Αν ο τελικός στόχος είναι «τίποτα», τότε κανένας στόχος δεν είναι «κάτι»…

Η παρούσα ανάρτηση είναι γραμμένη «με την πρώτη», πλην από ελάχιστες και επουσιώδεις αλλαγές που υπέστη μ’ ένα ξανακοίταγμα πριν απ’ το «κλικ» στη «δημοσίευση». 

Σαφώς και με δυο – τρία «χτενίσματα» θα μπορούσε να λέει «τα ίδια» με τα μισά λόγια, μόνο που ενδεχομένως «τα ίδια» δεν θα ήταν τα ίδια και τα «μισά λόγια» μπορεί να ήταν μισόλογα.

Προκειμένου να αποφύγω τέτοιου είδους λειάνσεις και στρογγυλέματα, τη δημοσιεύω έτσι όπως είναι, ακατέργαστη, γεμάτη γωνίες και αγκίθες (αν δεν απατώμαι).

***

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας λίβελος κατά του λαού.

Ένας κακός μεταφραστής θα μπορούσε να μεταφράσει την παραπάνω πρόταση ως εξής: «Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν ένας αντιλαϊκός λίβελος».

Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν αντιλαϊκός ο λίβελος. Αντιλαϊκές ήταν οι ελογικές επιλογές του λαού στις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Κι αυτό που διαφοροποιεί το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών από άλλα, παλιότερα εκλογικά αποτελέσματα,  είναι ότι για πρώτη φορά σε αυτές τις εκλογές, το κεντρικό δίλημμα δεν βρισκόταν στην «παραδοσιακή» δικομματική εναλλαγή των χρόνων πριν την καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια, ούτε και σε μια γενικόλογη δυνατότητα διεξόδου από τα σημερινά αδιέξοδα όπως στις εκλογές του Γενάρη και του 2012. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών ήταν  ένα τραχύ, για πρώτη φορά αφτιασίδωτο, στην πραγματικότητα απογυμνωμένο από «καλολογικά στοιχεία», ωμό κι απερίφραστο πολιτικό δίλημμα ανάμεσα στην ανυπακοή και την πειθάρχηση. Ανάμεσα στην αποδοχή των κάθε λογής (αριστερώνυμων ή δεξιώνυμων) εκπροσώπων, «εξωραϊστών», απολογητών και διαχειριστών της αντιλαϊκής πολιτικής, της καθοριζόμενης από το πραγματικό, υπαρκτό και όχι ιδεατό, σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας, από τη μια, και στην ανοιχτή απόρριψη ενάντια και στο σύστημα της εκμεταλλευτικής κυριαρχίας και στην πολιτική του και στους εκπροσώπους, απολογητές και διαχειριστές της. Το κεντρικό δίλημμα αυτών των εκλογών δεν βρισκόταν στην επιλογή ανάμεσα στον καλό και στον κακό δήμιο των λαϊκών δικαιωμάτων. Βρισκόταν  στην επιλογή ανάμεσα σ’ όλους τους δήμιους των λαϊκών δικαιωμάτων, από τη μια, και σε μια στοιχειώδη και ανοιχτή (δηλαδή εκλογική) αγωνιστική στάση προάσπισης αυτών των δικαιωμάτων, αντίστασης στο ποδοπάτημά τους, προοπτικής για την αντιστροφή του συσχετισμού των δυνάμεων.

Απέναντι σε αυτό το κεντρικό πολιτικό δίλημμα μπορούν να υπάρξουν ποικίλες αιτιολογήσεις της λαϊκής «εκλογικής συμπεριφοράς». Αυτό που δεν μπορεί να υπάρξει  είναι η οποιαδήποτε δικαιολόγησή της μέσω των πολλών και διάφορων αιτιολογήσεών της: Οποιαδήποτε τέτοια δικαιολόγηση θα ήταν μια δήθεν «φιλολαϊκή» κολακεία, και μάλιστα κολακεία ανιστόρητη: Στα νεώτερα ιστορικά χρόνια δεν είναι ούτε ένα ούτε δυο τα παραδείγματα, στην Ελλάδα και στον κόσμο, όπου η παθητικότητα των λαών απέναντι στις δυνάμεις της χειραγώγησής τους, επέφερε τις χείριστες συνέπειες για τους ίδιους τους λαούς. Θα ήταν, επιπλέον, κολακεία των πιο αρνητικών χαρακτηριστικών της ατομικής και συλλογικής συνείδησης τη στιγμή που αυτά επιχειρείται να μετατραπούν σε μόνιμα και διαρκή χαρακτηριστικά της:

