Η αντιμετώπιση της πανδημίας προδιαγράφει τους σχεδιασμούς της «επόμενης μέρας»;

…Οσοι έχουν αναρρώσει, οι περισσότεροι θα έχουν κάποιο βαθμό ανοσίας με πιθανή διάρκεια ενός έτους, ενώ η μόλυνση αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων θα οδηγήσει σταδιακά στη λεγόμενη «ανοσία της αγέλης», χωρίς όμως αυτό να μπορεί να προσδιοριστεί χρονικά. Σύμφωνα με τον Σ. Τσιόδρα, το μοντέλο που πρόκειται να εφαρμοστεί προς αυτήν την κατεύθυνση και μέχρι να βρεθεί εμβόλιο, είναι η σταδιακή και ελεγχόμενη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων και ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα το «ανοιγόκλεισμα» της κάνουλας των περιορισμών.

***

 Όπως είναι γνωστό, σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, τα κυβερνητικά μέτρα ενάντια στην εξάπλωση της πανδημίας βρίσκουν την «ολοκλήρωσή» τους στον περιορισμό των μετακινήσεων και των επαφών.

Κρίνοντας από την υπάρχουσα «προσιτή» πληροφόρηση, με αυτή την τακτική η διάδοση του ιού περιορίζεται μεν, όμως η επιδημία δεν τερματίζεται. Η αναγνώριση και η καταμέτρηση των κρουσμάτων γίνεται «με το σταγονόμετρο». Σε γενικές γραμμές, όταν ένα «κρούσμα» παρουσιάσει συμπτώματα και αρρωστήσει, τότε γίνεται το τεστ και εφόσον αποβεί θετικό, ο άνθρωπος προστίθεται στον αριθμό των καταγραμμένων κρουσμάτων. Η ιχνηλασία των επαφών του προσθέτει σε αυτά έναν ακόμα αριθμό. Για παράδειγμα στην Ελλάδα, στις 14 Απριλίου, σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, τα καταγραμμένα κρούσματα ανέρχονταν σε 2.170 και είχαν πραγματοποιηθεί «πάνω από 48.000 τεστ» για την ανίχνευση του ιού. Πράγμα που, εκ πρώτης όψεως, χοντρικά σημαίνει, ότι για κάθε «συμπτωματικό» κρούσμα  είχαν πραγματοποιηθεί κατά μέσο όρο άλλα 22 τεστ βάσει ιχνηλάτησης των επαφών του…

Αυτό με τη σειρά του σημαίνει, ότι όταν η «καμπύλη» της διάδοσης και των θανάτων τείνει να μηδενιστεί, θα παραμένει «μέσα στα σπίτια» ένας άγνωστος αριθμός κρουσμάτων που απλώς δεν θα έχουν ανιχνευτεί, ένας άγνωστος αριθμός φορέων του ιού, ένας άγνωστος αριθμός «ανοσοποιημένων» ενδεχομένως ατόμων πλάι σε έναν αριθμό μη ανοσοποιημένων και πλάι σε έναν άγνωστο αριθμό ατόμων στα οποία δεν έχει μεταδοθεί ο ιός. Αριθμοί που μπορούν να γίνουν αντικείμενο στατιστικής μόνο προσέγγισης.

Γι’ αυτό και στην επίσημη ενημέρωση (βλ. στην αρχή του κειμένου) γίνεται – ως προς την «επόμενη μέρα» – λόγος για «σταδιακή και απροσδιόριστη χρονικά ανοσία της αγέλης» μέσω της «μόλυνσης αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων», για «ανοιγόκλεισμα της κάνουλας των περιορισμών ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα» και «μέχρι να βρεθεί εμβόλιο». Το οποίο, όμως, εμβόλιο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Π.Ο.Υ., «δεν θα πρέπει πραγματικά να το περιμένουμε μέσα στους επόμενους 12 μήνες ή και περισσότερο»

Γι’ αυτό, επίσης, γίνεται σποραδικά λόγος για «δεύτερο» και για «τρίτο κύμα» της πανδημίας, για ενδεχόμενες μεταλλάξεις του ιού, για «επιστροφή» σε μια «κανονικότητα» διαφορετική από την γνωστή μας,  για τη «νέα» καθημερινότητα της «επόμενης μέρας» κ.ο.κ.

