«όλοι μαζί» ή «εναντίον όλων»; (τόλμη και γοητεία)

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25-5-2014 δεν καταγράφει κανέναν «κυρίαρχο λαό». Καταγράφει έναν λαό που αδυνατεί να εμφανιστεί σαν κυρίαρχος, που αδυνατεί να ασκήσει ακόμα κι αυτήν την τυπική «κυριαρχία» του, την «κυριαρχία» που του επιτρέπεται «μια φορά στα τέσσερα χρόνια», την «κυριαρχία» την υποταγμένη στην άλλη, την πραγματική κυριαρχία των συγκεντρωμένων μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων, των καθημερινών κι αδιατάρακτων εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και του πολιτικού τους εποικοδομήματος, από την οποία πραγματική κυριαρχία πρέπει ο λαός να χειραφετηθεί προκειμένου να γίνει ο ίδιος πραγματικά κυρίαρχος. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει έναν λαό που στην πλειοψηφία του εμφανίζεται ότι δεν θέλει να κυβερνιέται έτσι και που την ίδια στιγμή, επίσης στην πλειοψηφία του, κατά την σχεδιασμένη «εκπαίδευσή» του καθημερινά από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της συνείδησης και την αυθόρμητη «εκπαίδευσή» του από τις πραγματικές σχέσεις της ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία, παραδέρνει ανάμεσα σε καταναλωτικού και θεαματικού τύπου «πολιτικές προσφορές» ικανές να διασφαλίσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, έτσι θα συνεχίσει να κυβερνιέται και μάλιστα μέσω της εκμαίευσης της τυπικής  «θέλησής» του γι’ αυτό, δηλαδή της εκλογικής θέλησής του που όμως δεν είναι η θέλησή του.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, στην οποία η προεκλογική προσφορά και ζήτηση ελπίδας και υποσχέσεων ικανοποίησής της μετεκλογικά μετατρέπεται σε αναγκαστικό καθεστώς θυσίας στο βωμό του καπιταλιστικά ιδιοποιούμενου κέρδους και υποταγής στη βούληση των μονοπωλητών του, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που μετατρέπει τις λαϊκές πολιτικές επιλογές σε τυχερό παιχνίδι όπου μόνος κερδισμένος είναι πάντοτε η λοταρία, μόνη σταθερή πολιτική αξία είτε «αρέσει» είτε όχι και με τις όποιες αδυναμίες καλείται να παραμερίσει μέσα στην καθημερινή πάλη παραμένει το ΚΚΕ, παραμένει η θέση του για αποδέσμευση από την «οικονομία της ανοιχτής αγοράς» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην οικονομία των ανοιχτών κοινωνικών, εργατικών-λαϊκών αναγκών. Η θέση του για αποδέσμευση από την «ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας από την κοινωνία. Η θέση του για αποδέσμευση από την υποχρεωτικότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση της κοινωνικής παραγωγής στον κοινωνικό σχεδιασμό. Η θέση του για αποδέσμευση από την ευρωενωσιακή κοινή πολιτική εξωτερικών και «ασφάλειας» και για δέσμευση στους  «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη». Η άρνησή του να υποσχεθεί οποιαδήποτε λύση στα εργατικά λαϊκά προβλήματα ανεξάρτητη από τη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, οποιαδήποτε λύση ανεξάρτητη από την πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και τους μονοπωλητές του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει σταθερή πολιτική αξία το ΚΚΕ κι οι θέσεις του, γύρω από τις οποίες συσπειρώθηκε το 6,09% του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως κι αυτό το «6,09%» να έχει «δοθεί» στο ΚΚΕ με  «απόφαση του λαού»: Το «6,09%» που «πήρε» το ΚΚΕ δεν είναι «θέληση του λαού». Ίσα-ίσα πρόκειται για ένα τμήμα του λαού που συσπειρώθηκε γύρω από αυτές τις θέσεις παρά κι ενάντια στις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα εκβιαστικά διλήμματα, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που κυριαρχεί στις επιλογές της λαϊκής πλειοψηφίας.

