Διπλή κοινοβουλευτική παρωδία

«Ο καπιταλισμός (…) οξύνει τον ανταγωνισμό ανά­μεσα στον ιμπεριαλισμό που αρνείται τη δημοκρατία και στις μάζες που τείνουν προς τη δημοκρατία».

Αντί η Βουλή να συζητά την έγκριση ή την απόρριψη της συμφωνίας, που την Κυριακή θα υπογράψουν οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, συζητά την πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όσο παρωδία είναι το τι συζητά η Βουλή, άλλο τόσο παρωδία είναι και το τι δεν συζητά.

Για όλα τα κόμματα του ΝΑΤΟϊκού πολιτικού «τόξου» είναι ανακουφιστική η επιλογή της κυβέρνησης να μην φέρει στη Βουλή τη συμφωνία για κύρωση πριν από την υλοποίηση των διεθνών συνεπειών της, αλλά να την φέρει μόνο τότε που οι συνέπειες αυτές θα έχουν υλοποιηθεί.

Τα  κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ «εξασφαλίζονται» με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διακρατική συμφωνία τίθεται σε ισχύ χωρίς να έρχεται για κύρωση στην ελληνική Βουλή.

Και όταν λέμε «εξασφαλίζονται», εννοούμε ότι τους δίνεται σε αυτό το κρίσιμο στάδιο η δυνατότητα να εκφράζουν τη «διαφωνία» τους με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όσο πιο ηχηρά τους το επιτρέπουν οι φωνητικές τους χορδές, με τη «διαφωνία» όμως αυτή να παραμένει περιορισμένη σε φραστικά πλαίσια, χωρίς πολιτικές συνέπειες, και χωρίς εξαιτίας της να διακινδυνεύεται η δρομολόγηση της ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Αντί τα κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ να  βρεθούν εμπρός στο αξεπέραστο δίλημμα της ψήφισης ή της καταψήφισης της συμφωνίας με την οποία «διαφωνούν», και κατ’ επέκταση εμπρός στο αιχμηρό δίλημμα ψήφισης ή καταψήφισης τής ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, η κυβέρνηση αναλαμβάνει για χάρη τους την πολιτική ευθύνη μιας διαδικασίας απροκάλυπτου εμπαιγμού και ποδοπατήματος κάθε δημοκρατικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Το ότι η συμφωνία, με την υπογραφή της και μόνον, τίθεται μεν σε ισχύ αλλά «υπό αίρεση», δεν αλλάζει σε τίποτα τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Η «υπό αίρεση» ισχύς μιας συμφωνίας παράγει συγκεκριμένες διεθνείς συνέπειες και η παραγωγή αυτών των συνεπειών προϋποθέτει και απαιτεί την προηγούμενη κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή, προϋποθέτει και απαιτεί την κοινοβουλευτική έγκρισή της προκειμένου να επέλθουν οι «υπό αίρεση» συνέπειές της, είτε την κοινοβουλευτική της απόρριψη προκειμένου να μην επέλθει καμία της συνέπεια, ούτε «υπό αίρεση» ούτε χωρίς «αίρεση».

Σύμφωνα λοιπόν με το διαδικαστικό «σχήμα» που «ανακοίνωσε» η κυβέρνηση, οι δυο ΥΠΕΞ θα υπογράψουν τη συμφωνία και κατόπιν: α) Η συμφωνία θα κυρωθεί από τη Βουλή της ΠΓΔΜ. β) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ. γ) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. δ) Η ΠΓΔΜ θα ολοκληρώσει τη συνταγματική της αναθεώρηση.

Και κατόπιν όλων αυτών θα έρθει η συμφωνία για κύρωση και στην ελληνική Βουλή. Δηλαδή αφού θα έχουν γίνει όλα αυτά, τότε η ελληνική Βουλή θα έχει το «δικαίωμα» να πει ότι τελικά διαφωνεί με αυτή τη συμφωνία, ότι εξαρχής διαφωνούσε, ότι δεν την εγκρίνει, ότι «λυπάται πολύ για την ανάστατωση» αλλά τελικά δεν ενδιαφερόταν ούτε για τη συνταγματική αναθεώρηση στην ΠΓΔΜ, ούτε για την ένταξή της σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, ότι η χώρα με την υπογραφή του ΥΠΕΞ παρήγγειλε μεν το έτοιμο πια «προϊόν» αλλά τελικά η Βουλή δεν προτίθεται να το «αγοράσει». Ότι, τελικά, δεν ήταν «υπό αίρεση» η ισχύς της συμφωνίας στην περίπτωση αθέτησής της από την ΠΓΔΜ, αλλά ήταν «υπό αίρεση» η ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, καθώς και η συνταγματική της αναθεώρηση, στην περίπτωση μιας τυχόν εκ των υστέρων απόρριψης της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή…

Ο κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός, προς διασφάλιση των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών, προφυλάσσει σ’ αυτό το αρχικό στάδιο με τον καλύτερο τρόπο τα ΝΑΤΟϊκά κόμματα της «αντιπολίτευσης» από την έκθεσή τους στο σκληρό άμεσο δίλημμα της ψήφισης είτε της καταψήφισης της ΝΑΤΟϊκής συμφωνίας.

