Δουλεύτε! Δουλεύτε! Η Εκάλη έχει έξοδα! [*]

Αυτό που ακολουθεί στη συνέχεια, ουσιαστικά σαν «εισαγωγή» στο άρθρο του σημερινού ριζοσπάστη για τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων (το άρθρο παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης), επρόκειτο «όταν θα ήταν έτοιμο» να αποτελέσει ξεχωριστή ανάρτηση με το ίδιο θέμα. Μια όμως και «με πρόλαβε» ο Ριζοσπάστης (φύλλο 7 & 8/6/2014), περιορίζομαι σε όσα νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο συμπληρώνουν το άρθρο του «Ρ».

Για την ακρίβεια σκοπός της ανάρτησης που προσπαθούσα αυτές τις μέρες να ολοκληρώσω, δεν ήταν απλώς ένα ιστορικό της καταλήστευσης των ασφαλιστικών ταμείων – ιστορικό που σχεδόν ταυτίζεται με την ιστορια της ύπαρξής τους… Αφορμή ήταν η πρόσφατη τροπολογία (βλέπε και εδώ), με την οποία «ρυθμίζονται» οι οφειλές ασφαλιστικών εισφορών του ιδιοκτήτη του ναυπηγείου Νεωρίου Σύρου καθώς και των εργολάβων της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης. Ρύθμιση που βάσει της έκθεσης του Λογιστηρίου του Κράτους θα στοιχίσει στα ασφαλιστικά ταμεία 12,5 εκατομμύρια ευρώ (για τους παλιούς:  4,26 δισεκατομμύρια δραχμές – όχι κατοχικές), για τα οποία «δεν ορίζεται ο τρόπος εξόφλησης»…

Όπως, όμως, σχολίαζε αναγνώστης στη σχετική ανάρτηση του ιστολόγιου redflyplanet, «Το δυστύχημα είναι ότι μεγάλη μερίδα του λαού και των εργαζομένων ακόμα και σ’αυτές τις εταιρείες πιστεύει πως καλά έκαναν και χάρισαν τα χρέη στους ανθρώπους…, μιας κι αυτοί με τα χίλια ζόρια κρατάνε οι κακομοίρηδες τις επιχειρήσεις…, δε βλέπεις τι γίνεται αλλού που τα κλείνουν τελείως,,,.  Πιστεύω δε ότι αυτή η μερίδα είναι αρκετά μεγάλη, όσο δηλαδή και τα ποσοστά των κομμάτων που ψήφισαν την τροπολογία. Τώρα για το εάν αυτοί που τους χαρίστηκαν τα χρέη έχουν και 5-6 κότερα αραγμένα ή νοικιασμένα σε ισάριθμες μαρίνες είναι άσχετο…»

Έτσι λοιπόν σκοπός της ανάρτησης που «θα» έκανα, ήταν ο κατά κάποιο τρόπο απεγκλωβισμός από το «για εμάς αυτονοητο» και η υπεράσπιση του «για εμάς αυτονόητου» σε ό,τι αφορά τις παραπάνω χαριστικές ρυθμίσεις προς την «εργοδοσία». Ηταν μια προσπάθεια αντιπαράθεσης με την άποψη αυτής της «μεγάλης μερίδας του λαού» που «πιστεύει πως καλά έκαναν και τα χάρισαν στους ανθρώπους», άποψη που αναγκαστικά προεκτείνεται έως το ότι: «καλά κάνουν και μας κόβουν συντάξεις, παροχές υγείας κλπ, αφού τα ταμεία δεν έχουν λεφτά, και δεν έχουν λεφτά γιατί το ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο κλπ κλπ». Ουσιαστικά λοιπόν το θέμα δεν ήταν και δεν είναι το ιστορικό της λεηλασίας των ασφαλιστικών ταμείων καθαυτό, αλλά το τι πιστεύει «μια μεγάλη μερίδα του λαού» γι’ αυτό, αν το πιστεύει σωστά ή αν το πιστεύει απλώς αναπαράγοντας την κυρίαρχη προπαγάνδα που συνοδεύει την επίθεση ενάντια στα δικαιώματα της ίδιας αυτής «μεγάλης μερίδας».