Από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν τον λαό και τη θέλησή του σαν σύνολο: Αν σε αυτές τις εκλογές ο λαός «έκανε» κάτι, αυτό είναι ότι περιόρισε τα κόμματα της συγκυβέρνησης στο 30-31%, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα 30-31% του πληθυσμού εκδήλωσε την συναίνεσή του να συνεχίσει να κυβερνιέται όπως κυβερνιέται. Και αυτό ο λαός το «έκανε» χάρη στο γεγονός ότι ένα 11% του εκλογικού πληθυσμού (4% από το ΠΑΣΟΚ και 7% από τη ΝΔ) απέσυρε την συναίνεση του από τα κόμματα της συγκυβέρνησης χωρίς όμως η βούλησή του να συγκεντρώνεται σε μια εναλλακτική επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο θα απαιτούσε ή θα συναινούσε να κυβερνηθεί, όπως συνολικά και ένα 70% του εκλογικού πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στη συγκυβέρνηση χωρίς όμως να συγκεντρώνει το βλέμμα του προς μια ενιαία κατεύθυνση. Δεν είναι «ο λαός» αυτός που «αποφάσισε» να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ελαφρώς φθίνουσα στασιμότητα του εκλογικού ποσοστού του ούτε ο λαός αυτός που «αποφάσισε» να ανακηρύξει τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα μέσω της απώλειας 11 μονάδων από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και ιδιαίτερα 7 μονάδων από τη ΝΔ. Οι 11 μονάδες «αποχώρησαν» από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χωρίς να συναρτώνται με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι 26,58 ποσοστιαίες μονάδες που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν «απόφαση του λαού» αλλά αποτελούν το τμήμα του που επενδύει τις όποιες ελπίδες αλλαγής της ζωής του στον «ρεαλισμό» της ακόμα και ρητορικής οπισθοχώρησης και διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την τελική του συνάντηση με «αυτό που υπάρχει». Δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την ΔΗΜΑΡ για τις παλινωδίες της μεταξύ κυβέρνησης και «αντιπολίτευσης» και ταυτόχρονα  να «επιβραβεύσει» το ΛΑΟΣ  για τις παρόμοιες δικές του. Κι ακόμα, δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε ότι στο «Ποτάμι» πρέπει να ανήκει ένα  εκλογικό ποσοστό 6,60% ή ότι η ΧΑ πρέπει να ενισχυθεί με 2,5 μονάδες ώστε το ποσοστό της να φτάσει στο 9,40%.  Πρόκειται απλώς για το 9,40% του εκλογικού πληθυσμού που στην δεύτερη περίπτωση υπόκυψε στην πολιτική συσκευασία της «τόλμης» και για το 6,60% που υπέκυψε στην πολιτική συσκευασία της «γοητείας». Πρόκειται για τμήματα του λαού που υπέκυψαν στην πολιτική προσφορά της «τόλμης» και την πολιτική προσφορά της «γοητείας», οι οποίες αυτές «πολιτικές προσφορές», όντας οι πιο καινοφανείς και «επαναστατικές» με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο η διαφήμιση για τα απορρυπαντικά που εμφανίζονται σε νέα συσκευασία, συγκεντρώνουν κατά κάποιο τρόπο την περιέργεια και την προσοχή.

*

Η «τόλμη» με την οποία οικοδομεί η φασιστική ΧΑ την ταυτότητά της στο πεδίο του πολιτικού θεάματος και της πολιτικής κατανάλωσης είναι η «τόλμη» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων απαλλαγμένων από την εξωραϊστική ηθική και θρησκευτική τους συγκάλυψη από τη στιγμή και στο βαθμό που αυτός ο πολύπλευρος εκπαιδευτικός εξωραϊσμός καθίσταται πλέον ανίκανος να συγκαλύπτει την ουσία τους και που ένα τμήμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων δεν έχει πλέον συμφέρον να υιοθετεί αυτόν τον εξωραϊσμό υποκριτικά. Για τον χωριάτη που πήγε κάποτε μετανάστης στις ΗΠΑ κι αφού έπλυνε χιλιάδες πιάτα έγινε τελικά ιδιοκτήτης αλυσίδας εστιατορίων, η ύπαρξη του θεού ή η αλήθεια της θεωρίας για το σύμπαν που συνωμοτεί προκειμένου να πραγματοποιήσει τις ατομικές επιθυμίες, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. Για τον χωριάτη που η μοίρα του τον πέταξε στο σταθμό του Μονάχου, αντίθετα, η ζωή του τού αποδείχνει ότι ούτε το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του ούτε και υπάρχει (τουλάχιστον γι’ αυτόν) κανένας θεός. Ο πρώτος ενδεχομένως εξαγοράζει την επιτυχία του ανταποδίδοντας στον θεό ή το σύμπαν το αντίτιμο της φιλανθρωπίας. Ο δεύτερος ανακαλύπτει ότι καμιά φιλανθρωπία δεν μπορεί να τον σώσει – κι ίσως επίσης ότι καμιά «φιλανθρωπία» δεν είναι φιλανθρωπία.

