1821-2019: «…και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν»

«…Το 1817 ένας Έλλην φίλος μου εταξίδευσε εις την Μακεδονίαν, συνοδευόμενος από έναν καλόγηρον. Όταν έφθασαν εις ένα χωρίον, του οποίου λησμονώ το όνομα, εσταμάτησαν δια να αναπαυθούν και να δροσισθούν εις το κατάστημα ενός αρτοποιού, ο οποίος ήτο συγχρόνως και ο ξενοδόχος του τόπου. Εις το κατάστημα ευρίσκετο ένας μικρός βοηθός του αρτοποιού με περίεργον παρουσιαστικόν. Ήτο ένας μικρός Ηπειρώτης υψηλού αναστήματος, με ωραίον και υπερήφανον πρόσωπον και του οποίου οι βραχίονες, το στήθος και αι γυμναί κνήμαι θα μας έδιδον συνδυασμένον τον τέλειον τύπον της κομψότητος και της ανδρικής ρώμης. Παρατηρεί κατ’ αρχάς προσεκτικά τους δύο ταξιδιώτας και στρεφόμενος προς τον κοσμικόν της συντροφιάς∙ «Γνωρίζετε να διαβάζετε;» τον ερωτά. «Ναι», απαντά αυτός. Τότε το Ηπειρωτόπουλον τον παρακαλεί να τον ακολουθήση εις τον γειτονικόν αγρόν. Ο ταξιδιώτης αποδέχεται, ακολουθεί τον νεαρόν αρτοποιόν εις ένα κατά το όνομα μόνον κήπον ή μάλλον εις ένα περίφρακτον χώρον∙ κάθηνται και οι δυο επί ενός σωρού πετρών, πλησίον ενός αγρού σπαρμένου με σίτον. Ο νέος βάζει το χέρι του εις το στήθος και σύρει κάτι προσδεδεμένον εις την άκρην ενός σπάγγου περασμένου εις τον λαιμόν του. Ήτο ένα μικρόν βιβλίον, το οποίον επέδειξε εις τον ταξιδιώτην, παρακαλών αυτόν συγχρόνως να του διαβάση κάτι, και το μικρόν αυτό βιβλίον ήσαν τα τραγούδια του Ρήγα. Ο ταξιδιώτης το πήρε και ήρχισε, όχι να τραγουδά τους ύμνους, αλλά απλώς να τους διαβάζη με κάποιαν απαγγελίαν. Μετ’ ολίγον ύψωσε τους οφθαλμούς του προς τον ακροατήν του∙ αλλά ποία η έκπληξίς του; ο ακροατής του είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Τώρα το πρόσωπόν του φανερώνει συγκίνησιν και όλα τα χαρακτηριστικά του καθρεφτίζουν την έξαψίν του∙ τα μισάνοιχτα χείλη του τρέμουν, δύο καταρράκται δακρύων πίπτουν από τους οφθαλμούς του και όλον το τρίχωμα, το οποίον σκεπάζει το στήθος του, ανορθούται, ανακινείται και συσπάται ζωηρώς προς όλας τας διευθύνσεις. «Δια πρώτην φοράν ακούεις να αναγιγνώσκεται το μικρόν αυτό βιβλίον;» ερωτά ο ταξιδιώτης. «Όχι», απαντά∙ «παρακαλώ κάθε ταξιδιώτην, ο οποίος διέρχεται από το χωρίον να μου διαβάση κάτι∙ και τα έχω ακούσει όλα αυτά». «Και πάντα με την αυτήν συγκίνησιν;» προσέθεσε ο πρώτος. «Με την αυτήν συγκίνησιν» προσέθεσε ο νέος. Εάν ο μικρός αρτοποιός ζη ακόμη σήμερον, θα εστοιχημάτιζον με προθυμίαν ότι δεν ευρίσκεται εις ένα μικρόν κατάστημα και δεν ζυμώνει άρτους∙ οι βραχίονές του εκτελούν κάποιο άλλο έργον» (Fauriel, Chants populaires de la Grece modern, Paris 1824-25, σσ 206-207) [1]

