Τριλογία του Δόκτωρος Νο. 3] Του «υπεριμπεριαλισμού»

Δρ Νο 1

Δρ Νο 2

Απέναντι στη διατύπωση μιας θέσης του είδους: ο σημερινός ιμπεριαλισμός εμφανίζεται ως «διακρατικός»· στους κόλπους αυτού του «διακρατικού ιμπεριαλισμού» οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις «επιλύονται οργανικά»· «επομένως», αν και εφόσον έχουν έτσι τα πράγματα, η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «ανέφικτη», μια που (κατά πρακτική επίκληση της ιστορικής εμπειρίας και κατά θεωρητική επίκληση του Λένιν) δεν νοείται σοσιαλιστική επανάσταση χωρίς οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις να έχουν φτάσει ως τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,  δεν είναι επαρκής μια απάντηση από τα «έτοιμα»:

Οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες είναι προσωρινές, στο εσωτερικό τους δεν παύουν να αναπτύσσονται οι αντιθέσεις, στην ιμπεριαλιστική διανομή των σφαιρών επιρροής μόνο μέτρο είναι η δύναμη (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική), η δύναμη όμως μεταβάλλεται ανισόμετρα και μέσα από αυτή τη διαδικασία έρχεται η στιγμή που μόνο μέσο για την αναδιανομή απομένει η βία, ο πόλεμος.   

Αυτά, τα «έτοιμα», είναι αρκετά από την άποψη ότι η θεωρητική ισχύς τους δεν αναιρείται από το σημερινό επίπεδο της ιστορικής κίνησης, δεν αναιρείται ούτε από τη διάρκεια των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών εντός των οποίων όμως οι αντιθέσεις δεν ελαττώνονται και δεν αμβλύνονται αλλά αυξάνονται και οξύνονται, και πόσο μάλλον δεν αναιρείται εφόσον στον ιμπεριαλισμό δεν εντάσσει κανείς συναισθηματικά μόνο τη μιά του πλευρά, την «δική του», την πιο αναπτυγμένη και γι’ αυτό πιο επιθετική, πιο αντιδραστική, αλλά το σύνολο των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων του μονοπωλιακού καπιταλισμού…

Παύουν όμως να είναι αρκετά, από την άποψη ότι είναι εκ των προτέρων γνωστά κι όμως η παραπάνω θέση διατυπώνεται… Πράγμα που σημαίνει ότι η διάρκεια και η «σταθερότητα» ορισμένων πραγματικών φαινομένων οδηγεί στην αμφισβήτησή τους, και ότι επομένως πρέπει να «αποδειχθούν» ξανά. Άλλα παραπέρα, παύουν να είναι αρκετά και από την άποψη, ότι η υποστήριξή τους αφήνει έξω από το πεδίο της σοβαρές πλευρές της λογικής που περιέχει η παραπάνω θέση, όπως περιγράφτηκε στην αρχή…

Συγκεκριμένα: Υποστηρίζοντας ο Λένιν εν ώρα ιμπεριαλιστικού πολέμου τη σοσιαλιστική επανάσταση σαν μοναδική διέξοδο από αυτόν και από την αναπαραγωγή τον όρων που οδηγούν σε αυτόν, υποστηρίζει πράγματι ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «ανέφικτη» χωρίς οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις να έχουν οδηγήσει στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο; Όχι! Και γι’ αυτό (όχι μόνο επειδή δεν προκύπτει τέτοια θέση από το Λένιν, αλλά επειδή πρόκειται για θέση που αποπροσανατολίζει από τα πραγματικά πολιτικά καθήκοντα της εργατικής τάξης)  πρέπει αυτή θεωρητική – λογική αντιστροφή να μπει στο πεδίο της κριτικής.

Και, δεύτερο: Τι είναι αυτός ο υποτιθέμενος και εμφανιζόμενος σαν πιθανά οριστικός «διακρατικός ιμπεριαλισμός εντός του οποίου επιλύονται οργανικά οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις», ο οποίος μάλιστα καθιστά τη σοσιαλιστική επανάσταση «ανέφικτη»; Θα έπρεπε, λοιπόν, να δεχτούμε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «ανέφικτη» απέναντι σε έναν τέτοιου είδους πραγματικό ή απλώς «νοητό» ιμπεριαλισμό; Ναι; Όχι; Γιατί;

*

Δεν έχει νόημα να εξανίσταται κανείς όταν δέχεται την παρατήρηση ότι αυτή η θέση που υποστηρίζει, ανάγεται στον «υπεριμπεριαλισμό» του Κάουτσκι, που στους περισσότερους (όπως και σε εμένα) είναι γνωστός μέσω της κριτικής που δέχθηκε από τον Λένιν στο έργο του «Ο ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (στο εξής οι παραπομπές σε σελίδες, αν δεν αναφέρεται ρητά κάτι άλλο, θα αφορούν την έκδοση αυτού του βιβλίου από τη Σύγχρονη Εποχή). Με τα ίδια τα λόγια του Κάουτσκι που παραθέτει ο Λένιν, «υπεριμπεριαλισμός» είναι η «από καθαρά οικονομική άποψη»  πιθανή μελλοντική φάση που «ο καπιταλισμός δεν αποκλείεται να περάσει ακόμη: η φάση της μεταφοράς της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική, η φάση του ουλτραϊμπεριαλισμού» (σελ. 109), και παρακάτω με τα λόγια επίσης του Κάουτσκι: «Δεν μπορεί τάχα τη σημερινή ιμπεριαλιστική πολιτική να την εκτοπίσει μια νέα, υπεριμπεριαλιστική πολιτική, που θα έβαζε στη θέση της πάλης ανάμεσα στα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια την κοινή εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο; Μια παρόμοια φάση του καπιταλισμού είναι πάντως νοητή. Για τη λύση όμως του ζητήματος, αν αυτή είναι πραγματοποιήσιμη, δεν υπάρχουν ακόμη αρκετές προϋποθέσεις» (σελ. 136-137).