*

Σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας, τακτική ανάσχεσής της και όχι τερματισμού της, η οποία οδηγεί σε μιά παρατεταμένη χρονική περίοδο «12 μηνών ή και περισσότερο», στη διάρκεια της οποίας η κοινωνική ζωή θα είναι ευεπίφορη στην επιβολή μέτρων «προσαρμογής» στην «έκτακτη» κατάσταση και, στην πραγματικότητα, μέτρων αναμόρφωσής της σε κατεύθυνση ταυτιζόμενη με τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των κέντρων εξουσίας, με την επίκληση του «κύρους της επιστήμης» και της «δημόσιας υγείας».

Έχουμε, με άλλα λόγια, μια τακτική αντιμετώπισης της πανδημίας που «συμπίπτει» με την στρατηγική των κέντρων εξουσίας για την «αναμόρφωση» και ποδηγέτηση της κοινωνικής ζωής σε όλα της τα επίπεδα.

Στο σημείο αυτό, ένα ερώτημα είναι, αν υπάρχει, αν είναι αντικειμενικά εφικτή, μια τακτική αντιμετώπισης της επιδημίας σε κάθε χώρα και της πανδημίας διεθνώς, που να οδηγεί όχι σε μια «ανάσχεσή» της αλλά στον τερματισμό της.

*

Το κείμενο αυτό δεν είναι γραμμένο από «ειδικό», γι’ αυτό και ο τίτλος του διατυπώνεται σαν ερώτημα, γι’ αυτό, επίσης και το ερώτημα που προηγήθηκε: «υπάρχει διαφορετική τακτική;», απαιτεί απάντηση επιστημονική, τέτοια όμως που να δίνεται όχι στο ασφυκτικό πλαίσιο του «πολιτικά εφικτού», αλλά στο πλαίσιο του επιστημονικά αντικειμενικού και του αντικειμενικά εφικτού.

Ωστόσο, φιλτράροντας τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης και αναλύσεων, βάσιμα προκύπτουν οι ενδείξεις, ότι μια τέτοια τακτική, που να στοχεύει στον τερματισμό της πανδημίας, δεν ανήκει στη σφαίρα της ουτοπίας.

«Τεστ, τεστ και πάλι τεστ», δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων κάθε μέρα, ήταν το συμπέρασμα της εμπειρίας των γιατρών του Ουχάν, που πρώτοι έδωσαν τη μάχη με το κορονοϊό, σε συνθήκες μαζικής εξάπλωσής του: «Χωρίς τεστ απλώς δεν έχουμε ιδέα πώς να εντοπίσουμε τα ύποπτα κρούσματα και πώς να απομονώσουμε τις στενές επαφές». Στην Κούβα, με στήριγμα τις αναπτυγμένες δομές πρωτοβάθμιας υγείας, κατά την αφετηρία της μάχης, «περισσότεροι από 28.000 φοιτητές Ιατρικής συμμετείχαν σε μια «ενεργή αναζήτηση» πιθανών κρουσμάτων του νέου κορονοϊού, από γειτονιά σε γειτονιά»

…Ίσως τα δεδομένα αυτά – όντας επίσης ενταγμένα στα μεμονωμένα εθνικά πλαίσια των δυο παραδειγμάτων – να μην αρκούν για την εξαγωγή γενικών συμπερασμάτων. Όμως υποβάλλουν μια διαφορετική κατεύθυνση: Ότι για το στόχο του τερματισμού της επιδημίας, πλάι στα μέτρα περιορισμού μετακινήσεων και επαφών, απαιτείται η ιατρική εξέταση του πληθυσμού «άνθρωπο των άνθρωπο» και «πόρτα την πόρτα», η πραγματοποίηση των τεστ ανίχνευσης σε όσες ποσότητες απαιτούνται για την «ενεργή αναζήτηση» και ανακάλυψη των κρουσμάτων, – αντί της καταγραφής τους αφότου έχουν εκδηλωθεί τα συμπτώματα -,  η λήψη στη συνέχεια των αναγκαίων γενικών και εξατομικευμένων μέτρων με βάση αυτή την λεπτομερή γνώση  για την κατάσταση της υγείας όλου του πληθυσμού.

*

Έχει λεχθεί, ότι η τακτική της «ανάσχεσης», η τακτική που ουσιαστικά εξαντλείται στα μέτρα περιορισμού μετακινήσεων κλπ, βρίσκεται σε εξάρτηση από τις ανεπάρκειες των δημόσιων δομών υγείας, υπηρετεί το στόχο αποτροπής της «υπερφόρτωσης» σε όλη την – κατώτερη των αναγκών – έκτασή τους.

