και πάλι για τον νόμο περί «ταυτότητας φύλου»

Ένας άντρας άλλαξε «ταυτότητα φύλου» και έγινε «γυναίκα». Μια γυναίκα άλλαξε κι αυτή «ταυτότητα φύλου» κι έγινε «άντρας». Κατόπιν παντρευτήκανε και κάνανε παιδί, που μπαμπάς του είναι η «γυναίκα» και μαμά του ο «άντρας».  Μήπως, όμως, πρέπει να «οριστεί» ως μπαμπάς του ο «άντρας» που όμως φέρει τα θηλυκά βιολογικά χαρακτηριστικά και ως μητέρα του η «γυναίκα» με τα ανδρικά βιολογικά χαρακτηριστικά; Και καλά, αυτοί οι δυο παντρευτήκανε, το παιδί τους γεννήθηκε «εντός γάμου» και, ας πούμε, το ποιος από τους δυο είναι ο μπαμπάς και ποιος η μαμά ας  το βρούνε μεταξύ τους (ενήλικοι είναι) ή ας το βρει το παιδί, μόνο του ή με τη «βοήθεια» τους: «ο μπαμπάς νιώθει γυναίκα κι η μαμά νιώθει αντρας, αγαπούλα μου, γι’ αυτό είναι μπαμπάς σου η μαμά και ο μπαμπάς είναι μαμά σου, κατάλαβες αγαπούλα μου;»

…Αν όμως πάλι υποθέσουμε ότι το παιδί τους γεννιέται «εκτός γάμου», ποια συμβολαιογραφική πράξη και ποιο ληξιαρχείο θα  «ορίσει» την μητέρα και τον πατέρα και ποιο σοφό δικαστήριο θα αναλάβει να βγάλει απόφαση σχετική με αναγνώριση της πατρότητας του παιδιού, εφόσον π.χ. η «μητέρα» θέλει να διεκδικήσει από τον «πατέρα» διατροφή για το ανήλικο παιδί τους;

Πρόκειται βέβαια απλώς για σενάριο, αλλά για σενάριο που οι προϋποθέσεις υλοποίησής του υφίστανται ήδη στον νόμο που ψηφίστηκε μόλις πρόσφατα.

Και ο μεν νόμος μπορεί να θεσμοθέτησε τον προσδιορισμό της «ταυτότητας φύλου» σύμφωνα με το «ατομικό βίωμα», την «ατομική αίσθηση του σώματος», μπορεί να θεσμοθέτησε τον «ορισμό» του φύλου ως ιδιωτική επιλογή του ατόμου που το φέρει. Όμως, σε πείσμα του «νόμου του κράτους», οι νόμοι της φύσης δεν παύουν να υπαγορεύουν την διάκριση των φύλων βασισμένη στο ποιο από τα δυο κυοφορεί και γεννά και στο ποιο από τα δυο συμβάλλει απλώς στη γονιμοποίηση, και στη βάση αυτής της φυσικής διάκρισης (που υποθέτω δεν πρόκειται απλώς για «δική μας», ανθρώπινη, «αναλυτική κατηγορία») ονομάζουμε το φύλο που κυοφορεί και γεννά «θηλυκό», το άτομο του θηλυκού γένους «γυναίκα» και την γυναίκα που γεννά «μητέρα». Και ως προς το άλλο φύλο, όπως υπαγορεύει την μεταξύ τους διάκριση η φυσική πραγματικότητα, δίνουμε αντίστοιχα τις ονομασίες: «αρσενικό», «άνδρας», «πατέρας».

Ο νόμος λοιπόν και οι «ορισμοί» του, η φιλοσοφία που τον διέπει, έρχεται σε αντίφαση ή τουλάχιστον αγνοεί τις υπαγορεύσεις της φυσικής πραγματικότητας ως προς το ζήτημα της διάκρισης των φύλων. Και καθώς, παραπέρα, αυτές οι υπαγορεύσεις υφίστανται σαν  τέτοιες επειδή έχουν μια εκάστοτε ιστορικά καθορισμένη κοινωνική σημασία, χωρίς την οποία σημασία δεν θα υπήρχε καν η ανάγκη οποιασδήποτε «υπαγόρευσης», ο νόμος τουλάχιστον αγνοεί ή και έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική σημασία της φυσικής διάκρισης και των «ορισμών» που υπαγορεύονται και από τη μια και από την άλλη και, κυρίως, από την μεταξύ τους σχέση.