Ποιά είναι λοιπόν η διαφορά ανάμεσα σε αυτή την μελλοντικά πιθανή, κατά τον Κάουτσκι, «φάση της μεταφοράς της πολιτικής των καρτέλ στην εξωτερική πολιτική», ανάμεσα στην μελλοντικά πιθανή «πολιτική που θα έβαζε στη θέση της πάλης ανάμεσα στα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια την κοινή εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο», από τη μια, και στον σημερινό και πιθανά οριστικό, κατά την παραπάνω θέση, «διακρατικό ιμπεριαλισμό εντός του οποίου οι αντιθέσεις επιλύονται οργανικά», από την άλλη; Αν υπήρχε η παραμικρή διαφορά θα είχε κανείς δίκιο και λόγο να εξανίσταται, φτάνει να μπορούσε να τη διατυπώσει. Ακόμα χειρότερα, όμως, να εξανίσταται κανείς απέναντι στην επισήμανση, ότι ακόμα κι αν ήταν ιστορικά οριστικός αυτός «διακρατικός ιμπεριαλισμός» που περιγράφεται, ακόμα και τότε η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν «εφικτή»… Το αντίθετο, ότι δηλαδή αυτή η «τάχα», η «νοητή», η «από καθαρά οικονομική άποψη», η ανεπαρκής από άποψη «προϋποθέσεων» πιθανή μελλοντική φάση του «υπεριμπεριαλισμού» θα καθιστούσε «ανέφικτη» τη σοσιαλιστική επανάσταση,  τουλάχιστον αυτό ο Κάουτσκι δεν το είπε, δεν φαίνεται κάτι τέτοιο στα παραθέματα του Λένιν και, αν το είχε πει, μάλλον θα φαινόταν…

Ο Κάουτσκι στην πραγματικότητα δεν είπε αυτό, είπε το «αντίθετο»: όχι ότι είναι ανέφικτη η επανάσταση στο πιθανό «υπεριμπεριαλιστικό» μέλλον, αλλά ότι είναι ανώριμη και ως εκ τούτου «βιαστική» και από αυτή τουλάχιστον την άποψη «ανέφικτη» στο  σημερινό (πριν έναν αιώνα) και πραγματικό ιμπεριαλιστικό παρόν, στο πραγματικό ιμπεριαλιστικό παρόν του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στο πραγματικό παρόν του μαινόμενου ιμπεριαλιστικού πολέμου…

*

Από τις υποσημειώσεις στις σελίδες 109 και 137 του «Ιμπεριαλισμού» φαίνεται ότι ο Κάουτσκι διατύπωσε τη «θεωρία του υπεριμπεριαλισμού» σε δυο δόσεις, μια τον Σεπτέμβριο του 1914 και μια τον Απρίλιο του 1915, και οι δυο ενώ είχε ήδη ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.  Μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το 1916, έγραψε και ο Λένιν τον «Ιμπεριαλισμό» και μάλιστα παίρνοντας υπόψη του στις διατυπώσεις  την τσαρική λογοκρισία, όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο της έκδοσης του Απρίλη 1917 και αργότερα.

Αυτό λοιπόν που πριν από κάθε τι, πριν ακόμη κι από το «πραγματοποιήσιμο» ή όχι της «τάχα νοητής από καθαρά οικονομική άποψη» μελλοντικής νέας φάσης του καπιταλισμού, βρίσκεται στο επίκεντρο και αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της θεωρητικής σύγκρουσης, είναι αυτό που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης των χρόνων αυτών:

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος φέρνει αναγκαστικά στο άμεσο προσκήνιο το πολιτικό καθήκον της μετατροπής του σε ταξικό εμφύλιο, φέρνει στο άμεσο προσκήνιο το πολιτικό καθήκον της σοσιαλιστικής επανάστασης, λέει ο Λένιν, και το λέει αυτό αναλύοντας τον ιμπεριαλισμό στην πραγματικότητά του, στην ρίζα του και τις τάσεις της οικονομικής και πολιτικής του ανάπτυξης, αναλύοντας (όχι «νοητά» ούτε με τις «προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν αρκετές», αλλά με τις προϋποθέσεις που υπάρχουν και που είναι αρκετές) τη σχέση ενότητας ανάμεσα στο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ιμπεριαλιστική «ειρήνη», αναλύοντας το βαθμό όξυνσης της αντίφασης ανάμεσα σε κοινωνικοποίηση της παραγωγής και ατομική της ιδιοποίηση που σημαδεύει αυτό το τελευταίο, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, λέει (και αναρωτιέται) ο Κάουτσκι, «δεν αποκλείεται» να είναι «τάχα» ένα ιστορικά παροδικό φαινόμενο; Αποκλείεται, δεν είναι «νοητό από καθαρά οικονομική άποψη» ο ιμπεριαλισμός της πάλης μεταξύ των εθνικών χρηματιστικών κεφαλαίων να δώσει τη θέση του σε μια νέα φάση του καπιταλισμού από κοινού εκμετάλλευσης του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο; Για το αν αυτό είναι «πραγματοποιήσιμο» (καθώς και για το… πότε) ο ίδιος απαντά στον εαυτό του ότι «δεν υπάρχουν αρκετές προϋποθέσεις». Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, οι «προϋποθέσεις δεν είναι «αρκετές», αλλά στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου για τον οπορτουνισμό της εκφυλισμένης σοσιαλδημοκρατίας  η διατύπωση του «ερωτήματος» είναι από μόνη της «αρκετή»: Από τη στιγμή που το «ερώτημα» τίθεται «θεωρητικά», από τη στιγμή που η οπορτουνιστική διαστρέβλωση του μαρξισμού έχει αφαιρέσει τον ιστορικό ρόλο της ταξικής πάλης από το «αναπόφευκτο» της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό, από τη στιγμή που αυτό το αναπόφευκτο προϋποθέτει την ανάπτυξη του καπιταλισμού μέχρι κάποια δήθεν τελικά του όρια, από τη στιγμή που οι «προϋποθέσεις» για το «πραγματοποιήσιμο» μιας «νέας φάσης του καπιταλισμού» είναι μεν όχι «αρκετές» αλλά πάντως «νοητές», από τη στιγμή που και ο ίδιος ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ενόψει της «νοητής νέας φάσης του καπιταλισμού»  μπορεί να μην είναι επαρκές «επιχείρημα» για τη σοσιαλιστική επανάσταση, τότε τι άλλο επιτάσσει η θεωρητική «συνέπεια» πέρα από το να κριθεί το λιγότερο σαν ιστορικά «άκαιρη»  η σοσιαλιστική επανάσταση στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, τι άλλο πέρα από το να «αναβληθεί» αυτή τουλάχιστον ως την στιγμή που η επάρκεια των «προϋποθέσεων» θα έχει ικανοποιήσει τη «μαρξιστική» θεωρητική περιέργεια γύρω από το αν η «νοητή νέα φάση του καπιταλισμού» είναι όντως «πραγματοποιήσιμη»;

Αλλά και σε κάθε «νέα φάση» του καπιταλισμού δεν μπορεί παρά μετά από αυτήν να είναι «νοητή» και μια επόμενη… Η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί λοιπόν να αναβάλλεται για πάντα προκειμένου να ικανοποιείται αυτή η θεωρητική περιέργεια: Είναι άραγε ή δεν είναι η εκάστοτε νοητή «νέα φάση» πραγματοποιήσιμη;

*

Για να φτάσουμε στο παρόν και στο μέλλον, πρέπει να δούμε ένα προς ένα τα σημεία της κριτικής του Λένιν απέναντι στον καουτσκικό «υπεριμπεριαλισμό», επαναλαμβάνοντας το εξής: Ο Λένιν έγραψε τη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, και στο πλαίσιο της την κριτική των θεωριών του Κάουτσκι, βασιζόμενος στις συγκεκριμένες υπαρκτές και επαρκείς «προϋποθέσεις» του καιρού του, κι αυτό ορίζεται από τον ίδιο από το πρώτο κιόλας σημείο της κριτικής του «υπεριμπεριαλισμού»:

–  «Είναι πιθανός ‘‘από καθαρά οικονομική άποψη’’ ο ‘‘υπεριμπεριαλισμός’’ ή πρόκειται για υπερανοησία;

Αν, λέγοντας καθαρά οικονομική άποψη εννοούμε μια ‘‘καθαρά’’ αφηρημένη έννοια, τότε όλα όσα μπορούμε να πούμε καταλήγουν στη θέση: η ανάπτυξη οδηγεί προς τα μονοπώλια, συνεπώς προς ένα παγκόσμιο μονοπώλιο, προς ένα παγκόσμιο τραστ. Αυτό είναι αναμφισβήτητο, μα και απόλυτα χωρίς κανένα περιεχόμενο, όπως η διαβεβαίωση ότι η ‘‘ανάπτυξη οδηγεί’’ προς την παραγωγή των ειδών διατροφής μέσα σε επιστημονικά εργαστήρια. Με την έννοια αυτή η ‘‘θεωρία’’ του υπεριμπεριαλισμού είναι η ίδια ακριβώς ανοησία, όπως θα ήταν η ‘‘θεωρία της υπεργεωργίας’’».

Αν όμως μιλάμε για τις ‘‘καθαρά οικονομικές’’ συνθήκες της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου, σαν μιας ιστορικά συγκεκριμένης εποχής που ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα [σ.σ. εδώ τα έντονα δικά μου], τότε η καλύτερη απάντηση στις νεκρές αφαιρέσεις του ‘‘υπεριμπεριαλισμού’’ (που εξυπηρετούν αποκλειστικά έναν υπεραντιδραστικό σκοπό: ν’ αποσπάσουν την προσοχή από το βάθος των αντιθέσεων που υπάρχουν) είναι ν’ αντιπαραθέσουμε σ’ αυτές τη συγκεκριμένη οικονομική πραγματικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας». (σελ. 109-110)

Το παραπάνω απόσπασμα παρατίθεται, όπως είναι φανερό, για το εξής: Η κριτική του Λένιν δεν διατυπώνεται από θέσεις θεωρητικά αφηρημένης «οικονομικής καθαρότητας», αλλά από τις θεωρητικές θέσεις των συνθηκών της ιστορικά συγκεκριμένης εποχής που ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα, της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου και των «καθαρά οικονομικών» συνθηκών της τότε,  όχι από θεωρητικές θέσεις της καταρχήν «νοητής» ανάπτυξής της μισό ή έναν αιώνα μετά.

Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, για να μην είναι τα «έτοιμα» αυτομάτως επαρκή…

Δεύτερο, από το ίδιο απόσπασμα: «…η ‘‘θεωρία’’ του υπεριμπεριαλισμού είναι η ίδια ακριβώς ανοησία, όπως θα ήταν η ‘‘θεωρία της υπεργεωργίας’’».

Εδώ η κριτική δεν κατευθύνεται στην θεωρητική αφαίρεση μόνο ούτε αφορά το οικονομικό μόνο πεδίο: Αν ο Κάουτσκι την ώρα του ιμπεριαλιστικού πολέμου παρηγορεί τους λαούς με την «νοητή από καθαρά οικονομική άποψη» και ενδεχομένως «ειρηνική» μελλοντική φάση κάποιου «υπεριμπεριαλισμού» για να αποσοβήσει την υλοποίηση του επίκαιρου πολιτικού τους καθήκοντος, της σοσιαλιστικής επανάστασης, τότε γιατί και σε οποιεσδήποτε συνθήκες της κίνησης του καπιταλισμού, ειρηνικές ή όχι, να μην παρηγορηθούν οι λαοί για την πείνα που τους μαστίζει με την «πάντως νοητή» μελλοντική φάση της «υπεργεωργίας» προκειμένου να αποσοβηθεί και σε αυτή την περίπτωση το ίδιο πολιτικό καθήκον;

Ούτε λέξη, ούτε εδώ ούτε στη συνέχεια, για το «εφικτό» ή το «ανέφικτο» της σοσιαλιστικής επανάστασης είτε στις «νοητές» συνθήκες του «υπεριμπεριαλισμού» είτε στις «νοητές» συνθήκες της «υπεργεωργίας». Ο μόνη λέξη (ιδίως για όποιον γνωρίζει συνολικότερα το έργο του Λένιν στη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου) είναι για το «εφικτό» και το απόλυτα αναγκαίο της σοσιαλιστικής επανάστασης τώρα και εδώ:

Το νόημα της θεωρίας του Κάουτσκι είναι «η πιο αντιδραστική παρηγόρια των μαζών με τις ελπίδες ότι είναι δυνατόν να υπάρχει διαρκής ειρήνη στις συνθήκες του καπιταλισμού, με την απόσπαση της προσοχής τους από τις οξυμένες αντιθέσεις και τα ακανθώδη προβλήματα της σύγχρονης εποχής και τον προσανατολισμό της προσοχής τους προς τις απατηλές προοπτικές κάποιου δήθεν νέου μελλοντικού ‘‘υπεριμπεριαλισμού’’. Εξαπάτηση των μαζών – εκτός από αυτό, απολύτως τίποτε άλλο δεν υπάρχει στη ‘‘μαρξιστική’’ θεωρία του Κάουτσκι» (σελ. 138, τα έντονα δικά μου)…

Οι «νεκρές αφαιρέσεις του ‘‘υπεριμπεριαλισμού’’ […] εξυπηρετούν αποκλειστικά έναν υπεραντιδραστικό σκοπό: ν’ αποσπάσουν την προσοχή από το βάθος των αντιθέσεων που υπάρχουν…» (σελ. 110, τα έντονα του Λένιν).

Η καλύτερη απάντηση «…είναι ν’ αντιπαραθέσουμε σ’ αυτές τη συγκεκριμένη οικονομική πραγματικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας» (ό.π.)… Εννοείται: και τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτήν.

Τρίτο,  οι «‘‘καθαρά οικονομικές’’ συνθήκες της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου, σαν μιας ιστορικά συγκεκριμένης εποχής που ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα»,  έρχονται σε αντίθεση  με τα συμπεράσματα που βγαίνουν αν λέγοντας «καθαρά οικονομική άποψη εννοούμε μια ‘‘καθαρά’’ αφηρημένη έννοια…» Αν «καθαρά οικονομική άποψη» σημαίνει «μια ‘‘καθαρά’’ αφηρημένη έννοια», «…τότε όλα όσα μπορούμε να πούμε καταλήγουν στη θέση: η ανάπτυξη οδηγεί προς τα μονοπώλια, συνεπώς προς ένα παγκόσμιο μονοπώλιο, προς ένα παγκόσμιο τραστ» (σελ. 109)…

Όμως αυτή η «καθαρά αφηρημένη» ανάπτυξη  προσκρούει στις ίδιες της τις αντιθέσεις, ή το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να πούμε για να περιγράψουμε τις θέσεις που αναπτύσσει ο Λένιν γύρω από το «πραγματοποιήσιμο» ή όχι αυτού του «παγκόσμιου τραστ»: αυτή η «καθαρά αφηρημένη» ανάπτυξη αντισταθμίζεται από τις ίδιες της τις αντιφάσεις έως το βαθμό να γίνεται μη πραγματοποιήσιμη.