Υπάρχει όμως και μια αντίστροφη όψη του ζητήματος: Αν η απλή ανάσχεση της πανδημίας, η ισοδύναμη με την παράτασή της αντί για τον τερματισμό της, δεν συνέπιπτε και αν ερχόταν σε αντίθεση με τις προτεραιότητες του «συλλογικού καπιταλιστή» σε διεθνές επίπεδο, αν οι προτεραιότητες αυτές υπηρετούνταν με τον ταχύτερο τερματισμό της πανδημίας, τότε αυτός ο «συλλογικός καπιταλιστής» δεν θα δίσταζε να δαπανήσει τα όσα τρισεκατομμύρια θα χρειάζονταν για τον τερματισμό της, για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων του, για την αποκατάσταση γενικών συνθηκών ευνοϊκών για την καπιταλιστική κερδοφορία και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου…

Ποτέ ο «συλλογικός καπιταλιστής» δεν δίστασε να θυσιάσει κεφάλαια και άμεση κερδοφορία, προκειμένου να εξασφαλίσει γενικές συνθήκες οι οποίες θα ανταμείβανε τις θυσίες του στο πολλαπλάσιο…

Στην περίπτωση αυτή, οι ανεπάρκειες των εθνικών δομών υγείας θα αναπληρώνονταν με επείγοντες ρυθμούς παντού, όλοι οι διαθέσιμοι αναγκαίοι πόροι – υλικοί και ανθρώπινοι – θα δεσμεύονταν και θα κινητοποιούνταν με διεθνή σχεδιασμό, έγκαιρα και άμεσα θα είχαν  παντού επιβληθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης και για το «κυνήγι» της πανδημίας «στις φωλιές της» μέχρι την οριστική της εξάλειψη.

Στο επιτελικό επίπεδο των διεθνών κέντρων εξουσίας δεν χωρά λόγος για «αστοχίες», για «παραλείψεις», για «ατυχείς» ολιγωρίες. Χωρά λόγος μόνο για προτεραιότητες συμφερόντων, για στρατηγικές επιδιώξεις και σχεδιασμούς, για την πολιτική που υπηρετεί την υλοποίησή τους. Και η ασκούμενη πολιτική, που πέρα από παραλλαγές συγκλίνει σε κοινούς παρονομαστές ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας, «προδίδει» ακριβώς προτεραιότητες συμφερόντων, στρατηγικές επιδιώξεις και σχεδιασμούς και μέσα της υλοποίησής τους.

*

Οι «οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας» περιγράφονται από τώρα με όρους νέας «οικονομικής κρίσης», ακόμα και μεγέθους τέτοιου που δεν έχει ξαναγνωρίσει η ανθρωπότητα. «Πρωτόγνωρη» πανδημία, «πρωτόγνωρη» και η «κρίση» που θα την ακολουθήσει ενόσω, ταυτόχρονα, η πανδημία θα παραμένει σε εξέλιξη, για «12 μήνες ή και περισσότερο»…

Πρώτη αναγκαία επισήμανση το ότι, αν επρόκειτο για τους γενικούς κοινωνικούς όρους με τους οποίους μπορεί στην πραγματικότητα να κατανοηθεί η έννοια της οικονομίας,  αυτή δεν θα ήταν σε θέση να οδηγηθεί σε κατάσταση κρίσης ακόμα και ως αποτέλεσμα της πανδημίας. Αντίθετα, είτε στην περίπτωση που η πανδημία αποτελεί απλώς τον «καταλύτη» της κρίσης είτε στην περίπτωση που αυτή επέρχεται αποκλειστικά ως «επίπτωση» της πανδημίας, και στις δυο αυτές περιπτώσεις τα εσωτερικά δομικά αίτια της κρίσης οφείλονται στο «ειδικό» γεγονός ότι πρόκειται για την «οικονομία» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Παραπέρα, τίθεται το ερώτημα: γιατί τα «κέντρα εξουσίας» του καπιταλισμού να έχουν συμφέρον από την «ανάσχεση» δηλαδή την παράταση της πανδημίας, που το αποτέλεσμά της είναι η οικονομική κρίση;