Αν είμασταν απλώς ζώα, μπορούμε να θεωρήσουμε (ως άνθρωποι βέβαια) , ότι δεν θα είχαμε ανάγκη καμιάς σχετικής «υπαγόρευσης» και κανενός σχετικού «ορισμού»: η φυσική διάκριση των φύλων θα υφίστατο – υποθέτω – ανεξάρτητα από την συνείδησή μας: ως λέοντες θα την βγάζαμε αραχτοί ενόσω η λιονταρίνα θα πήγαινε για κυνήγι προκειμένου να τραφούν τα λιονταράκια της, ως βασίλισσες των μελισσών θα δεχόμασταν τον κατάλληλο για τη γονιμοποίησή μας κηφήνα και ως κηφήνες άχρηστοι πια θα δεχόμασταν στωικά τον θάνατό μας, ως κοκόρια θα φουσκώναμε περήφανα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, απλώς γιατί έτσι είναι το σουλούπι μας. Θα φέραμε το φύλο μας χωρίς καμιά ανάγκη να το «ορίσουμε».

Μακάρι να φτάσει (και λέω: θα φτάσει) κάποτε ο άνθρωπος σ’ εκείνη την ανώτερη ιστορική-κοινωνική βαθμίδα, που θα μπορεί να φέρει όχι μόνο το φύλο του αλλά όλη την ύπαρξή του χωρίς ανάγκη «ορισμού» της.  Όμως, στο προκείμενο θέμα, δεν πρόκειται καθόλου για κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα, με μια έννοια, πρόκειται ακριβώς για το αντίθετο…

Όμως, καλώς ή κακώς, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είμαστε  απλώς ζώα, αλλά ζώα του ανθρώπινου είδους, και γι’ αυτό η φυσική διάκριση των φύλων αποκτά κοινωνική-ιστορική σημασία, και γι’ αυτό υπαγορεύει «ορισμούς» οι οποίοι αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στην υλική πραγματικότητα και τη συνείδησή μας και ανάμεσα στα φυσικά και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του είδους μας, και για αυτό επίσης οι εκάστοτε-ιστορικά-καθορισμένες κοινωνικές ανάγκες υπαγορεύουν, αντίστροφα, τους «ορισμούς» που είναι κατάλληλοι ώστε να αποτελούν τον δεσμό ανάμεσα  στις κοινωνικές σχέσεις και την φυσική πραγματικότητα και, εν προκειμένω, τον δεσμό ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις των δυο φύλων και την φυσική τους διάκριση. Και επίσης κατάλληλοι να αποτελούν, οι «ορισμοί» αυτοί, τον δεσμό στο εσωτερικό των κοινωνικών σχέσεων δηλαδή, εν προκειμένω, δεσμό των σχέσεων ανάμεσα στα δυο φύλα και της σχέσης αυτών των σχέσεων με τις συνολικές κοινωνικές σχέσεις. «Των σχέσεων της σχέσης με τις σχέσεις», αλλά με λίγο νηφάλια ανάγνωση βγαίνει συγκεκριμένο νόημα…

Στη θέση αυτής της υπαγόρευσης, που εκφράζει έναν δεσμό ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και τις κοινωνικές σχέσεις και ταυτόχρονα ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις τις ίδιες, ο νόμος που μόλις ψηφίστηκε αναγνωρίζει το φύλο ή, με δικά του λόγια, την «ταυτότητα φύλου» ως ατομική επιλογή (στηριγμένη κατά τους βουλευτές της πλειοψηφίας στο «βίωμα» και την «αίσθηση του σώματος»), θέτοντας ως μοναδικές προϋποθέσεις για αυτή την επιλογή την «δικαιοπρακτική ικανότητα» (δηλαδή την ηλικία των 18) και την ανυπαρξία – έως τότε – γάμου. Και αποτελεί, αυτό το τελευταίο, ένα σαφές δείγμα της αντίληψης που διέπει συνολικά το νομοθέτημα… Ένα σαφές δείγμα μιας αντίληψης προσανατολισμένης όχι προς την εξάλειψη του καταναγκασμού των κοινωνικών «ορισμών», αλλά αντίθετα προσανατολισμένης προς την αναγόρευση αυτών των «ορισμών» σε κοινωνική οντολογία: Και το ερώτημα δεν είναι γιατί ο νόμος βάζει αυτήν την προϋπόθεση (να μην είναι έγγαμο το άτομο που αλλάζει «ταυτότητα φύλου» ) ενώ τάχα θα έπρεπε να μην έχει ούτε αυτήν…

