Μια κριτική της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

Μια λογική που, με αφορμή τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, λέει ότι ότι «δεν χρειάζεται ειδική ονομασία για να έχει ένα κράτος βλέψεις εναντίον κάποιου άλλου», (και εν προκειμένω δεν είναι βέβαια θέμα μόνο «ειδικής ονομσασίας»), είναι λογική που τη συναντάμε και μ’ άλλες μορφές και που, βέβαια, τοποθετημένη στο κενό, μοιάζει με αληθινή: Οι ΗΠΑ μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Ιράκ και χωρίς τα ψέμματα για τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ», μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Αφγανιστάν και χωρίς το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οι ναζί μπορούσαν να επιβάλουν τη δικτατορία τους και χωρίς τον εμπρησμό του ράιχσταγκ, τα ΜΑΤ μπορούν να ψεκάζουν με χημικά και να ξυλοκοπούν μια μάζα δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών ακόμα κι αν δε δεχτούν μερικά μπουκάλια ή πέτρες από κάποιες δεκάδες κουκουλοφόρους. Όμως αυτά ισχύουν μόνο στο θεωρητικό κενό, ενώ στο έδαφος του πραγματικού κόσμου και των πραγματικών σχέσεων για να υλοποιηθούν τέτοιες βλέψεις χρειάζονται ή χρειάστηκαν και τα μπουκάλια των κουκουλοφόρων και ο εμπρησμός του ράιχσταγκ και οι δίδυμοι πύργοι και τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ». Η αναζήτηση και η κατασκευή πρακτικών και θεωρητικών προσχημάτων αποτελεί σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο μια από τις προϋποθέσεις κάθε δραστηριότητας που «από μόνη της» και απροσχημάτιστη θα εμφανιζόταν απλώς με το πραγματικό της περιεχόμενο σαν δραστηριότητα άδικη. Κατά τρόπο ανάλογο είναι επίσης αδύνατο,  να αποσυνδεθούν οι βλέψεις των κρατών, δηλαδή των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων τους, καθώς και η υλοποίηση αυτών των βλέψεων, από τις διακρατικές συμφωνίες και τους κρατικούς καταστατικούς «αυτοκαθορισμούς» που τα κράτη συνάπτουν μεταξύ τους ή θεσμοθετούν για τον εαυτό τους.

Οι βλέψεις αυτές, ελληνικές και πρώην γιουγκοσλαβο-μακεδονικές, σε ό,τι αφορά τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ βρίσκουν τον κοινό τους τόπο σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα επί της ουσίας ξένη προς το υποτιθέμενο αντικείμενο της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών: κι αυτή η σκοπιμότητα είναι η βαλκανική επέκταση του ΝΑΤΟ με την ένταξη σε αυτό και της ΠΓΔΜ. Και ήδη, από αυτή και μόνο την άποψη, δεν πρόκειται για μια συμφωνία λύσης των οποιωνδήποτε ζητημάτων υφίστανται μεταξύ των δυο χωρών, αλλά για μια συμφωνία σκοπιμότητας, ξένη προς κάθε τέτοια λύση. Εδώ θα μπορούσε και να μπει απλώς μια τελεία. Αλλά θα ήταν παράδοξο, θα αποτελούσε μια σπάνια και συμπτωματική εξαίρεση, αν η συγκεκριμένη κυρίαρχη σκοπιμότητα μπορούσε να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενο της  συμφωνίας, αν δεν επιδρούσε πάνω του, αν το άφηνε ανεπηρέαστο, αν – μ’ άλλα λόγια – από αυτήν προέκυπτε μια «συμφωνία λύσης» κι όχι μια «συμφωνία σκοπιμότητας».

