Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα

Αρχικά ήθελα ο τίτλος αυτής της ανάρτησης να είναι: «Προφητικά λόγια: Ο Λένιν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», κατ’ αντιστοιχία της ανάρτησης εδώ. Όμως για να μη δημιουργηθεί έστω η υπόνοια της θεωρητικής αυθαιρεσίας προς χάρη της «επισκεψιμότητας» ή του «εντυπωσιασμού», τελικά για τον τίτλο της ανάρτησης διάλεξα από το κείμενο του Λένιν μια φράση, η οποία αφορούσε το τότε «απίθανο αλλά δυνατό» μελλοντικό ενδεχόμενο ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη…  . Όσο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσέγγιση θα επιχειρηθεί κατά την πορεία του άρθρου. Το οποίο, όμως,  δεν περιορίζεται σε αυτό το ζήτημα, αλλά επεκτείνεται στις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν γύρω από τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918, και ενώ το κεντρικό ζήτημα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου. Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Λένιν, στο πλαίσιο της συντροφικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης, δεν θυσίαζε τη θεωρητική ακριβολογία και ορθότητα στο όνομα των «επικαιρικών» αναγκών. Ανάλογη είναι και η περίπτωση της «απάντησης στον Κίεβσκι» που γραμμένη  επίσης μέσα στη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου και έξι μόνο μήνες πριν την επανάσταση του Φλεβάρη ή  δεκατέσσερις μόλις μήνες πριν την επανάσταση του Οκτώβρη, κατέκρινε με θεωρητική σφοδρότητα την παραίτηση από την πάλη για τη δημοκρατία και για την εθνική αυτοδιάθεση σαν σύμπτωμα «εξουθένωσης από τον πόλεμο» και σαν «ολοκληρωτική παράδοση στον οπορτουνισμό». Ας μη γελαστεί κανείς νομίζοντας ότι η επιμονή αυτή του Λένιν είχε σαν κίνητρο την εμμονή του σε κάποια θεωρητική «ορθότητα» και «καθαρολογία». Αντίθετα, η ιδεολογική αυτή επιμονή  ενάντια στις «αριστερές» θέσεις, ακριβώς τη στιγμή που σε πρώτο πλάνο βρισκόταν η ανάγκη της πιο πραγματικά «αριστερής» απάντησης ενάντια στον σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνιστικό συμβιβασμό, αποτελούσε απαραίτητο θεωρητικό – ιδεολογικό συστατικό του εξοπλισμού της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης στη γη και της νικηφόρας έκβασής της την επόμενη κιόλας «μέρα». 

Εν προκειμένω, η ανάρτηση αυτή αποτελείται από την παράθεση ολόκληρου του εκτεταμένου αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους», γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, και παρμένο από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197).

Σε δεύτερο μέρος (ελπίζω σύντομα…), ακολουθεί η δική μου προσέγγιση στις επεξεργασίες του Λένιν. Κι αν από την δική μου αυτή προσέγγιση μπορεί ενδεχομένως κανείς να ζημιωθεί, μέχρι τότε από την μελέτη του αποσπάσματος του Λένιν κανείς δεν πρόκειται να χάσει, αντίθετα έχει να κερδίσει πάρα πολλά:

***

Από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους» γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197)

«…Ο Γιούνιους έχει απόλυτο δίκιο όταν υπογραμμίζει την αποφασιστική επίδραση των «ιμπεριαλιστικών συνθηκών» στο σημερινό πόλεμο, όταν λέει ότι πίσω από τη Σερβία στέκεται η Ρωσία, ότι «πίσω από το σερβικό εθνικισμό στέκεται ο ρώσικος ιμπεριαλισμός», ότι η συμμετοχή, λ.χ., της Ολλανδίας στον πόλεμο θα ήταν επίσης ιμπεριαλιστική, γιατί, πρώτο, θα υπεράσπιζε τις αποικίες της και, δεύτερο, θα ήταν σύμμαχος ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού.  Αυτό είναι αναμφισβήτητο σχετικά με το σημερινό πόλεμο. Κι όταν ο Γιούνιους υπογραμμίζει εδώ ιδιαίτερα ότι γι’ αυτόν την πρώτιστη σημασία την έχει η πάλη ενάντια στο «φάντασμα του εθνικού πολέμου», «που δεσπόζει σήμερα πάνω στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική» (σελ. 81), δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι οι συλλογισμοί του είναι και σωστοί και απόλυτα στη θέση τους.

