«ο σκοπός του νομοθέτη»

«Είθισται» οι νόμοι να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται σύμφωνα με τον «σκοπό του νομοθέτη». Πώς μπορεί, όμως, να ερμηνευτεί η εφαρμογή του νόμου από τον ίδιο τον «νομοθέτη» και, ταυτόχρονα, σε αντίθεση προς τον «σκοπό του νομοθέτη»;

Μπορεί να ερμηνευτεί, απλά και μόνο, σαν καταχρηστική εφαρμογή ενός νόμου, ο οποίος ήδη πριν την εφαρμογή του νομοθετήθηκε καταχρηστικά. Κατ’ επέκταση, καθίσταται καταχρηστική και η εκ των υστέρων «επικοινωνιακή» επίκληση ενός νόμου καταχρηστικά νομοθετημένου για την δικαιολόγηση της καταχρηστικής του εφαρμογής

*

Εν προκειμένω σε ρόλο «νομοθέτη», ο οποίος ρόλος του απονεμήθηκε από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, ο αρχηγός της αστυνομίας απαγόρεψε για τρεις μέρες τις συναθροίσεις άνω των τριών ατόμων σε όλη τη χώρα.

Ως «σκοπός του νομοθέτη» διακηρύχθηκε η αποτροπή της διάδοσης του κορονοϊού.

Σε αντίθεση προς τον «σκοπό του νομοθέτη», και ενώ διαπιστώθηκε υποδειγματική τήρηση των απαραίτητων υγειονομικών μέτρων αποκλείουσα κάθε πιθανότητα επέλευσης των λόγων κατα των οποίων κατέτεινε ο «σκοπός του νομοθέτη», ο ίδιος αυτός «νομοθέτης» εξαπέλυσε τα όργανά του σε ένα όργιο κρατικής κατασταλτικής βίας εναντίον του αγωνιστικού εορτασμού της επετείου του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και άλλες πόλεις της χώρας, επιδιώκοντας πρόδηλα την ματαίωση εκδηλώσεων πολιτικού περιεχομένου μη αρεστού σε αυτόν ή/και στους στους πολιτικούς προϊσταμένους του.

Επιδιώκοντας, συγκεκριμένα, και μάλιστα ατελέσφορα, την ματαίωση εκδηλώσεων που έθεσαν στο πολιτικό τους στόχαστρο τον αμερικανο-ΝΑΤΟϊκό ιμπεριαλισμό και την κυβερνητική πολιτική που καθιστά δέσμιά του τη χώρα, επίσης την κυβερνητική πολιτική καταπάτησης των εργατικών – λαϊκών δικαιωμάτων (οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, μορφωτικών και άλλων), αλλά και τις εγκληματικές κυβερνητικές ευθύνες για την εξάπλωση της επιδημίας του κορωνοϊού, η αποτροπή της οποίας μάλιστα προβλήθηκε ως σκοπός της καταχρηστικά εκδοθείσας αστυνομικής διαταγής καθώς και της καταχρηστικής εφαρμογής της.

Κατ’ επίταση, μάλιστα, της καταχρηστικής άσκησης πολιτειακών λειτουργιών εκ μέρους του «νομοθετικά» και, ταυτόχρονα, εκτελεστικά ιθύνοντος κρατικού αξιωματούχου, επισημαίνεται η δραστηριότητα εντεταλμένων οργάνων αυτού, τα οποία κατά το έργο τους της καταχρηστικής εφαρμογής των συγκεκριμένων, καταχρηστικά θεσπισμένων, νομοθετικών διατάξεων, επικαλούνταν δημοσίως την ένταξή τους σε εγκληματική οργάνωση ήδη καταγνωσθείσα ως τέτοια από την ελληνική δικαιοσύνη. Το δε γεγονός αυτό συνάδει, άλλωστε, με τις μορφές άσκησης του έργου που εξετέλεσαν, καθόσον σε εκκλήσεις πολιτών, όπως αναφανεί επιτέλους ο υπεύθυνος εντολέας τους, τούτος ουδέποτε εμφανίστηκε, ούτως ώστε η λειτουργία του ίδιου του κράτους απέκτησε σημεία προσομοιώσεώς της με τις μεθόδους λειτουργίας αμιγούς εγκληματικής οργάνωσης.

Κατά τον τρόπο αυτό, ο «νομοθέτης» και εφαρμοστής ταυτόχρονα ο ίδιος των νομοκανονιστικών διατάξεων που εξέδωσε, παραβίασε παράνομα και με δόλο το συνταγματικά εγγυημένο δικαίωμα του συνέρχεσθαι, υπό συνθήκες όπου ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του τελευταίου βρισκόταν σε εναρμόνιση με τις μορφές άσκησής του, ώστε αυτές να μην συνιστούν διακινδύνευση της δημόσιας ασφάλειας και ιδίως της ασφάλειας του δημόσιου αγαθού της υγείας, η προστασία του οποίου και προεβλήθη ως σκοπός της «νομοθέτησης» και, κατά συνέπεια, της εφαρμογής του «νόμου», πλην όμως ψευδώς και καταχρηστικώς όπως αποδείχθηκε από τα πραγματικά περιστατικά.