Γύρω λοιπόν από τη «λεπτομέρεια» των χαριστικών ρυθμίσεων της πρόσφατης τροπολογίας μάλλον είναι χρήσιμη η παράθεση ορισμένων από τα αναφερόμενα σε ρεπορτάζ και πάλι του Ριζοσπάστη, μετά την κατάθεση της τροπολογίας:

«…Ως πρόσχημα για αυτήν τη χαριστική ρύθμιση, που δίνει ένα ακόμα ισχυρό πλήγμα στα ήδη λεηλατημένα και βουλιαγμένα από τα ελλείμματα ασφαλιστικά ταμεία, προβάλλεται «η προστασία των θέσεων εργασίας» και «η στήριξη της ναυπηγικής βιομηχανίας της χώρας». Πρόκειται για πρόκληση που ξεπερνάει κάθε όριο, αφού, όπως είναι πασίγνωστο, η σταδιακή διάλυση της ναυπηγικής βιομηχανίας της χώρας έχει επιβληθεί με συγκεκριμένες οδηγίες, κανονισμούς και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για να ευνοήσει τα ναυπηγεία των μονοπωλιακών ομίλων που έχουν έδρα στις χώρες της Β. Ευρώπης και της Ασίας. Η αρχή έγινε με την 7η κοινοτική οδηγία τη 10ετία του 1990, που επέβαλε τη διακοπή κάθε είδους ενίσχυσης για τα ναυπηγεία της Ελλάδας, ιδιωτικοποίηση και κλείσιμο. Ενώ η πιο πρόσφατη είναι η απόφαση του 2010 της ΕΕ που έκλεισε τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά για 15 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η σωτηρία της ναυπηγικής βιομηχανίας προϋποθέτει σύγκρουση με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Χρήσιμη επίσης και η παράθεση από ρεπορτάζ μετά την ψήφιση της τροπολογίας:

«…Ολοι μαζί, ΝΔ – ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, από κοντά και η Χρυσή Αυγή, εμφανίζονται να «ανησυχούν» και να νοιάζονται για την ανάκαμψη της ναυπηγικής βιομηχανίας και τσακώνονται για το με ποιον τρόπο θα ενισχυθούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες που έχουν στην ιδιοκτησία τους τα ναυπηγεία, αλλά και τη Ζώνη. Προσπαθούν να κρύψουν ότι η συρρίκνωση της ναυπηγικής βιομηχανίας είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης, της συμμετοχής της χώρας στην ΕΕ και με δεδομένο ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου οι εφοπλιστές καυχώνται πως κατέχουν τον πρώτο σε χωρητικότητα στόλο παγκοσμίως.       

 (…) Η ΕΕ και οι κυβερνήσεις της επέβαλαν μια σειρά από κατευθύνσεις και νόμους, που άνοιγαν το δρόμο στο κεφάλαιο να κερδοσκοπήσει από την εκμετάλλευση των ναυπηγικών – επισκευαστικών υποδομών, ακόμα και με αλλαγή χρήσης προς πιο κερδοφόρες δραστηριότητες. Προσπάθησαν επίσης να ισχυροποιήσουν συγκεκριμένα μονοπώλια στο έδαφος της ΕΕ, προκειμένου να ανταγωνιστούν τα ασιατικά. Για παράδειγμα, το 1984 αποφασίστηκε από την ΕΕ η περίφημη 7η κοινοτική οδηγία, που προέβλεπε τη σταδιακή συρρίκνωση έως και το κλείσιμο της ναυπηγικής βιομηχανίας της Ελλάδας. Το 1995, με απόφαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, επιχειρήθηκε η υλοποίηση της 7ης κοινοτικής οδηγίας με ξαφνικό κλείσιμο της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης, που απέτρεψαν οι κινητοποιήσεις των σωματείων και του λαού της πόλης. Το 1998 επιχειρήθηκε ξανά το κλείσιμο της Ζώνης και η μετατροπή της σε χώρο αποθήκευσης κοντέινερ. Από το 1998 έως το 2000 έγινε η παράδοση των μεγάλων ναυπηγείων στο ιδιωτικό κεφάλαιο με προίκα τις παραγγελίες του Πολεμικού Ναυτικού και το 2001, με το ΦΕΚ 1459/Β/26-10-2001, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε όλη ανεξαιρέτως την Κυνόσουρα Σαλαμίνας αρχαιολογικό χώρο τύπου Β, απαγορεύοντας τις αμμοβολές, κάτι που στην πορεία αποδεικνύεται βόμβα στα θεμέλια της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης. Το 2004 ήταν η κυβέρνηση της ΝΔ που προσπάθησε να αλλάξει χρήση σε ζωτικούς χώρους της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης (Μόλος ΔΕΗ στο Κερατσίνι και νέος Μόλος Δραπετσώνας) μετατρέποντας τους σε car terminal.  