Ο τυχοδιωκτισμός των κομμάτων της αστικής αντιπολίτευσης αποδέχεται σαν σωτήρια την τυχοδιωκτική προσφορά της κυβέρνησης και – μαζί με τον έναν από τους εταίρους της συγκυβέρνησης, τους ΑΝΕΛ – «ποντάρουν» επίσης τυχοδιωκτικά  στην πιθανότητα απόρριψης της συμφωνίας από τους πολιτικούς θεσμούς της ΠΓΔΜ. Και, ειδικά η ΝΔ,  αρπάζει την ευκαιρία και, με την ευκολία της παράκαμψης του άμεσου ερωτήματος έγκρισης ή απόρριψης της συμφωνίας, ευκολία που της την προσφέρει η κυβέρνηση, μετατρέπει το ερώτημα αυτό σε ένα άλλο: σε ερώτημα «δυσπιστίας» προς την κυβέρνηση, φορώντας στην όλη υπόθεση τα μέτρα που υπηρετούν την ιδιαίτερη δική της πολιτική τακτική.

Όλα αυτά δεν είναι παρά συμπτώματα εκφυλισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Εκφυλισμού που εκφράζεται με τη μορφή συναγωνισμού των αστικών κομμάτων σ’ έναν δίχως αρχές και δίχως όρια τυχοδιωκτισμό. Τα αστικά πολιτικά κόμματα είναι διατεθειμμένα να σφαχτούν «στην ποδιά του ΝΑΤΟ» και για τα μάτια του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτά τα μάτια σφάζουν πρώτη και καλύτερη, στο βωμό των ΝΑΤΟϊκών και μαζί των δικών τους δημαγωγικών αναγκών, κάθε  τυπική εγγύηση δημοκρατικής διαδικασίας, κατά τρόπο που εν προκειμένω μετατρέπει τον δικό τους τυχοδιωκτισμό σε τυχοδιωκτισμό και σε ανυποληψία με γενικά εθνικά χαρακτηριστικά, σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία όχι απλώς δικά τους προς το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία της χώρας προς τα έξω.

Η δημοκρατία, αν και «αστική», δεν είναι των αστών και των κομμάτων τους. Είναι και αυτή αντικείμενο σφετερισμού: Η αστική τάξη, όπως σφετερίζεται την παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων, σφετερίζεται και τη λαϊκή πολιτική δραστηριότητα. Και για τις δυο αυτές μορφές σφετερισμού είναι εξίσου υπόλογη, κοινωνικά και πολιτικά.

Advertisements

Μια κριτική της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

Μια λογική που, με αφορμή τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, λέει ότι ότι «δεν χρειάζεται ειδική ονομασία για να έχει ένα κράτος βλέψεις εναντίον κάποιου άλλου», (και εν προκειμένω δεν είναι βέβαια θέμα μόνο «ειδικής ονομσασίας»), είναι λογική που τη συναντάμε και μ’ άλλες μορφές και που, βέβαια, τοποθετημένη στο κενό, μοιάζει με αληθινή: Οι ΗΠΑ μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Ιράκ και χωρίς τα ψέμματα για τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ», μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Αφγανιστάν και χωρίς το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οι ναζί μπορούσαν να επιβάλουν τη δικτατορία τους και χωρίς τον εμπρησμό του ράιχσταγκ, τα ΜΑΤ μπορούν να ψεκάζουν με χημικά και να ξυλοκοπούν μια μάζα δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών ακόμα κι αν δε δεχτούν μερικά μπουκάλια ή πέτρες από κάποιες δεκάδες κουκουλοφόρους. Όμως αυτά ισχύουν μόνο στο θεωρητικό κενό, ενώ στο έδαφος του πραγματικού κόσμου και των πραγματικών σχέσεων για να υλοποιηθούν τέτοιες βλέψεις χρειάζονται ή χρειάστηκαν και τα μπουκάλια των κουκουλοφόρων και ο εμπρησμός του ράιχσταγκ και οι δίδυμοι πύργοι και τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ». Η αναζήτηση και η κατασκευή πρακτικών και θεωρητικών προσχημάτων αποτελεί σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο μια από τις προϋποθέσεις κάθε δραστηριότητας που «από μόνη της» και απροσχημάτιστη θα εμφανιζόταν απλώς με το πραγματικό της περιεχόμενο σαν δραστηριότητα άδικη. Κατά τρόπο ανάλογο είναι επίσης αδύνατο,  να αποσυνδεθούν οι βλέψεις των κρατών, δηλαδή των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων τους, καθώς και η υλοποίηση αυτών των βλέψεων, από τις διακρατικές συμφωνίες και τους κρατικούς καταστατικούς «αυτοκαθορισμούς» που τα κράτη συνάπτουν μεταξύ τους ή θεσμοθετούν για τον εαυτό τους.