Θα ήταν λάθος μόνο αν υπέρβαλε κανείς αυτή την αλήθεια, αν παρέκκλινε από τη μαρξιστική απαίτηση να είμαστε συγκεκριμένοι, αν μετέφερε την εκτίμηση του σημερινού πολέμου σε όλους τους πιθανούς μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού πολέμους, αν ξεχνούσε τα εθνικά κινήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το μοναδικό επιχείρημα για την υπεράσπιση της θέσης: «Δεν μπορούν να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» είναι το γεγονός ότι ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα «μεγάλες»  ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, ότι γι’ αυτό το λόγο κάθε πόλεμος, έστω κι αν στην αρχή είναι εθνικός, μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστικό, θίγοντας τα συμφέροντα μιας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις ή ενός από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς (σελ. 81 της μπροσούρας του Γιούνιους).

Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι λαθεμένο. Φυσικά μια από τις βασικές θέσεις της μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια στη φύση και στην κοινωνία είναι συμβατικά και κινητά, ότι δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο που να μην μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να μετατραπεί στην αντίθεσή του. Ο εθνικός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε ιμπεριαλιστικό και αντίστροφα. Παράδειγμα: Οι πόλεμοι της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης άρχισαν ως εθνικοί και ήταν τέτοιοι. Οι πόλεμοι αυτοί ήταν επαναστατικοί: Υπεράσπιση της μεγάλης επανάστασης ενάντια στο συνασπισμό των αντεπαναστατικών μοναρχιών. Όταν όμως ο Ναπολέοντας δημιούργησε τη γαλλική αυτοκρατορία, υποδουλώνοντας μια σειρά από καιρό συγκροτημένα, μεγάλα, βιώσιμα, εθνικά κράτη της Ευρώπης, τότε οι εθνικοί πόλεμοι της Γαλλίας μετατράπηκαν σε ιμπεριαλιστικούς, που γέννησαν με τη σειρά τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ενάντια στον ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα.

Μόνο ένας σοφιστής θα μπορούσε να σβήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό και στον εθνικό πόλεμο, στηριζόμενος στο ότι ο ένας μπορεί να μετατραπεί στον άλλο. Η διαλεκτική χρησίμευε πολλές φορές -και στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας- ως γέφυρα προς τη σοφιστική. Εμείς όμως παραμένουμε διαλεκτικοί καταπολεμώντας τις σοφιστείες, όχι με την άρνηση της δυνατότητας κάθε μετατροπής γενικά αλλά με τη συγκεκριμένη ανάλυση της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της.

Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.

Παρακάτω. Οι εθνικοί πόλεμοι, από μέρους των αποικιών και μισοαποικιών, δεν είναι απλώς πιθανοί αλλά και αναπόφευκτοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις αποικίες και τις μισοαποικίες (Κίνα, Τουρκία, Περσία) ζουν περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, δηλαδή πάνω από το μισό πληθυσμό της Γης. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εδώ είτε είναι ήδη πολύ ισχυρά είτε αναπτύσσονται και ωριμάζουν. Κάθε πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Η συνέχιση της εθνικοαπελευθερωτικής πολιτικής των αποικιών θα είναι αναπόφευκτα εθνικοί πόλεμοι από μέρους τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρόμοιοι πόλεμοι μπορούν να οδηγήσουν σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο των σημερινών «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, μπορούν όμως και να μην οδηγήσουν, αυτό εξαρτάται από πολλά περιστατικά.