Το 2010, με απόφαση κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ (στήριξη ΝΔ και ΛΑ.Ο.Σ.) έκλεισε το εμπορικό τμήμα των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, και την ίδια χρονιά υπήρξε συμφωνία ανάμεσα στην ελληνική και την κινεζική κυβέρνηση για χρηματοδότηση Ελλήνων εφοπλιστών για να κατασκευάζουν τα πλοία τους στην Κίνα. Επίσης, τα τελευταία 50 χρόνια δεν έχει πέσει ούτε μία δραχμή για εκσυγχρονισμό, επενδύσεις σε υποδομές στο Λιμάνι από το κράτος ή τον ΟΛΠ. Ο ΟΛΠ, ιδιαίτερα από το 1998 και μετά, που μετατράπηκε σε ΑΕ, έχει για στρατηγικό προσανατολισμό την κρουαζιέρα, το container terminal και το car terminal. Να, λοιπόν, ποιοι «τσακώνονται» και κοροϊδεύουν το λαό ότι με προνόμια στους μεγαλοεπιχειρηματίες θα σωθεί η ναυπηγική βιομηχανία στην Ελλάδα…»

Ως εδώ, λοιπόν, αυτό που αναδεικνύεται σε σχέση με τα αυτονόητα και τη μη-αυτονόητα από την πλευρά των εργαζομένων, είναι το αμείλικτο δίλημμα: είτε οι ίδιοι θα παραμερίσουν την πολιτική που έχει οδηγήσει στα σημερινά αδιέξοδα καταψηφίζοντας και τη διαχείριση των συνεπειών της, είτε με τη συναίνεσή τους και προκειμένω να παρακαμφθεί το ένα αδιέξοδο θα οδηγούνται με μαθηματική βεβαιότητα σε νέο αδιέξοδο ακόμα πιο στενό και πιο βαθύ.

Αναδεικνύεται όμως ακόμη μια πλευρά: Η πλευρά που σχετίζεται με το γεγονός, ότι αν το χρέος των συνολικών 12,5 εκατομμυρίων ευρώ δεν ήταν οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία αλλά προς κάποιο επιχειρηματία ιδιώτη, λ.χ. προς την τράπεζα, όχι μόνο δε θα χαρίζονταν αλλά ο πιστωτής θα γινόταν και «κουμανταδόρος» των οφειλετριών επιχειρήσεων. Πράγμα που στην περίπτωση της οφειλής απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων φυσικά «απαγορεύεται»… Δεν ωφελεί ο εγκλωβισμός στο «γράμμα» της συγκεκριμένης επισήμανσης… Αυτό που επί της ουσίας «απαγορεύεται» είναι το πέρασμα των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας στην κατοχή της κοινωνίας, τη στιγμή που συνεχώς και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους αποδεικνύεται ότι η καπιταλιστική τους ιδιοκτησία έχει πλέον καταστεί σε βάρος της κοινωνίας ένα όλο και μεγαλύτερο χρέος διαρκώς ανεξόφλητο και χωρίς προοπτική εξόφλησης…

*

Είναι όμως ώρα να μπούμε στο κυρίως θέμα μας: Είναι τα ασφαλιστικά ταμεία «άδεια» γιατί δεν είναι το ασφαλιστικό σύστημα «βιώσιμο»; Ή είναι τα ασφαλιστικά ταμεία «άδεια» γιατί από την απαρχή της ύπαρξής τους οι κυβερνήσεις του αστικού κράτους έχουν μετατρέψει την ιστορία τους σε ιστορία της καταλήστευσής τους; Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι βέβαια αναγκαία η αναδρομή σε αυτή ακριβώς την ιστορία, αναδρομή για την οποία παραθέτουμε το σημερινό άρθρο του Ριζοσπάστη (υπογράφεται από τον Χρήστο Μανταλόβα), συνοδευόμενο από μερικές δικές μας υποσημειώσεις:

*

ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ ΤΑΜΕΙΩΝ Η περιουσία των ασφαλισμένων στα χέρια των καπιταλιστών