Οι βλέψεις αυτές, ελληνικές και πρώην γιουγκοσλαβο-μακεδονικές, σε ό,τι αφορά τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ βρίσκουν τον κοινό τους τόπο σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα επί της ουσίας ξένη προς το υποτιθέμενο αντικείμενο της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών: κι αυτή η σκοπιμότητα είναι η βαλκανική επέκταση του ΝΑΤΟ με την ένταξη σε αυτό και της ΠΓΔΜ. Και ήδη, από αυτή και μόνο την άποψη, δεν πρόκειται για μια συμφωνία λύσης των οποιωνδήποτε ζητημάτων υφίστανται μεταξύ των δυο χωρών, αλλά για μια συμφωνία σκοπιμότητας, ξένη προς κάθε τέτοια λύση. Εδώ θα μπορούσε και να μπει απλώς μια τελεία. Αλλά θα ήταν παράδοξο, θα αποτελούσε μια σπάνια και συμπτωματική εξαίρεση, αν η συγκεκριμένη κυρίαρχη σκοπιμότητα μπορούσε να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενο της  συμφωνίας, αν δεν επιδρούσε πάνω του, αν το άφηνε ανεπηρέαστο, αν – μ’ άλλα λόγια – από αυτήν προέκυπτε μια «συμφωνία λύσης» κι όχι μια «συμφωνία σκοπιμότητας».

Ας προσπαθήσουμε να τα πάρουμε ένα-ένα:

1] Ήδη λοιπόν, από το στάδιο των διαπραγματεύσεων τα χρονικά όρια των συνομιλιών δεν ήταν καθορισμένα από την επεξεργασία  αμοιβαία αποδεκτών λύσεων στα εκκρεμή θέματα, αλλά ήταν καθορισμένα από το χρονοδιάγραμμα ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούλιο. Κι αυτά τα όρια δεν αφορούν απλώς το χρονοδιάγραμμα. Αφορούν επί της ουσίας τον τελικό στόχο των συνομιλιών και το τελικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Και – κρίνοντας από τις δηλώσεις Τσίπρα – αυτό το τελικό περιεχόμενο αποτυπώνεται ως εξής:

2] Αντί να αποκτά γεωγραφικό προσδιορισμό ο όρος «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους, απλώς προστίθεται πλάι σε αυτόν τον όρο ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Βόρεια». Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί ότι στην ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ο γεωγραφικός προσδιορισμός δε βρίσκεται στη «Μακεδονία» αλλά στο «Βόρεια». Και κάθε λογικός άνθρωπος  μπορεί να αντιληφθεί ότι κατά συνέπεια, και στην ίδια την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», παραμένει άθικτο το «σπέρμα» κάθε «αλυτρωτισμού», είτε του γειτονικού είτε του «δικού μας». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Σκοπίων κάλλιστα μπορεί να βρει τη διέξοδό του σε κάποιο αίτημα «μακεδονικής ολοκλήρωσης». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Αθηνών κάλλιστα μπορεί να συνεχίζει την «αυθεντική» ερμηνεία συνθημάτων του είδους «η Μακεδονία είναι Ελλάδα», με τον τρόπο που τη διατύπωσε ο Κασιδιάρης σαν εκπρόσωπος της ναζιστικής «ΧΑ» στη βουλή, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά της συνεδρίασης της 12-1-2018: Δεν δίστασε στην ομιλία του αυτή ο Κασιδιάρης εκ μέρους της «ΧΑ» να παραδεχτεί ότι τα Σκόπια είναι Μακεδονία… Μόνο που το παραδέχτηκε χαρακτηρίζοντας το έδαφος της ΠΓΔΜ «προαιώνια ελληνική γη της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και εκθέτοντας το «σχέδιο» της «ΧΑ» για την «απελευθέρωσή» της.

