα 60% του συνολικού, στη Ρούμελη τα 65%, στη Θεσ­σαλία τα 70%, στην Ήπειρο τα 90%, στη Μακεδονία τα 60%.

     Τα νησιά είναι ο άλλος στόχος της φυγής αλλά και της νεοελληνικής αναγέννησης. Άλλα στο χρώμα της ώχρας του ξηρού τοπίου τους, άλλα πιό εύφορα αυτά στο χρώμα της ελιάς, θα λειτουργήσουν με τον ίδιο με τα βουνά τρόπο. Η Σάμος π.χ. κατοικείται από λίγους μόνο βοσκούς στα χρόνια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, η Λέσβος του αθηναϊκού λαδιού, η Ρόδος επίκεντρο του ελληνιστικού κόσμου θα κατοικούνται στον ίδιο αυτό 16ο  αιώνα από 10.000 πανόμοιους αγρότες.

     Η κατάσταση μέσα από τον εποικισμό θα αλλάξει το 18ο αιώνα… Δεν θα είναι ωστόσο τα πλούσια αυτά ελαιοφόρα νησιά αλλά τα άλλα, τα ξεχασμένα ως τότε, πού θα βγουν τώρα θριαμβευτικά στο προσκήνιο της ιστορίας. Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά και ο Πόρος, και η Μύκονος, και η Σύμη και η Σκιάθος, όλα τα βράχια του Μυρτώου και του Αιγαίου ακατοίκητα, συγκεντρώνουν στα 1800 έναν πληθυσμό που φτάνει στα 30% του συνολικού ελλαδικού, και όπου αντίστοιχα με τη βιοτεχνία του ορεινού κόσμου, έχει αναπτυχθεί μιά ναυτιλία που απασχολεί περισσότερο από 300 καράβια, συνολικού εκτοπίσματος 61.500 τόννων στα 1820, κεφάλαια 100 εκ. χρ. φρ. επενδυμένα τα μισά σε εμπόρευμα και χρήμα, τα μισά στα καράβια.

     Ένας άλλος ελάσσων πόλος της νεολληνικής ανάπτυξης είναι ό φεουδαρχικός και εμπορευματικός αυτός κόσμος που απλώνεται σε όλη τη βόρεια και τη δυτική πλευρά της Πελοπον­νήσου από την Κόρινθο ως την Καλαμάτα. Ο παράκτιος κάμπος, αλλού στενός, όπως από το Κιάτο ως την Πάτρα, όπου το πλάτος του δεν ξεπερνάει τα Ι-3 χλμ. αλλού πλατύτερος όπως στην Αχαΐα, την Ήλιδα, τη Μεσσηνία ή κυματιστός και λοφώδης όπως στην Τριφυλία όπου το πλάτος του φτάνει τα 20-30 χλμ., είναι στα χρόνια αυτά του ‘2Ι, πυκνό δάσος από πεύκα στα ξηρό­τερα, από πλατάνια στα πιό υγρά εδάφη – η δεντρώδης αυτή βλάστηση διακόπτεται υπό βάλτους και έλη – σποραδικά μόνο συναντά κανείς ένα ξέφωτο ξεχερσωμένο στις δραστήριες στιγ­μές κάποιου τσιφλικά.

     Οι καλλιέργειες αρχίζουν στα ενδότερα – στους πρόποδες των βουνών όπου το έδαφος είναι πιό υγρό και πρόσφορο – και όπου η ελιά, το αμπέλι, η συκιά δίνουν σταδιακά τη θέση τους στη σταφίδα – τα 5 ή 6 καράβια φόρτωμα που αποτελούν την παραγωγή στο 17ο αιώνα γίνονται εκατοντάδες, εκατό χρόνια μετά, στα Ι800 ένα προϊόν αξίας 4.000.000 χρ. φρ. κατευθύνεται κάθε χρόνο προς τα ευρωπαϊκά λιμάνια και τα βρετανικά νησιά.