Το παραπάνω μικρό περιστατικό του 1817 περιγράφει ο Γάλλος φιλέλληνας Fauriel στα 1824-1825, οπότε εκδόθηκε η συλλογή του των «λαϊκών τραγουδιών της σύγχρονης Ελλάδας». Ο ίδιος δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει στην συλλογή του αυτή και το κείμενο του Θούριου του Ρήγα [2], για την ακρίβεια 93 στίχους από τους 126 της αυθεντικής του έκδοσης [3]. Ανάμεσα στους στίχους που παραλήφθηκαν από τον Fauriel είναι και ορισμένοι, όπως οι ακόλουθοι, που προσέδιδαν στην έμμετρη επαναστατική διακήρυξη του Ρήγα ένα περιεχόμενο πολύ βαθύτερο και πλατύτερο από αυτό που αποτύπωσε στην ιστορία η «εθνική» επανάσταση του 1821, η ίδια αυτή επανάσταση την οποία ενέπνευσαν οι στίχοι του Θούριου με τον τρόπο που περιγράφει ο Fauriel στο πρόσωπο του «μικρού βοηθού αρτοποιού»:

«Στην πίστιν του καθ’ ένας, ελεύθερος να ζη, / στην δόξαν του πολέμου να τρέξωμεν μαζί»…

…»Να σφάξωμεν τους λύκους, που τον ζυγόν βαστούν, / και Χριστιανούς και Τούρκους, σκληρά τους τυραννούν».

Ίσως βέβαια τον καιρό που εκδόθηκε η συλλογή του Fauriel, η ίδια η ζωντανή ιστορική πράξη να είχε θέσει στο περιθώριο, ή στα βαθύτερα στρώματα της κοινωνικής συνείδησης, στίχους σαν κι αυτούς… Ωστόσο, ποιος  μπορεί να πει ότι μέσω της γραφίδας του Ρήγα η ανθρωπότητα δεν είχε ήδη θέσει στον εαυτό της το πρόβλημα και μάλιστα ότι δεν το είχε θέσει με δεδομένο το ότι: «Η ανθρωπότητα θέτει έτσι στον εαυτό της μόνο τα προβλήματα εκείνα που μπορεί να λύσει, αφού η εγγύτερη εξέταση θα δείξει πάντα πως το ίδιο το πρόβλημα ανακύπτει μονάχα όταν υπάρχουν ήδη, ή τουλάχιστον βρίσκονται στη διαδικασία της διαμόρφωσής τους, οι υλικοί όροι για τη λύση του»; [4]

Ποιητική αδεία ή όχι, και με αυτό εννοώ το ερώτημα όπως διατυπώνεται στην προηγούμενη παράγραφο, το ίδιο αυτό ερώτημα μπορεί να μην απαντήθηκε από την ιστορική πράξη της ελληνικής επανάστασης, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι δεν τέθηκε σε αυτήν, έστω και με έναν κάπως ιδιόμορφο τρόπο, όπως θα φανεί στη συνέχεια…

*

Γράφει στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος (Φώτιος Χρυσανθόπουλος), ο 23χρονος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αναφερόμενος στην πολιορκία των Πατρών την άνοιξη του 1822:

«Όταν επολιορκούμεν τας Πάτρας οι εντόπιοι Τούρκοι και οι Λαλαίοι ήρχοντο εις ομιλίαν συνεχώς με τους Έλληνας, διότι είχαν την άδειαν του αρχηγού. Ένας Τούρκος είπεν ό,τι λέγομεν τώρα, ότι δηλαδή είναι αδιόρθωτα τα πράγματα, και ότι καλόν είναι να πιάσωμεν ημείς τους μεγαλειτέρους μας Αγάδες και εσείς τους ιδικούς σας και να τους σκοτώσωμεν δια να γλυτώσωμεν ύστερον από τους Φράγκους. Αυτήν την ένωσιν θέλομεν, διότι αυτοί δεκατίζουν και τα αυγά ακόμη οι χουρσούζηδες και αχαΐρευτοι αφεντάδες». [5]