…Το ερώτημα είναι γιατί ο νόμος, με τις πρϋποθέσεις που θέτει, θεωρεί ως «ορίζουσα» κοινωνική πραγματικότητα τον νομικό θεσμό (δηλαδή τον γάμο), ενώ αγνοεί ως «ορίζουσα» την υλική πραγματικότητα της μητρότητας και, συνακόλουθα, της πατρότητας, που βέβαια σε καμιά περίπτωση δεν προϋποθέτουν τον «γάμο» (το αντίστροφο ισχύει δυνητικά και νομοπαραγωγικά) και σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί ο γάμος τη μοναδική μορφή νομικής αναγνώρισής τους.

Το ερώτημα, το ίδιο το «νομικό γεγονός», προδίδει απλώς την ολοκληρωτική αποστροφή του πρόσφατου νόμου προς την υλική φυσική και κοινωνική πραγματικότητα: Στη θέση τού μεταξύ τους δεσμού, στη θέση τού «ορισμού» τής μεταξύ τους σχέσης, ο νόμος εγκαθιστά, με τους δικούς του «ορισμούς», ένα πλέγμα «ατομικού βιώματος» (ως «θετικής» υποκειμενικής προϋποθεσης) και νομικών τύπων (ο «γάμος», ως αρνητική προϋποθεση: να μην είναι το άτομο έγγαμο), φαινομενικά αγνοώντας (αλλά στην πραγματικότητα συγκρουόμενος) με την την φυσική πραγματικότητα και την διάστασή της ως πραγματικότητας κοινωνικής, σαν οι ρυθμίσεις του να αφορούν μεν τον νομικό τύπο του «γάμου» αλλά να είναι άσχετες με το πραγματικό, φυσικό και κοινωνικό γεγονός της μητρότητας (και συνακόλουθα της πατρότητας).

*

Και έτσι, στη βάση της αντίληψης που τον διέπει και των τυπικών προϋποθέσεων που λόγω αυτής θεσπίζει, ο πρόσφατος νόμος εκπληρώνει τις προϋποθέσεις, οι οποίες επιτρέπουν την πραγμάτωση σεναρίων όπως το περιγραφόμενο στην αρχή του κειμένου. Δεν έχει, εν προκειμένω, σημασία η στατιστική «απιθανότητά» ενός τέτοιου σεναρίου. Σημασία έχει, «στενά» βλέποντας το ζήτημα, η θέσπιση των νομικών προϋποθέσεων της πραγμάτωσής του. Ευρύτερα, σημασία έχει ο λειτουργικός ρόλος του συγκεκριμένου νόμου στην κατεύθυνση της αποδόμησης, της αποσυγκρότησης των πραγματικών (και όχι νομικών-τυπικών) κοινωνικών σχέσων, οι οποίες είναι σχέσεις ατόμων που τις βιώνουν πραγματικά και όχι «υποκειμενικά». Σημασία έχει ο λειτουργικός του ρόλος  στην κατεύθυνση της αποδόμησης των κοινωνικών σχέσεων, όχι προς τον αντικειμενικό σκοπό της αντικατάστασής τους από κοινωνικές σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας, αλλά με μόνο αντικειμενικό σκοπό την αποσυγκρότησή τους  καθεαυτές, δηλαδή την αποσυγκρότηση – αποδόμηση των ατόμων που τις βιώνουν: που δρουν πραγματικά εντός αυτών και που υφίστανται το αποτύπωμα της πραγματικότητάς τους. Διότι «βίωμα» σημαίνει, είναι, μια τέτοια διαδικασία και όχι η παθητική πρόσληψη του ενός ή του άλλου εύπλαστου «αισθήματος»…