Μια αναδρομή στη διαχρονική ληστεία με νόμους του κράτους

Πριν λίγες μέρες, το δικαστήριο επέβαλε ποινές κάθειρξης 20 έως 25 ετών στους εκπροσώπους των ασφαλιστικών ταμείων και των χρηματιστηριακών εταιρειών που εμπλέκονται στην υπόθεση των «δομημένων ομολόγων», από την οποία τα Ταμεία ζημιώθηκαν με πολλά εκατομμύρια ευρώ. Το θέμα αυτό επαναφέρει στην επιφάνεια το ζήτημα της χρόνιας καταλήστευσης των ασφαλιστικών ταμείων από τους καπιταλιστές και το κράτος. Τα «δομημένα ομόλογα», ως προς τη ζημιά που προκάλεσαν, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου της διαχρονικής ληστείας των Ταμείων, του πλούτου δηλαδή που για δεκαετίες με τον ιδρώτα τους δημιούργησαν οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα. Στην πρόταση νόμου για την κάλυψη των απωλειών των ασφαλιστικών ταμείων, που επανειλημμένα έχει καταθέσει το ΚΚΕ, αναφέρεται σχετικά: «Σε όλη αυτήν την ιστορική διαδρομή οι μορφές άλλαζαν, η αφαίμαξη όμως συνεχιζόταν και πάντα ίδιοι ήταν οι χαμένοι και ίδιοι οι κερδισμένοι. Οι μόνιμα χαμένοι ήταν τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων και συνεπώς οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι, οι μόνιμα κερδισμένοι από αυτήν την πολιτική ήταν οι μεγάλες επιχειρήσεις και το μεγάλο κεφάλαιο».

Το χρονικό της λεηλασίας

1. Η πρώτη μεγάλη «νόμιμη» ληστεία ξεκίνησε με τον αναγκαστικό  νόμο 1611/1950, η ισχύς του οποίου έληξε το 1994. [1] Ο νόμος επέβαλλε την κατάθεση των αποθεματικών των Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας και ο τόκος καθοριζόταν από την αρμόδια Νομισματική Επιτροπή. Οι τόκοι που ορίζονταν επί δεκαετίες ήταν αρκετά χαμηλότεροι του πληθωρισμού και του επιτοκίου τραπεζικών καταθέσεων. Στην προαναφερόμενη αιτιολογική έκθεση του ΚΚΕ σημειώνεται πως «μόνο για την περίοδο 1951-1975 οι απώλειες υπολογίζονται σε 58 δισ. ευρώ».

Τις τεράστιες απώλειες επιβεβαιώνουν ακόμα και στελέχη των αστικών κυβερνήσεων. Ο Μ. Νεκτάριος, πρώην διοικητής του ΙΚΑ και αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, σε κείμενό του στο περιοδικό «Σπουδαί», το 2007, επισημαίνει ότι «το 1955-1973 η Νομισματική Επιτροπή όρισε ένα επιτόκιο 4% για τα αποθεματικά των Ταμείων, όταν τα επιτόκια των καταθέσεων κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 9,5% (…) Οι μεγαλύτερες απώλειες των Ταμείων προκλήθηκαν στην περίοδο 1974-1994, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε δραστικά στο επίπεδο του 20% περίπου. Σε όλη αυτή την περίοδο, τα ειδικά επιτόκια της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν κατώτερα των τρεχόντων επιτοκίων καταθέσεων».

Επίσης, το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας σε κείμενό του αναφέρει μεταξύ άλλων: «Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των Ασφαλιστικών Ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους».

Την ίδια ώρα που τα ασφαλιστικά ταμεία έχαναν δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (δραχμές τότε), τα ίδια τα αποθεματικά τους χρησιμοποιήθηκαν από το κράτος για την κρατική χρηματοδότηση ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, δηλαδή σαν ατμομηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε βάρος των ασφαλισμένων. [2]

2. Στη δεκαετία του 1990 αρχικά με το νόμο 2076/1992 η κυβέρνηση  της ΝΔ έδωσε τη δυνατότητα να τοποθετούν οι διοικήσεις των ασφαλιστικών ταμείων μέχρι και το 20% των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Υστερα ήρθε το ΠΑΣΟΚ και με το νόμο 2676/1999 αύξησε το ποσοστό στο 23%. Επίσης, με μια σειρά άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις, διευρύνθηκε το τζογάρισμα των αποθεματικών και διευκολύνθηκε η ανάμειξη των τραπεζών στη «διαχείριση» των αποθεματικών. [3]

Υπολογίζεται ότι οι ζημιές των ασφαλιστικών ταμείων στο χρηματιστήριο την περίοδο 1999-2002 ήταν πάνω από 3,5 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, οι οφειλές του κράτους προς τα Ταμεία, λόγω μη καταβολής της τριμερούς χρηματοδότησης, έφθασαν, μέχρι το 2002 που άλλαξε το σύστημα, τα 2 δισ. ευρώ. Η δυνατότητα των ασφαλιστικών ταμείων να τζογάρουν την περιουσία των ασφαλισμένων οδήγησε στα λεγόμενα «δομημένα ομόλογα», από τα οποία προκλήθηκαν ζημίες στα Ταμεία, όπως ήδη αναφέραμε.