*

Περαιτέρω, επισημαίνεται στο σημείο αυτό, η καταχρηστική νομοθέτηση, ήτοι η νομοθέτηση υπό σκοπό άλλον από τον διακηρυσσόμενο ως τέτοιον, η μετέπειτα καταχρηστική εφαρμογή του νόμου, ήτοι εν προκειμένω η παρά την προσχηματική προβολή άλλου αιτιολογικού σκοπού εφαρμογή του για τον σκοπό στον οποίο και πραγματικά κατέτεινε, και, τέλος, η «επικοινωνιακή» (και εν τέλει «θεσμοποιητική») επίκληση του νόμου ως «γράμματος» αποσυνδεδεμένου από τον θεωρούμενο ως σκοπό του, εκ του οποίου και θα ήλκε την ουσιαστική του νομιμοποίηση, αποτελεί αφενός χαρακτηριστικό καθεστώτων δημοκρατικής μεν επιφάσεως όχι όμως και δημοκρατικών υπό τις ιστορικές απαιτήσεις των θεμελιωδών αρχών των ειδοποιών μιας δημοκρατικής κοινωνίας . Κατατείνει αφετέρου στην αναίρεση της έννοιας του πολίτη, υποκαθιστώντας το πρόσωπο του πολίτη σε ένα χωρίς συνειδησιακή κρίση μηχανικό αντικείμενο της επιβολής του τυπικού νόμου, σε ένα άβουλο αντικείμενο της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας, – ταυτιζόμενων εν προκειμένω στο πρόσωπο του αρχηγού της αστυνομίας -, αναίρεση και υποκατάσταση η οποία απαρχής συνιστά όρο συστατικό του ουσιαστικού σφετερισμού κάθε τύπου εξουσίας και εν τέλει της ολοκλήρωσής της στον εαυτό της και για-τον-εαυτό της.

*

Η λειτουργία και υπόσταση ενός αρχηγού της αστυνομίας, μιας κυβέρνησης, ενός πρωθυπουργού, επιδιδόμενων στην καταχρηστική νομοθέτηση και καταχρηστική εφαρμογή του νόμου που θεσπίζουν, ήδη συνιστά έκφανση προϊούσας μεταβολής του ουσιώδους πολιτειακού τύπου σε πολιτειακό τύπο μόνο κατ’ όνομα, ζήτημα που η λύση του θα μπορούσε, κατά την κρατούσα κοσμοθεωρητική άποψη, να εναποτεθεί στην αντισταθμιστική επίδραση που ασκεί επ’ αυτού η γενικότερη μεταβολή των κοινωνικο-ιστορικών συσχετισμών.

Επιπλέον όμως, το in concreto οργανικό αντικείμενο της πολιτικής-θεσμικής καταχρήσεως, ήτοι η ζωή και υγεία του λαού, το αγαθό της δημόσιας υγείας εν μέσω της εξαπλούμενης πανδημίας του κορωνοϊού, αντιπαραβαλλόμενο μάλιστα με τις ειδικές της διαχειριστικές κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις (πρωτόκολλα τουριστικού «ανοίγματος», μέσων μεταφοράς ανθρώπων, λειτουργίας εκπαιδευτικών και εργασιακών χώρων, στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας κ.ά.), σε συνάρτηση και προς τα «δρακόντεια» κυβερνητικά μέτρα μονόπλευρης «ατομικής ευθύνης» και περιστολής κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, καθιστά την υπαίτια παράνομη πράξη ιδιαζόντως ειδεχθή, και αναδεικνύει κατ’ επέκταση την γενική κυβερνητική πολιτική ως όχι μόνο μη κατατείνουσα στον αποτελεσματικότερο έως και οριστικό, – όπως ήδη είχε αναφανεί η δυνατότητα κατά την εαρινή περίοδο -, περιορισμό της ενσκύψασας επιδημίας, αλλ’ αντίθετα κατατείνουσα στην «βέλτιστη» αξιοποίηση αυτής για σκοπούς αλλότριους προς τον σύμφωνο με το δημόσιο αίσθημα και τις αρχές της καλής πίστης σκοπό στον οποίο οφείλει εν γένει να θεωρείται ότι πρέπει να κατατείνουν οι κυβερνητικές λειτουργίες.

*

Για τούτο μηνύω αυτούς κλπ κλπ.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s