     Κυρίαρχος εδώ είναι ο χριστιανός ή μουσουλμάνος κοτζαμπάσης-γαιοκτηματίας, έμπορος και φοροεισπράκτορας μαζί, σαράφης και προύχοντας της κοινότητάς του. Στα 1820 μετριούνται σε εκατοντάδες οι πλούσιοι αυτοί εμπορευματικοί φεουδαρχικοί άρχοντες στο δυτικό Μωριά – μεταξύ τους μοιράζονται κεφάλαια αξίας πάνω από 20.000.000 χρ. φρ., η Πελοπόννησος αυξάνει κατά 250% τον πληθυσμό, τριπλασιάζει το εισόδημα της – ανάμεσα 1687 και 1719 στα χρόνια που αποσείει τις ανατολικές φεουδαρχικές δομές με τη βενετική κατοχή – η αύξηση συνεχίζε­ται μέσα στο 18ο αιώνα για να φτάσει από τα 97.118 άτομα του 1687 στα 504.000 άτομα στα 1820.

     Η γεωργία δίνει τα 64% του εισοδήματος από τα οποία το μισό περίπου εiναι εμπορευματοποιημένο, η κτηνοτροφία άλλα 20%, η βιοτεχνία κάπου από 20% στην Πελοπόννησο του 1800 – ­το συνολικό προϊόν αξίας 200 εκ. χρ. φρ. στα Ι800 από αυτό το δημόσιο ιδιοποιείται τα 13%, η μεγάλη γαιοκτησία τα 12%, η χριστιανική εκκλησία τα 3%, άλλα 5% οι κεφαλαιούχοι – στον παραγωγό μένει το 60-65% του προϊόντος του. Μιά τέτια κατά­σταση ωστόσο δεν είναι ομοιογενής – στο φεουδαλικό κάμπο, στην Κ. Μακεδονία, στην Α. Μακεδονία, στη Θεσσαλία, στους κάμπους του Μωριά και της Ρούμελης η θέση της γαιοκτησίας είναι πολύ πιό ενισχυμένη – απορροφά το 20-35%, του προϊόντος.

     Μιλήσαμε για πολλούς ελλαδικούς κοινωνικούς κόσμους – τον κόσμο του εποικισμένου βουνού που βασίζεται στην ισόμετρη ανάπτυξη της αγροτικής, της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου στον όμοιας γένεσης κόσμο των ναυτιλιακών νησιών όπου πρυτανεύει η ναυτιλία και το εμπόριο, στον κόσμο του εμπορευματικού φεουδαρχικού κόσμου της δυτικής `Ελλάδας, στον φεουδαρχικό κόσμο των μεγάλων κάμπων του κέντρου και του βορρά, στον καθυστερημένο παλιό ορεινό χώρο ακόμα των πατριαρχικών σχέσεων. Την ελλαδική κοινωνία την συνθέτουν όλοι αυτοί οι κόσμοι στην αλληλοσύνδεση – την ενότητα που εiναι ωστόσο και η ετερότητά τους. Και ακόμα η σχέση της με τον άλλο ελληνικό κόσμο της Διασποράς…

     Τίποτα δεν χαρακτηρίζει τόσο την διάχυση της ελληνικής δομής από την ανάπτυξη πού παίρνει η παροικιακή εξάπλωση του ελληνισμού σε όλο το χώρο της οικονομικής του δράσης – ανάπτυξη που παρακολουθεί την ελληνική οικονομική απογείωση του 18ου αιώνα. Το φαινόμενο δεν αποτελεί βέβαια παρά έξαρση μιάς κατάστασης που ενυπάρχει στις ελλαδικές κοινωνίες από τον πρωταρχικό σχηματισμό τους, φτάνει όμως τη φορά αυτή σε τέτιο μέγεθος που τείνει να γίνει ένα από τα κυριαρχικά στοιχεία του ελλαδικού κοινωνικού συστήματος στα μετά τα 1750 χρόνια…

     Η παροικία στην αρχή είναι το αποτέλεσμα μιάς φυγής – άλλη μορφή στο ίδιο φαινόμενο που προκαλεί τον εποικισμό του ελλαδικού βουνού. Με την ανάπτυξη των αστικών παραγωγικών σχέσεων η λειτουργία της παροικίας θα αλλάξει ωστόσο – τα μέλη της γίνονται οι προσωπικοί φορείς της επαφής της ελληνικής αγοράς με τον εξωτερικό χώρο, αλλά και οι φορείς της ακτινοβολίας προς τον εσωτερικό χώρο του «νεωτερικού πνεύμα­τος»…

     Παροικίες της Βόρειας ‘Ιταλίας, της Μεσευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας οι αιγυπτιώτικες παροικίες ακόμα δεν έχουν αναπτυχθεί αυτά τα χρόνια – ό παροικιακός ελληνισμός είναι μια ενότητα και πάλι ωστόσο στην έντονη ετερότητά της.