3. Το 2012 ήρθε η κυβέρνηση να επιβάλει το «κούρεμα» των αποθεματικών των Ταμείων, με αποτέλεσμα να χαθούν σε μια νύχτα πάνω από 13 δισ. ευρώ. [4] Από το «κούρεμα» δεν γλίτωσαν ούτε οι περιουσίες Πανεπιστημίων και Νοσοκομείων, όλα στο όνομα της διαχείρισης της κρίσης προς όφελος των καπιταλιστών. [5]

Πέρα από τη ληστεία των αποθεματικών, οι κεφαλαιοκράτες έχουν και άλλους τρόπους να καρπώνονται την ασφαλιστική περιουσία των εργαζομένων. Σύμφωνα με στοιχεία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων ΙΚΑ (ΠΟΣΕ ΙΚΑ), το Σεπτέμβρη του 2013, οι βεβαιωμένες ανείσπρακτες εισφορές των επιχειρήσεων προς το ΙΚΑ ανέρχονταν το 2010 στα 4,8 δισ. ευρώ. Το 2013 το ύψος των οφειλών αυτών είχε ξεπεράσει τα 8 δισ. ευρώ. [6] Σε αυτά πρέπει να προστεθεί και η στέρηση εσόδων από τη «μαύρη» εργασία, που ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Προίκα για το κεφάλαιο

Πάνω σε αυτή τη χρόνια λεηλασία στηρίχθηκαν οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου για να δικαιολογήσουν το πέρασμα των αντιασφαλιστικών μεταρρυθμίσεων. Φροντίζοντας, βέβαια, κάθε φορά να συγκαλύπτουν ότι η οικονομική κατάσταση των Ταμείων οφείλεται στο σύνολο της φιλομονοπωλιακής πολιτικής τους, που εντάθηκε μετά τη δεκαετία του ’90. Η πολιτική αυτή θα συνεχιστεί, όπως μαρτυρούν οι κατευθύνσεις που έχουν χαράξει οι αστικές κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα που βιώνουν εκατομμύρια συνταξιούχοι και ασφαλισμένοι.

Στο πλαίσιο αυτό, η κρατική χρηματοδότηση μειώνεται συνεχώς, με προοπτική η ασφάλιση να γίνει ατομική υπόθεση του κάθε εργαζόμενου! Ετσι, για τη διετία 2015-2016 θα μειωθεί κατά 1,6 δισ. ευρώ. Είναι επίσης αποκαλυπτικά τα όσα αναφέρει η «Λευκή Βίβλος» της ΕΕ για την Ασφάλιση, που συντάχθηκε το 2012: «Η βιωσιμότητα και η επάρκεια των συνταξιοδοτικών συστημάτων εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο θα υποστηρίζονται από τις εισφορές, τους φόρους και την αποταμίευση εκ μέρους των ατόμων που βρίσκονται στην αγορά εργασίας».

Επίσης, στην «Πράσινη Βίβλο» της ΕΕ (προηγήθηκε της «Λευκής») λέγεται καθαρά ότι οι επιχειρηματικοί όμιλοι θεωρούν δική τους προίκα τις περιουσίες των Ταμείων. Συγκεκριμένα αναφέρεται: «Τα συνταξιοδοτικά συστήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των χρηματοοικονομικών αγορών και ο σχεδιασμός τους μπορεί να προωθήσει ή να παρακωλύσει την ελεύθερη κυκλοφορία του εργατικού δυναμικού ή του κεφαλαίου»

Γι’ αυτό η πορεία της Κοινωνικής Ασφάλισης στη χώρα μας, οι σχεδιασμοί που υπάρχουν, αλλά και η ανάγκη του κεφαλαίου να κάνει ακόμα πιο φτωχή την τιμή της εργατικής δύναμης και της αναπαραγωγής της δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι θα βρεθούν και πάλι μπροστά σε μια νέα αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση, που και πάλι θα θέσει ζήτημα αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωσης των συντάξεων, συρρίκνωσης ή και κατάργησης παροχών που αφορούν σε στοιχειώδεις ανάγκες. Οι εργαζόμενοι μπορούν και πρέπει από τώρα να προετοιμαστούν. Να οργανώσουν τον αγώνα τους για να εμποδίσουν την εφαρμογή αντεργατικών – αντιλαϊκών μέτρων. [7]

***

Σημειώσεις:

