Όψεις της ανυπομονησίας (μικροαστικής και μη)

«Ανυπομονησία» είναι η διάσταση ανάμεσα στα αδιέξοδα της πραγματικής ατομικής θέσης, από τη μια, και στον ιστορικό χρόνο που απαιτείται για να πραγματωθούν οι κοινωνικοί όροι άρσης του ατομικού αδιεξόδου, από την άλλη:

Το Χειμώνα του ’41 σε κάποιο παγωμένο πεζοδρόμιο της Αθήνας ένας πρόκειται σε λίγες μέρες ή σε λίγες ώρες να πεθάνει από την πείνα. Η συγκρότηση των οργανώσεων της εθνικής αντίστασης, της αλληλεγγύης, της διανομής των συσσιτίων δεν τον προλαβαίνει. Όσο για την απελευθέρωση, με την όποια της μορφή, αυτή θα αργήσει περισσότερο από 3 χρόνια. Το μόνο που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο να πάψει να ανυπομονεί είναι η υποταγή του στην επίγνωση πως κι αυτό το κάτι που προσμένει χωρίς να ξέρει καν ποιο δεν θα έρθει στην ώρα του για τον ίδιο. Έπειτα η ανυπομονησία σκεπάζεται από την κούραση της πείνας που σύντομα τον οδηγεί στο θάνατο.

*

Το 26% του «οικονομικά ενεργού πληθυσμού» βρίσκεται στην ανεργία. Εδώ και χρόνια, χρόνο με  το χρόνο εξαντλώντας -όπως άκουσα πρόσφατα κάποιον να επισημαίνει- τα όποια οικονομικά και ψυχικά αποθέματα. Και πόσοι ακόμα κοντά σε αυτό το «26%» δεν καταγράφονται γιατί δουλέψανε για 2-3-5 μήνες ή γιατί δουλεύουν καθημερινά πότε με μισθούς πραγματικής πείνας και πότε απλήρωτοι.

Τι άλλο από καθημερινή ανυπομονησία μπορεί να γεννήσει σ’ αυτό τον κόσμο η καθημερινή υλική- οικονομική και προσωπική-ψυχική φθορά που αποτελεί όχι  καθημερινό βίωμα, αλλά βίωμα  της κάθε ώρας και της κάθε στιγμής  αδιάκοπα. Και τι άλλο θα σήμαινε, καταρχήν, η κατάργηση της «ανυπομονησίας» αν όχι την οριστική παράδοση στη φθορά.

Οικογένειες ολόκληρες που η ζωή τους κρέμεται από τις συντάξεις των γιαγιάδων και των παππούδων ανυπομονούν να μπει τέλος σε αυτή τη ντροπή. Οι άνεργοι που πεινάνε, οι εργαζόμενοι που πεινάνε χωρίς να ξέρουν κι αν αύριο θα είναι εργαζόμενοι, ανυπομονούν  για την «πραγμάτωση των κοινωνικών όρων άρσης του ατομικού τους αδιεξόδου» προτού το αδιέξοδό τους τερματιστεί έτσι.

Όμως η «διάσταση ανάμεσα στον απαιτούμενο ιστορικό χρόνο και στο αναπόδραστο ατομικό αδιέξοδο» είναι μια απλή γενίκευση. Και σαν γενίκευση χωρά πολλά:

Χωράει τις κυβερνητικές «υποσχέσεις» για την επερχόμενη «ανάπτυξη», που, ε όσο να ‘ναι, θέλει κι αυτή τον «ιστορικό χρόνο» της για να κάνει την εμφάνισή της.

Χωράει την «αντιμνημονιακή» εναλλακτική που «υπόσχεται» ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και τελευταία κολλάει στους «360 εφαρμοστικούς νόμους»,  διεκδικώντας την κυβέρνηση.

Χωράει τη φασιστική δημαγωγία της «Χρυσής Αυγής» που υποδεικνύει σαν εχθρό του λαού το λαό, σαν εχθρό των φτωχών τους φτωχούς, σαν εχθρό των εργαζομένων τους εργατικούς αγώνες.