Σχεδόν όλη  η υπόλοιπη κριτική του Λένιν στον καουτσκικό «υπεριμπεριαλισμό» (σελ. 109-115 και 136-140), πηγάζει από την ανάλυση στις συνθήκες του καπιταλισμού, στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού του σταδίου, των όρων που διέπουν τις ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στα μονοπώλια και ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη για το μοίρασμα μεταξύ τους των οικονομικών και πολιτικών σφαιρών επιρροής:

«…Οι χωρίς περιεχόμενο φλυαρίες του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό ενθαρρύνουν, ανάμεσα στ’ άλλα, τη βαθιά λαθεμένη σκέψη, που χύνει νερό στο μύλο των απολογητών του ιμπεριαλισμού, τη σκέψη ότι τάχα η κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου εξασθενίζει την ανισομετρία και τις αντιθέσεις μέσα στην παγκόσμια οικονομία, ενώ στην πραγματικότητα τις δυναμώνει…» (σελ. 110)

…Η πραγματικότητα των υπαρκτών διεθνών σχέσεων καταδείχνει  «την τεράστια ποικιλομορφία των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, την άκρα δυσαναλογία στην ταχύτητα ανάπτυξης των διαφόρων χωρών κλπ., τη λυσσαλέα πάλη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη»…  «Τα διεθνή καρτέλ, που ο Κάουτσκι τα βλέπει σαν έμβρυα του «υπεριμπεριαλισμού» […] μας προσφέρουν ένα παράδειγμα για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα του κόσμου, για το πέρασμα από το ειρηνικό μοίρασμα στο μη ειρηνικό και αντίστροφα»… «Το χρηματιστικό κεφάλαιο της Αμερικής κι άλλων χωρών που μοίρασε ειρηνικά όλο τον κόσμο, με τη συμμετοχή της Γερμανίας, […] ξαναμοιράζει τώρα τον κόσμο με βάση τους νέους συσχετισμούς των δυνάμεων, που μεταβάλλονται με τρόπο ολωσδιόλου μη ειρηνικό: Το χρηματιστικό κεφάλαιο και τα τραστ δεν αδυνατίζουν, μα δυναμώνουν τις διαφορές στην ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται τα διάφορα τμήματα της οικονομίας. Και μια και άλλαξαν οι συσχετισμοί των δυνάμεων, τότε πού βρίσκεται η δυνατότητα στις συνθήκες του καπιταλισμού να λυθούν διαφορετικά οι αντιθέσεις, αν όχι με τη βία; […] Στα πλαίσια του καπιταλισμού ποιο άλλο μέσο μπορεί να υπάρχει, εκτός από τον πόλεμο για την εξάλειψη της αναντιστοιχίας ανάμεσα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη συσσώρευση κεφαλαίου, από την μια μεριά, και στο μοίρασμα των αποικιών και των «σφαιρών επιρροής» του χρηματιστικού κεφαλαίου, από την άλλη;» (σελ. 112-115).

Και παρακάτω:

«Ας υποθέσουμε ότι […] οι ιμπεριαλιστικές χώρες συνάπτουν συμμαχία, η μια ενάντια στην άλλη, με σκοπό να υπερασπίσουν ή να επεκτείνουν τις κτήσεις, τα συμφέροντα και τις «σφαίρες επιρροής» τους στα […] ασιατικά κράτη. Αυτές θα είναι «διιμπεριαλιστικές» ή «υπεριμπεριαλιστικές» συμμαχίες. Ας υποθέσουμε ότι όλες οι ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις συγκροτούν μια συμμαχία για το «ειρηνικό» μοίρασμα των παραπάνω ασιατικών χωρών. Αυτό θα είναι ένα «διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο». Έμπρακτα παραδείγματα μιας τέτοιας συμμαχίας υπάρχουν στην ιστορία του 20ού αιώνα […]». Όμως, «[…] στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν είναι νοητή άλλη βάση για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής, συμφερόντων αποικιών κ.ά., εκτός από τη βάση που υπολογίζει τη δύναμη των χωρών που συμμετέχουν στο μοίρασμα, τη γενική οικονομική, τη χρηματιστική, τη στρατιωτική κλπ. δύναμη. Η δύναμη όμως δεν αλλάζει ομοιόμορφα στις χώρες που συμμετέχουν στο μοίρασμα, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων της βιομηχανίας και χωρών»… Δίνοντας μια περίληψη της συνέχειας με δικά μου λόγια: Είναι, λοιπόν, εντελώς ακατανόητο να προϋποθέτει κανείς ότι ύστερα από καμιά δεκαριά χρόνια θα έμενε αμετάβλητος ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις. Η δύναμή τους αλλάζει, και αλλάζει ανισόμετρα, ανομοιόμορφα. Η αλλαγή της δύναμης σημαίνει αλλαγή της μοναδικής βάσης πάνω στην οποία έγινε το προηγούμενο μοίρασμα, και δημιουργία μιας νέας βάσης, ενός νέου υπολογισμού της δύναμης των ανταγωνιστών, πάνω στην οποία πρέπει μεταξύ τους ο κόσμος να ξαναμοιραστεί.  Γι’ αυτό και όλες αυτές οι μερικές ή γενικές συμμαχίες των ιμπεριαλιστικών χωρών στην καπιταλιστική πραγματικότητα «αποτελούν απλώς αναπόφευκτες ‘‘ανάπαυλες’’ ανάμεσα στους πολέμους. Οι ειρηνικές συμμαχίες προετοιμάζουν τους πολέμους και με τη σειρά τους ξεπηδούν από τους πολέμους, καθορίζοντας η μία την άλλη, γεννώντας τη διαδοχή των μορφών της ειρηνικής και τη μη ειρηνικής πάλης πάνω στο ίδιο ακριβώς έδαφος των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και των αμοιβαίων σχέσεων της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας πολιτικής…» (σελ. 138-140).