Η πολιτική υπεκφυγή, αυτή η υπεκφυγή από τα καθήκοντα που θέτει στον καθένα ο «αντιμέτωπος» εξωτερικός κόσμος, για την εκδήλωση και την εδραίωσή της προϋποθέτει την ενσυνείδητη εσωτερίκευσή της. Απαιτεί από τον άνθρωπο την υπεκφυγή από τον ίδιο του τον εαυτό. Απαιτεί και προϋποθέτει την απομάκρυνση των ατόμων από τον συνειδησιακό τους πυρήνα που τα καθιστά ενεργητικά ιστορικά υποκείμενα, τη συνεχή τους συνειδησιακή παρέκκλιση από αυτόν τον πυρήνα, προς τον «τελικό στόχο» της εσωτερικής τους μεταμόρφωσης σε παθητικά αντικείμενα της ιστορίας μαθημένα να παρακάμπτουν την εξαπάτησή τους εξαπατώντας τον εαυτό τους και κατόπιν εξαπατώντας ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί τη συλλογική τους ύπαρξη. Η ενσυνείδητη πολιτική υπεκφυγή απαιτεί και προϋποθέτει την παράκαμψη του εξωτερικού ψεύδους μέσω της εσωτερικής του οικειοποίησης, το ψέμμα για να γίνει αποδεκτό απαιτεί από τον άνθρωπο να γίνει ο ίδιος ψεύτης, στην αρχή απέναντι στον εαυτό του, έπειτα απέναντι στους άλλους, εωσότου το ενσυνείδητο ψεύδος «ανυψωθεί» στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης καταβαραθρώνοντάς την. Κι αν ο φασισμός εκφράζει την επιδίωξη της ενεργητικής στρατολόγησης του λαού ενάντια στον εαυτό του, η διάχυση του οπορτουνισμού (διότι για αυτον πρόκειται) από την πολιτική στην κοινωνία μέσω των αθροιζόμενων ατομικών ψυχισμών, αποτελεί σαν αντίστροφη όψη του νομίσματος τη μορφή της παθητικής στρατολόγησης του λαού στη στρατηγική του συστήματος των εκμεταλλευτών του.

Αυτό, είναι το  τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει»: Η διαφθορά των ανώτερων κύκλων του είναι το «λιγότερο» από τα χαρακτηριστικά του. Η αποσύνθεση εκτείνεται σε όλο το πεδίο της καπιταλιστικής κοινωνίας (καπιταλισμός = κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, και «σαπίλα» του καπιταλισμού = «σαπίλα» του κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού) και επισφραγίζεται όταν διεισδύσει στα άτομα, όταν τα άτομα εσωτερικεύουν σαν δική τους την κοινωνική αποσύνθεση, όταν «εν ημίν» σκηνώσουν οι «κηλίδες» της κοινωνικής αποσύνθεσης με μορφή ατομική. Αυτό είναι το τελικό προϊόν του «καπιταλισμού που σαπίζει», κι αυτός είναι ο στρατηγικός «τελικός στόχος» της εκμεταλλευτικής εξουσίας, ο τελικός της στόχος που πίσω από την οικονομική επίτευξη των οικονομικών του δεικτών κρύβει την επίτευξη ενός ακόμα προϋποτιθέμενου δείκτη: του δείκτη της ατομικής και κοινωνικής πειθάρχησης των καταπιεζόμενων.