Μια γενική απάντηση είναι ότι, όπως ισχύει για κάθε οικονομική-καπιταλιστική κρίση, στους «χαμένους» της ανήκουν η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι στο σύνολό τους, τα μικροαστικά στρώματα και τα ασθενέστερα τμήματα του κεφαλαίου, και στους «κερδισμένους» ανήκουν τα ισχυρότερα τμήματα του κεφαλαίου. Σε κάθε κρίση το μονοπωλιακό κεφάλαιο ισοπεδώνει περισσότερο τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, καταστρέφει περισσότερο τους αυτοαπασχολούμενος, εκτοπίζει περισσότερο τους «μικρομεσαίους» καπιταλιστές από την αγορά και καταλαμβάνει τη θέση τους σε αυτήν.   Όταν, όμως, γίνεται λόγος για τα «κέντρα εξουσίας» του κεφαλαίου (κρατικά κέντρα των ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών, διακρατικές ενώσεις τους, μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί όμιλοι,  άτυπα κέντρα χάραξης της στρατηγικής του μονοπωλιακού κεφαλαίου), με τον λόγο αυτόν δεν εννοούνται «κέντρα» που εκπροσωπούν τους «χαμένους» αλλά «κέντρα» που εκπροσωπούν τους «κερδισμένους», τους «νικητές» της καπιταλιστικής κρίσης.

Μια πιο ειδική απάντηση είναι, ότι σε συνθήκες υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, η οποία μάλλον παρέμεινε «εκκρεμής» από την προσφατη καπιταλιστική κρίση, μια παράταση της πανδημίας μπορεί να αποτελεί και την «βέλτιστη» ευκαιρία για την αποδοτικότερη επένδυσή τους…

Ο «συλλογικός καπιταλιστής», για τον οποίο ήδη έγινε λόγος, δεν διαθέτει τα τρισεκατομμύρια που θα χρειάζονταν για τον τερματισμό της πανδημίας, εφόσον ο τερματισμός της έρχεται σε σύγκρουση με τις προτεραιότητες του. Εφόσον, όμως, οι σχεδιασμοί του υπηρετούνται από την παράταση της πανδημίας, τότε οι άμεσες οικονομικές επιπτώσεις της ισοδυναμούν, για τον «συλλογικό καπιταλιστή», με την δαπάνη ενός κεφαλαίου,  κατευθυνόμενου στην εγκαθίδρυση γενικών συνθηκών ευνοϊκών για την καπιταλιστική κερδοφορία, για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, για την ισχυροποίηση της πολιτικής εξουσίας του.

*

«12 μήνες ή και περισσότερο» αποτελούν χρονικό διάστημα σχετικά επαρκές για την θεμελίωση μιας σειράς πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών μηχανισμών ενταγμένων στον στρατηγικό προγραμματισμό της εξουσίας του κεφαλαίου.

Ήδη, υπό τύπο ψηφίδων,  σχηματίζεται σταδιακά η εικόνα της «επόμενης μέρας», που δεν θα είναι ακριβώς «επόμενη», αλλά μάλλον τροποποιημένη συνέχιση του «έκτακτου καθεστώτος».

Και η «επιστροφή στην κανονικότητα»,  πρακτικά ως «επιστροφή στο μέλλον», θα αιτιολογεί την ονομασία της μέσω της «κανονικοποίησης» ολόκληρης σειράς μέτρων από αυτά που τώρα ακόμα διατηρούν έκτακτο χαρακτήρα, – εμφανιζόμενα σήμερα είτε ως αντίστοιχα είτε ως δυσανάλογα έως και ξένα προς τις ανάγκες για τις οποίες κατ’ όνομα προοορίζονται -, τα οποία στην πορεία μπορούν συστημικά να «εμπλουτιστούν» και με άλλα, σε μια παρατεταμένη περίοδο εναλλασσόμενης «χαλάρωσης» και «αυστηροποίησης» των περιοριστικών μέτρων, μια παρατεταμένη χρονική περίοδο μονιμοποίησης, σταθεροποίησης, εγκαθίδρυσης, υλοποίησης στρατηγικών επιδιώξεων προωθούμενων «με την σφραγίδα της επιστήμης» ενόψει των αναγκών, με εργαλείο, με πρόσχημα, κατ’ επίκληση και στο όνομα της εμφανιζόμενης και επανεμφανιζόμενης πανδημίας, του 2ου και του 3ου κύματός της, των μεταλλάξεών της κ.ο.κ.. 