Τίποτα πιο απλό λοιπόν για τον «αλυτρωτισμό» των Σκοπίων και των Αθηνών, στο έδαφος αυτής της ονομασίας και των προσδιορισμών της, να κραυγάζουν ο μεν για «απελευθέρωση της Νότιας» και ο δε για «απελευθέρωση της Βόρειας Μακεδονίας». Και τίποτα πιο φυσικό από αυτό εφόσον πρόκειται για μια ΝΑΤΟϊκή συμφωνία: Θα ήταν «ντροπή» για το ΝΑΤΟ – μαζί και για τις αστικές τάξεις που επενδύουν σε αυτό τις «εθνικές» βλέψεις τους – εάν μια «δική του» συμφωνία αποτελούσε ταυτόχρονα και την καταστατική εξάλειψη των  αμοιβαίων εθνικιστικών «αλυτρωτισμών», αν μια συμφωνία προορισμένη να υπηρετήσει τις τρέχουσες σκοπιμότητές του δεν εξασφάλιζε ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις κάθε πιθανού μελλοντικού ιμπεριαλιστικού σχεδιασμού σε βάρος των λαών.

3] Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να εμφανίσει σαν σπουδαία διπλωματική επιτυχία το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ δεν διεκδικεί πλέον ως δική της την πολιτισμική κληρονομιά του Βουκεφάλα. Στο σημείο αυτό η ελληνική κυβερνητική πλευρά πέτυχε ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα: Τα φύκια τα όποια πουλούσε για μερικές δεκαετίες η προπαγάνδα των σκοπιανού εθνικισμού, τα αγόρασε για μεταξωτές κορδέλες, και στολισμένη με αυτές στρέφεται προς το εσωτερικό της χώρας διαλαλώντας την διπλωματική της «επιτυχία». Ο εθνικισμός της σκοπιανής αστικής τάξης είχε υψώσει τον πήχη της διπλωματίας μέχρι τον Βουκεφάλα και η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε και τον πήδηξε!

Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του Τσίπρα, «στη Συμφωνία που καταλήξαμε, για πρώτη φορά προβλέπεται ότι οι Βόρειοι Γείτονές μας δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας.  Ο όρος Μακεδόνας της ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς, ο οποίος  έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό διαχωρίζεται ρητά και κατηγορηματικά από τον όρο Μακεδόνας όπως τον χρησιμοποιούν και στη βάση του οποίου αυτοπροσδιορίζονται οι πολίτες της γειτονικής μας χώρας».

Το δύστυχημα όμως είναι ότι το ιστορικό και σύγχρονο έδαφος του «αλυτρωτισμού» δεν βρίσκεται στον εθνικιστικό-μυθολογικό κουρνιαχτό για την αρχαιότητα, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, στο ερώτημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Σλάβοι, αλλά βρίσκεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στο ερώτημα αν η Μακεδονία αποτελεί μια γεωγραφική περιοχή που με βάση διεθνείς συνθήκες έχει κατανεμηθεί σε τρία βαλκανικά κράτη-έθνη ή αν πρόκειται για την εδαφική περιοχή στην οποία εκτείνονται τα όρια ενός «έθνους» που φέρει την ονομασία «μακεδονικό». Αυτού του ερωτήματος η αμοιβαία αποδεκτή απάντηση (και όχι βέβαια η απάντηση του «ερωτήματος» της αρχαίας Μακεδονίας) θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί μια λύση στις φανερές είτε υποβόσκουσες διαφορές μεταξύ των δυο κρατών, θα μπορούσε να επισφραγίζει την αμοιβαία εγκατάλειψη κάθε εθνικιστικού «αλυτρωτισμού». Δεν ήταν όμως αυτός ο στόχος.

Αυτού του ερωτήματος την απάντηση αφορά, άλλωστε, και ο γεωγραφικός ή μη προσδιορισμός του όρου Μακεδονία: Το ότι η ελληνική Μακεδονία είναι στον μακεδονικό νότο και η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία στον μακεδονικό βορά, είναι γνωστό… Όμως η ορολογία περί «Βόρειας Μακεδονίας» και, κατ’ επέκταση, περί «Νότιας Μακεδονίας» δεν καθιστά την «Μακεδονία» γεωγραφικό προσδιορισμό όπως την καθιστούν π.χ. οι όροι «ελληνική Μακεδονία» και «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία». (Φυσικά είναι προφανώς αδιανόητο ότι δεν θα υπήρχε αντίστοιχης ή ανάλογης αξίας όρος, εφόσον ο όρος «γιουγκοσλαβική» του παραδείγματος είχε «απορριφθεί» ήδη από τον καιρό του Ευρω-ΝΑΤΟϊκού διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας…).

4] Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα της γλώσσας: «Η Συμφωνία», λέει ο κ. Τσίπρας, «αναγνωρίζει τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ από το 1977 για την καταγραφή της γλώσσας των γειτόνων μας ως Μακεδονικής γλώσσας, με την πρόσθετη, όμως, και σαφή διατύπωση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών,γεγονός που, όπως ρητά αναγνωρίζεται, την διαχωρίζει απολύτως από την ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό».