Γι’ αυτήν, για την εξουσία των εκμεταλλευτών, ο «τελικός στόχος» της είναι το παν.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί ότι το ικανότερο εργαλείο για την πραγματοποίηση του στόχου αυτού είναι ο οπορτουνισμός, οι πολιτικές και κομματικές του εκφράσεις, οι ιδεολογικές μορφές του που τα γενικά του συστατικά επιχειρούν να τα καταστήσουν κεντρικά και κυρίαρχα συνειδησιακά- ψυχολογικά συστατικά των ατομικών στάσεων και συμπεριφορών: τι είναι ο οπορτουνισμός αν όχι μια δίχως τέλος ενσυνείδητη υπεκφυγή από την πρόκληση του προκείμενου, μια δίχως τέλος υπεκφυγή με οικοδομημένο για τις ανάγκες της ένα ολόκληρο πολιτικό, ιδεολογικό, συνειδησιακό-ψυχικό σύστημα;

Κι από τη στιγμή που η λαϊκή ψήφος, κάτω από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες συνθήκες των εκλογών της  20ης Σεπτέμβρη, αποδέχθηκε, οικειοποίηθηκε, ενσυνείδητα παρακάμπτοντας την πλαστότητά του, το «αριστερό» (βλ. ΣΥΡΙΖΑ) και «πατριωτικό» (βλ. ΑΝΕΛ) άλλοθι που προσφέρθηκε στον καθένα άνθρωπο για να αποποιηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ευθύνη του για τη ζωή του, από αυτή τη στιγμή κι έπειτα δεν στέκονται απέναντι αλλά στέκονται πάνω από αυτό το κεντρικό στοιχείο της λαϊκής ψήφου, σαν ομπρέλα, οι κλασικές «αντικειμενικές» ερμηνείες της: οι αρνητικοί συσχετισμοί, ο πολιτικά «περιορισμένος» χαρακτήρας του «αστικού» εκλογικού δικαιώματος, οι «εκβιασμοί», οι «ανεπαρκείς» προγραμματικές επεξεργασίες, τα μεταβατικά ή όχι μεταβατικά προγράμματα, ο βαθμός εξειδίκευσης της γενικότητας κλπ κλπ, ερμηνείες που κινδυνεύουν να μετατραπούν σε «τεχνοκρατικές» κοινοτοπίες, και σε φαύλο κύκλο ανάμεσα στο αίτιο και στο αποτέλεσμα, εφόσον δεν αναδεικνύουν ένα κεντρικό διακύβευμα της περιόδου που διανύουμε, έναν ουσιαστικό, ενεργητικό και «εκ των ουκ άνευ» παράγοντα, το φιλότιμο και τη λεβεντιά σαν απαιτήσεις πρώτα από όλα του καθένα απέναντι στον εαυτό του.

Τα παραπάνω αποτελούν μόνο την εισαγωγή για όσα ακολουθούν, με αφορμή μια ανάρτηση που έτυχε να διαβάσω, με τίτλο: «Από τον περήφανο λαό στον υποταγμένο;»

Και για να κλείνω με την εισαγωγή: Τα όσα γράφονται παραπάνω, όπως και τα γραφόμενα στην προηγούμενη ανάρτηση, αποτελούν φυσικά μια γενίκευση εντός της οποίας εντάσσονται (ή και δεν εντάσσονται)  ποικίλες συγκεκριμένες ατομικές πολιτικές στάσεις. Αποτελεί, όμως, ευθύνη του καθενός, να τοποθετήσει την ατομική του πολιτική στάση απέναντι στο ίδιο του το «Εγώ» και να αντιπαραβάλλει την αλήθεια και το ψέμμα της πολιτικής στάσης του με την αλήθεια και το ψέμμα του «Εγώ» του. Χωρίς αυτή την αντιπαραβολή δεν πρόκειται να αποφύγει την βαθμιαία προσωπική παρέκκλιση ως το σημείο όπου ο χθεσινός και σημερινός του εαυτός άυριο θα του φαίνεται αγνώριστος, κι ο αυριανός του εαυτός θα είναι κομμένος και ραμμένος  στα μέτρα του έτοιμου κουστουμιού που προορίζουν για τον καθένα ξεχωριστά και κατ’ επέκταση για όλους μαζί οι μηχανισμοί του συστήματος της εκμετάλλευσης, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ιδεολογίας, οι μηχανισμοί επιβολής της κυρίαρχης ψυχολογίας στο βαθμό που μπορεί κανείς να εκφραστεί έτσι…

