Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2

Στην προηγούμενη ανάρτηση, το πρώτο μέρος, άφησα καθαρό από «απόψεις» το απόσπασμα του Λένιν από το άρθρο του «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους», μη θέλοντας να παρεμβάλω δικές μου «προκαταλήψεις» στην ανάγνωσή του.
Εδώ επιχειρώ μια συνοπτική γενίκευση των κύριων σημείων του αποσπάσματος, με μια απόπειρα «μόλις αγγίγματος» των σύγχρονων αντιθέσεων, και με την επισήμανση ότι εναπόκειται στον αναγνώστη η μη-μετατροπή αυτής της «σύνοψης» των κύριων σημείων από (κατά τη φιλοδοξία μου) βοηθητικό εργαλείο σε όργανο ιδεολογικής αφυδάτωσης και σχολαστικισμού.
Στις «φιλοδοξίες μου» εντάσσεται κι ένα τρίτο, τελευταίο μέρος, με μοναδικό αντικείμενο το σημείο του άρθρου του Λένιν, από το οποίο «έκλεψα» τον τίτλο της ανάρτησης
=============================================================================

Μια προσπάθεια συνοπτικής γενίκευσης των κύριων σημείων του αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους»

1. Το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τους συνασπισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να οδηγεί στην μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ιμπεριαλιστικό, όμως μπορεί και να οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού σε εθνικό πόλεμο, στη «γέννηση» του εθνικού πολέμου μέσα από τον ιμπεριαλιστικό. H μετατροπή (και η δυνατότητα της μετατροπής) του ενός πολέμου στον άλλο δεν καταργεί τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά θέτει την απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της».

2. Σε έναν πόλεμο μπορεί να συνυπάρχουν (να υπάρχουν ταυτόχρονα) ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, και το ζήτημα συνίσταται στο ποιά από τα δυο αποτελούν σε κάθε δοσμένη περίπτωση το κύριο και ποιά το δευτερεύον, ποιο είναι αυτό που στη δοσμένη κατάσταση «τα καθορίζει όλα» και ποιο είναι «χωρίς σοβαρή σημασία» για τον καθορισμό της συνολικής, της γενικής κατάστασης.

3. Παίρνοντας μαζί το (1) και το (2), φτάνουμε σε μια πιο σύνθετη κατάσταση: Έχουμε, από τη μια, τη δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο και αντίστροφα. Έχουμε, από την άλλη, τη δυνατότητα συνύπαρξης σ’ έναν πόλεμο χαρακτηριστικών ιμπεριαλιστικού και εθνικού πολέμου, όπου το ζήτημα συνίσταται στην αναγνώριση του κύριου (που «τα καθορίζει όλα») και του δευτερεύοντος (που είναι «χωρίς σοβαρή σημασία»). Τέλος, μες στη γενική δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται κι η δυνατότητα μετατροπής του κύριου σε δευτερεύον και αντίστροφα. Ένας συνδυασμός δυνατοτήτων και πιθανοτήτων που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά» και την επέλευσή τους ή όχι.

(Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αν πάρουμε το κάθε «είδος» στην θεωρητικά καθαρή του μορφή, θα δούμε ότι σε έναν «καθαρά» ιμπεριαλιστικό πόλεμο λείπει εντελώς το περιεχόμενο του εθνικού πολέμου: Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τους συνασπισμούς τους πολεμούν μεταξύ τους «για τις αποικίες» -στην τυπική ή όποια άλλη τους μορφή,- πολεμούν για το μοίρασμα των πρώτων υλών και των αγορών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου. Αντίθετα σε έναν «καθαρά» εθνικό πόλεμο είναι φανερό ότι αυτός είναι εθνικός από τη μια πλευρά και ιμπεριαλιστικός από την άλλη. Μια, όμως, που κατά κανόνα δεν υπάρχουν «καθαρές» μορφές, η συνύπαρξη των δυο στοιχείων θέτει θέμα αναγνώρισης του κύριου από αυτά για τον καθορισμό της στάσης απέναντι στη συνολική κατάσταση: Αν, λ.χ. στην περίπτωση που, το 1914, το κύριο στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν ήταν το ιμπεριαλιστικό που καθόριζε όλο τον πόλεμο, αλλά το εθνικό, τότε το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της Σερβίας και εναντίον της Αυστρίας, εκτιμώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σαν δευτερεύον στοιχείο. Αν, απ’ την άλλη, στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας το κύριο ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γαλλο-Ισπανών, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να παραμερίσει ως δευτερεύον στη δοσμένη φάση το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και να ταχθεί συνολικά εναντίον αυτού του πολέμου με το σύνθημα της μετατροπής του σε εμφύλιο ταξικό – παρόλο που, βέβαια, η συγκεκριμένη υπόθεση, όταν τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αποτελεί σαφώς ιστορικό αναχρονισμό. Αν πάρουμε τη σημερινή ιστορική φάση, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγκρουση πχ στη Συρία αποτελεί γι’ αυτήν εθνικό πόλεμο (ενάντια, όχι μόνο στις δυνάμεις κρούσης του «θρησκευτικού φανατισμού» κλπ αλλά και κατ’ επέκταση ενάντια στο συνασπισμό ΗΠΑ, ΕΕ, Ισραήλ. Τουρκίας, μοναρχιών της περιοχής που είτε τις στήριξαν και τις στηρίζουν είτε τις αξιοποιούν) και ταυτόχρονα εντάσσεται, αποτελεί μέρος, «επεισόδιο» του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ του παραπάνω συνασπισμού ή της «δύσης» (παρότι, ας πούμε, Ισραήλ, μοναρχίες, Τουρκία είναι «ανατολή») και της Ρωσίας. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα μεταβατικό «επεισόδιο», μια μεταβατική «στιγμή» αυτού του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και η έκβαση αυτού του επεισοδίου, η έκβαση της «στιγμής», θα επηρεάσει και το γενικότερο συσχετισμό των δυνάμεων στο πλαίσιο του, λόγου χάρη θα επηρεάσει τη «διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών», το κατά πόσο αυτή θα είναι ή δε θα είναι «πολύ σημαντική», θα επηρεάσει άρα και τις προϋποθέσεις ταχύτερης ή όχι μετατροπής των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ανοιχτό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως επίσης θα επηρεάσει και το κατά πόσο ο αμυντικός εθνικός πόλεμος που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Συρία αποτελεί κύριο στοιχείο της συνολικής κατάστασης ή στοιχείο δευτερεύον μέσα στην ανοιχτή πολεμική γενίκευση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών).

4. Ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο παράγοντα μετατροπής των «αναπόφευκτων και προοδευτικών, επαναστατικών» εθνικών πολέμων «ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» σε δευτερεύον στοιχείο, αλλά μπορεί επίσης, φυσικά σε εξάρτηση «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά», να αποτελέσει και παράγοντα επιτυχίας αυτών των πολέμων: Παράγοντα τέτοιο με τη μορφή «ενός εξαιρετικά ευνοϊκού συνδυασμού των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυσης της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.)». Άλλοι παράγοντες επιτυχίας τέτοιων πολέμων, ανεξάρτητοι από τους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι είτε η εκπλήρωση της απαίτησης για τη συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών είτε (περίπτωση τελευταία στην απαρίθμηση και πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου) η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη.

5. Ο Λένιν, αναφερόμενος στο απίθανο της μετατροπής του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό αλλά και, στην παρ’ όλα αυτά, υποθετική δυνατότητα ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», έδωσε ένα παράδειγμα απαρίθμησης γενικών όσο και συγκεκριμένων προϋποθέσεων, από την εκπλήρωση των οποίων μπορεί να εξαρτηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου σαν ιμπεριαλιστικός ή σαν εθνικός, η πιθανότητα κι η δυνατότητα μετατροπής του ενός στον άλλο. Χωρίς πρόθεση μετατροπής αυτών των προϋποθέσεων σε «πίνακα προπαίδειας», όπου ο χ συνδυασμός θα έδινε μηχανικά το ψ αποτέλεσμα, και με την επισήμανση ότι ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιστατικά ο «κατάλογος» αυτός μπορεί να μικραίνει, να μεγαλώνει ή να τροποποιείται, τις απαριθμούμε ενδεικτικά:

α) Ποιά τάξη αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, ποιά αντικειμενική τάση παρουσιάζει αυτή η τάξη στον δοσμένο, τον συγκεκριμένο πόλεμο σε σχέση με την ανταγωνιστική ή την κυρίαρχη τάξη.

Λ.χ., Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1916 (δηλαδή τη στιγμή που ο Λένιν γράφει αυτές τις γραμμές αναφερόμενος στην Ευρώπη), «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

β) Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των εμπόλεμων συνασπισμών, πόσο πολύ σημαντική είναι ή δεν είναι αυτή η διαφορά.

γ) Ποιά είναι η ιστορική θέση, η ιστορική τάση (αντιδραστική ή όχι) της άρχουσας, της αστικής τάξης που παίρνει μέρος στον δοσμένο πόλεμο. Ποιός είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής της στο (ή, κατά την ακριβέστερη έκφραση του Λένιν, ο βαθμός κατά τον οποίο είναι δημιουργημένη από το) διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.

Λ.χ., το 1916 και σε σχέση με την Ευρώπη το ζήτημα τίθεται από τον Λένιν ως εξής: «Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη».

δ) Πόσο ισχυρό είναι το προλεταριάτο της περιοχής όπου τίθεται το ζήτημα του πολέμου.