Παράδειγμα: Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού). Η Γαλλία νικήθηκε και έχασε ένα μέρος των αποικιών της. Ύστερα από μερικά χρόνια αρχίζει ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος των Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής μόνο ενάντια στην Αγγλία. Η Γαλλία και η Ισπανία, που και οι ίδιες εξακολουθούσαν να κατέχουν εδάφη των σημερινών Ηνωμένων Πολιτειών, από εχθρότητα προς την Αγγλία, δηλαδή ξεκινώντας από τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα, συνάπτουν σύμφωνο φιλίας  με τις Πολιτείες που ξεσηκώθηκαν ενάντια στην Αγγλία. Τα γαλλικά στρατεύματα μαζί με τα αμερικανικά χτυπούν του Άγγλους. Έχουμε μπροστά μας έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, στον οποίο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός είναι ένα στοιχείο δευτερεύον, χωρίς σοβαρή σημασία – το αντίθετο από εκείνο που βλέπουμε στον πόλεμο 1914- 1916 (το εθνικό στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν έχει σοβαρή σημασία σε σύγκριση με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που τα καθορίζει όλα). Από δω φαίνεται πόσο ανόητο θα ήταν να εφαρμόζει κανείς την  έννοια του ιμπεριαλισμού σχηματικά, βγάζοντας απ’ αυτήν  το συμπέρασμα ότι είναι «αδύνατοι» οι εθνικοί πόλεμοι. Ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, λ.χ., μιας συμμαχίας της Περσίας, της Ινδίας και της Κίνας ενάντια σε τούτες ή εκείνες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι απόλυτα δυνατός και πιθανός, γιατί απορρέει από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα αυτών των χωρών και η μετατροπή ενός τέτοιου πολέμου σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στις σημερινές ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις θα εξαρτηθεί από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά και θα ήταν αστείο να δίνει εγγύηση κανείς ότι θα επέλθουν οπωσδήποτε αυτά τα περιστατικά.

Τρίτο, ακόμη και στην Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρούνται αδύνατοι οι εθνικοί πόλεμοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. «Η εποχή του ιμπεριαλισμού» έκανε το σημερινό κόσμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα (όσο δε θα έχουμε σοσιαλισμό) νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των σημερινών μεγάλων Δυνάμεων, η «εποχή» όμως αυτή δεν αποκλείει καθόλου τους εθνικούς πολέμους, λ.χ., από μέρους των μικρών (ας υποθέσουμε των προσαρτημένων ή των εθνικά καταπιεζόμενων) κρατών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, όπως δεν αποκλείει και τα εθνικά κινήματα σε μεγάλη κλίμακα στην ανατολική Ευρώπη.

Σχετικά με την Αυστρία, λόγου χάρη, ο Γιούνιους κρίνει τα πράγματα πολύ λογικά, παίρνοντας υπόψη όχι μόνο το «οικονομικό» αλλά και το ιδιόμορφο πολιτικό στοιχείο, σημειώνοντας την «εσωτερική έλλειψη βιωσιμότητας της Αυστρίας», αναγνωρίζοντας ότι «η μοναρχία των Αψβούργων δεν είναι πολιτική οργάνωση ενός αστικού κράτους αλλά απλώς ένα αδύνατα δεμένο συνδικάτο, που το σύναψαν μερικές κλίκες κοινωνικών παρασίτων» και ότι «η διάλυση της Αυστροουγγαρίας είναι ιστορικά απλώς η συνέχιση της διάλυσης της Τουρκίας και ταυτόχρονα είναι απαίτηση του ιστορικού προτσές ανάπτυξης».