***

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τώρα τα παραπάνω γενικόλογα και ψυχολογικά, κι ας περάσουμε σε μερικά καθαυτό πολιτικά ζητήματα:

Ο «συμβιβασμός» της υποταγής, δηλαδή η υποταγή εμφανιζόμενη  σαν συμβιβασμός, σαν κάτι το «ενδιάμεσο» μεταξύ υποταγής και αντίστασης, ώστε με το πλαστό άλλοθι του «ενδιάμεσου» ενσυνείδητα να πραγματώνεται η επιλογή της υποταγής, αυτή εδώ την ιστορικά καθορισμένη στιγμή, όχι μόνο αποτέλεσε και αποτελεί ηθικό αποφρονηματισμό, ηθικό τσαλάκωμα ενός κόσμου που ως πρόσφατα εμφάνιζε διαθέσεις σύγκρουσης με τη «νέα κατοχή», την «απώλεια της εθνικής κυριαρχίας», την κυριαρχία «των τραπεζιτών», την πολιτική της «λιτότητας», την «πρόταση των δανειστών», ή όπως αλλιώς κατανοούσε ο καθένας την σύνθλιψη ως και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων του και του ήδη «λιτού» βιοτικού του επιπέδου για την επιβολή ενός καθεστώτος οικονομικής αποστέρησης και πολιτικής καταπίεσης… Όχι μόνο, αντ’ αυτών, αποτέλεσε και αποτελεί επιλογή αποδοχής της οικονομικής αποστέρησης ως «αναπόφευκτης», και της πολιτικής καταπίεσης ως ανύπαρκτης εφόσον, δήθεν, δεν υπάρχει καταπίεση στην περίπτωση της προϊούσας «εθελούσιας» υποταγής και συμμόρφωσης «προς τα υποδείξεις» και τα προκατασκευασμένα διλήμματα που υπαγορεύουν οι μηχανισμοί της χειραγώγησης… Όχι μόνο, επίσης, είχε και έχει  σαν συνέπεια την παραχώρηση, προς αυτούς τους μηχανισμούς χειραγώγησης, ικανού χρόνου για να κλείσουν την λαβίδα τόσο ώστε και «την άλλη φορά» να βρουν μπροστά τους κλειστή τη λαβίδα όσοι αυταπατόνται ότι, μέσω της υποταγής στη χειραγώγησή τους, «αύριο» τάχα θα μπορέσουν να ξεγλυστρίσουν από τη χειραγώγηση…

…Αλλά, που είναι και το «κυριότερο» από «πολιτική» άποψη, αποτέλεσε και αποτελεί αποποίηση της αφετηρίας και του δρόμου προς τη μοναδική οικονομική και κοινωνική διέξοδο για το λαό, της αφετηρίας και του δρόμου που κατά αναπόδραστη αναγκαιότητα περνά μέσα από την άρνηση, την απόρριψη των δεσμών, την απελευθέρωση από τα δεσμά της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, «υλική μορφή» της οποίας κυριαρχίας αποτελούν εν προκειμένω οι μηχανισμοί του «ευρωατλαντισμού», το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, το ΔΝΤ κλπ…

…Αποδεικνύοντας, ότι αν ο «τελικός στόχος» δεν είναι τίποτα και το «κίνημα» είναι το «παν», τότε δεν είναι τίποτα κανένας-μα-κανένας στόχος και το κίνημα μετατρέπεται σε «τίποτα» και αυτό.

Το κίνημα δεν μπορεί να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά, δεν μπορεί καν να ξέρει ποιό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο βήμα μπροστά, αν αυτό το ένα, αυτό το πρώτο κάθε φορά βήμα δεν προσδιορίζεται και δεν καθορίζεται από τη διαδρομή ανάμεσα στις συντεταγμένες του παρόντος και τις συντεταγμένες του τελικού στόχου. Αν το ιστορικά δρον υποκείμενο, αυτό το ένα βήμα και τη διαδρομή που αυτό χαράζει, δεν τα αντικρίζει ταυτόχρονα από την οπτική γωνία του παρόντος κι από την οπτική γωνία του τελικού στόχου.  Κι από την άλλη πλευρά, αυτός ο τελικός στόχος, όσο κι αν είναι θεωρητικά διατυπωμένος στις βασικές και κύριες γραμμές του περιεχομένου του, δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, δεν είναι απλά ένα θεωρητικό «αίτημα», αλλά οι προϋποθέσεις του και η αναγκαιότητά του αναβλύζουν διαρκώς από κάθε πόρο των σημερινων κοινωνικών σχέσεων, όπως από  κάθε τους πόρο αναβλύζει κι η διαρκής αντιδραση, η διαρκής ιστορική οπισθοδρόμηση.