Χωράει κι όλες τις αντίστοιχες εναλλακτικές πολιτικές «προσφορές»  που βρίσκονται μεταξύ τους και με τις «κεντρικές» πολιτικές προσφορές σε μια διαρκή σχέση έλξης και άπωσης εωσότου σταθεροποιηθούν οι τροχιές τους γύρω από το αναζητούμενο νέο κέντρο του αστικού πολιτικού συστήματος: Το 30% που αθροιστικά πήραν στις ευρωεκλογές τα κόμματα της συγκυβέρνησης είναι σαν ποσοστό ελάχιστα ή έστω λίγο μεγαλύτερο από το μικρότερο δυνατό ποσοστό που μπορεί  να συγκεντρώσει ο συμπαγής πυρήνας της άρχουσας τάξης «σαν τέτοιας» μαζί με τα «ανώτερα» κοινωνικά στρώματα που έχουν δεσμούς εξάρτησης από αυτή. Το 30%, καθαυτό, της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι ποσοστό εκλογικής απομόνωσης της σημερινής πολιτικής μορφής με την οποία τα μονοπώλια και οι κοινωνικοί-οικονομικοί τους σύμμαχοι κυριαρχούν συνολικά πάνω στα λαϊκά στρώματα. Όχι όμως και της αυριανής.

*

Η «ανυπομονησία» μπορεί να χωρέσει τα πάντα, εκτός από αυτό που υπάρχει, και μπορεί να χωρέσει τα πάντα γιατί ξέρει το «γιατί» της άλλα δεν ξέρει το: για τι.

Όμως απέναντι σε «αυτό που υπάρχει» δεν μπορεί στην πραγματικότητα να συγκροτηθεί άλλο «για τι», εκτός από αυτό που μπορεί να συγκροτηθεί με κοινό μέτρο την αναγνώριση της μιας και μοναδικής αλήθειας, ότι ο παραγόμενος κοινωνικός πλούτος οφείλει να ικανοποιεί τις ανάγκες των παραγωγών του.

Με αυτό το κοινό μέτρο, το μόνο που εγγυάται την ανθρώπινη ζωή, το μόνο που μπορεί να της προσδώσει την αξία της που καθημερινά λεηλατείται.

Πέρα από αυτό το κοινό μέτρο δεν υπάρχει κοινό μέτρο, και χωρίς κοινό μέτρο τίποτα δεν μπορεί να συγκροτηθεί απέναντι σε «αυτό που υπάρχει». Πέρα από αυτό το κοινό μέτρο, «αυτό που υπάρχει» μπορεί να αλλάξει όψη, μπορεί να γίνουν μετακινήσεις και συγκεντρώσεις του εκλογικού πληθυσμού, μπορεί «αυτό που υπάρχει» να επιχειρήσει την επιβολή του με τη βία του, όμως χωρίς αυτό το κοινό μέτρο κανένα κοινό μέτρο δε μπορεί να βρεθεί: Αν όχι αυτό, τότε, δηλαδή, ποιό;

Και μόνο αυτό το κοινό μέτρο μπορεί να δώσει στην ανυπομονησία περιεχόμενο ζωής, καθημερινής ζωής, καθημερινού αγώνα, καθημερινής αλληλεγγύης ως τη στιγμή που από μέτρο κοινής παραδοχής θα έχει γίνει πραγματικό μέτρο της κοινωνικής οργάνωσης, κι ακόμα πιο ύστερα.

*

Δεν υπάρχει άλλο πολιτικό «στοίχημα», άλλο στοίχημα ζωής, είτε για την όψη της ανυπομονησίας που καθορίζεται από τη «διάσταση ανάμεσα στο ατομικό αδιέξοδο και τον απαιτούμενο ιστορικό χρόνο» είτε για την όψη της ανυπομονησίας που -χωρίς και σε αυτή να υπολείπονται τα ατομικά αδιέξοδα- θα μπορούσε να περιγραφεί σαν «διάσταση» ανάμεσα στην υποκειμενική συνειδητοποίηση του αναγκαίου «κοινού μέτρου», των αναγκαίων κοινωνικών όρων, από τη μια, και τη μικροαστική ή όχι παθητικότητα  που συνοδεύει την άλλη, τη γενική  όψη της «ανυπομονησίας», τον μικροαστικό ή όχι αποπροσανατολισμό της από κάθε κοινό μέτρο,  την μικροαστική ή όχι νοσταλγία της δεκαετίας του ’80 για παράδειγμα ή τη νοσταλγία των υψηλών δεικτών της Σοφοκλέους στα χρόνια του «μιλένιουμ», από την άλλη.