Αυτή είναι η απάντηση του Λένιν στον Κάουτσκι γύρω από το «πραγματοποιήσιμο» ή όχι τού νοητού του «υπεριμπεριαλισμού». Αυτά είναι και τα «έτοιμα» και «ανεπαρκή» για τα οποία γίνεται λόγος, και με την συγκεκριμένη έννοια με την οποία γίνεται λόγος στην εισαγωγή αυτού του κειμένου. Ανεπαρκή όχι σαν απάντηση στον Κάουτσκι το 1915. «Ανεπαρκή», όμως, εφόσον δεν ελεγχθεί ξανά η αντιστοιχία τους με τη σημερινή πραγματικότητα·  «ανεπαρκή» πέρα από το πεδίο το οποίο καλύπτουν, πέρα δηλαδή από το ζήτημα του πραγματοποιήσιμου του λεγόμενου «υπεριμπεριαλισμού» ή όχι, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες μιας ιστορικά συγκεκριμένης εποχής είτε αυτή ανάγεται στις αρχές του 20ου είτε στις αρχές του 21ου αιώνα· ανεπαρκή δηλαδή ως απάντηση γύρω από κάθε άλλο ζήτημα όπως το ζήτημα του «εφικτού» της σοσιαλιστικής επανάστασης κάτω από τις συνθήκες οποιασδήποτε «νοητής» ή πραγματικής «νέας φάσης του καπιταλισμού», κάτω από τις «νοητές» συνθήκες του «υπεριμπεριαλισμού» είτε κάτω από τις νοητές ή πραγματικές συνθήκες του «διακρατικού ιμπεριαλισμού εντός του οποίου επιλύονται οργανικά οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις».

– Τέταρτο, ένα ακόμα: «Η συγκάλυψη των πιο βαθιών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού από τον Κάουτσκι, συγκάλυψη που μετατρέπεται αναπότρεπτα σε εξωραϊσμό του ιμπεριαλισμού, δε γίνεται χωρίς ν’ αφήσει ίχνη και στην κριτική των πολιτικών ιδιοτήτων του ιμπεριαλισμού που κάνει ο συγγραφέας αυτός. Ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων, που παντού έχουν την τάση προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία. Αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, όξυνση στο έπακρο των αντιθέσεων και σ’ αυτό τον τομέα – να το αποτέλεσμα αυτών των τάσεων. Ιδιαίτερα οξύνεται επίσης η εθνική καταπίεση και η τάση προς τις προσαρτήσεις, δηλαδή προς την παραβίαση της εθνικής ανεξαρτησίας (γιατί η προσάρτηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά παραβίαση της αυτοδιάθεσης των εθνών). […] όχι μόνο στις χώρες που ανακαλύφτηκαν τελευταία, αλλά και στις παλιές, ο ιμπεριαλισμός οδηγεί σε προσαρτήσεις, στο δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης και συνεπώς και στην ένταση της αντίστασης».  (σελ. 140-142)

Ο εξωραϊσμός του ιμπεριαλισμού στην πραγματική «σχετική τιμή» του δεν μπορεί παρά να έχει σαν συνέπεια και τον εξωραϊσμό του στην νοητή «απόλυτή» του τιμή. Κι αυτή η τελευταία, η «από καθαρά οικονομική άποψη νοητή» από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο, η κυριαρχία ενός ιμπεριαλιστικού κράτους ή μιας ομάδας κρατών, ενός καπιταλιστικού μονοπωλίου ή μιας ομάδας μονοπωλίων πάνω σε όλο τον κόσμο, πάνω σε όλα τα έθνη, πάνω σε όλους τους λαούς και πάνω στις καταπιεζόμενες τάξεις στο εσωτερικό τους, αυτό δηλαδή που ο Κάουτσκι αποκαλεί «υπεριμπεριαλισμό», δεν θα μπορούσε παρά να είναι, όχι «μια νέα φάση του καπιταλισμού», αλλά η «νοητά» οριστική, «τελική» φάση ανάπτυξης του ιμπεριαλιστικού του σταδίου. Δεν θα μπορούσε παρά σε οποιαδήποτε μορφή της να είναι, όχι η εντός του καπιταλισμού άρση ή άμβλυνση των ανταγωνιστικών συμφερόντων,  αλλά η γενική εκδήλωση, στην απόλυτη τιμή τους, των γενικών χαρακτηριστικών  του ιμπεριαλισμού: Τάση προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία, αντίδραση σε όλη τη γραμμή κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, όξυνση στο έπακρο των αντιθέσεων και σ’ αυτό τον τομέα, δηλαδή όξυνση στο έπακρο της ταξικής καταπίεσης, δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης σε «νέες» και σε «παλιές» χώρες και συνεπώς ένταση της αντίστασης.

Επομένως και στις «νοητές» συνθήκες του «υπεριμπεριαλισμού», με άλλα λόγια και στις «τελικές» συνθήκες όπου με «μια ‘‘καθαρά’’ αφηρημένη έννοια», ίσως και με μια α-νόητη έννοια, οδηγεί η ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού, η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν, όπως και είναι, αναγκαία και εφικτή. Και μάλιστα υπό τους ίδιους όρους: Τους όρους του ιμπεριαλισμού στην απόλυτη τιμή τους.

Εδώ θα μπορούσε να τελειώνει αυτή η ανάρτηση, αν πέρα από κάθε «καθαρά οικονομική άποψη» και πέρα από κάθε «καθαρά αφηρημένη έννοια», δεν απέμενε και η σχέση τους με την σημερινή πραγματικότητα…

*** * ***

Τα δυο τελευταία σημεία (το τρίτο και το τέταρτο) της κριτικής  του Λένιν στον Κάουτσκι, ταυτίζονται με το περιεχόμενο του άρθρου του «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (Στη συλλογή, Λένιν Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ. 162, ΣΕ), γραμμένο σχεδόν ταυτόχρονα με τον «Ιμπεριαλισμό», το 1915:

«Από την άποψη των οικονομικών όρων του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της εξαγωγής κεφαλαίων και του μοιράσματος του κόσμου από τις «προηγμένες» και «πολιτισμένες» αποικιακές δυνάμεις, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες…» -το τρίτο σημείο- «…είτε είναι αντιδραστικές»το τέταρτο σημείο (Για το σύνθημα…, σελ. 163)…

Ή αντιδραστικές γιατί με την έννοια των δυνατών προσωρινών συμφωνιών ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη μπορεί  ως συμφωνία των Ευρωπαίων καπιταλιστών να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, αλλά: «Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού τον σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες ενάντια στην Ιαπωνία και στην Αμερική» (Για το σύνθημα…, σελ. 166)…

…Ή απραγματοποίητες, για τους ίδιους λόγους που είναι απραγματοποίητος και ο κατά Κάουτσκι «υπεριμπεριαλισμός»: «Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης στις συνθήκες του καπιταλισμού θα ισοδυναμούσαν με συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών. […] Στον καπιταλισμό όμως δεν μπορεί να υπάρξει άλλη βάση, άλλη αρχή μοιρασιάς, εκτός από τη δύναμη. […] Η δύναμη όμως αλλάζει με την πορεία της οικονομικής εξέλιξης»,  και αλλάζει ανισόμετρα. «Στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι αδύνατη μια ισόμετρη ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών και των διαφόρων κρατών. Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορούν να υπάρχουν άλλα μέσα για την αποκατάσταση από καιρό σε καιρό της παραβιασμένης ισορροπίας, εκτός από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τους πολέμου στην πολιτική» (Για το σύνθημα…, σελ. 165).