Άλλωστε, μιλώντας για την αποδόμηση-αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων γενικά, πρέπει να θυμόμαστε, ότι η αντικατάστασή τους από σχέσεις μιας ανώτερης ιστορικής βαθμίδας δεν επέρχεται σαν αποτέλεσμα αυτής της αποδόμησης. Επέρχεται σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης, εντός των παλιών, των νέων σχέσεων που θα τις αντικαταστήσουν, σαν αποτέλεσμα της συγκρότησης των νέων σχέσεων ενάντια στην αποσυγκρότηση των παλιών και παρά τις ατομικές-κοινωνικές «συμπεριφορές» που αυτή η αποσυγκρότηση «αυθόρμητα» επιβάλλει, ενάντια και στις ίδιες τις παλιές σχέσεις που η εσωτερική δυναμική του σχηματισμού τους οδήγησε στην δική τους αποσυγκρότηση. Η ίδια η αποσυγκρότησή τους δεν οδηγεί στην ιστορικά προοδευτική αντικατάστασή τους, αλλά στην αναπαραγόμενη σε όλο και μεγαλύτερο βάθος αποσύνθεση του σχηματισμού τους. Αποσύνθεση που «βιώνεται» και ατομικά, σε αντίστοιχο βάθος. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερο «βάθος» από το σημείο σύζευξης της σχέσης ανθρώπου – φύσης και της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του. Καθεαυτή η «αποσυγκρότηση» των κοινωνικών σχέσεων δεν οδηγεί στην αντικατάστασή τους από ιστορικά νέες, αλλά στη διαιώνιση  των όρων που επιβάλλουν ως κυρίαρχες σχέσεις τις παλιές και ως κυρίαρχη την ίδια τους την αποσυγκρότηση…

Γνωστό από την εποχή του θατσερισμού: «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα και οικογένειες». Η αποσυγκρότηση των κοινωνικών σχέσεων, μέχρι το σημείο της οριστικής ιδεολογικής άρνησής τους, ως στρατηγική αρχή διαιώνισης των εκμεταλλευτικών σχέσεων και εμβάθυνσης των σχέσεων εξουσίας του υπάρχοντος κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού…

*

Ας επιστρέψουμε, λίγο πριν το τέλος, στο σενάριο της αρχής: Ο «άντρας» η μαμά, η «γυναίκα» ο μπαμπάς, ή όπως αλλιώς μπορούν να συνδυαστούν οι φυσικές ιδιότητες και οι «έννοιες». Μπορεί κάποιος να ρωτήσει: «Γιατί όχι»; Κι επίσης: «Γιατί να υπάρχουν »μπαμπάς» και »μαμά»; Να υπάρχουν απλώς »γονείς»; Αλλά ίσως ούτε και »γονείς». Γιατί όχι;»

«Καλή ερώτηση», αλλά αυτός που ρωτάει θα όφειλε ο ίδιος να απαντήσει στην ερώτηση «γιατί ναι;».

Απάντηση που, όμως, δεν μπορεί να δοθεί, για τον λόγο ότι η κοινωνική – ιδεολογική «αφασία» που αποτελεί το περιεχόμενο τής  πρώτης ερώτησης, «γιατί όχι;», είναι ανίκανη να διαθέτει απάντηση και στη δεύτερη, «γιατί ναι;», που θα ήταν και η ουσιώδης ερώτηση. Ανίκανη να διαθέτει απάντηση, όσος βερμπαλισμός και όποιου είδους βερμπαλισμός κι αν  εμφανίζεται σαν τέτοια. Παρ’ όλα αυτά, έχει και ο κάθε τέτοιος βερμπαλισμός την δυνατότητα να επιχειρήσει μια τέτοια απάντηση ακόμα και σε αυτήν εδώ την ανάρτηση.