     Στα βορεινά Βαλκάνια, στην ακτή της Μαύρης Θάλασσας και στο εσωτερικό της Μικρασίας – οι ακτές της αυτή την εποχή αποτελούν ακόμη εθνικό χώρο του ελληνισμού – η παροικία αποκτά μια λειτουργία διττή, πρακτορεύει, διαμεσοποιεί, από τη μία πλευρά, τις ανταλλαγές με τον ελλαδικό χώρο αλλά από την άλλη πλευρά γίνεται ο διοργανωτής της αγοράς μέσα σε κοινω­νίες ακόμα οικονομικά καθυστερημένες, που διανύουν το πα­τριαρχικό ή το πρώτο φεουδαρχικό τους στάδιο ανάπτυξης…

     Και ακόμα. Οι παροικίες δημιουργούνται λίγο πολύ από πάροικους κοινής τοπικής προέλευσης. Το μικροπολιτιστικό φορτίο που θα μεταφέρει από τις ιδιομορφίες του γενέθλιου τόπου του, το πολιτιστικό κλίμα της χώρας όπου θα λειτουργήσει σαν πάροικος, η οικονομική του τοποθέτηση και υπόσταση θα διαφοροποιήσουν παραπέρα τη λειτουργία του.

     Έτσι στα πριν από την επανάσταση χρόνια το παροικιακό είναι ακόμα ένα νέο φαινόμενο – οι παλαιότεροι πάροικοι – προσφυγικής γένεσης – μόνο μετά τα 1750 θα αποκτήσουν μιά οικονομική υπόσταση, θα λειτουργήσουν έτσι μέσα στο συλλο­γικό ελληνικό χώρο. Ως τις αρχές του 19ου αιώνα και καθώς η εγκατάσταση καινούργιων παροίκων ή η δημιουργία καινούρ­γιων παροικιών συνεχίζεται – οι πάροικοι ανήκουν γενικά στο στρώμα των μικρεμπόρων, φορείς γενικότερα ενός νεωτερικού πνεύματος, πού βρίσκεται ωστόσο τόσο περισσότερο διαφοροποιημένο όσο διαφορετικής γεωγραφικής προέλευσης είναι οι παροικιακοί πληθυσμοί.

     Έτσι στα λιμάνια της Αδριατικής – Βενετία, Τεργέστη, Αγκώνα – οι παροικίες αποτελούνται κατά κύριο λόγο από Επτανησιώτες ή Μεσολογγίτες, στις μεσευρωπαϊκές πόλεις – Λειψία, Βιέννη, Βουδαπέστη, Ζέμουν από Μακεδόνες – στις παραδουνάβιες χώρες από Ελληνοβλάχους, ενώ οι Χιώτες θα αποτελέσουν ιδιαίτερη παροικία μέσα στον κατά μεγάλο μέρος παλιό ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης… Οι Πόντιοι πάλι, ιδίως των περιοχών δυτικά της Τραπεζούντας, θα εγκατασταθούν στα­διακά σε όλα τα παράλια του Καυκάσου, της Αζοφικής και της Κριμαίας, ενώ στα πιό μεγάλα κέντρα βέβαια – στην Οντέσσα π.χ. οι πάροικοι θα είναι μικτής προέλευσης.

     Από το 1800 ήδη μπορούμε να διακρίνουμε διαφορετικές τάσεις στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης αυτού του κόσμου των παροικιών, οι πιό δυτικές παροικίες – οι ιταλικές, οι προβιγκιανές, της Τεργέστης-ηγεμονεύονται ιδεολογικά από το Παρίσι, μέσα από τον κύκλο που δημιουργείται γύρω στον Κο­ραή – η επίδραση της γαλλικής πολιτικής και πολιτιστικής ζωής θα είναι άμεση αλλά και μηχανιστική και άκριτη… εδώ θα είναι το προπύργιο της νεωτερικής τάσης στα ελληνικά πράγματα, όχι όμως και του αστικού ριζοσπαστισμού. Αντίθετα στις πιό ανα­τολικές παροικίες – της Μεσευρώπης, της Μαύρης Θάλασσας, ηγεμονεύει το Βουκουρέστι – αν και λιγότερο αποκλειστικά απ’ ό,τι στις δυτικοευρωπαϊκές παροικίες το Παρίσι…

