«φτηνές τιμές λόγω του ανταγωνισμού»

«…Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα. Στα κράτη – μέλη που ολοκλήρωσαν νωρίτερα απ’ την Ελλάδα την «απελευθέρωση» οι αυξήσεις της τιμής της οικιακής κατανάλωσης ξεπέρασαν το 70% και απασχόλησαν ως πρόβλημα την ίδια την ΕΕ. Το αντιπαράδειγμα της μείωσης τιμών σε σύγκριση με τις αρχικές στην «απελευθερωμένη» αγορά κινητής τηλεφωνίας, που αναφέρει η κυβέρνηση, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Πρόκειται για τομέα με θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας, γρήγορη μεταβολή τεχνολογικών δεδομένων και των προσφερόμενων εμπορευμάτων, όπου επιπλέον στη φάση δημιουργίας της σχετικής αγοράς εμποδίστηκε η συμμετοχή του ΟΤΕ…»

«Φτήνυναν» πραγματικά οι τηλεπικοινωνίες λόγω του ανταγωνισμού, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της «απελευθέρωσης» και στην ενέργεια; Μια πρώτη γενική απάντηση δίνει το παραπάνω απόσπασμα από το άρθρο του Ριζοσπάστη.

Επ’ αυτού μερικές παραπέρα σκέψεις:

Καταρχήν η «απελευθέρωση» στις τηλεπικοινωνίες (ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, εμφάνιση ιδιωτικών εταιριών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας κλπ) συνέπεσε με μια γενικευμένη αντικατάσταση της παλιάς τεχνολογίας από νέα.  Οι «αναλογικές» συνδέσεις αντικαταστάθηκαν από ψηφιακές, τα μεταλλικά σύρματα αντικαταστάθηκαν από γυάλινες οπτικές ίνες. (Ας σημειωθεί και το ότι αυτή η αντικατάσταση έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος με έξοδα του κρατικού ΟΤΕ που αμέσως μετά μετοχοποιήθηκε ώστε τα οφέλη να περιέλθουν στο μονοπωλιακό κεφάλαιο).

Αν συγκρίνουμε το επικοινωνιακό φορτίο που μπορούσε να σηκώσει το παλιό «συρμάτινο» δίκτυο με το υπερπολλαπλάσιο φορτίο που μπορεί να σηκώσει το δίκτυο των οπτικών ινών, θα έπρεπε μάλλον να συμπεράνουμε ότι   οι επικοινωνίες όχι μόνο δεν έγιναν πιο φτηνές αλλά ότι η τιμή τους αυξήθηκε πολλαπλασιαστικά.

Τόσο η ψηφιακή τεχνολογία στη σταθερή όσο, ταυτόχρονα,  και η κινητή τηλεφωνία έκαναν την αρχική τους εμφάνιση με υπερβολικά ψηλές τιμές, στην πραγματικότητα όχι με τιμές «αγοράς» αλλά με τιμές μονοπωλιακές. Ακριβώς τη στιγμή που η νέα τεχνολογία αποδέσμευε τη χρήση των τηλεπικοινωνιών από χρονικούς περιορισμούς, τα τιμολόγιά τους συνδέθηκαν με τη «χρονοχρέωση» σε υψηλές τιμές δίνοντας την εντύπωση στον καταναλωτή ότι όση ώρα μιλάει στο τηλέφωνο κάποιος εργαζόμενος κάνει πετάλι για να διατηρεί τη σύνδεση, ενώ πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση όπου το πάγιο κεφάλαιο υπερτερεί συντριπτικά επί της ζωντανής εργασίας.  Ουσιαστικά τα πρώτα χρόνια της ψηφιακής-σταθερής και της κινητής τηλεφωνίας οι τιμές αποσκοπούσαν στην υπερταχεία απόσβεση του πάγιου κεφαλαίου και ο τζίρος των αντίστοιχων εταιριών αποτελούσε μια μορφή πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Στη συνέχεια κάτω από όρους μονοπωλιακού ανταγωνισμού οι τιμές μειώθηκαν, αλλά εξακολουθούν να μένουν σε ιδιαίτερα ψηλά επίπεδα σε σχέση με τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Ο λόγος είναι απλός: Οι εταιρίες «δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα»  (ακριβώς το αντίθετο!), αλλά αποσκοπούν στο όσο δυνατό μεγαλύτερο κέρδος. Κι αν η κρατική ιδιοκτησία στον καπιταλισμό δεν παύει να υπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου, ωστόσο η ίδια η μορφή της κρατικής ιδιοκτησίας θέτει ταυτόχρονα συνεχώς το ζήτημα και την απαίτηση της λειτουργίας της (δηλαδή της λειτουργίας του κράτους και του είδους του κράτους που ανταποκρίνεται σε αυτή τη λειτουργία)  με αποκλειστικό στόχο την υπηρέτηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.  Ζήτημα, φυσικά, εξ ορισμού άτοπο απέναντι στους όρους ύπαρξης του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Όμως είναι αποπροσανατολιστική ακόμα και αυτή η διαπίστωση, ότι δηλαδή τις τιμές των τηλεπικοινωνιών τις έριξε γενικά και αόριστα ο «ανταγωνισμός». Τις τιμές τις έριξε ο «ανταγωνισμός», αλλά ο «ανταγωνισμός» που βασίστηκε στο τσάκισμα των εργασιακών δικαιωμάτων και στην καθήλωση των αμοιβών των εργαζομένων στις εταιρίες τηλεπικοινωνιών. Η «απελευθέρωση» των τηλεπικοινωνιών ήδη από την αφετηρία της συνοδεύτηκε (με ευθύνη και των συμβιβασμένων συνδικαλιστικών ηγεσιών, ευθύνη προδοτική απέναντι στη νέα γενιά της εργατικής τάξης) με την απεμπόληση κάθε κατάκτησης των εργαζομένων, το διαχωρισμό τους σε «νέους» και «παλιούς» στον ΟΤΕ, το μεσαιωνικό εργασιακό καθεστώς στις εταιρίες του κλάδου, το τσάκισμα μισθολογικών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, του ωραρίου, την εργοδοτική τρομοκρατία κά…