Στις πρώτες συνειδησιακές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης ανήκει η κατάρρευση του πλαστού καπιταλιστικού ονείρου (american dream, ισχυρή Ελλάδα κλπ) και η αποκάλυψη στα μάτια των θυμάτων της των καπιταλιστικών σχέσεων όπως πραγματικά είναι, όπως τις έχει περιγράψει ο Μαρξ πριν 150 χρόνια: «Ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων». Ο Μαρξ, βέβαια, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα αντιπαρατάσσει την κομμουνιστική κοινωνία σαν καρπό της ταξικής πάλης, καρπό νομοτελειακό εφόσον η εργατική τάξη με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα δεν παραιτείται από αυτήν.  Αντίθετα, ο φασισμός και εν προκειμένω η ΧΑ αυτήν την πραγματικότητα την μετατρέπει σε σύνθημα υπεράσπισής της: «Χρυσή Αυγή. Εναντίον όλων». Ο καθένας εναντίον του άλλου και η ΧΑ, ο φασισμός, σε ρόλο θεού. Η γενική αρχή που αυθόρμητα επικρατεί στο σύστημα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού (ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τις αγορές και το κέρδος, ανάμεσα στους εργαζόμενους για μια θέση δουλειάς, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα», ανάμεσα στους «ντόπιους» και τους «ξένους», τους άντρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο αδελφό κλπ) διαμορφώνει από μόνη της το ιδεολογικό, ηθικό έδαφος πάνω στο οποίο, με τη συμβολή του φασισμού, και των μηχανισμών της κατανάλωσης και του θεάματος που τον υπηρετούν, είναι δυνατό να αναβαθμιστεί και να γίνει αποδεκτή σαν πολιτικό σύνθημα στράτευσης πια στην  καπιταλιστική κοινωνική ανθρωποφαγία. Αλλά και η αντιπαραβολή του με την υποκριτική και εξωραϊστική ηθική της εκπαίδευσης, της θρησκείας κλπ, δηλαδή με το κοινωνικό ψέμα, δίνει στο σύνθημα χαρακτηριστικά αποκάλυψης της αλήθειας που «μας κρύβουν». Της αλήθειας που αφού μας αποκαλύπτεται, εφόσον δεν συνταχθούμε με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της ανατροπής της,  οφείλουμε παθητικά να την ασπαστούμε: εναντίον αυτών  που «μας την κρύβουν», μέχρι να αποδειχθεί ότι «μας την κρύβουν» επειδή κι αυτοί, όπως πλέον κι εμείς, την ασπάζονται. Εναντίον όμως, επομένως, και μέχρι τέλους, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της.

Το ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι το αποδεικνύουν τα «δείγματα γραφής» της ΧΑ κατά τα τελευταία δυο χρόνια. Μπορεί κατά την ΧΑ η χώρα να έχει πέσει θύμα κάποιων απροσδιόριστων «τοκογλύφων», μπορεί γι’ αυτό να ευθύνονται κάποιοι απροσδιόριστοι «προδότες», μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους «προδότες» να συγκαταλέγονται «όλοι», μπορεί γι’ αυτό η «ΧΑ» να συνθηματολογεί «εναντίον όλων», αλλά στη νεοναζιστική πρακτική της αυτοί οι απροσδιόριστοι «όλοι» προσδιορίζονται απολύτως συγκεκριμένα με τους «προδότες» και τους «τοκογλύφους» να «τιμωρούνται»  στα πρόσωπα των σακατεμένων και δολοφονημένων «ξένων» προλετάριων εργαζόμενων, στα πρόσωπα των συνδικαλιστών του συνεπούς ταξικού εργατικού κινήματος, στα πρόσωπα των κομμουνιστών, των «μαρξιστών», των νέων που δεν υποτάσσονται και δεν συμβιβάζονται με τη βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που η ΧΑ είναι μαχητικός υπερασπιστής της.