Η υλοποίηση των τεχνικών εφαρμογών, μηχανισμών, σχεδιασμών που βρίσκονται στο συρτάρι των κέντρων εξουσίας, και που ήδη βγαίνουν από αυτό σε μικρές ακόμα δόσεις, εξυπηρετείται απόλυτα από την παρατεταμένη προοπτική μιας κοινωνίας «μεταδοτικά άρρωστης» αλλά και «λειτουργικά  άρρωστης». Βρίσκει σε αυτή την προοπτική το πιο πρόσφορο έδαφος για την εγκαθίδρυσή τους σε όλη την έκταση των διασυνδεόμενων κοινωνικών σχέσεων, από τον «πυρήνα» τους στο πεδίο της παραγωγικής διαδικασίας ως και τον απώτερο «φλοιό» τους στο πεδίο της κοινωνικής κουλτούρας, από το πεδίο της παραγωγής και υλοποίησης της υπεραξίας ως το πεδίο του κατακερματισμού των διαπροσωπικών κοινωνικών σχέσεων, από το πεδίο της εκπαιδευτικής διαδικασίας έως το πεδίο της μηχανικής αυτοματοποίησης και εξατομίκευσης της κρατικής-διοικητικής επιτήρησης. Αυτά για αρχή…

*

Οι καρποί της φαντασίας του καθενός σκιαγραφούν ήδη μια εικόνα της μελλοντικής κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία κατασκευάζουν τα κέντρα εξουσίας της εκμεταλλεύτριας τάξης σε βάρος των υποτελών κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων. Μόνο που πρόκειται για «φανταστικούς» καρπούς που πια έχουν καταστεί τεχνικά εφικτοί, που στο σύνολό τους απεικονίζουν καταστάσεις οι οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν, την ίδια στιγμή που για τα κέντρα εξουσίας του κεφαλαίου αυτό που πρέπει να πραγματοποιηθεί είναι ακριβώς αυτό που μπορεί

Και, μάλιστα, να πραγματοποιηθεί, όχι απομονωμένα από το σύνολο των αντιθέσεων του διεθνούς καπιταλιστικού ανταγωνισμού, οι οποίες αναπτύσσονται και σταδιακά συγκεντρώνονται στο άμεσο προσκήνιο της πραγματικότητας εν μέσω όλων των άλλων και συναρτημένα με αυτά.

*

Αντίστροφα, και πρέπει και μπορεί, να βρεθούν στην αιχμή της πάλης οι άμεσες διεκδικήσεις για τα εργατικά, λαϊκά δικαιώματα, για την αντιμετώπιση της επιδημίας ως το οριστικό της «ξερίζωμα»:  η ενίσχυση ως το ύψος των απαιτήσεων του δημόσιου συστήματος υγείας σε υποδομές, σε υλικό και ανθρώπινο δυναμικό, η επίταξη των ιδιωτικών μονάδων υγείας, η δέσμευση όλου του υπάρχοντος ιατρικού και νοσηλευτικού δυναμικού, εξοπλισμένου με τα αναγκαία μέσα και τον αναγκαίο σχεδιασμό.

Και πρέπει και μπορεί, να βγουν στο προσκήνιο οι αναγκαίες συνέπειες της διαπίστωσης, ότι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, σε όλες τους τις πλευρές, είναι αδύνατη πάνω στην προκρούστεια κλίνη των εκμεταλλευτικών οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων. Είναι αδύνατη όταν η διαχείρισή τους επαφίεται στο πολιτικό προσωπικό της κοινωνικής τάξης που εχθρεύεται τις λαϊκές ανάγκες, της κοινωνικής τάξης που η διατήρηση της θέσης της και της κυριαρχίας της είναι συνώνυμη με το τσαλαπάτημα των λαϊκών δικαιωμάτων και αναγκών, των όρων ζωής και ύπαρξης των εργαζομένων, του λαού, της νεολαίας. Είναι αδύνατη «αν δεν πάρει ο λαός τη μοίρα του στα δικά του χερια», σύμφωνα με τη «φράση» που «λέγεται και ξαναλέγεται» και που τόσο πιο πολύ αδιάφορα μοιάζει να ηχεί όσο παραμένει «φράση», όσο την ίδια ώρα η αναγκαιότητά της γίνεται κάθε φορά όλο και πιο πιεστική, όσο οι προϋποθέσεις της πραγμάτωσής της  συνεχίζουν να παραμένουν ανεκπλήρωτες. 


One Comment on “Η αντιμετώπιση της πανδημίας προδιαγράφει τους σχεδιασμούς της «επόμενης μέρας»;”

  1. […] αντιμετώπισης της πανδημίας κατά την διάρκεια των 12 μήνων και περισσότερο έως την ανακάλυψη […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s