Το ζήτημα «αιχμής», φανερής ή υποβόσκουσας ας το ξαναπούμε, δεν βρίσκεται στο αν η γλώσσα της ΠΓΔΜ έχει ελληνική προέλευση. Ο καθένας γνωρίζει ότι δεν έχει τέτοια προέλευση και ότι «ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών». Βρίσκεται στον αν αυτή η νοτιοσλαβική-μακεδονική γλώσσα αποτελεί εθνικό χαρακτηριστικό της «Μακεδονίας» στη γενικότητά της ή αποτελεί τη γλώσσα του κυρίαρχου έθνους που τα γεωγραφικά του όρια εκτείνονται ως τα σύνορα της ΠΓΔΜ.

Και σε αυτό το ζήτημα δεν δόθηκε και δεν μπορούσε να δοθεί καμία ΝΑΤΟϊκή «λύση».

5] Με τη συμφωνία επίσης «επιτρέπεται» στην Ελλάδα, τους «Μακεδόνες» πολίτες (και γιατί όχι «Βορειομακεδόνες» άραγε;) να τους ονομάζει «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας». Η ονομασία του κράτους «erga omnes» αλλά η ονομασία των πολιτών του διπλή…

Προφανώς και σε αυτό το σημείο η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στην παράλειψη επιβεβαίωσης των διεθνών συνθηκών που καθορίζουν την εθνογεωγραφική υπόσταση της ΠΓΔΜ και της Μακεδονίας στο σύνολό της, παράλειψη που αποτελεί «παρακαταθήκη»  για τις επιθετικές βλέψεις των αστικών τάξεων όποτε οι ιμπεριαλιστικές διανομές και αναδιανομές των βαλκανικών εδαφών επιτρέψουν και υποδαυλίσουν την έμπρακτη εκδήλωσή τους…

6] Τα παραπάνω είναι μάλλλον αρκετά για να καταδειχθεί ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους τροποποιήσεις του συντάγματος της ΠΓΔΜ, στις οποίες μάλλον γενικόλογα αναφέρθηκε ο κ. Τσίπρας, το «σπέρμα των αλυτρωτισμών» διατηρείται ανέπαφο στο περιεχόμενο της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ.

Όμως, στο τέλος όλων αυτών, αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο και η διαδικασία υλοποίησης της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών. Συμφωνα με την περιγραφή αυτής της διαδικασίας από τον κ. Τσίπρα, η συμφωνία θα έρθει για ψήφιση στην ελληνική βουλή αφού πρώτα έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί… Τα περί «υπό αίρεση» πρόσκλησης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην πραγματικότητα σημαίνουν μόνο ότι η ελληνική βουλή θα κληθεί να επικυρώσει μια σειρά τετελεσμένων διεθνών συνεπειών της συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν μεταξύ τους οι δυο πρωθυπουργοί. Το συμπέρασμα από την περιγραφή του Τσίπρα για την όλη διαδικασία, είναι το εξής: Η ελληνική βουλή δεν θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη συμφωνία πριν αρχίσει η υλοποίησή της, αλλά θα κληθεί να να την εγκρίνει εφόσον έχει υλοποιηθεί από την ΠΓΔΜ ή να την απορρίψει αν η ΠΓΔΜ δεν την εφαρμόσει…

Τι άλλο μπορεί να σημαίνει επί λέξει το ότι: «Με τον κ. Ζάεφ καταλήξαμε επίσης σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την υπογραφή – κύρωση και θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. – Η συμφωνία αφού υπογραφεί από τους Υπουργούς Εξωτερικών θα πρέπει να κυρωθεί από την Βουλή των Γειτόνων μας. – Στη συνέχεια η Ελλάδα θα υποστηρίξει απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας, με την ΕΕ στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. – Και ταυτόχρονα θα υποστηρίξει την αποστολή πρόσκλησης από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ένταξή της στον οργανισμό.Και οι δύο αυτές προσκλήσεις θα τελούν υπό την αίρεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που κατοχυρώνει την χρήση του ονόματος έναντι όλων. – Με απλά λόγια εφόσον η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ευδοκιμήσει τότε αυτοδικαίως ακυρώνεται η πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν εκκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Η Ελλάδα τέλος θα κυρώσει την μεταξύ μας Σύμβαση στο ελληνικό κοινοβούλιο θέτοντας την σε ισχύ, καθώς και το Πρωτόκολλο ένταξης των Γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα».

Μοναδική «δημοκρατική» πρωτοτυπία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοναδικό – χωρίς προηγούμενο – ποδοπάτημα κι αυτών των τυπικών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών και θεσμών από τη συγκυβέρνηση των λακέδων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των «άξιων» πολιτικών υπαλλήλων του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, και μάλιστα για ένα θέμα που επί δεκαετίες εμφανίζουν σαν θέμα πρωτεύουσας «εθνικής» σημασίας και το οποίο τώρα επιδιώκουν να «περάσουν» στα μουλωχτά μηπώς τυχόν και δεν τους βγει η ΝΑΤΟϊκή πασιέντζα.