Οι υπαρκτές επιλογές είναι πολύ λίγες. Μόνο δυο: Είτε ο όλο και πιο κοινωνικός χαρακτήρας της οικονομικής παραγωγής, χάρη στην συνειδητή κινητοποίηση των εργαζομένων θα παραμερίσει την όλο και περισσότερο ατομική ιδιοποίηση της παραγωγής, και θα αντιστοιχηθεί με σχέσεις κοινωνικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής…  Είτε η κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, θα συνεχίσει να επιβάλλει την εκμεταλλευτική εξουσία όλο και πλατύτερα όλο και βαθύτερα, σε κάθε κύτταρο των κοινωνικών σχέσεων, του σχηματισμού της κοινωνίας, της ζωής των ατόμων, σέρνοντας πίσω της και σπρώχνοντας μπρος της φτώχια, εξαθλίωση, ολόπλευρη κοινωνική αποσύνθεση («σαπίλα»), αντιλαϊκή βία, ολόκληρες εποχές πολέμων… [*] Ήδη άλλωστε….

Η μεγάλη οπορτουνιστική υπεκφυγή από αυτό το μοναδικό πραγματικό δίλημμα, πραγματοποιείται με τη μέθοδο των μικρών ή λίγο μεγαλύτερων καθημερινών υπεκφυγών, με τη μέθοδο των υπεκφυγών γύρω από το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος, με τη μέθοδο της θεωρητικής και πρακτικής δήθεν τεκμηρίωσης των μικρών και των μεγάλων υπεκφυγών είτε από το κάθε ένα «μόνο» βήμα είτε από τον τελικό στόχο, με τη μέθοδο της διαρκούς απομάκρυνσης από αυτό το σταθερό σημείο αναφοράς, αυτό το «τίποτα» του τελικού στόχου, για χάρη της οποίας απομάκρυνσης το κάθε ένα «μόνο» βήμα του κινήματος «οφείλει» να είναι βήμα πραγματικής παρέκκλισης από το ένα «μόνο» βήμα που θα έπρεπε να είχε γίνει. Και που θα έπρεπε να είχε γίνει  όχι για τις θεωρητικές ανάγκες του «τελικού στόχου», αλλά για τις άμεσες ανάγκες για τις οποίες αυτό το ένα «μόνο» βήμα καλείται να πραγματοποιηθεί. Και για τις οποίες άμεσες ανάγκες δεν μπορεί παρά να είναι βήμα όχι απομάκρυνσης από-, αλλά βήμα κατεύθυνσης προς τον τελικό στόχο που αναβλύζει μέσα από τις ίδιες αυτές τις άμεσες ανάγκες.

Διαφορετικά δεν μπορει να είναι παρά βήμα προς την αντίδραση και την ιστορική οπισθοδρόμηση. Το πόσο λοιπόν «περήφανος» ή το πόσο «υποταγμένος» είναι ο λαός δεν κρίνεται από την ιδέα που θέλει να έχει ο ίδιος για τον εαυτό του ούτε από την ιδέα που θέλει να έχει γι’ αυτόν ο οποιοσδήποτε. Κρίνεται από την κατεύθυνση του κάθε ενός «μόνο» βήματός του,  κι ακόμη περισσότερο από το βαθμό που ενσυνείδητα (ή όχι) πληρώνεται (ο καθένας ξεχωριστά και αθροιστικά σαν σύνολο) με την ψευδαισθηση της «ηρεμίας» που προσφέρει η ευθυγράμμιση με τις υποτείνουσες της υποταγής στην εξουσία, για να πουλήσει, με αυτό το αντίτιμο, στην εξουσία τα συνειδησιακά, ιδεολογικά, πολιτικά συστατικά της ίδιας του της υποταγής.