     Αλλά και εδώ, στον πιό ανατολικό αυτό παροικιακό κόσμο η διαμόρφωση τόσο της βάσης όσο και του εποικοδομήματος δεν θα είναι ομοιόμορφη. Τα Βαλκάνια, οι μαυροθαλασσιώτικες ακτές, η Ανατολία ζούσε τότε ακόμα, μέσα στον συγχρωτισμό, στον ίδιο χώρο, διαφορετικής προέλευσης και ιστορίες λαοτή­των, συναγελάζονται έτσι ταυτόχρονα πολλές κοινωνικοοικονο­μικές εποχές… Το παρόν, το μέλλον, το παρελθόν, διαχέονται στον ίδιο τόπο – δεν έχεις παρά να μετακινηθείς από το ένα χωριό στο άλλο, στις πόλεις από τη μιά γειτονιά στην άλλη για να βρεθεί από το ένα στάδιο ιστορικής εξέλιξης σε ένα άλλο – στο καθένα το άτομο, συχνά ακόμα και αν ανήκει στην ίδια εθνότητα, κρατά ωστόσο διαφορετική πολιτιστική στάση. Η παροικία κάτω από μιά τέτια αλληλοεπίδραση πάνω στο σύνολο της των τόσο διαφοροποιημένων μερικών καταστάσεων που την αθροί­ζουν λειτουργεί συχνά δίχως ομοιογένεια, επηρεάζοντας με διαφορετικούς τρόπους το σύνολο του κοινωνικού μας γίγνεσθαι…

     2. ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

     Ωστόσο από τις αρχές ήδη του 19ου αιώνα οι παροικίες έχουν πιά ενοποιηθεί λειτουργικά, σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο ανεξάρτητα από τον τρόπο της γένεσης και την αρχική – άλλοτε μεταπρατική, άλλοτε ριζοσπαστική κοινωνική της επίδραση, τώρα, μετά το 1800, η παροικία τείνει να καταστεί φορέας μιάς μεταπρατικής ιδεολογικής επίδρασης – από αυτές θα ξεκινήσουνε στα χρόνια του αγώνα χιλιάδες οι πάροικοι με τις πιό καλόβουλες προθέσεις – εδώ θα γεννηθεί το γιακοβίνικο πνεύμα, το πνεύμα της Φιλικής – ωστόσο εδώ θα κυριαρχήσει γρήγορα το μεταπρατικό, κοσμοπολίτικο πνεύμα, εδώ θα γεννηθεί η κατε­στημένη λεβαντίνικη ιδεολογία που θα επιβληθεί σε συγχρονισμό με τούς ελλαδικούς μεταπρατικούς κύκλους σαν ηγεμονική ιδεολογία του αγώνα για να κυριαρχήσει πλήρως μετά το 1832…

     Ο Κοραής και ο κύκλος του, ο Α. Γαζής και ο δικός του παράλληλος κύκλος της Βιέννης, οι Σμυρνιοί έμποροι-χιώτικης ή καραμανλίδικης οι περισσότεροι προέλευσης – ο κύκλος της «Νέας Ημέρας» της Τεργέστης, οι Ψυχάρηδες, οι αιγυπτιώτες βαμβακέμποροι μιά γενιά μετά θα είναι οι κυρίαρχοι και πιό εξελιγμένοι φορείς μιάς τέτιας πνοής που θα οικοδομήσει την Ελλάδα σαν μιά κοινωνία εξαρτημένη…

     Ποιός είναι όμως ο «Έλληνας του 1820» – πώς «υπάρχει» ο ελλαδικός άνθρωπος στις παραμονές του μεγάλου σηκωμού; Μνήματα υπάρχουν πολλά της τότε του συνείδησης – το πλούσιο δημοτικό του τραγούδι, την ισχνή ακόμα λόγια ιδεολογική του παραγωγή, την αρχιτεκτονική, την Πράξη μέσα στην ιστορία του – την συνείδηση του όπως διατυπώνεται στο κυρίαρχο ιδεολο­γικό σχήμα της εποχής, τη λαϊκή ανάγνωση της θρησκείας.