«ανησυχητικές πληροφορίες»

Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου έκλεισε με την πυραυλική επίθεση του Ισραήλ κατά της Συρίας και το δεύτερο 10ήμερο του Μαΐου ξεκίνησε με την πλήρη κάλυψη των ισραηλινών αυτών επιθέσεων από την ΕΕ: Υπήρξαν «ανησυχητικές πληροφορίες», είπε η επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι, σχετικά με ρουκέτες που έπεσαν σε κενό χώρο των ισραηλινών θέσεων (στο κατεχόμενο τμήμα των Υψιπέδων του Γκολάν, ας διευκρινίσουμε), εξ ου και το «αυτονόητο»: «Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη η ΕΕ, το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Δεν χρειάστηκε για την ΕΕ η επιβεβαίωση ή μη των «ανησυχητικών πληροφοριών» από κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προτού διακηρύξει για μια ακόμα φορά το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα».

*

Βέβαια δεν μπορεί να είναι άγνωστη στην ευρωενωσιακή διπλωματία η τεχνολογία παραγωγής «ανησυχητικών πληροφοριών» όταν αναζητείται πρόσχημα βομβαρδισμών και εδραίωσης μιας ενεργού στρατιωτικής παρουσίας. Και δεν έχει σημασία που το ακόλουθο, «παλιό» δείγμα αφορά την Τουρκία και όχι το Ισραήλ. Και στις δυο περιπτώσεις άλλωστε πρόκειται για βομβαρδισμούς ανταγωνιστών επί του ίδιου εδάφους, της Συρίας.

Ποιος πια δε μπορεί να φανταστεί ότι πίσω από «ανησυχητικές πληροφορίες» μπορεί να βρίσκονται ευυπόληπτα πρόσωπα που στήνουν επιθέσεις κατά της χώρας τους για να νομιμοποιήσουν την επίθεσή τους κατά των στόχων τους;

*

Στο μεταξύ βέβαια, δέκα μέρες νωρίτερα είχαν προηγηθεί και οι «ανησυχητικές πληροφορίες Νετανιάχου», ότι «το Ιράν  αναπτύσσει πυρηνικά όπλα», και ακολούθησε, «ώριμα» πια, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν. Και στην περίπτωση αυτή για τις ΗΠΑ δεν χρειαζόταν κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προκειμένου να επαληθευτούν ή να διαψευστούν οι «ανησυχητικές πληροφορίες» Νετανιάχου. Τους ήταν από μόνες αρκετές για τη «νομιμοποίηση» των επιλογών τους. Η ΕΕ βέβαια θα προτιμούσε τώρα μια «ανεξάρτητη έρευνα» και θα είχε λόγους γι’ αυτό, αφού ήδη ευρωπαϊκές εταιρίες ανακοινώνουν διακοπή εργασιών στο Ιράν ως συμφερότερη επιλογή από τις σε βάρος τους οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Δίκιο βουνό, αλλά πού να το βρουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές.

Άλλωστε και 15 μέρες νωρίτερα ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία είχαν αρκεστεί σε «ανησυχητικές πληροφορίες» περί χρήσης χημικών όπλων για να εξαπολύσουν, χωρίς «ανεξάρτητη έρευνα», τη δική τους αυτή τη φορά πυραυλική επίθεση κατά της Συρίας, υπό τα χειροκροτήματα και την κατανόηση των «συμμάχων» του ευρωατλαντισμού.

Μάλιστα εν προκειμένω οι «ανησυχητικές πληροφορίες» ήταν τόσο υπεραρκετές, ώστε τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια αντιμετωπίζανε δηλητηριωδώς όποιον επιχειρούσε να τις αμφισβητήσει. Ακόμα κι αν αυτός ήταν Βρετανός στρατηγός, τον κόβανε στον αέρα με συνοπτικές διαδικασίες.

Και στις 30 Απριλίου το ευρωκοινοβούλιο, ενόψει «ανησυχητικών πληροφοριών» για τις σφεντόνες και τα καμμένα λάστιχα των Παλαιστίνιων διαδηλωτών στη Γάζα, δεν παρέλειψε για μια ακόμη φορά να αναφερθεί στο «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα», αποκαλώντας έτσι την μαζική εν ψυχρώ δολοφονία 45 σε πρώτη δόση Παλαιστίνιων διαδηλωτών, προτού πέσουν άλλοι 61 νεκροί πλάι σε χιλιάδες τραυματίες από τα ισραηλινά πυρά: αυτη η δεύτερη δόση προκαταβολικά «νομιμοποιημένη» με το προηγούμενο δολοφονικό ψήφισμα της ευρωβουλής.