Και επίσης, αναφερόμενος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς ένα χρόνο νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1821:

«Οι Έλληνες ήσαν ακόμα απλοί και αδιαβόλευτοι κι όσα τους έλεγαν να κάμουν κατά των πολιορκουμένων Τούρκων τα επίστευαν. Ήλθαν δηλαδή άνθρωποι ενόσω εδιαρκούσεν οι πολιορκία και μας υπόσχοντο να κάψουν την πόλιν δια διαφόρων μηχανών∙ και άλλοι μας εζήτουν γάταις ή σκύλους δια να δέσουν εις της ουραίς των πράγματα κατασκευασμένα ωσάν ρουκέταις και να της απολύσουν εις την πόλιν μέσα να την κάψουν, άλλοι πάλιν να τους δώσωμεν δοκάρια μακρά ελάτινα δια να δέσουν εμπρός μίαν ρουκέταν από ύλην καυστικήν, την οποίαν την έλεγαν άσβεστον πυρ, και να της ρίψουν επάνω εις τα σπίτια της πόλεως και να την κάψουν∙ μας επαράσταιναν ακόμη, ότι δεν σβύνει και όπου πέσει καίει τον τόπον και της πέτραις λυώνει.

Εις αυτούς εδώκαμεν την ύλην και αυτοί έκαμαν κάτι πράγματα ωσάν προσκέφαλα, τα έδεσαν εις την άκρην των δοκαριών και τα έρριψαν, αλλ’ αντί να υπάγουν εις το φρούριον εγύρισαν οπίσω εις της καλύβαις των στρατιωτών. Αυτά οι Τούρκοι τα είδαν, ότι τα εκάμαμεν την νύκτα∙ μας επεριγελούσαν και μας έλεγαν, ότι ο Θεός θα μας κάψη ως απίστους, διότι επατήσαμεν το ψωμί του αφέντη μας Σουλτάνου∙ επειδή μας άφησε και ζούμεν από πολλήν του ευσπλαχνίαν, οι δε Έλληνες πάλιν ωμίλουν κάθε ημέραν με τους Τούρκους, και τους αναγελούσαν βλέποντας αυτούς να αλωνίζουν εις την κάψαν, διότι ήσαν ασυνείθιστοι. Μάλιστα τους ενθύμιζαν τον καιρόν, όπου τους έβαλλαν αγγάρια, και τους ερωτούσαν, πώς τους φαίνεται τώρα το αλώνισμα και το λύχνισμα, και τους έλεγαν διατί μας ετυραννούσατε; Οι δε Τούρκοι απεκρίνοντο∙ τι να σας ειπούμεν, έχετε δίκαιον, τώρα το βλέπομεν και ημείς ότι το επαρακάναμεν, διότι σας αδικούσαμεν και ο Θεός θα μας παιδεύση δια τούτο. Αλλά τώρα ελάτε να ενωθώμεν, και σας δίδομεν τα χωράφια μας μισακά, και σας κάμνομεν αδέλφια έξω από την πίστιν μας, και εις το εξής θα ζήσωμεν πολύ καλά αν θέλετε να μας ακούσετε, διότι άλλως θα πέσετε εις των Φράγκων τα χέρια, και θα σας δεκατίζουν και τα αυγά της κότας, και τότε θα μας ενθυμηθήτε και δεν θα μας εύρετε, και δια να συμβιβασθούν τα πράγματα μεταξύ μας, ιδού τι να κάμωμεν∙ εσείς και εμείς να πιάσωμεν τους ανωτέρους μας να τους σκοτώσωμεν και έπειτα μόνοι μας συμφωνούμεν». [6]

Να λοιπόν και εδώ η ανθρωπότητα, που – όχι με τη μορφή του έμμετρου λόγου, αλλά με τη μορφή, ας πούμε, της λαϊκής διπλωματίας – «θέτει στον εαυτό της το πρόβλημα εκείνο που μπορεί να λύσει», πράγμα που δεν αλλάζει καθόλου από το γεγονός ότι δεν το έλυσε τότε, που το έθεσε, και από το γεγονός ότι δεν το έχει λύσει ακόμα έως τώρα, όπου από τότε έχει τεθεί και ξανατεθεί αρκετές φορές…