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία. Και σε περίπτωση μεγάλης εξάντλησης των «μεγάλων» Δυνάμεων στο σημερινό πόλεμο ή σε περίπτωση νίκης της επανάστασης στη Ρωσία είναι απόλυτα δυνατοί οι εθνικοί πόλεμοι, ακόμη και οι νικηφόροι. Στην πράξη η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων είναι πραγματοποιήσιμη όχι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αυτό από τη μια μεριά. Και από την άλλη, όταν κρίνουν «ασυλλόγιστα» ότι ο πόλεμος ενός μικρού κράτους ενάντια σ’ ένα γίγαντα δεν έχει ελπίδες επιτυχίας, πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι κι ένας πόλεμος χωρίς ελπίδες επιτυχίας είναι επίσης πόλεμος.. έπειτα ορισμένα φαινόμενα στο εσωτερικό των «γιγάντων» -λόγου χάρη, η έναρξη της επανάστασης- μπορούν να μετατρέψουν τον πόλεμο «χωρίς ελπίδες επιτυχίας» σε πόλεμο με πολύ μεγάλες «ελπίδες επιτυχίας».

Σταθήκαμε λεπτομερειακά στο λάθος της θέσης ότι δήθεν «δεν μπορούν  στο εξής να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» όχι μόνο επειδή είναι ολοφάνερα λαθεμένη από θεωρητική άποψη. Θα ήταν βέβαια πολύ λυπηρό αν οι «αριστεροί» άρχιζαν να δείχνουν αμέλεια απέναντι στη θεωρία του μαρξισμού, σε μια περίοδο που η δημιουργία της ΙΙΙ Διεθνούς είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση του μη εκχυδαϊσμένου μαρξισμού. Αλλά και από πρακτική-πολιτική άποψη το λάθος αυτό είναι πολύ επιζήμιο: Απ’ αυτό πηγάζει η παράλογη προπαγάνδα του «αφοπλισμού», γιατί δήθεν δεν μπορούν να υπάρχουν κανενός είδους πόλεμοι εκτός από τους αντιδραστικούς.. απ’ αυτό πηγάζει η ακόμη πιο παράλογη και άμεσα αντιδραστική αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Μια τέτοια αδιαφορία καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν.» Οι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι μόνο δυνατοί και πιθανοί αλλά είναι αναπόφευκτοι και προοδευτικοί, επαναστατικοί, αν και για την επιτυχία τους απαιτείται βέβαια είτε η συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών (εκατοντάδων εκατομμυρίων στο παράδειγμα της Ινδίας και της Κίνας που πήραμε) είτε ένας εξαιρετικά ευνοϊκός συνδυασμός των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυση της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.) είτε η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη (αυτή η περίπτωση που αναφέρεται τελευταία στην απαρίθμησή μας έρχεται πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου).

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον Γιούνιους για αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Υπογραμμίζει τουλάχιστον ως ένα από τα σφάλματα της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας τη σιωπή της σχετικά με την εκτέλεση για «προδοσία» (προφανώς για απόπειρα εξέγερσης με την ευκαιρία του πολέμου) ενός ηγέτη των ιθαγενών στο Καμερούν, υπογραμμίζοντας σε ένα άλλο σημείο ειδικά (για τους διάφορους κύριους Λέγκιν, Λενς και άλλους παλιανθρώπους που θεωρούνται «σοσιαλδημοκράτες») ότι τα αποικιακά έθνη είναι επίσης έθνη. Δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «ο σοσιαλισμός αναγνωρίζει για κάθε λαό το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας, το δικαίωμα να διαχειρίζεται μόνος τις τύχες του».. ότι «ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού -παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας- χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (σελ. 77 και 78). Συνεπώς, θα έκανε μεγάλο λάθος όποιος θα νόμιζε ότι όλοι οι αριστεροί Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες έπεσαν στη στενοκέφαλη ερμηνεία και στη γελοιογράφηση του μαρξισμού, ως την οποία έφθασαν ορισμένοι Ολλανδοί και Πολωνοί σοσιαλδημοκράτες που αρνούνται την αυτοδιάθεση των εθνών ακόμη και στο σοσιαλισμό…»

Έπεται η συνέχεια

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s