     Πάνω σε μιά τέτια διαφοροποιημένη Ελλάδα συγκροτούμενη από τέσσερις ή πέντε διαφορετικής διάρθρωσης κοινωνίες όπου ο ρόλος των γενούμενων αστικών σχέσεων είναι συχνά όχι μόνο διαφορετικός αλλά και εσωτερικά αντιμαχόμενος – πάνω σ’ αυτή την ενότητα ετεροτήτων – οι νέες και οι παλιές παράλληλες διαφοροποιήσεις θα συντρίβουν παραπέρα την κοινωνική ενότητα σε ελάσσονες iαντιθέσεις υποτελείς. Η Ελλάδα του νεοαποικισμένου ορεινού κόσμου ναι αλλά ποιά Ελλάδα – ήδη υπάρχει στα 1800 ο μεγάλος και ο μικρός βιοτέχνης ήδη υπάρχει μιά εργατική δύναμη μικρή βέβαια που πουλά την εργασία της. Η Ελλάδα των παροικιών, η μεταπρατική Ελλάδα των σταφι­δοπαραγωγικών κέντρων, η ναυτιλιακή Ελλάδα, η Ελλάδα του εμπορευματικού συνάμα και φεουδαλοποιημένου κάμπου, η Ελ­λάδα της κλειστής οικονομίας των πιό καθυστερημένων περιοχών, η άλλη Ελλάδα ακόμα των Επτανήσων όπου η ανατολική φεουδαρχία δεν εισήλασε, η Ελλάδα των μεγάλων αστικών κέν­τρων κλπ. όπου συνυπάρχουν οι άλλες όλες μαζί – η Ελλάδα της Κωνσταντινούπολης, η Ελλάδα της Θεσσαλονίκης… παντού η διαφοροποίηση εκτείνεται ήδη, παντού υπάρχουν τα ανώτερα, μεσαία, λαϊκά στρώματα διαφοροποιώντας παραπέρα την κοινω­νία στο εποικοδόμημα όπως και στη βάση.

     Η λαϊκή ιδεολογία έχει ωστόσο κάποια ενότητα βασισμένη στα ιδεολογικά σχήματα πού κατασκευάζει με όλο το φορτίο των χιλιάδων χρόνων του ελλαδικού πολιτισμού, με όλες τις πολιτιστικές μνήμες πού κουβαλάν οι αιώνες πού πέρασαν και όπου το παρόν αντιπαραθέτει τις δικές του καταστάσεις… Επίκεντρο της ιδεολογίας αυτής είναι η διατυπωμένη με τον προφιλοσοφικό τρόπο, δηλαδή τη θεολογική συμβολική, παρουσία τού ανθρώ­που ως συμπράκτη μέσα στην ιστορία – η χριστοκεντρική διατύ­πωση της χριστιανικής ιδεολογίας σε αντίθεση με τη θεοκεν­τρική διατύπωση του κατεστημένου. Πάνω σ’ αυτό το ανθρωποκεντρικό επίκεντρο που στηρίζεται στην ανθρώπινη πράξη με επίκεντρο την προσδοκία μιάς ριζικής αλλαγής θεολογικά ακόμα διατυπωμένη σαν Λαμπρής μιάς και ακόμα δεν μπορεί να διατυ­πωθεί σαν επανάσταση – επιδρούν βέβαια οι γιακοβίνικες επιδράσεις της γαλλικής επανάστασης αλλά και οι διεργασίες πού φέρνει στην ιδεολογία στο επιτόπιο ελλαδικό γίγνεσθαι…

     Το ενιαίο της ιδεολογίας είναι ήδη διασπασμένο κάτω από διαφορετικές αναγνώσεις που πραγματοποιούν τα κοινωνικά στρώματα – η θρησκεία είναι πάντοτε ο προμηθευτής των συμβό­λων της νόησης αλλά η εκκλησία – η κατεστημένη της διατύ­πωση – όλο και πιό συχνά γίνεται το αντικείμενο κριτικής ιδίως μετά τη συντηρητική συσπείρωση που προκαλεί η εγκατάλειψη του διαλόγου με τον Διαφωτισμό που είχε αρχίσει η προστάτις του Πατριαρχείου Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας – για κάποιο διά­στημα το ορθόδοξο κατεστημένο ενστερνίζεται έτσι τις πιό ανώδυνες ροπές τού ευρωπαϊκού διαφωτισμού στο έργο π.χ. του Κύ­ριλλου Λούκαρι.