Από εκεί και πέρα δεν απομένει παρά η διαφορά ανάμεσα, από τη μια πλευρά σε όποιον ηθελημένα εξαπατά (είτε ευθέως είτε μέσω της καλλιεργούμενης «επικοινωνιακής» σύγχυσης υπό τον τύπο: «οι μεν ισχυρίζονται, οι δε αντιτείνουν, άρα είναι αδύνατο να μάθουμε την αλήθεια που ίσως μάλιστα και να μην υπάρχει καν»)  και, από την άλλη πλευρά, σε όποιον αθέλητα εξαπατιέται  γύρω από το ζήτημα -λόγου χάρη- αν μέσα στην ρόμπα και την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν της φωτογραφίας κρύβεται ένας αποκριάτικος και όχι ένας καθημερινός μασκαράς.

party maske4party maske3

***

Ενώ η ιδεολογικοποίηση, η αποθέωση της ωμότητας, οδηγεί κατευθείαν στην πιο βαθιά  κοινωνική βαρβαρότητα, μια ιδέα ανθρωπισμού έστω και αναντίστοιχου προς την κοινωνική πραγματικότητα, έστω και υποκριτικά αναγορευμένου σε κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να γίνει κίνητρο για την κοινωνική πρόοδο, για την εγκαθίδρυση σχέσεων που θα κάνουν πράξη την «ουτοπία». Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η πραγματική αναντιστοιχία και μαζί της η υποκρισία της αναγόρευσης θα αποκαλυφθούν, και ενάντια στο δρόμο της υποκρισίας (και της ωμότητας) θα ακολουθηθεί ο δρόμος που οδηγεί στην κατάργηση της αναντιστοιχίας. Η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης είναι δρόμος τόλμης έξω από κάθε όρο θεαματικής κατανάλωσης. Η παράκαμψη της προϋπόθεσης, απλώς, θεαματικά γοητεύει.

Το «Ποτάμι» σαν νέο πολιτικό προϊόν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, σε αυτήν όπου η προϋπόθεση παρακάμπτεται. Τη στιγμή που στη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις διχάζουν το ανθρώπινο «σώμα» σε τάξη εκμεταλλευτών και τάξη που υπόκειται στην εκμετάλλευση, τη στιγμή που αυτός ο διχασμός βρίσκει την ανώτερη έκφρασή του στις πολιτικές σχέσεις, τις στιγμή που η πραγματικότητα αυτού του διχασμού συγκαλύπτεται ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά με την επίπλαστη προβολή της κοινότητας «όλων μαζί» των ανθρώπων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων,  «όλων μαζί» χωρίς να αίρεται το μεταξύ τους καθεστώς εκμετάλλευσης, την ίδια στιγμή το «Ποτάμι» είναι αυτό που ισχυρίζεται πως «όλους μαζί» μπορεί να μας παρασύρει σε κάποιες εκβολές όπου η κάθε πραγματική αντίθεση, νοούμενη σαν λάθος, σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης συνεννόησης, ενός επικοινωνιακού ελλείμματος, θα φαίνεται πια μακρινή.

Τη στιγμή που ο ίδιος αυτός πραγματικός, γενικός κοινωνικός διχασμός, πραγματώνεται σαν εσωτερικό χαρακτηριστικό και του κάθε ατομικού ανθρώπου, καθώς και σαν αποξένωση του ατομικού ανθρώπου από τον κοινωνικό κόσμο, το «Ποτάμι» απευθύνεται στο φυσικό ατομικό ένστικτο που δυσφορεί απέναντι στο πραγματικό κοινωνικό γεγονός της διάστασης ανάμεσα στην πολιτική φύση του ατόμου και την αυτονόμηση της πολιτικής σαν λειτουργία πέρα από το άτομο, που δυσφορεί απέναντι σε αυτό το πραγματικό γεγονός και καθώς δεν είναι σε θέση το άτομο να συνενώσει την πολιτική φύση του με την κοινωνική πολιτική λειτουργία (πράγμα που μόνο μέσα στην ταξική πάλη και χάρη στα αποτελέσματα της ταξικής πάλης μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό είναι μια γενική φράση), και καθώς επίσης δεν είναι σε θέση να απαρνηθεί την πολιτική φύση του (δηλαδή τον εαυτό του), τείνει προς το να απαρνηθεί την κοινωνική πολιτική λειτουργία, να την καταργήσει αν αυτό είναι δυνατόν την ίδια, δηλαδή κάθε μορφή της που φαίνεται πως αυτονομείται από την «ατομική φύση».  Απλή σύμπτωση πως στην ίδια επιδίωξη, με διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές προδιαγραφές θεάματος,  κατατείνει κι ο φασισμός. Οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις μπορούν σε τελική ανάλυση και μετά από χίλιες (στην πραγματικότητα αναφαίρετες) αφαιρέσεις να υπάρχουν και χωρίς πολιτική, με άλλα λόγια οι σχέσεις της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται την πολιτική για να διαιωνίζονται, γενικά μιλώντας έχουν την ικανότητα να «αυτορυθμίζονται» από μόνες τους, αυτό άλλωστε διακηρύσσει κι ο «ακραίος» νεοφιλελευθερισμός (η ανοιχτή αγορά κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους, σύμφωνα και με τη συνθήκη του Μάαστριχτ), κι από αυτή επίσης την άποψη η κοινωνικά «αυτονομημένη» πολιτική λειτουργία δεν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος· είναι όμως απολύτως απαραίτητη για την ανατροπή του και την αντικατάστασή του με το σύστημα των συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών, αλλά όσο υπάρχει η πολιτική «αυτονόμηση» που αποσκοπεί στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης είναι κι αυτό αναγκασμένο να παίζει στο έδαφος μιας «αυτονομημένης» και φαινομενικά υπερταξικής πολιτικής λειτουργίας «από όλους» και «για όλους».