Έτσι, όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή του κάθε νέου πακέτου που μας υπόσχεται η άγνωστη φωνή που μας μιλά στο τηλέφωνο εξ ονόματος της μιας ή της άλλης εταιρίας, τοσο περισσότερο πρέπει να υποθέτουμε οτι η φωνή αυτή που μας μιλά αμείβεται με έναν μισθό πείνας. Και καθώς πρόκειται για εργασιακό καθεστώς που αποτελεί πραγματικότητα όχι μόνο για τους εργαζόμενους στις επικοινωνίες, αλλά που εξαπλώνεται ραγδαία στη ζωή όλων των εργαζομένων, καθώς δηλαδή αυξάνονται συνολικά για τους εργαζόμενους οι δείκτες της απόλυτης φτωχοποίησης και εξαθλίωσης, και καθώς επίσης η συνολική αποδιάρθρωση της ζωής τους σαν αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων έχει καταστήσει  είδος πρώτης ανάγκης το «κινητό» και όλες τις διαφορετικές μορφές επικοινωνιακού θορύβου, το αποτέλεσμα είναι οτι οι τιμές των τηλεπικοινωνιών συνιστούν απλώς τον παράγοντα ενός νέου – ανώτερου βαθμού σχετικής εξαθλίωσης: Μιά νέα κατηγορία κοινωνικού πλούτου που αμέσως με την εμφάνισή της ορθώθηκε  εχθρική απέναντι στους παραγωγούς του.

Με ίσως πιο απλά λόγια: Σε απόλυτες τιμές αυτός που πριν 100 χρόνια πήγαινε με τα πόδια,  ήταν πιο φτωχός από αυτόν που σήμερα πάει με το αυτοκίνητό του. Σε σύγκριση όμως με τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής, που με τη σειρά τους καθορίζονται από τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου, αυτός που σήμερα πάει με το αυτοκίνητο μπορεί να είναι πολλές φορές πιο φτωχός από αυτόν που πριν 100 χρόνια πήγαινε με τα πόδια.  Αυτό που κάποτε ήταν κανονικός όρος της κοινωνικής ύπαρξης του ανθρώπου, σήμερα μπορεί να αποτελεί την απόλυτη φτώχια του. Κι αυτό που κάποτε φάνταζε σαν απρόσιτη πολυτέλεια, σήμερα μπορεί να αποτελεί όρο ζωής που η έλλειψή του συνεπάγεται αυτόματα την  κοινωνική και οικονομική περιθωριοποίηση: η πολυτέλεια  έχει μετατραπεί σε βαρύ καταναγκασμό της επιβίωσης.  «Πολυτέλεια» είναι πια η βρύση του χωριού και, πια, το δίκτυο υδροδότησης όρος δίχως τον οποίο ο άνθρωπος δε ζει. Όμως το ίδιο συμβαίνει και με το ρεύμα όπως και με το τηλέφωνο και την πανάκριβη «φτήνια» του χάρη στον μονοπωλιακό ανταγωνισμό, δηλαδή το χορό του κεφαλαίου πάνω στις πλάτες των εργαζόμενων.

Advertisements

One Comment on “«φτηνές τιμές λόγω του ανταγωνισμού»”

  1. Ο/Η Cos λέει:

    Ένα καλό παράδειγμα «μείωσης των τιμών λόγω ανταγωνισμού» είναι η απελευθέρωση της εμπορίας καυσίμων από τον Ανδριανόπουλο με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Ο Ανδριανόπουλος παρουσίασε την απελευθέρωση με τυμπανοκρουσίες και βαρύγδουπες δηλώσεις και τελικά οι τιμές των καυσίμων σε πολύ σύντομο χρόνο σχεδόν διπλασιάστηκαν. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση έκανε πολλά τέτοια ανδραγαθήματα, ανάμεσα τους και η απελευθέρωση στον τομέα της ενέργειας (τότε ξεκίνησε).


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s