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται από τη σύγχρονη πραγματικότητα, με όλες τις διαφορές από την εξέλιξη των οικονομικών σχέσεων στον αιώνα που μεσολάβησε:

Οι «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», είτε σαν Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα το 1951 είτε μετέπειτα σαν ΕΟΚ και στη συνέχεια σαν ΕΕ και Ευρωζώνη, δημιουργήθηκαν σαν συμφωνία των Ευρωπαίων καπιταλιστών για να πνίξουν από κοινού τον σοσιαλισμό στην Ευρώπη: πρώτα από όλα (και μάλιστα από κοινού με τους αμερικανούς και άλλους ανταγωνιστές τους)  τον υπαρκτό σοσιαλισμό – σε αυτό δεν τα κατάφεραν άσχημα όλοι αυτοί, αν και δεν μπορούν να περηφανεύονται ότι τα κατάφεραν «μόνοι τους»- και επίσης το  κίνημα των εργαζόμενων στις ευρωπαϊκές χώρες για το σοσιαλισμό…

Και, ταυτόχρονα, για να αντιμετωπίσουν από κοινού τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, «συμμαχικών» ή όχι: ως πριν 25 χρόνια τον ανταγωνισμό στα «στατικά» και «περιορισμένα» πλαίσια που επέτρεπε η ύπαρξη του διεθνούς σοσιαλιστικού συστήματος αλλά και το ίδιο το επίπεδο, οι σταδιακά εξαντλούμενοι όροι, της μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης…   Και ύστερα, στον ανταγωνισμό της κούρσας που έχουν αποδυθεί όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα (είτε εντός των «συμμαχιών» τους είτε σαν μεμονωμένα κράτη) για την οικονομική και πολιτική «κατάκτηση» όλου του γήινου πεδίου που μετά το 1990 «απελευθερώθηκε» για την καπιταλιστική εκμετάλλευση…

Η ανισομετρία στην ανάπτυξη των κρατών της ΕΕ (μεταξύ όλων και όχι μόνο μεταξύ «μικρών» και «μεγάλων»), το ίδιο και η ανισομετρία μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων, είναι ορατή. Το ίδιο ορατή είναι και η ανάπτυξη των ανταγωνισμών τους. Την ανισομετρία εντείνει, επίσης, η καπιταλιστική ανάπτυξη των λιγότερο αναπτυγμένων οικονομιών μιάς σειράς χωρών, την οποία ο ιμπεριαλισμός την προκαλεί και την επιταχύνει…

Οι ιμπεριαλιστικές πολεμικές επεμβάσεις αποτελούν εκτός των άλλων και εκδηλώσεις του ανταγωνισμού ανάμεσα στα κράτη που συμμετέχουν σε αυτούς ακόμα και σαν «σύμμαχοι». Τα περιθώρια των συμμαχιών και συμβιβασμών ανάμεσά τους γίνονται όλο και πιο στενά: Το είδος της εξελισσόμενης σύγκρουσης σε Ιράκ και Συρία είναι χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη, καθώς στο πλαίσιό της όλοι σχεδόν οι «σύμμαχοι» είναι ταυτόχρονα μεταξύ τους και αντίπαλοι ως προς τις βλέψεις και τις επιδιώξεις τους κι όλα σχεδόν τα αντίπαλα μέρη είναι και «σύμμαχα» στο πλαίσιο της αντιπαλότητας όλων με όλους…

Από την ίδια άποψη, επίσης, των όλο και πιο στενών περιθωρίων, είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη του ιδεολογικού «σχήματος» της «Ευρώπης των δυο (ή και περισσότερων) ταχυτήτων»: Αυτό που πριν 3-4 δεκαετίες ήταν η ανομολόγητη πραγματικότητα, η διατυπωμένη μόνο από το στόμα των αρνητών του «ευρωμονόδρομου» των μονοπωλίων, αυτό που δεν έπαυε μέχρι χθες να συγκαλύπτεται -όλο και πιο άτεχνα βέβαια- από τα ιδεολογήματα περί κοινού ευρωπαϊκού σπιτιού των λαών κλπ, σήμερα προβάλλεται από τα πιο επίσημα χείλη των «μηχανοδηγών» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού σαν διαπίστωση ή και σαν όραμα για το μέλλον. Αρκούν μερικοί μόνο ειδησεογραφικοί τίτλοι:

8 Ιουνίου 2012, Μέρκελ: «Έχουμε ήδη μια Ευρώπη των δύο ταχυτήτων»

10 Ιουλίου 2012, Ο Ολάντ υπερασπίζεται μια «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων»

6 Φεβρουαρίου 2013, Ο Ολάντ (των «πολλών ταχυτήτων») λέει «όχι σε Ευρώπη δυο ταχυτήτων ή αλα καρτ συμπεριφορές»

6 Ιουνίου 2013, Ευρώπη δύο ταχυτήτων «βλέπει» ο Σρέντερ

22 Μαΐου 2014, Ευρώπη δύο ταχυτήτων επιθυμεί ο Σαρκοζί

19 Σεπτεμβρίου 2012, «Είμαστε έτοιμοι να πούμε ότι υποστηρίζουμε μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων, στην οποία το γάλλο-γερμανικό δίδυμο να έχει το προβάδισμα, ιδιαίτερα στο θέμα της ενεργειακής μετάβασης» λέει ο Φρανσουά Ολάντ

*

Ό,τι θα μπορούσε ή μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τα παραπάνω, όχι τα σχετικά με την αντιδραστικότητα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» του 1915 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2014, αλλά τα σχετικά με το απραγματοποίητό της ή με άλλα λόγια τα σχετικά με την προσωρινότητα που «πρέπει» να έχει η συμφωνία των Ευρωπαίων καπιταλιστών, οφείλονται σε δυο ταυτόχρονα παράγοντες:

Ο ένας είναι «εμπειρικός» και ανάγεται στην ως τα τώρα διάρκεια της συμφωνίας των ευρωπαϊκών μονοπωλίων είτε ως ΕΟΚ είτε ως ΕΕ κλπ, κι επίσης στη διάρκεια της συμμαχίας μεταξύ ΕΕ – ΗΠΑ που κάνει κι αυτούς τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις να εμφανίζονται σαν απλές μετοχικές επιχειρήσεις. Θα έμενε όμως απόλυτα ελλιπής ο «εμπειρισμός» αυτός, αν δεν λάβαινε υπόψη το γεγονός ότι στο σύνολό της αυτή η συμμαχία ήταν από κάθε άποψη αναγκαστική στις δεκαετίες του «ψυχρού πολέμου» και ότι, επίσης, η «έκβαση» του τελευταίου δημιούργησε ένα περιθώριο επίσης δεκαετιών για το μοίρασμα αμοίραστης ιμπεριαλιστικής λείας λίγο-πολύ στο μισό μήκος και πλάτος της υδρογείου. Θα έμενε ακόμη ελλιπής,  αν δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τις οξείες αντιθέσεις και ανταγωνισμούς που μέσα από τις ιμπεριαλιστικές πολεμικές επεμβάσεις εκδηλώνονται όχι μόνο ανάμεσα σε αντίπαλους συνασπισμούς αλλά και στο εσωτερικό των «συμμαχικών» οργανισμών, και, στη δεύτερη περίπτωση, όχι μόνο μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ ή των χωρών της ΕΕ, αλλά και μεταξύ χωρών της ΕΕ που ταυτόχρονα μπορεί να συνασπίζονται εναντίον κοινών ανταγωνιστών τους. Πόσο «οργανική» μπορεί να θεωρηθεί αυτού του είδους η «επίλυση» των αντιθέσεων;

Ο δεύτερος παράγοντας ανάγεται ακριβώς στην «καθαρά οικονομική άποψη», ακόμα και στην «‘‘καθαρά’’ αφηρημένη έννοια», στη βάση της οποίας, «τότε όλα όσα μπορούμε να πούμε καταλήγουν στη θέση: η ανάπτυξη οδηγεί προς τα μονοπώλια, συνεπώς προς ένα παγκόσμιο μονοπώλιο, προς ένα παγκόσμιο τραστ» (σελ. 109)...