Δεν ξέρω αν έχει στο σημείο αυτό καμιά σημασία το αυτονόητο, πάντως το τελευταίο «μιλένιουμ» ήταν πριν 14 μόνο χρόνια, αλλά για το επόμενο χρειάζονται σχεδόν 1000.

*

Μια ακόμη όψη «ανυπομονησίας»: η ανάδειξη του αντικειμενικά ώριμου,  η διεκδίκηση στην ώρα του τού έγκαιρου. Η επίκληση του έγκαιρου, του αντικειμενικά ώριμου, του αντικειμενικά αναγκαίου, βρίσκει κι αυτή ανάλογα με τις περιστάσεις απέναντί της την «κατηγορία» της ανυπομονησίας… Κατά μια έννοια -που δεν είναι σε καμιά περίπτωση «φορμαλιστική»- με αυτήν την «κατηγορία» στιγματίζεται και η κάθε στιγμή για το καθήκον της οποίας χθες ήταν νωρίς ενώ αύριο θα είναι αργά.

 

Advertisements

2 Σχόλια on “Όψεις της ανυπομονησίας (μικροαστικής και μη)”

  1. Ο/Η Cos λέει:

    «Ανυπόμονε!» Άλλη μια προσφώνηση των χορτασμένων προς τους πεινασμένους για να τους «μαλώσουν». Μάλιστα η ανυπομονησία έχει βαπτιστεί μικροαστική, λες και ο εργάτης όταν πεινάει δεν δείχνει ανυπομονησία! Οι αστοί βέβαια δείχνουν κατανόηση για την ανυπομονησία του λαού, συμπάσχουν μαζί του αλλά, του λένε, «δυστυχώς δεν γίνεται αλλιώς, η ανάκαμψη θέλει χρόνο» , παραλείποντας το «και εσύ δεν προλαβαίνεις».
    Ο άνεργος και ο άφραγκος, έχουν την δυνατότητα να είναι ανυπόμονοι όταν μπορούν, έστω και εθελοτυφλώντας, να ελπίζουν σε κάτι. Όταν πάψουν να ελπίζουν, η ανυπομονησία γίνεται απόγνωση και όταν η απόγνωση δεν βρει επαναστατική διέξοδο, φθάνουμε στον πλήρη εκφασισμό της κοινωνίας.

    • Ο/Η marasagis λέει:

      Γίνεται λόγος πολλές φορές για τη «μικροαστική ανυπομονησία» και το στρεβλό συμπέρασμα είναι ότι «άρα» η ανυπομονησία είναι μικροαστική.
      «Μικροαστική» θα έλεγα την ανυπομονησία που το αντικείμενό της είναι οριοθετημένο από τις μικροαστικές αντιλήψεις «σαν τέτοιες».
      Κατά τα άλλα δεν ξέρω πως μπορεί να μην είναι κανείς «ανυπόμονος» όταν η γη χάνεται απότομα ή αργά αλλά σταθερά κάτω από τα πόδια του είτε είναι μικροαστός είτε προλετάριος. Και πώς να μην είναι «ανυπόμονος» αν έχει και την γνωστική ικανότητα να διαβλέπει και τι αύριο είναι αυτό που ετοιμάζεται σήμερα.
      Τελικά ίσως την ανυπομονησία δεν την καταργεί ούτε η «υπομονή», η στηριγμένη σε κάποια συνειδητοποίηση των «αναγκαίων όρων» της ταξικής πάλης κλπ, σ’ αυτή την περίπτωση «υπομονή» ίσως είναι απλώς μια μορφή «πειθαρχημένης» ανυπομονησίας.
      Υπάρχει όμως και μια μορφή υπομονής που σχεδόν, αν όχι εντελώς, ταυτίζεται με τη μοιρολατρεία, την παθητικότητα, την άρνηση κάθε αγωνιστικής ανύψωσης, ακόμα και υπέρβασης, κι αυτή είναι η πιο επικίνδυνη για τους φορείς της και για τους δίπλανούς τους. Αυτήν τη μορφή υπαινίσσεται μάλλον κι η προσφώνηση που λες…
      Και καλά τότε που τραγουδάγανε «υπομονή, μιια λεμονιά ανθίζει στη γειτονιά».
      Τώρα πια αν βρεις στο 99,99% των περιπτώσεων καμιά λεμονιά να ανθίζει τρύπησε μου τη μύτη.
      Καλή επιμονή.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s