Να λοιπόν ένα ελκυστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»: Καταργώντας κάθε «αυτονομημένη» πολιτική  λειτουργία εξαφανίζεται ο κίνδυνος ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και μαζί κι η ανάγκη από μέρους του για τη δική του αυτονομημένη πολιτική λειτουργία. Τέρμα η διάσταση ανάμεσα στην ατομική φύση και την κοινωνική της αυτονόμηση, τέρμα η πολιτική διαφθορά, τέρμα οι «κλέφτες πολιτικοί», τέρμα οι «επιδοτήσεις των κομμάτων», αρκεί μόνο να συμφωνήσετε κι εσείς ότι δεν θα οργανώνεστε πολιτικά με σκοπό την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, κάτω λοιπόν τα κόμματα εφόσον καταργήσετε το κόμμα σας, κι ας κάτσουμε πια «όλοι μαζί» , «σαν άνθρωποι», να βρούμε το σωστό και καλύτερο «για όλους» κ.ο.κ., το «λογικό» σε έναν κόσμο όμως «παράλογο» στην κοινωνική του βάση, σε έναν κόσμο δηλαδή που για να γίνει επιδεκτικός λογικών λύσεων (και ως τέτοιων αποδεκτών «από όλους») απαιτείται η ανατροπή της «παράλογης» κοινωνικής βάσης του και η αντικατάστασή της από μια κοινωνική βάση ικανή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «κοινής» λογικής. Δεν είναι παράξενο το ότι στη διάρκεια των προεκλογικών «εκκλησιών του δήμου» με πρωταγωνιστή τον νέο «χαρισματικό» ηγέτη του «Ποταμιού» (Το «Ποτάμι» Είμαι Εγώ), μέσα σε ώρες ανούσιας φλυαρίας στην πραγματικότητα αποκλειστικά γύρω από το στυλ, που σαν στυλ «ανθρώπινο» αποκαθιστά θεαματικά την «βιωσιμότητα» της πρότασης, ή μάλλον την καταναλωσιμότητα της «πολιτικής προσφοράς», οι μόνες ουσιαστικές εξάρσεις ήταν οι λαϊκίστικες κοινοτοπίες (που είναι λαϊκίστικες όταν χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί η μετατροπή σε κοινό τόπο του αιτιακού τους πυρήνα, των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) σχετικά με το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται προεκλογικά από τα κόμματα (ενώ προφανώς θα έπρεπε να ξοδεύεται αποκλειστικά χρήμα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων επιχορηγούμενο προς τα κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντά τους), κάποια δήθεν αυθόρμητα ξεσπάσματα «ειρήσθω εν παρόδω εν τη ρύμη του λόγου» με τα οποία υποστηρίζονταν τρέχουσες πολιτικές αιχμής όπως η αγοραία αξιολόγηση της εκπαίδευσης ή πολιτικοί προγραμματισμοί πιο «φιλόδοξοι» όπως η «αποχώρηση» των πολιτικών παρατάξεων από τα πανεπιστήμια: Η κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής φύσης του ατόμου. Σχετικά πολιτισμένος στόχος συγκριτικά με την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της ζωώδους φύσης του ατόμου.

*

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα κι αν και η τελευταία πολιτική παράταξη είχε «αποχωρήσει», η «εκκλησία του δήμου» είναι ίσως κατάλληλη μορφή για την επίλυση των κοινών προβλημάτων της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εντελώς ανεπαρκής για την επίλυση από κοινού των προβλημάτων ελεύθερων και δούλων, ακριβώς γιατί τα προβλήματά τους δεν είναι κοινά. Για την ακρίβεια: μόνο κοινά δεν είναι.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s