Θα μπορούσε ίσως να ειπωθεί κι αλλιώς: Όσο στον ένα πόλο της γενικής και αξεπέραστης αντίφασης του καπιταλισμού αυξάνεται το μέγεθος της ατομικής ιδιοποίηση της παραγωγής απέναντι στον αντίθετο πόλο τού όλου και πιο κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής, τόσο η «αύξηση» του πρώτου πόλου εκφράζεται με την όλο και μεγαλύτερη  μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής, και τόσο η συγκέντρωση της παραγωγής, η συγκέντρωση της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να έχει την τάση να εκφράζεται και με τη συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας. Παραμένει όμως και σήμερα αυτή η άποψη «καθαρά αφηρημένη», όσο δεν λαβαίνει υπόψη όλους αυτούς τους ίδιους παράγοντες που και σήμερα –με σημερινούς όρους- την αντισταθμίζουν…

Και πέρα από αυτό, όσο δεν λαβαίνει υπόψη το ότι η ιμπεριαλιστική συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας δεν είναι υλοποιήσιμη τόσο με τη μορφή της συμμαχίας όσο με τη μορφή της κατίσχυσης. Ίσα-ίσα, όσο οι ιμπεριαλιστικές συμμαχίες διατηρούνται τόσο ανάμεσα στον κάθε εταίρο τους θα εμφανίζεται η αναγκαιότητα της κατίσχυσής του επί των άλλων σαν αναγκαίος όρος της ανταγωνιστικής τους συνύπαρξης ο οποίος ταυτόχρονα την υπερβαίνει…

Σε κάθε περίπτωση, με όποια μορφή κι αν πραγματώνονται τα αποτελέσματα της οξυνόμενης αυτής αντίφασης, δεν μπορεί παρά να είναι μορφή γενικής όξυνσης όλων των αντιθέσεων που πηγάζουν από αυτή: Παρόλο που έστω και σαν «νοητό» ένα τέτοιο «τελικό» αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι «νοητό» στην πραγματικότητα ως αποτέλεσμα ενός, δυο, τριών μεγάλων ιμπεριαλιστικών πολέμων και μιας πολλαπλής αναμόρφωσης των συμμαχιών στο πλαίσιό τους, ωστόσο η υπερεθνική κυριαρχία των μονοπωλίων, είτε «μονοκρατορική» είτε «διακρατική» στη κορφή της, σαν έκφραση του βαθμού της ατομικής ιδιοποίησης της παραγωγής και συγκέντρωσης της οικονομίας, δεν μπορεί παρά να έρχεται σε αντίθεση με κάθε τάση προερχόμενη από την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής και εκφραζόμενη σαν τάση για πολιτική και εθνική ελευθερία και διεθνιστική συνένωση των λαών, σαν τάση αντιστοίχησης του τρόπου ιδιοποίησης της παραγωγής με το βαθμό κοινωνικοποίησής της. Οι όροι όλων των αντιθέσεων που είναι χαρακτηριστικοί για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού παραμένουν οι ίδιοι. Αυτό που μεταβάλλεται και αυξάνεται είναι η όξυνσή τους.

*

Το θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα δεν βρίσκεται στα, από αντικειμενική ή υποκειμενική άποψη, σχετικά περιορισμένα όρια των δυνατοτήτων πρόβλεψης του αποτελέσματος της πάλης όλων αυτών των αντίρροπων πραγματικοτήτων και τάσεων, δηλαδή στη μερική αβεβαιότητα για το βαθμό επίδρασης της μιας ή της άλλης, για τον βαθμό κατά τον οποίο επικρατεί η από κοινού εκμετάλλευση του κόσμου και για το βαθμό κατά τον οποίο επικρατεί η πάλη ανάμεσα στους εκμεταλλευτές του. Ένα τέτοιο ξεδιάλυμα θα ήταν έτσι ή αλλιώς αδύνατο σε «καθαρά» θεωρητικό πεδίο, έξω δηλαδή από την ανάπτυξη των πραγματικών αντιθέσεων και των συνεπειών τους, και έξω από την πάλη ενάντια στην κυριαρχία των μονοπωλίων και την καπιταλιστική εκμετάλλευση στο συγκεκριμένο επίπεδο της ανάπτυξης όλων αυτών…

Το πρόβλημα βρίσκεται στη θεωρητική και πρακτική παράδοση εφόσον η πραγματική κίνηση τείνει, πραγματικά ή φαινομενικά, να ξεπερνά εν μέρει (και δεν μπορεί παρά πάντα να ξεπερνά εν μέρει) τους χθεσινούς  θεωρητικούς και πρακτικούς όρους. Βρίσκεται, και αυτό είναι υπόκλιση στον οπορτουνισμό, στην παραδοχή της «ανάπτυξης» του ιμπεριαλιστικού καπιταλιστικού σταδίου (δηλαδή της ανάπτυξης όλων των όρων αποσύνθεσης – σαπίσματος του καπιταλιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού) ζωγραφισμένης με τα «ειδυλλιακά» χρώματα της παλέτας ενός σοσιαλδημοκράτη πριν από 100 χρόνια. Βρίσκεται στην -εξαιτίας αυτής της παραδοχής- θεωρητική (και τότε επίσης αναπόδραστα πρακτική) παραίτηση  από την επανάσταση που είναι εφικτή, αναγκαία και αναπόφευκτη για τη λύση της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και το «περίβλημα» της ατομικής οικονομίας και της ατομικής ιδιοκτησίας:

«…περίβλημα που δεν ανταποκρίνεται πια στο περιεχόμενο, περίβλημα που αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να σαπίσει, αν αναβληθεί τεχνητά ο παραμερισμός του, περίβλημα που μπορεί να παραμένει σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα (στη χειρότερη περίπτωση, αν η θεραπεία του οπορτουνιστικού αποστήματος τραβήξει σε μάκρος), που αναπόφευκτα όμως θα παραμεριστεί.»   (σελ. 148)

Advertisements

4 Σχόλια on “Τριλογία του Δόκτωρος Νο. 3] Του «υπεριμπεριαλισμού»”