Όσο για το πρώτο ερώτημα, «γιατί όχι;», η απάντηση είναι: Όχι, γιατί στην περίπτωση της μητρότητας, της πατρότητας, δηλαδή της γονεϊκότητας, τα άτομα αναλαμβάνουν τους αντίστοιχους κοινωνικούς «ρόλους» όπως αυτοί προσδιορίζονται, καταρχήν, από τη φύσική πραγματικότητα, και όπως παραπέρα η φυσική αυτή πραγματικότητα εντάσσεται στους όρους του κάθε κοινωνικο-ιστορικού σχηματισμού. Όπως αυτοί οι όροι εντάσσουν αυτήν τη φυσική πραγματικότητα, και όχι όπως την αγνοούν ή συγκρούνται με αυτήν.  Και αναλαμβάνουν τα άτομα αυτούς τους κοινωνικούς «ρόλους», με αυτές τις φυσικές ιδιότητες που διαθέτουν, και με τις πραγματικές συνέπειες αυτών των φυσικών ιδιοτήτων, όχι λόγω των «ορισμών» του νόμου ή ευρύτερα των ανθρώπινων «αναλυτικών κατηγοριών», αλλά αντίθετα οι «ορισμοί» είναι τέτοιοι όπως οφείλουν να είναι για να ανταποκρίνονται σε αυτήν την φυσική πραγματικότητα και την μεταβαλλόμενη κοινωνική της διάσταση. Το αν αυτή η κοινωνική διάσταση αναδείξει, μεταβαλλόμενη καθώς είναι, νέες μορφές – και ποιες – των σχέσεων που πηγάζουν από τη φυσική πραγματικότητα (με μια λέξη: μητρότητα, με όλα όσα συνεπάγεται και με όλα όσα την συνεπάγουν), αυτό είναι ζήτημα που δεν επιδέχεται όλες τις πιθανές «λύσεις» που μπορεί να γεννήσει η ανθρώπινη φαντασία. Είναι ζήτημα που την λύση του αναδεικνύουν οι ανάγκες, οι αναγκαίες δυνατότητες (νομίζω πως μπορεί να εκφραστεί κανείς έτσι), των κοινωνικών σχέσεων εντός  των οποίων έρχονται μεταξύ τους τα άτομα και εν προκειμένω τα άτομα του «αντίθετου» φύλου σε φυσική (εκτός των άλλων) επαφή. Χωρίς «προφύλαξη»…

*

Θέλω να πιστεύω πως είναι φανερό (και αν δεν είναι φανερό, τότε ρητά δηλώνω), ότι όλα τα παραπάνω δεν αφορούν το υποτιθέμενο (ή οφειλόμενο) αντικείμενο του πρόσφατου νόμου, δηλαδή την αποκατάσταση της όποιας καθοριστικής αντίφασης, σύγκρουσης, ανάμεσα σε ατομικά βιολογικά και ψυχικά χαρακτηριστικά ή ανάμεσα στα ίδια και μόνο τα ατομικά βιολογικά χαρακτηριστικά. Αποκατάσταση για την οποία, άλλλωστε, δεν θα ήταν καθόλου το μοναδικό, το αποκλειστικά αναγκαίο μέσο η  τυπική αναγνώριση μιας ορισμένης «ταυτότητας φύλου».

Όλα τα παραπάνω αφορούν τις προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, οι οποίες δεν συγκλίνουν σε αυτό το αντικείμενο, αλλά αντίθετα, με το περιεχόμενό τους, και επίσης με την «επικοινωνιακή» τυμπανοκρουσία που τον συνόδευσε, όχι δεν αποκαθιστούν τέτοιες καθοριστικές αντιφάσεις, αλλά εκπληρώνουν οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις τούς όρους καθορισμού και αναπαραγωγής ομοειδών αντιφάσεων σε έκταση ευρύτερη από την υπάρχουσα. Εκπληρώνουν όχι τους όρους αναγνώρισης και αποκατάστασης τέτοιων αντιφάσεων,  αλλά όρους χειραγωγημένης εμφάνισής τους «παίζοντας» τόσο με τον ατομικό ψυχισμό ιδιαίτερα στη φάση της συγκρότησής του όσο και με τις κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων συγκροτείται ο ατομικός ψυχισμός, όπως επιχείρησα κάπως «συμπυκνωμένα» να περιγράψω στην προηγούμενη ανάρτηση.

Δεν συγκλίνουν σε αυτό, το παραπάνω αντικείμενο οι προϋποθέσεις που θέτει ο πρόσφατος νόμος, αλλά αντίθετα, «αποκεντρώνονται» στο κοινωνικό πεδίο σαν προϋποθέσεις γενεσιουργές των προβλημάτων που υποτίθεται ότι έρχονται να επιλύσουν, ακόμη και σαν προϋποθέσεις νομιμοποιητικές των αιτιών αυτών των προβλημάτων, στον βαθμό που οι αιτίες αυτές συνιστούν όχι απλώς ατομικές εκδηλώσεις αλλά κοινωνικές πληγές.

 

Advertisements


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s