ε) Ο δοσμένος πόλεμος αποσκοπεί («τελειώνει») σε «νίκες όπως οι ναπολεόντειες», αποσκοπεί ή τελειώνει με την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» ή (όπως μπορούμε διαζευκτικά να συμπληρώσουμε παίρνοντας το παράδειγμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918) αποτελεί μια πολεμική σύρραξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων «για τις αποικίες», για την αναδιανομή των αγορών, των πρώτων υλών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου κλπ.

στ) Ποια είναι η γενική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το «βάθος χρόνου» διατήρησης του ιμπεριαλισμού, ο χρονικός ορίζοντας περάσματός του στο σοσιαλισμό.

5. Ο Λένιν κάνει λόγο για τον «σοβινισμό των μεγάλων εθνών της Ευρώπης», σαν έκφραση της «παράλογης και άμεσα αντιδραστικής αδιαφορίας απέναντι στα εθνικά κινήματα»

«Μια τέτοια αδιαφορία –συνεχίζει- καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν»…».

Πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο στην εποχή μας γίνεται ακόμη πιο έντονο. Όπως και στην εποχή του Λένιν (και τηρουμένων των ποσοτικών και ποιοτικών αναλογιών στις σχέσεις των μεγεθών, στις σχέσεις και στην εξέλιξη της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των διαφόρων χωρών, και στις μορφές «αποικιοποίησης»), αυτού του είδους ο σοβινισμός στρέφεται και σήμερα εναντίον των «περισσότερο μικρών και αποικιακών λαών», εναντίον λαών της ίδιας της Ευρώπης και του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού κόσμου.

Εντός της Ευρώπης αυτός ο «σοβινισμός των μεγάλων εθνών» παίρνει τη μορφή του αντιδραστικού δήθεν ξεπεράσματος της εθνικής βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης των λαών από την «νέα», «ανώτερη» (και στην πραγματικότητα αντιδραστική) βαθμίδα της συνενωμένης ταξικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο έδαφος όλων ανεξαίρετα των τυπικών νομοτελειών της εποχής του ιμπεριαλισμού.

Απέναντι στους εξωευρωπαϊκούς καταπιεζόμενους λαούς ο ίδιος αυτός «σοβινισμός των μεγάλων εθνών της Ευρώπης» επενδύεται τη μορφή του «ευρωπαϊκού», και για την ακρίβεια, του ευρωενωσιακού σοβινισμού.

Ας προσεχτεί αυτό ιδιαίτερα και σε σχέση με τη στάση όσων νομίζουν ή παριστάνουν πως «νομίζουν», ότι δήθεν ξεπερνάνε τον εθνικό σοβινισμό, αντικαθιστώντας την εθνική «μεγάλη ιδέα» με την πιο… πλατιά «μεγάλη ιδέα» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού, τον αντιδραστικό εθνικό σοβινισμό με τον αντιδραστικό ευρωπαϊκό σοβινισμό, τον εθνικισμό τους με τον ευρωπαϊκισμό τους. Όχι μόνο στην πραγματικότητα δεν «ξεπερνούν» τον εθνικό σοβινισμό, αλλά σαν σοβινισμό τον πολλαπλασιάζουν σε νιοστή δύναμη, τον ανυψώνουν σε ανώτερη βαθμίδα της ιστορικής αντίδρασης και, ταυτόχρονα, τον ανατροφοδοτούν εντός του πυρήνα της «νέας» ιδεολογικής τους «αφήγησης»…

6. «…Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

Δεν αφορούν μόνο την εθνική αυτοδιάθεση τα παραπάνω λόγια του «Γιούνιους» (της Ρόζας Λούξεμπουργκ), που παραθέτει ο Λένιν με το σχόλιο: «παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας».

Αφορούν όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Όλα όσα για τα οποία «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης», όχι ως αντίστροφη όψη του νομίσματος που στην καθημερινή όψη του φέρει την παροιμιώδη φράση: «τι να κάνουμε, στον καπιταλισμό ζούμε…», όχι ως παράκαμψη των άμεσων στόχων της πάλης για όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει», αλλά ως κίνητρο της πάλης για αυτά που μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να τα πραγματοποιήσει και επειδή μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει. Αφορούν όλα όσα για τα οποία το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει «ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Αφορούν επίσης, αντίστροφα, την αποποίηση, την άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, τη συκοφάντηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και του ίδιου του σοσιαλισμού ως «δευτέρα παρουσία», την –μέσω αυτής της άρνησης και αποποίησης- «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» αλλά και ενεργητική στράτευση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ενάντια σε κάθε επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου, ενάντια ακόμα και σε κάθε κίνητρο για μια τέτοια δραστήρια πολιτική…

συνεχίζεται εδώ

Advertisements

2 Σχόλια on “Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2”

  1. Ο/Η Φωτης Ζερβος λέει:

    Συμφωνώ απόλυτα σχ με την Συρία, Ελλάδα (κ ΚΚΕ…)


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s