[1] Όπως βλέπουμε αμέσως μετά το τέλος της «πολεμικής» δεκαετιας του ’40 η άρχουσα τάξη θεσμοθέτησε το νόμο με τον οποίο η περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων μετατράπηκε σε… δική της περιουσία. Ο νόμος αυτός διατηρήθηκε σε ισχύ για 44 ολόκληρα χρόνια, χωρίς όμως η αντικατάστασή του να βάλει τέρμα σε αυτό το καθεστώς, απλώς τροποποιώντας το. Όμως αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχή είχε γίνει ήδη πριν τον πόλεμο, κατά τη διάρκεια της μοναρχοφασιστικής δικτατορίας Μεταξά: Με τον Αναγκαστικό Νόμο 694/1937 «περί αυθεντικής ερμηνείας, συμπληρώσεως και τροποποιήσεως διατάξεων τινών της  ασφαλιστικής νομοθεσίας» και στο όνομα της «Εθνικής Αμυνας» η δικτατορία κατάσχεσε, με τη μορφή δανείου προς το κράτος, όλα τα αποθεματικά των ασφαλιστικών οργανισμών που έφταναν «τα 850 εκατομμύρια δραχμές, από τα οποία τα 500 εκατομμύρια ήταν του ΙΚΑ» (Σπ. Λιναρδάτου, «4η Αυγούστου», σελ. 110)

[2] Πρόκειται για «ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις» χρηματοδοτημένες με «ανταγωνιστικό» επιτόκιο απο την συλλογική περιουσία των εργαζομένων. Από αυτές, στις μεν «ιδιωτικές επενδύσεις» ανήκουν τα γνωστά λεγόμενα «θαλασσοδάνεια» που έθρεψαν μια ολόκληρη γενιά καπιταλιστών στην Ελλάδα, οι οποίοι στη συνέχεια φέσωσαν τον δανειστή τους (τους εργαζόμενους) αφήνοντας πίσω τους μια σειρά «προβληματικών» επιχειρήσεων, που την εξυγείανσή τους φορτώθηκε ξανά ο γνωστός γάιδαρος.  Στις «δημόσιες επενδύσεις», πάλι, ανήκει μια σειρά από κρατικές παραγωγικές υποδομές που εδώ και χρόνια βγαίνουν στο σφυρί από τις αστικές κυβερνήσεις σαν να είναι χωραφάκια από τον παππούλη τους.

[3]Ανάμεσα στα δυο αυτά νομοθετήματα έχουν μεσολαβήσει, πρώτα: Ο  νόμος 2216/1994, με το «άρθρο τρίτο» του οποίου «Τα διαθέσιμα, πλην της ταμιακής διαχείρισης, κεφάλαια των δημόσιων οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων (…) μεταφέρονται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος»,  η οποία «ενεργούσα ως διαχειριστικό όργανο των καταθετών, επενδύει τα διαθέσιμα αυτά σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου της επιλογής των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων(…)». Και στη συνέχεια ο νόμος  2469/1997 (άρθρα 11 και 15 παράγραφος 11), με τον οποίο καθορίζεται ο τρόπος διαχείρισης από την Τράπεζα της Ελλάδας αυτών των διαθέσιμων αποθεματικών και που πριν την ψήφισή του είχε καταγγελθεί σαν επιχείρηση δήμευσης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων. Το σημειώνουμε γιατί αφενός με αυτά τα νομοθετήματα ουσιαστικά συνεχίζεται, αν και με διαφορετική μορφή, το καθεστώς που έχει επιβληθεί από το 1950 και γιατί, αφετέρου, τα ίδια νομοθετήματα σχετίζονται με τη «χαριστική βολή» κατά των ασφαλιστικών ταμείων, όταν μια δεκαπενταετία αργότερα το «κούρεμα» του δημόσιου χρέους θα πραγματοποιηθεί με την «εξαφάνιση’ των αποθεματικών τους.

[4] Γύρω από την τεχνική του «κουρέματος» των αποθεματικών, αξίζει μια περιγραφή, ώστε να αφαιρεθεί κάθε υποψία ότι πρόκειται για φαινόμενο «μοιραίο» ή «φυσικό» από οικονομική άποψη και να καταδειχθεί η πραγματική του ουσία σαν στυγνή ταξική-αντιλαϊκή πολιτική επιλογή της άρχουσας τάξης και σαν ωμή καταλήστευση της συλλογικής περιουσίας των εργαζομένων: Αρχικά, λοιπόν, οι «δανειστές» (από τους οποίους φυσικά εξαιρούνται οι γενιές των εργαζομένων που δημιούργησαν την περιουσία των ασφαλιστικών ταμείων) συμφωνούν μεταξύ τους και με την ελληνική κυβέρνηση ότι το ύψος του ελληνικού δημόσιου χρέους είναι μη-διαχειρίσιμο, συμφωνούν ουσιαστικά ότι το ονομαστικό ποσό του είναι πληθωριστικό.