     Μετά τη στροφή αυτή οι νεωτερικές συνειδήσεις θα αμυνθούνε – είτε από τον πιό ριζοσπαστικό κύκλο των παραδουνάβιων παροίκων – τον κύκλο τού Κανταρτζή – προέρχονται, είτε από τον παρισινό κύκλο του Κοραή-βασικός στόχος όπως δείχνει και ο ανώνυμος Ρωσσοαγγλογάλλος θα είναι το εκκλησιαστικό κατεστημένο και οι κοτσαμπάσηδες.

     Ο λαϊκός άνθρωπος θα υποστεί γρήγορα τις νεωτερικές διεργασίες που επιταχύνει η γαλλική επανάσταση: «μάς άνοιξε τα μάτια, την αισθανθήκαμε ωσάν την σάλπιγκα της Αποκάλυψης, αγγέλουσα όπου τυραννία η ώρα της  Ελευθερίας έφθασε», θα πει ο αρχικαπετάνιος του Μωριά Θόδωρος Κολοκοτρώνης. Προπύργια του νεωτερικού πνεύματος θα γίνουν τα βιοτεχνικά κέντρα από τη μιά πλευρά, οι παροικίες από την άλλη, σπάνιες θά είναι οι νεωτερικές εξάρσεις στα ναυτιλιακά κέντρα ή στα μεταπρατικά αστικά κέντρα του Μωριά ή της Ρούμελης… Οι ελλαδικοί «κόσμοι» θα αντιδράσουν έτσι διαφορετικά…

     Στα βιοτεχνικά κέντρα ή εξέλιξη θα είναι πιό γρήγορη – η λαϊκή ιδεολογία απελευθερωμένη από τον χριστιανικό και τον οθωμανικό φεουδαλισμό έχει συντρίψει νωρίς τη συντηρητική διατύπωση στην ιδεολογία της – είναι ήδη μιά ιδεολογία ανθρωποκεντρική, της Πράξης… στον μεταπρατικό κόσμο ωστόσο ακόμα ιδιότυπα φεουδαλοποιημένο κάτω από την εξουσία του γαιοκτήμονα εμπόρου κοτσαμπάση ή στα ναυτιλιακά νησιά όπου οι δυό γενιές της οικονομικής άνθησης δύσκολα εξωβέλισαν το πατριαρχικό πολιτιστικό εποικοδόμημα που κυριαρχούσε στις ελληνοαρβανίτικες αυτές κοινωνίες – η ταχύτητα ανάμεσα στο νοείν και στο είναι, στην ιδεολογία και στη βάση, θα είναι πολύ διαφοροποιημένη η εξέλιξη θα είναι αργόσυρτη.

     Η δίψα για την απελευθέρωση – όχι μόνο από τον ξένο δυνάστη – θα είναι φανερή στον βιοτεχνικό κόσμο. Στα επίκεντρά του θα έχουν διοργανωθεί τα πρώτα σημαντικά σχολειά – στο Καρπενήσι στα 1642, στα Γιάννενα στα 1677, στον Τύρναβο στα 1702. Στα 40 σχολειά που υπάρχουν στα 1750 – δίπλα στα πατε­ρικά κείμενα θα διδάσκονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, οι φυσικές επιστήμες – ήδη – οι εκδόσεις 228 κείμενα από τα 1700 ως τα 1730 φτάνουν σε 290, από τα 1760 ως τα 1770, σε 310 από τα 1780 στα 1790- οι θρησκευτικές από τα 80% αρχικά μένουν τα 50% στο τέλος του 18ου  αιώνα…