Ας προσπαθήσουμε να τα πάρουμε ένα-ένα:

1] Ήδη λοιπόν, από το στάδιο των διαπραγματεύσεων τα χρονικά όρια των συνομιλιών δεν ήταν καθορισμένα από την επεξεργασία  αμοιβαία αποδεκτών λύσεων στα εκκρεμή θέματα, αλλά ήταν καθορισμένα από το χρονοδιάγραμμα ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούλιο. Κι αυτά τα όρια δεν αφορούν απλώς το χρονοδιάγραμμα. Αφορούν επί της ουσίας τον τελικό στόχο των συνομιλιών και το τελικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Και – κρίνοντας από τις δηλώσεις Τσίπρα – αυτό το τελικό περιεχόμενο αποτυπώνεται ως εξής:

2] Αντί να αποκτά γεωγραφικό προσδιορισμό ο όρος «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους, απλώς προστίθεται πλάι σε αυτόν τον όρο ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Βόρεια». Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί ότι στην ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ο γεωγραφικός προσδιορισμός δε βρίσκεται στη «Μακεδονία» αλλά στο «Βόρεια». Και κάθε λογικός άνθρωπος  μπορεί να αντιληφθεί ότι κατά συνέπεια, και στην ίδια την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», παραμένει άθικτο το «σπέρμα» κάθε «αλυτρωτισμού», είτε του γειτονικού είτε του «δικού μας». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Σκοπίων κάλλιστα μπορεί να βρει τη διέξοδό του σε κάποιο αίτημα «μακεδονικής ολοκλήρωσης». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Αθηνών κάλλιστα μπορεί να συνεχίζει την «αυθεντική» ερμηνεία συνθημάτων του είδους «η Μακεδονία είναι Ελλάδα», με τον τρόπο που τη διατύπωσε ο Κασιδιάρης σαν εκπρόσωπος της ναζιστικής «ΧΑ» στη βουλή, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά της συνεδρίασης της 12-1-2018: Δεν δίστασε στην ομιλία του αυτή ο Κασιδιάρης εκ μέρους της «ΧΑ» να παραδεχτεί ότι τα Σκόπια είναι Μακεδονία… Μόνο που το παραδέχτηκε χαρακτηρίζοντας το έδαφος της ΠΓΔΜ «προαιώνια ελληνική γη της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και εκθέτοντας το «σχέδιο» της «ΧΑ» για την «απελευθέρωσή» της.

Τίποτα πιο απλό λοιπόν για τον «αλυτρωτισμό» των Σκοπίων και των Αθηνών, στο έδαφος αυτής της ονομασίας και των προσδιορισμών της, να κραυγάζουν ο μεν για «απελευθέρωση της Νότιας» και ο δε για «απελευθέρωση της Βόρειας Μακεδονίας». Και τίποτα πιο φυσικό από αυτό εφόσον πρόκειται για μια ΝΑΤΟϊκή συμφωνία: Θα ήταν «ντροπή» για το ΝΑΤΟ – μαζί και για τις αστικές τάξεις που επενδύουν σε αυτό τις «εθνικές» βλέψεις τους – εάν μια «δική του» συμφωνία αποτελούσε ταυτόχρονα και την καταστατική εξάλειψη των  αμοιβαίων εθνικιστικών «αλυτρωτισμών», αν μια συμφωνία προορισμένη να υπηρετήσει τις τρέχουσες σκοπιμότητές του δεν εξασφάλιζε ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις κάθε πιθανού μελλοντικού ιμπεριαλιστικού σχεδιασμού σε βάρος των λαών.

3] Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να εμφανίσει σαν σπουδαία διπλωματική επιτυχία το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ δεν διεκδικεί πλέον ως δική της την πολιτισμική κληρονομιά του Βουκεφάλα. Στο σημείο αυτό η ελληνική κυβερνητική πλευρά πέτυχε ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα: Τα φύκια τα όποια πουλούσε για μερικές δεκαετίες η προπαγάνδα των σκοπιανού εθνικισμού, τα αγόρασε για μεταξωτές κορδέλες, και στολισμένη με αυτές στρέφεται προς το εσωτερικό της χώρας διαλαλώντας την διπλωματική της «επιτυχία». Ο εθνικισμός της σκοπιανής αστικής τάξης είχε υψώσει τον πήχη της διπλωματίας μέχρι τον Βουκεφάλα και η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε και τον πήδηξε!

Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του Τσίπρα, «στη Συμφωνία που καταλήξαμε, για πρώτη φορά προβλέπεται ότι οι Βόρειοι Γείτονές μας δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας.  Ο όρος Μακεδόνας της ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς, ο οποίος  έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό διαχωρίζεται ρητά και κατηγορηματικά από τον όρο Μακεδόνας όπως τον χρησιμοποιούν και στη βάση του οποίου αυτοπροσδιορίζονται οι πολίτες της γειτονικής μας χώρας».

Το δύστυχημα όμως είναι ότι το ιστορικό και σύγχρονο έδαφος του «αλυτρωτισμού» δεν βρίσκεται στον εθνικιστικό-μυθολογικό κουρνιαχτό για την αρχαιότητα, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, στο ερώτημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Σλάβοι, αλλά βρίσκεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στο ερώτημα αν η Μακεδονία αποτελεί μια γεωγραφική περιοχή που με βάση διεθνείς συνθήκες έχει κατανεμηθεί σε τρία βαλκανικά κράτη-έθνη ή αν πρόκειται για την εδαφική περιοχή στην οποία εκτείνονται τα όρια ενός «έθνους» που φέρει την ονομασία «μακεδονικό». Αυτού του ερωτήματος η αμοιβαία αποδεκτή απάντηση (και όχι βέβαια η απάντηση του «ερωτήματος» της αρχαίας Μακεδονίας) θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί μια λύση στις φανερές είτε υποβόσκουσες διαφορές μεταξύ των δυο κρατών, θα μπορούσε να επισφραγίζει την αμοιβαία εγκατάλειψη κάθε εθνικιστικού «αλυτρωτισμού». Δεν ήταν όμως αυτός ο στόχος.

Αυτού του ερωτήματος την απάντηση αφορά, άλλωστε, και ο γεωγραφικός ή μη προσδιορισμός του όρου Μακεδονία: Το ότι η ελληνική Μακεδονία είναι στον μακεδονικό νότο και η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία στον μακεδονικό βορά, είναι γνωστό… Όμως η ορολογία περί «Βόρειας Μακεδονίας» και, κατ’ επέκταση, περί «Νότιας Μακεδονίας» δεν καθιστά την «Μακεδονία» γεωγραφικό προσδιορισμό όπως την καθιστούν π.χ. οι όροι «ελληνική Μακεδονία» και «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία». (Φυσικά είναι προφανώς αδιανόητο ότι δεν θα υπήρχε αντίστοιχης ή ανάλογης αξίας όρος, εφόσον ο όρος «γιουγκοσλαβική» του παραδείγματος είχε «απορριφθεί» ήδη από τον καιρό του Ευρω-ΝΑΤΟϊκού διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας…).

4] Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα της γλώσσας: «Η Συμφωνία», λέει ο κ. Τσίπρας, «αναγνωρίζει τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ από το 1977 για την καταγραφή της γλώσσας των γειτόνων μας ως Μακεδονικής γλώσσας, με την πρόσθετη, όμως, και σαφή διατύπωση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών,γεγονός που, όπως ρητά αναγνωρίζεται, την διαχωρίζει απολύτως από την ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό».

Το ζήτημα «αιχμής», φανερής ή υποβόσκουσας ας το ξαναπούμε, δεν βρίσκεται στο αν η γλώσσα της ΠΓΔΜ έχει ελληνική προέλευση. Ο καθένας γνωρίζει ότι δεν έχει τέτοια προέλευση και ότι «ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών». Βρίσκεται στον αν αυτή η νοτιοσλαβική-μακεδονική γλώσσα αποτελεί εθνικό χαρακτηριστικό της «Μακεδονίας» στη γενικότητά της ή αποτελεί τη γλώσσα του κυρίαρχου έθνους που τα γεωγραφικά του όρια εκτείνονται ως τα σύνορα της ΠΓΔΜ.

Και σε αυτό το ζήτημα δεν δόθηκε και δεν μπορούσε να δοθεί καμία ΝΑΤΟϊκή «λύση».

