σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.

Advertisements

5 Σχόλια on “σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία”

  1. […] στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής […]

  2. Ο/Η Cos λέει:

    Σωστή και πλήρης ανάλυση του ζητήματος της Καταλονίας.
    Στα ερωτήματα που θέτεις, έχω μια ένσταση:
    αν η διαίρεση της Ισπανίας με την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους από τους Καταλανούς «λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης», μήπως κατ’ αναλογία πρέπει να συμπεράνουμε ότι η έξοδος μιας χώρας από την ΕΕ (με ότι βέβαια διαφορές υπάρχουν στις δυο περιπτώσεις και υπάρχουν πάρα πολλές), δημιουργεί αντίστοιχο θέμα;
    Πως ορίζουμε αν δυσκολεύεται ή ευνοείται η πάλη της εργατικής τάξης εντός κάποιων πλαισίων; Μήπως μια παράμετρος που την διευκολύνει είναι και το αδυνάτισμα της κρατικής αστικής εξουσίας; Γιατί η διαίρεση της Ισπανίας νομίζω ότι θα έχει αρνητικότατες επιδράσεις στην σταθερότητα και στην ισχύ του αστικού ισπανικού κράτους και όχι μόνο.

    • Ο/Η marasagis λέει:

      Νομίζω το κυριότερο πρόβλημα, ως προς την ένσταση, είναι ο εγκλωβισμός του εργατικού κινήματος στην εθνικιστική αντιπαράθεση, τη στιγμή που πρέπει να βάζει μπροστά τους δικούς του στόχους.
      Με την ΕΕ τα πράγματα είναι διαφορετικά εφόσον πρόκειται για πάλη ενάντια στην απολυταρχία του κεφαλαίου, τη συγκεντρωμένη εξουσία των μονοπωλίων που θεσμοθετεί και συνιστά η ΕΕ πάνω στους λαούς της Ευρώπης.
      Αλλά και στην Καταλονία, αν οι τάσεις διαφοροποίησης εξέφραζαν μια βαθμίδα ανάπτυξης του εργατικού κινήματος πιο προχωρημένη από ό,τι γενικά στην Ισπανία, αν δηλαδή το εργατικό κίνημα «τύχαινε» να είναι στην Καταλονία κάποια βήματα μπροστά από τον ισπανικό «μέσο όρο» και, έτσι, έθετε ζήτημα ανατροπής της ταξικής κυριαρχίας, τα πράγματα δεν θα ήταν ακριβώς όπως είναι…
      Αλλά τώρα η προσωπική μου εντύπωση είναι ότι η «ιδέα» της ανεξαρτησίας απλώς φούσκωσε από τα πολλά λάικ στο φ/β και οι εκφραστές της πήραν τη σκιά τους για μπόι.
      Σχετικά με το αδυνάτισμα της κρατικής αστικής εξουσίας: νομίζω δεν επέρχεται «γραμμικά» αλλά σαν αποτέλεσμα αντιφάσεων της εξέλιξης. Πχ κι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος («ακραίο» βέβαια το παράδειγμα) μπορεί να δημιουργήσει τέτοιες «ευνοϊκές» συνθήκες, αλλά όρος γι’ αυτό είναι η πάλη του εργατικού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, και η πάλη από πριν για την υλοποίηση των δικών του στόχων, όχι η συστράτευσή του σε αυτόν: αυτό θα δημιουργούσε την αντίθετη συνθήκη.

      • Ο/Η Cos λέει:

        Φυσικά και συμφωνούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει συστράτευση με τους αστούς είτε στην περίπτωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου είτε, εν προκειμένω. στην περίπτωση της Καταλονίας. Αναφέρομαι σε ενδοαστικές αντιθέσεις που μπορεί το εργατικό κίνημα να εκμεταλλευτεί για τους σκοπούς του. Μπορεί, στην περίπτωση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, προϋπόθεση για αυτό να είναι «η πάλη του εργατικού κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο», αλλά αυτό δεν συνεπάγεται ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να παλέψει και εναντίον της ανεξαρτησίας της Καταλονίας! (αν εννοείς κάτι τέτοιο και δεν κατάλαβα λάθος).
        Ούτε βέβαια θέλω να υποστηρίξω ότι το εργατικό κίνημα πρέπει να μπαίνει κάτω από ξένες σημαίες. Πρέπει να διεξάγει τον δικό του αγώνα, εκμεταλλευόμενο όμως πάντα τις αντιθέσεις και τα προβλήματα των αστών. Μια παθητική ή «ουδέτερη» στάση (σε εισαγωγικά, ποτέ επί της ουσίας δεν είναι ουδέτερη), ιδιαίτερα σε σημαντικά ζητήματα που τίθενται και απασχολούν σε μεγάλο βαθμό όλο τον λαό για τον οποιοδήποτε λόγο, το βάζει σε δεύτερη μοίρα και οπωσδήποτε του αφαιρεί την δυνατότητα εκμετάλλευσης των ενδοαστικών αντιθέσεων.

      • Ο/Η marasagis λέει:

        Δε φαντάστηκα ότι μπορεί να έδινα την εντύπωση ότι εννοώ «να παλέψει εναντίον της ανεξαρτησίας της Καταλονίας». Αυτό πάντως που εννοώ είναι, σ’ αυτή την αντιπαράθεση να αντιτάξει τους δικούς του στόχους. Πώς αλλιώς μπορεί να εκμεταλλευτεί τις ενδοαστικές αντιθέσεις, αν όχι προτάσσοντας απέναντι σε αυτές τους δικούς του στόχους; Και όχι μόνο εντός της Καταλονίας αλλά εντός όλης της Ισπανίας, αντί να εγκλωβιστεί εδώ στην «ανεξαρτησία» κι εκεί στην καταστολή και την κατάπνιξη της «εξέγερσης». Ώστε όλη αυτή η δραστηριότητα που απορροφάται από τις ενδοαστικές αντιθέσεις να διοχετευτεί στην ταξική πάλη.
        (Σημειωτέο, ότι μιλάω για τις συνθήκες της Καταλονίας όπως τις κατανοώ, όχι τι πρέπει να γίνεται γενικά και αόριστα στις περιπτώσεις «εθνικής αυτοδιάθεσης»).


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s