Στη συνέχεια παρόλα τα «κριτήρια ένταξης στην ΟΝΕ» που προηγήθηκαν και παρόλα τα μέτρα «προσαρμογής στην ΟΝΕ» μετά την ένταξη, η «οικονομικά και νομισματικά ενοποιημένη» Ευρώπη αυτόν τον πληθωρισμό δεν τον εξισώνει με οποιοδήποτε δυνατό τρόπο στο νόμισμά της, δεν τον θεωρεί δηλαδή και δεν τον διαμοιράζει σαν δικό της πληθωρισμό, αλλά τον αντιμετωπίζει με την καταστροφή της αξίας των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αποδεικνύοντας με τον πιο ωμό τρόπο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση των μονοπωλίων δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σαν ένωση ιμπεριαλιστική, αντιδραστική, αντιλαϊκή.

Στο μεταξύ τα χρηματικά αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων έχουν μετατραπεί αναγκαστικά σε ομόλογα του δημοσίου, των οποίων η αξία μέσα σε μια στιγμή «κουρεύεται» και μείωνεται με το νόμο κάτω κι από το μισό της. Το ίδιο, θα πει κανείς, συνέβη και με τα ομόλογα που είχαν στα χέρια τους οι τράπεζες. Με τη διαφορά ότι για τις τράπεζες προβλέφθηκαν από την πρώτη στιγμή σαν αντιστάθμισμα διαδοχικές ευρωενωσιακές ενισχύσεις (βλέπε: δάνεια σε βάρος του δημοσίου!) δεκάδων και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Ενώ για τα ασφαλιστικά ταμεία το μόνο που προβλέφθηκε είναι η αδιάκοπη πλύση εγκεφάλου για την «μη βιωσιμότητά» τους, την «μη βιωσιμότητα» του ασφαλιστικού συστήματος, και τα αλλεπάλληλα νομοθετήματα για την καρατόμηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Έτσι το «δημόσιο χρέος» ελάφρυνε, φυσικά, αφού -υπό τύπο έξυπνης βόμβας- καταργήθηκε το χρέος του «δημοσίου» απέναντι στους οργανισμούς πρόνοιας, υγείας, παιδείας και απέναντι στα ασφαλιστικά ταμεία, δηλαδή απέναντι στους εργαζόμενους.

[5] Ενδεικτικά, μερικά σχετικά δημοσιεύματα (πηγή):

Αρπαξαν το 70% των αποθεματικών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας

«Κούρεψαν» τα αποθεματικά του νοσοκομείου «Αγιοι Ανάργυροι» 70%

Ο ένας μετά τον άλλον φορείς δημόσιου χαρακτήρα ανακαλύπτουν ότι το 70% των καταθέσεων και των αποθεματικών τους έγιναν …αέρας

Aπό τα 10 εκατ. ευρώ του «Ιπποκράτειου» Νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης, τα ταμειακά διαθέσιμα μειώθηκαν στο 1 εκατ. ευρώ. Στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, από 969.000 ευρώ τα ταμειακά διαθέσιμα μειώθηκαν στις 212.000 ευρώ. Περισσότερα από 1.700.000 ευρώ έκαναν φτερά από τους λογαριασμούς που διατηρούν στην Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ) τα Νοσοκομεία Κοζάνης και Πτολεμαΐδας.  Από 106 σε 32 εκατ. ευρώ μειώθηκαν τα αποθεματικά του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων. «Κουρεύτηκαν» και τα αποθεματικά του Κρατικού Νοσοκομείου της Νίκαιας

Τα 150 εκατ. ευρώ που είχαν συνολικά τα ΤΕΙ «έγιναν» 50 εκατ. ευρώ. Από το «κούρεμα» το Πανεπιστήμιο Αθήνας χάνει 13 εκατ. ευρώ, το ΕΜ Πολυτεχνείο 31 εκατ. ευρώ, το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας 4,5 εκατ. ευρώ, το Πάντειο 8 εκατ. ευρώ, το Πανεπιστήμιο Κρήτης 833.000 ευρώ και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 1,2 εκατ. ευρώ

[6] Επίσης ενδεικτικά, μερικά δημοσιεύματα γύρω από «ρυθμίσεις» ασφαλιστικών οφειλών, σαν της πρόσφατης τροπολογίας ή και περισσότερο γενικευμένες:

1996. Χαριστική βοήθεια στους οφειλέτες. Το μέγεθος των διαφυγόντων εσόδων για το ΙΚΑ το δίνει η Ομοσπονδία των Διοικητικών Υπαλλήλων του ΙΚΑ (ΠΟΣΕ – ΙΚΑ) με χτεσινή ανακοίνωσή της στην οποία τονίζει ότι με αυτόν τον τρόπο χαρίζονται 235 δισ. (δήμοι 25 δισ., δημόσιο και ευρύτερος δημόσιος τομέας 60 δισ. και ιδιωτικός τομέας 150 δισ.) χωρίς βέβαια τα πρόσθετα τέλη, που τότε φτάνουν τα 535 δισ. δραχμές. 

2006. «Ακόμα όμως πιο ευνοϊκή είναι η ρύθμιση για τους μεγαλοοφειλέτες, αφού σε αυτούς που χρωστούν πάνω από 1.000.000 ευρώ, με μια μικρή προκαταβολή 8% μόνο για το ποσό που ξεπερνά το ένα εκατομμύριο, εξασφαλίζουν αναστολή των πληρωμών για 18 μήνες και τους χορηγείται ασφαλιστική ενημερότητα. Στη συνέχεια η εξόφληση μπορεί να γίνει μετά από εξίμισι χρόνια!…»

2007. Βουλιάζουν το ΝΑΤ με χαριστικές ρυθμίσεις

2008. ΝΑΤ – Νέες χαριστικές ρυθμίσεις στους εφοπλιστές

2009. Νέα ρύθμιση πάνω σε αντίστοιχη ρύθμιση χρεών που έγινε το 2007 με το άρθρο 9 του νόμου 3551. Με το νόμο αυτό, η αναστολή πληρωμών στα χρέη επιχειρήσεων προς το ΙΚΑ είχε χρονική διάρκεια μέχρι το τέλος του 2008. Τώρα η αναστολή πληρωμών επεκτείνεται για άλλα δύο χρόνια μέχρι το τέλος του 2010

[7] Μετά από όλα αυτά μένει η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα:

Είναι τα ασφαλιστικά ταμεία «άδεια» γιατί δεν είναι το ασφαλιστικό σύστημα «βιώσιμο»; Ή είναι τα ασφαλιστικά ταμεία «άδεια» γιατί από την απαρχή της ύπαρξής τους οι κυβερνήσεις του αστικού κράτους έχουν μετατρέψει την ιστορία τους σε ιστορία της καταλήστευσής τους;

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση σε αυτό, όταν με βάση τα παραπάνω, από το 1950 οι απώλειες των ασφαλιστικών οργανισμών (μόνο εξαιτίας της διαχείρισης που επιβλήθηκε με νόμους πάνω στην περιουσία τους, δηλαδή μόνο εξαιτίας του νόμου του 1950, του χρηματιστηριακού τζόγου και του «κουρέματος», χωρίς δηλαδή να υπολογίζονται οι ανείσπρακτες εισφορές ούτε οι υποχρεωτικές κρατικές χρηματοδοτήσεις που δεν καταβλήθηκαν) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 74,5 δισεκατομμυρίων ευρώ που αυτή τη στιγμή «λείπουν»  από τα ταμεία τους;

Και ποιά μπορεί να είναι, επομένως, τα συμπεράσματα κι οι επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους οι εργαζόμενοι απέναντι στην κρισιμότητα του δικού τους  παρόντος και του δικού τους μέλλοντος; Ποιά άλλα εκτός από εκείνα για τα οποία ήδη έγινε λόγος:

Είτε οι ίδιοι θα παραμερίσουν την πολιτική που έχει οδηγήσει στα σημερινά αδιέξοδα καταψηφίζοντας και τη διαχείριση των συνεπειών της, είτε με τη συναίνεσή τους και προκειμένω να παρακαμφθεί το ένα αδιέξοδο θα οδηγούνται με μαθηματική βεβαιότητα σε νέο αδιέξοδο ακόμα πιο στενό και πιο βαθύ… Τη στιγμή που συνεχώς και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους αποδεικνύεται ότι η καπιταλιστική ιδιοκτησία των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας έχει πλέον καταστεί σε βάρος της κοινωνίας ένα όλο και μεγαλύτερο χρέος διαρκώς ανεξόφλητο και χωρίς προοπτική εξόφλησης

[*]   Ο τίτλος «κλεμμένος» από γκράφιτι με μαρκαδόρο σε τοίχο της Αθήνας πριν αρκετά χρονια.

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s