     Ανάμεσά τους συγγράφονται ήδη τα πρώτα σημαντικά νεοελληνικά – π.χ. η Νεωτερική Γεωγραφία στα 1791 όπου οι συγγραφείς της – οι καλόγηροι Δημ. Δ. Φιλιππίδης και Γ. Κων­σταντάς διακηρύττουν πως «στην σωστή ζωή συμβάλουν πρώτα απ’ όλα οι σωστοί νόμοι» και τόνιζαν πως «η ανεξιθρησκία είναι αρετή»…

     Το γαλλικό θέατρο – παίζεται στα Αμπελάκια στα 1790 – στον ίδιο χώρο επίκεντρο της νεογέννητης -και βραχύβιας αλίμονο- ελληνικής αστικής τάξης, ανθούν δύο ελευθεροτεκτονικές στοές ενώ οι πιό σημαντικοί από τούς εμπόρους του είναι και οι εκδότες των κλασικών…

     Ο ριζοσπαστικός κόσμος των βιοτεχνικών κέντρων και της Διασποράς είδε έγκαιρα τη γιακωβίνικη ιδεολογία στην ουσιαστική της πλευρά σαν μιά ιδεολογία όπου πηγάζει από την απελευθερωτική πάλη ενάντια σε κάθε καταπίεση και επιζητεί να διοργανώνει την κοινωνία πάνω σε μιά νέα αυτόνομη από εξωτερικό και εσωτερικό κυρίαρχο τάση – σαν το ριζοσπαστικό ευαγγέλιο που επιτρέπει την προέλαση των δυνάμεων του ανθρώπου στην οικονομία, στην πολιτική, στην ιδεολογία μέσα στα μέτρα της εποχής αυτής όπου δεν υπήρχε ακόμα μέσα στην ιστορία ή εργατική τάξη και η καθολικά απελευθερωτική δική της παρου­σία.

     Η ελληνική αστική τάξη ωστόσο που τελικά ηγεμόνευσε στην εποχή δεν ήταν αυτή η ριζοσπαστική αστική τάξη του βιοτεχνικού κόσμου και των ανατολικών του παροικιών, δεν ήταν ο κόσμος της γιακοβίνικης Φιλικής. Αντίθετα ήταν ο άλλος πόλος, της αστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, ο συμβιβασμένος τόσο στην κοινωνική βάση του όσο και στο εποικοδόμημά του μικτός μεταπρατικός κόσμος συνέταιρος της αναπτυγμένης Ευρώπης.

     Μέσα από τη διαλεκτική των αντιφάσεων του εξωτερικού και του εσωτερικού χώρου – των δύο Μεγάλων Δυνάμεων που κυριαρχούν στον εξωτερικό, των μεταπρατικών αστικών που κυριαρχούν στον εσωτερικό κόσμο στηριζόμενες στον εξωτερικό επικυρίαρχο – η αστική ιδεολογία θα πρυτανεύει στον ελλαδικό χώρο τελικά, μετά τα 1826 σαν μιά αστική ιδεολογία ανάπηρη…

     Ο μεταπρατικός αστικός κόσμος θα δει στον γιακοβινισμό μιά ιδεολογία απελευθέρωσης μόνο από τα δεσμά του οθωμανού κυριάρχου και των φεουδαλικών σχέσεων – θα του ξεφύγει όμως η βαθύτερη ύφη τού γιακοβινισμού σαν μιάς ιδεολογίας που αποβλέπει στην αναδιοργάνωση ενός εθνικού χώρου μέσα από την ανάπτυξη και ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και έτσι, των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου, για την οικοδόμηση μιάς πολιτείας που θα περικλείνει εντός της τους βασικούς παράγον­τες της παραπέρα τους ανάπτυξης…..

     Οι Φιλικοί – αυτοί οι μόνοι Έλληνες γιακοβίνοι – θα υποταχθούν γρήγορα στον ανάπηρο αστισμό του μεταπρατικοί κόσμου που θα κυριαρχήσει. Η διαλεκτική της ελληνικής ανεξαρτησίας πραγματοποιείται έκτοτε μέσα από την χρησιμοποίηση των αντιθέσεων του εξωτερικού χώρου, όπου πρωταγωνιστούν οι λεγόμε­νες προστάτιδες δυνάμεις από τις αντιθέσεις του εσωτερικού χώρου όπου πρωταγωνιστούν κόμματα και κοινωνικές τάξεις…

 

(Κατατέθηκε στο Προεδρείο του Συμποσίου)

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s