  1. Ο/Η Cos λέει:

    Κατά την άποψη μου υπάρχει σήμερα μια σημαντική διαφορά σε σχέση με την εποχή του Λένιν: η δυνατότητα του πυρηνικού πολέμου. Οι ιμπεριαλιστές δεν μπορούν (ή πιθανώς δεν μπορούν) πλέον να λύσουν τα προβλήματα τους με πόλεμο μεταξύ τους, φοβούνται και οι ίδιοι έναν πόλεμο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρήση πυρηνικών όπλων. Ταυτόχρονα βρίσκονται μπροστά σε ένα αναμφισβήτητο γεγονός: ένα αμερικάνικο μονοπώλιο μπορεί να έχει πλέον συμφέροντα ίδιου μεγέθους στις ΗΠΑ και στην Κίνα και αντίστροφα ένα κινέζικο ή ένα ευρωπαϊκό. Επομένως η καταστροφή με στρατιωτικά μέσα του αντιπάλου πιθανώς να μην είναι επιθυμητή.
    Τι κάνουν λοιπόν; Μεταθέτουν τους στρατιωτικούς πολέμους καθαρά έξω από τα σύνορα τους (τα οποία μπορεί και να μην είναι σταθερά σε σχέση με τους «αδύναμους κρίκους») και προσπαθούν να μοιράσουν ξανά τον κόσμο μέσα από τους οικονομικούς πολέμους. Με συνεχείς και ολοένα αυξανόμενες εξαγωγές κεφαλαίων, με ολοένα και μεγαλύτερη καταλήστευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών των τρίτων χωρών για δικό τους όφελος και σε βάρος των άλλων ιμπεριαλιστών. Ταυτόχρονα, κάποιες στιγμές, μέσα από τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα «τραβάει το χαλί» ο ένας στον άλλο. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουν στην εξουθένωση και στην εκ νέου «αποικιοποίηση» του μέχρι σήμερα αντίπαλου ιμπεριαλιστή.
    Όπως και να έχει, κανένας «υπεριμπεριαλισμός», κανένας «διακρατικός ιμπεριαλισμός» και καμία «οργανική επίλυση» των ενδοιμπεριαλιστκών αντιθέσεων, δεν αναιρούν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού και την ταξική πάλη. Όποια ανάλυση και αν κάνουμε στον χαρακτήρα της εποχής (εποχή υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού), δεν μπορεί να οδηγεί σε συμπεράσματα για «ώριμες» και «ανώριμες» συνθήκες, για «εφικτά» και «ανέφικτα», για δυνατότητα σοσιαλιστικής επανάστασης ΜΟΝΟ σε συνθήκες στρατιωτικού πολέμου ή ΜΟΝΟ σε «τρίτες χώρες». Κάτι τέτοιο είναι πριν από όλα αναίρεση του μαρξισμού και του ρόλου του επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος της εργατικής τάξης.

  2. Ο/Η marasagis λέει:

    Η δημοσίευση άργησε λόγω απουσίας μου.
    Επί της ουσίας του σχολίου, νομίζω πως τα περιγραφόμενα σε αυτό ως προς τις μορφές του ανταγωνισμού είναι πράγματα που -έστω σε άλλα μεγέθη και κλίμακες- γίνονταν και πριν εκατό και πριν εβδομήντα χρόνια.
    Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο, ίσως αργότερα όταν θα έχω λίγο χρόνο.

    • Ο/Η Cos λέει:

      Βεβαίως και οι μορφές του ανταγωνισμού είναι οι ίδιες. Νομίζω όμως ότι έχουν προστεθεί κάποια στοιχεία, ποσοτικά και ποιοτικά (πυρηνικά, πλήρης κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, επέκταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στο ανώτερο στάδιο της σε πρώην αποικίες, Κίνα δηλαδή κλπ.) που, χωρίς να αλλάζουν τις μορφές ανταγωνισμού, περιορίζουν τις δυνατότητες χειρισμού των πραγμάτων από τους ιμπεριαλιστές. Δεν ξέρω αν ένας παγκόσμιος πόλεμος μπορεί πλέον να είναι επιλογή τους, όπως μπορούσε να είναι πριν 70 χρόνια.

      • Ο/Η marasagis λέει:

        Νέα στοιχεία υπάρχουν, όπως αυτά που λες;
        Η καπιταλιστική ανάπτυξη σε χώρες μη-αναπτυγμένες ως σχετικά πρόσφατα. Τι θα μπορούσαμε να πούμε γι’ αυτό; Επέκταση του «συστήματος» ανισόμετρης μεταβολής της δύναμης. Εμφάνιση νέων κέντρων με σοβαρές αξιώσεις στη διανομή των αγορών, κέντρων επίσης που παίζουν ένα ρόλο στη διαμόρφωση συμμαχιών και αντιπαλοτήτων; Που οι ανταγωνίστριες δυνάμεις προσπαθούν, επίσης, να περιορίσουν κατά το δυνατό την επέκτασή τους; Κι αυτά κάτω από συνθήκες μεγαλύτερης αλληλοδιείσδυσης «εθνικών» κεφαλαίων που το καθένα γυρεύει επίσης ερείσματα πολιτικού ελέγχου στον τόπο όπου δραστηριοποιείται;

        Για την «πλήρη κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου» θα έλεγα ότι σωστότερο είναι «»πλήρης (;) κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου» (δηλαδή της σύμφυσης τραπεζικού – βιομηχανικού – εμπορικού), «πλήρης» και με την έννοια όχι μόνο της οικονομικής κυριαρχίας του αλλά και της κοινωνικής – πολιτικής κυριαρχίας του, του καθορισμού της κοινωνικής ανάπτυξης με τους δικούς του συγκεντρωμένους όρους χρηματικής συσσώρευσης. Άραγε…

        Τώρα, σχετικά με τα πυρηνικά, νομίζω ότι τα κοινά ανθρώπινα μέτρα είναι τόσο διαφορετικά από τα μέτρα των κέντρων αποφάσεων των ιμπεριαλιστών, ώστε θα ήμουν πολύ επιφυλακτικός στο να θεωρήσω ότι αποτελούν γι’ αυτούς αξεπέραστο πρόβλημα ως προς τα όρια των μορφών του ανταγωνισμού τους.

        Εν πάση περιπτώσει όπως έγραφα και στην ανάρτηση, τουλάχιστον ως προς τις προσωπικές μου δυνατότητες, ένα συνολικό ξεδιάλυμα (δηλαδή το να πει κανείς ότι τα έχει επιτέλους όλα χειροπιαστά) θα ήταν έτσι ή αλλιώς αδύνατο σε «καθαρά» θεωρητικό πεδίο, έξω δηλαδή από την ανάπτυξη των πραγματικών αντιθέσεων και των συνεπειών τους, και έξω από την πάλη ενάντια στην κυριαρχία των μονοπωλίων και την καπιταλιστική εκμετάλλευση στο συγκεκριμένο επίπεδο της ανάπτυξης όλων αυτών…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s