Από εκεί και πέρα ή μάλλον: πέρα από εκεί, θα μπορούσε πράγματι να γίνει μια συζήτηση για το αν θα «μας αφήσουνε» ή «δεν θα μας αφήσουνε» και για τι ακριβώς μπαίνει ζήτημα να μας «αφήσουνε» ή να μη μας «αφήσουνε»,

για το αν υπάρχει ποτέ περίπτωση να θελήσουν να μας «αφήσουνε» σε οποιαδήποτε των περιπτώσεων κάνουμε ένα παραμικρό βήμα εξόδου από το μονόδρομο της υποταγής μας,

για το ποιες επομένως προϋποθέσεις πρέπει να εκπληρωθούν, για να αντιταχθούν εκπληρωμένες και αποτελεσματικά σε αυτή τη θέλησή «τους»,

για το πώς η εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων πρέπει από τώρα να οικοδομείται και για το πόσο «μακριά» βρίσκονται οι όροι του ερωτήματος «αν θα μας αφήσουνε», από τους τωρινούς όρους κάτω από τους οποίους πρέπει να αρχίσει η οικοδόμηση της εκπλήρωσης αυτών των  προϋποθέσεων,

για το ότι δεν συμπίπτει σε κανένα της σημείο η διαδικασία εκπλήρωσης αυτών των προϋποθέσεων με τη διαδικασία συνειδησιακής – πολιτικής χειραγώγησης του λαού,

για το ότι οι «λάθος» ερωτήσεις (π.χ. των δημοψηφισμάτων ή της εκάστοτε τηλεοπτικής επικαιρότητας) διατυπώνονται με προορισμό την είσπραξη «λάθος» απαντήσεων, για το ότι η «σωστή» απάντηση σε μια λάθος ερώτηση είναι «σωστή» μόνο υποκειμενικά θεωρημένη (όπως π.χ. μόνο υποκειμενικά θεωρημένη από τον καθένα είναι «σωστή» και η στάση του της αποχής) και γι’ αυτό -για να μετατρέψουμε το σωστό «για εμάς» σε σωστό για όλους- πρέπει να δίνουμε τις σωστές απαντήσεις  χωρίς να μας ρωτάνε και δίνοντας τις σωστές απαντήσεις να επιβάλλουμε τις σωστές ερωτήσεις,

για το ότι το παιχνίδι με τις (περισότερο ή λιγότερο πετυχημένες) λεκτικές διατυπώσεις  δεν μπορεί να συσκοτίσει το γεγονός πως οι συνεπείς πολιτικές (και όχι οι χρονικά πρωθύστερες) προϋποθέσεις αντιμετώπισης κρίσιμων και πολιτικά κομβικών ζητημάτων όπως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνίστανται στην ανατροπή της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, δηλαδη στην ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, στην κατοχή της κοινωνίας επί των παραγωγικών δυνάμεων (και όχι το αντίθετο) οι οποίες πλέον επιδέχονται μόνο την κοινωνική διεύθυνση,  στην [προσθήκη μιας λέξης 30-9-2015: μονομερή] διαγραφή του χρέους,

για το ότι η ίδια αυτή η αποδέσμευση  από την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ταυτίζεται ήδη από σήμερα, από τώρα, με την αποδέσμευση από τους ιδρυτικούς της κανόνες της μονοπωλιακής αγοράς, της ελευθερίας του καπιταλιστικού ανταγωνισμού  και της ελευθερίας κίνησης του κεφαλαίου που θεμελιώνονται πάνω στις, όχι «νομικές», νομοτέλειες του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού (ανισομετρία, μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου από τα μονοπώλια και τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη),

για το ότι επομένως η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους κανόνες της, που εγγυόνται την γενική ελευθερία του κεφαλαιου και την γενική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου,  δεν μπορεί παρά να αποτελεί ουσιώδες συστατικό των διεκδικήσεων του κινήματος σε κάθε πραγματικό καθημερινό ένα «μόνο» βήμα του,