Φυσικά μπορεί κανείς να αντιτείνει, ότι τα παραπάνω περιστατικά λαβαίνουν χώρα σε στιγμές όπου πια το νερό έχει μπει στ’ αυλάκι με τον τρόπο που έχει μπει και ότι ήταν πλέον αδύνατο να κυλήσει σε διαφορετική κοίτη. Ή ότι οι προτροπές αυτές και προτάσεις των πολιορκημένων Τούρκων διατυπώνονται εξαιτίας της μειονεκτικής θέσης στην οποία βρίσκονται στις δοσμένες στιγμές, πράγματα δηλαδή που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Όμως το σημαντικότερο στα δύο παραπάνω περιστατικά, που ο Φωτάκος θέωρησε τόσο αξιοσημείωτα ώστε να τα καταγράψει στα απομνημονεύματά του, αυτό που διατηρεί ανόθευτη την αξία του, την επικαιρότητά του ως και σήμερα, είναι η στιγμιαία έκφραση των πιο βαθιών αμοιβαίων λαϊκών πόθων, των πόθων που αβίαστα γίνονται αμοιβαία αναγνωρίσιμοι ανάμεσα στους λαούς, τόσο ώστε – εν προκειμένω – να αποτελέσουν διαπραγματευτικό όπλο ανάμεσα σε πολιορκημένους και πολιορκητές που στην πραγματικότητα χωρίζονται μόνο από «εθνικά» τείχη…

…Τα οποία όμως τείχη σε συνθήκες εθνικής καταπίεσης δεν είναι απλώς ιδεατά, όπως στο προηγούμενο περιστατικό μαρτυρεί και το «αναγέλασμα» των μέχρι χθες ραγιάδων προς τους πολιορκημένους, τους αναγκασμένους τώρα «εις την κάψαν» να αλωνίζουν και να λυχνίζουν οι ίδιοι, «ασυνείθιστοι» και στερημένοι από την «αγγάρια» των πρώτων, κι ας μην αποτελούσαν κι εκείνοι παρά το κατώτερο κοινωνικό στρώμα του οθωμανικού πληθυσμού, το ομόλογο ας πούμε στρώμα του ένοπλου λαού που τους πολιορκούσε  – αν ήταν κάτι «ανώτερο» δεν θα αλώνιζαν και δε θα λύχνιζαν  οι ίδιοι ούτε από τη θέση του πολιορκημένου…

Και αποτελεί με τον τρόπο της αυτή η υλική διάσταση της εθνικής καταπίεσης μια εξήγηση – μεταξύ και άλλων – για τους λόγους που σε εκείνες τις συνθήκες παρέπεμψαν στο «άγνωστο μέλλον» τη λύση του προβλήματος που έθεταν οι στίχοι του Ρήγα. Μια εξήγηση για τους λόγους που το «εθνικό ζήτημα» – αν και προϋπόθεσή της αλλά και ακριβώς γι’ αυτό – αποτέλεσε ταυτόχρονα και την τροχοπέδη της κοινωνικο-πολιτικής εξέλιξης στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης.

—————

[1] Το Σύνταγμα και ο Θούριος του Ρήγα. Το αρχικό και το τελικό κείμενο. Κριτική έκδοση. Ε.Σ. ΣΤΑΘΗΣ. Εκδόσεις Αρμός. Σελ. 301-302.

[2] Στο ίδιο σελ. 308-311.

[3] Στο ίδιο σελ. 279-284.

[4] Μαρξ, Εισαγωγή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας.

[5] Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Ι, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1977, σελ. 211.

[6] Στο ίδιο, σελ. 139-140.

(Στα παραθέματα, με μόνη διαφορά το μονοτονικό, τηρείται η σύνταξη και ορθογραφία του πρωτότυπου. Τα αραιά στοιχεία της έκδοσης έχουν αντιγραφεί σε πλάγια).

 



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s