*

Πολλές οι «ανησυχητικές πληροφορίες» των τελευταίων 40 ημερών.

Και πολλές οι «ανεξάρτητες έρευνες» που πρόκειται να δρομολογηθούν.

Με αυτή την αφορμή θυμηθήκαμε και δυο περιπώσεις «ανεξάρτητων ερευνών» που προφανώς βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη:

Όπως στην πιο κάτω περίπτωση, όπου η κ. Άστον (προκάτοχος της κ. Μογκερίνι στη θέση της επιτρόπου εξωτερικών της ΕΕ), κάνει λόγο για κάτι σαν «ανεξάρτητη έρευνα», όταν ο Εσθονός Υπουργός Εξωτερικών τής μεταφέρει «ανησυχητικές πληροφορίες» για το γεγονός ότι πίσω από τους ελεύθερους σκοπευτές που στοίχισαν στον ουκρανικό λαό δεκάδες νεκρούς, δεν βρισκόταν η κυβέρνηση Γιανούκοβιτς, αλλά σύμφωνα με «όλα τα στοιχεία» βρισκόταν «κάποιος από τον νέο συνασπισμό» εξουσίας.

Όπως, επίσης, στην περίπτωση της μαζικής δολοφονίας των δεκάδων διαδηλωτών  που τους έκαψαν ζωντανούς στην Οδησσό, μέσα στο κτίριο των συνδικάτων. Και τότε, η προκάτοχος της κ. Μογκερίνι είχε ζητήσει «ανεξάρτητη έρευνα» για αυτές τις «ανησυχητικές πληροφορίες».

Ίσως και γι’ αυτό το λόγο, η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση («ο νέος συνασπισμός εξουσίας») επιχειρεί να ενοχοποιήσει το Κουμμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας για αυτό το στυγερό έγκλημα, αλλά από μόνο του αυτό το γεγονός συνιστά την ομολογία της δικής της ενοχής.

 


«δικαίωμα στην αυτοάμυνα», σύμφωνα με ΗΠΑ και ΕΕ, οι μαζικές δολοφονίες Παλαιστίνιων από το Ισραήλ

«Πιστεύουμε πράγματι ότι οι Ισραηλινοί έχουν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα», δήλωσε τη Δευτέρα 30-4-2018 ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο, σχολιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη δολοφονία 47 Παλαιστινίων τον τελευταίο μήνα από τον ισραηλινό στρατό στη Λωρίδα της Γάζας.

Για την ευρωβουλή πάλι, ο αριθμός των δεκάδων εν ψυχρώ δολοφονημένων από τα ισραηλινά πυρά Παλαιστίνιων είναι δικαιολογημένος, αφού «οι ισραηλινές αρχές ανέφεραν ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους δέχτηκαν πέτρες και βόμβες μολότοφ και ότι ορισμένοι διαδηλωτές επιχείρησαν να χαλάσουν και να περάσουν το φράχτη για να εισέλθουν στο έδαφος του Ισραήλ» (φυσικά με το «έδαφος του Ισραήλ» εννοούνται τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη).

Έτσι λοιπόν το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τη Γάζα, που ψηφίστηκε από τις πολιτικές ομάδες του Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών, Φιλελεύθερων, Συντηρητικών – Μεταρρυθμιστών και Πράσινων, εστιάζει στις «πέτρες και τις μολότοφ» που υποτίθεται ότι δέχτηκαν οι πάνοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες, και καθαγιάζει (με λαϊκές, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, συντηρητικές, μεταρρυθμιστικές και πράσινες ψαλμωδίες), τις βεβαιωμένες θανατηφόρες σφαίρες που τον τελευταίο μήνα αφαίρεσαν τη ζωή από δεκάδες Παλαιστίνιους που διαδηλώνουν ενάντια στην πολύχρονη κατοχή της πατρίδας τους, αποκαλώντας τις δολοφονίες «χρήση αναλογικών μέσων» έναντι «προκλήσεων που αντιμετωπίζει το Ισραήλ σε θέματα ασφαλείας».

Μάλιστα απευθύνουν και συστάσεις «μη βίας» σ’ αυτούς που γαζώνονται από τις ριπές των ισραηλινών όπλων, κουνάνε το δάχτυλο στους δολοφονημένους  ότι «γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για άλλους σκοπούς»…

Καλεί δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο, τον παλαιστινιακό λαό να υπομένει αδιαμαρτύρητα τη σφαγή του, να παρακολουθεί σιωπηλός τους χιλιάδες κρατούμενους, ανάμεσά τους και παιδιά να λιώνουν στις ισραηλινές φυλακές, την προσφυγιά και τη διαιώνιση της κατοχής και την αρπαγή των παλαιστινιακών εδαφών από τους ισραηλινούς εποικισμούς, τον αργό θάνατό του από τον αποκλεισμό των παλαιστινιακών εδαφών.