5] Με τη συμφωνία επίσης «επιτρέπεται» στην Ελλάδα, τους «Μακεδόνες» πολίτες (και γιατί όχι «Βορειομακεδόνες» άραγε;) να τους ονομάζει «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας». Η ονομασία του κράτους «erga omnes» αλλά η ονομασία των πολιτών του διπλή…

Προφανώς και σε αυτό το σημείο η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στην παράλειψη επιβεβαίωσης των διεθνών συνθηκών που καθορίζουν την εθνογεωγραφική υπόσταση της ΠΓΔΜ και της Μακεδονίας στο σύνολό της, παράλειψη που αποτελεί «παρακαταθήκη»  για τις επιθετικές βλέψεις των αστικών τάξεων όποτε οι ιμπεριαλιστικές διανομές και αναδιανομές των βαλκανικών εδαφών επιτρέψουν και υποδαυλίσουν την έμπρακτη εκδήλωσή τους…

6] Τα παραπάνω είναι μάλλλον αρκετά για να καταδειχθεί ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους τροποποιήσεις του συντάγματος της ΠΓΔΜ, στις οποίες μάλλον γενικόλογα αναφέρθηκε ο κ. Τσίπρας, το «σπέρμα των αλυτρωτισμών» διατηρείται ανέπαφο στο περιεχόμενο της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ.

Όμως, στο τέλος όλων αυτών, αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο και η διαδικασία υλοποίησης της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών. Συμφωνα με την περιγραφή αυτής της διαδικασίας από τον κ. Τσίπρα, η συμφωνία θα έρθει για ψήφιση στην ελληνική βουλή αφού πρώτα έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί… Τα περί «υπό αίρεση» πρόσκλησης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην πραγματικότητα σημαίνουν μόνο ότι η ελληνική βουλή θα κληθεί να επικυρώσει μια σειρά τετελεσμένων διεθνών συνεπειών της συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν μεταξύ τους οι δυο πρωθυπουργοί. Το συμπέρασμα από την περιγραφή του Τσίπρα για την όλη διαδικασία, είναι το εξής: Η ελληνική βουλή δεν θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη συμφωνία πριν αρχίσει η υλοποίησή της, αλλά θα κληθεί να να την εγκρίνει εφόσον έχει υλοποιηθεί από την ΠΓΔΜ ή να την απορρίψει αν η ΠΓΔΜ δεν την εφαρμόσει…

Τι άλλο μπορεί να σημαίνει επί λέξει το ότι: «Με τον κ. Ζάεφ καταλήξαμε επίσης σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την υπογραφή – κύρωση και θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. – Η συμφωνία αφού υπογραφεί από τους Υπουργούς Εξωτερικών θα πρέπει να κυρωθεί από την Βουλή των Γειτόνων μας. – Στη συνέχεια η Ελλάδα θα υποστηρίξει απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας, με την ΕΕ στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. – Και ταυτόχρονα θα υποστηρίξει την αποστολή πρόσκλησης από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ένταξή της στον οργανισμό.Και οι δύο αυτές προσκλήσεις θα τελούν υπό την αίρεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που κατοχυρώνει την χρήση του ονόματος έναντι όλων. – Με απλά λόγια εφόσον η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ευδοκιμήσει τότε αυτοδικαίως ακυρώνεται η πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν εκκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Η Ελλάδα τέλος θα κυρώσει την μεταξύ μας Σύμβαση στο ελληνικό κοινοβούλιο θέτοντας την σε ισχύ, καθώς και το Πρωτόκολλο ένταξης των Γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα».

Μοναδική «δημοκρατική» πρωτοτυπία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοναδικό – χωρίς προηγούμενο – ποδοπάτημα κι αυτών των τυπικών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών και θεσμών από τη συγκυβέρνηση των λακέδων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των «άξιων» πολιτικών υπαλλήλων του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, και μάλιστα για ένα θέμα που επί δεκαετίες εμφανίζουν σαν θέμα πρωτεύουσας «εθνικής» σημασίας και το οποίο τώρα επιδιώκουν να «περάσουν» στα μουλωχτά μηπώς τυχόν και δεν τους βγει η ΝΑΤΟϊκή πασιέντζα.

Advertisements

One Comment on “Μια κριτική της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ”

  1. […] η Βουλή να συζητά την έγκριση ή την απόρριψη της συμφωνίας, που την Κυριακή θα υπογράψουν οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s