για το ότι από αυτό το καθημερινό ένα «μόνο» βήμα έως την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων το ζήτημα αυτής της αποδέσμευσης αποτελεί μια ολόκληρη διαδικασία εντός της οποία το εθνικό νόμισμα μπορεί να εντάσσεται μόνο σαν στιγμή της, υποταγμένη στους όρους της, και χωρίς σε τίποτα να μπορεί να την υποκαθιστά,

για το ότι το «εθνικό νόμισμα» από κάθε άλλη άποψη δεν αποτελεί παρά επιλογή επιβαλλόμενη εξίσου όσο επιβάλλεται και το ευρώ (και ενδεχομένως και από τις ίδιες δυνάμεις) και για το ότι στην περίπτωση επιβολής μιας τέτοιας επιλογής, στην περίπτωση μιας τέτοιας «στιγμής»  έξω από αυτή τη διαδικασία και την πραγματική της ανάπτυξη, το «εθνικό νόμισμα» δεν υποτάσσεται στους όρους αυτής της διαδικασίας αλλά -το μόνο- θέτει την επιτακτική ανάγκη της ανάδειξης των ορων της, πράγμα που έχει πολύ μεγάλη διαφορά,

για το ότι δεν υπάρχουν δοτές «παγκόσμιες λύσεις» για τα προβλήματα των λαών και για το ότι οι λύσεις έρχονται σαν διεθνείς ή παγκόσμιες μόνο σαν αποτέλεσμα της λαϊκής πάλης στη βάση της ιστορικά δοσμένης βαθμίδας της κοινωνικής τους ανάπτυξης και οργάνωσης, για το ότι αυτή η βαθμίδα είναι σήμερα η εθνική, για το ότι μόνο πάνω σε αυτή τη βαθμίδα μπορεί να οικοδομηθεί ο διεθνισμός των εργαζομένων και των λαών, για το ότι οι εμφανιζόμενες ως «υπερεθνικές» (και εσχάτως π.χ. «γερμανικές») καπιταλιστικές «ολοκληρώσεις» δεν υποτάσσονται σε καμία άλλη νομοτέλεια πέρα από τη «νομοτέλεια» της αντιδραστικής φύσης του ιμπεριαλισμού σε όλη τη γραμμή. [**] 

Για το ότι, μετά από όλα αυτά, μόνο εφόσον η διαδρομή, η σχέση, ανάμεσα στο κάθε επόμενο ένα «μόνο» βήμα του και στον τελικό στόχο είναι η μοναδική διαδρομή, η μοναδική σχέση που το καθορίζει, τότε και μόνο τότε, μπορεί να είναι και το κίνημα το ίδιο όχι  «τίποτα» αλλά το παν.

*

*

[*] «…ο πόλεμος παρατείνεται και απειλεί να εξελιχθεί σε ολόκληρη εποχή πολέμου!», Λένιν, «Απάντηση στον Κίεβσκι (Γ. Πιατακόφ)», 1916

[**] «Μια που οι πολιτικές ιδιομορφίες του ιμπεριαλισμού είναι η αντίδραση σ’ όλη τη γραμμή και το δυνάμωμα της εθνικής καταπίεσης, συνδυασμένα με το ζυγό της χρηματιστικής ολιγαρχίας και με την εξάλειψη του ελεύθερου συναγωνισμού…», Λένιν, Ο ιμπεριαλισμός…, ΣΕ, σελ. 129

Advertisements

One Comment on “Αν ο τελικός στόχος είναι «τίποτα», τότε κανένας στόχος δεν είναι «κάτι»…”

  1. Ο/Η nikosms λέει:

    Μερικες φορες λαυρες κριτικες κατα (ή υπερ) του υποταγμενου (ή περηφανου) «λαου» μου θυμιζουν ενα κειμενο που διαβασα καποτε «Η Αριστεα και ο κακος Λυκος» (Κασδαγλης) οπου συναντωνται δυο «αριστεροι», ενας «αναθεωρητης» και ενας «κομμουνιστης». Συναντωνται στο ιδιο σουπερ μαρκετ ψωνιζοντας τα «ιδια» αλλα λεγοντας «αλλα». Υποκρισια θα πει κανεις.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s