Και απέναντι σε μια κραυγαλέα περίπτωση κρατικής τρομοκρατίας από ένα κράτος – τρομοκράτη, το ευρωκοινοβούλιο σαν «συγγραφέας» της προκήρυξης «ανάληψης ευθύνης»,  ανακηρύσσει την πολύπαθη Λωρίδα της Γάζας «κέντρο διεθνώς αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων».

Η αθλιότητα, βέβαια, συμπληρώνεται με την καραμέλα του «αντισημιτισμού» που έχουν έτοιμη στο στόμα οι κάθε είδους απολογητές των κρατικών ισραηλινών εγκλημάτων εναντίον όσων τα καταγγέλλουν.

Και ολοκληρώνεται η αθλιότητα, με την πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,   που ενισχύει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία της με το Ισραήλ για την αναβάθμιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή.

ΕΕ – ΗΠΑ – ΝΑΤΟ οπλίζουν το δολοφονικό χέρι του ισραηλινού κράτους, είναι συνένοχοι για τα διαρκή εγκλήματα κατά του παλαιστινιακού λαού.


και το εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα στις λιγνιτικές μονάδες;

Όχι, λέει το ευρωπαϊκό δικαστήριο, και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εφαρμόζει το «δίκαιο» της ΕΕ ψηφίζοντας το νομοσχέδιο για το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ σε Φλώρινα και Μεγαλόπολη.

Γιατί, βλέπετε, σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ, οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει κοινωνικό έλεγχο πάνω στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις, οτιδήποτε – και εν προκειμένω η κρατική ιδιοκτησία στις μονάδες παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας – διατηρεί έστω και μόνο των «τύπο» των προϋποθέσεων για την μετατροπή του από συλλογική ιδιοκτησία του κεφαλαίου σε συλλογική ιδιοκτησία των εργαζομένων, οτιδήποτε έστω και μόνο κατά τον «τύπο» δεν είναι ανοιχτά και άμεσα παραδομένο στην εμπορευματοποίηση, την αγορά, την καπιταλιστική κερδοφορία, τη συσσώρευση κεφαλαίου, οτιδήποτε τέτοιο – σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ – είναι «μονοπώλιο» και το «δίκαιο» της ΕΕ δεν επιτρέπει το… μονοπώλιο.

Αν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανήκει – έστω «τυπικά» – στο «κοινωνικό σύνολο», τότε αυτό το κοινωνικό σύνολο «μονοπωλεί» την ηλεκτρική ενέργεια, πράγμα απαράδεκτο σύμφωνα με το «δίκαιο» της ΕΕ. Ενώ αν η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας περάσει άμεσα στα χέρια – λέω τυχαία δυο φίρμες – της Ζήμενς, της  Τζένεραλ Ελέκτρικ ή του Τάδε Ταδόπουλου, τότε δεν πρόκειται για μονοπώληση από τον όποιον Τάδε Ταδόπουλο της ηλεκτρικής ενέργειας, που έχει τον προορισμό να υπηρετεί τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου… Τότε πρόκειται για «υγιή ανταγωνισμό», για πραγμάτωση της «ελευθερίας ανταγωνισμού των κεφαλαίων» (που κάθε περιορισμός της – «έστω και συγκαλυμμένος» – απαγορεύεται, ως γνωστόν, από το «δίκαιο» της ΕΕ).

Η ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας, που συνεχίζεται με το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, διασφαλίζει ότι προορισμός της παραγωγής της δεν θα είναι η υπηρέτηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου αλλά η υπηρέτηση της  συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο στάδιο αυτό της όλο και πιο παρασιτικής, αντικοινωνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, όταν κάθε κοινωνικό χρηματικό απόθεμα (ασφαλιστικά ταμεία, συντάξεις, κονδύλια κοινωνικών δαπανών) «οφείλει» να περιοριστεί ως το ελάχιστο και κάτω από το ελάχιστο προκειμένου το μέγιστο μέρος του να μετατραπεί σε κεφάλαιο, σε «αυτοαξιοποιούμενη αξία», δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική μεταχείριση το άμεσα παραγωγικό κοινωνικό απόθεμα, όπως είναι τα λιγνιτορυχεία  και οι λιγνιτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.

Φυσικά δεν αρχίζει τώρα, έχει αρχίσει από καιρό το «μεγάλο έργο» της εμπορευματοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας (και, βέβαια, της ενέργειας γενικά), της καπιταλιστικής μονοπώλησης της ηλεκτροπαραγωγής, της απόσπασής της από τις γενικές ανάγκες έστω της καπιταλιστικής κοινωνίας και της υπαγωγής της άμεσα, «ανοιχτά και χωρίς περιστροφές», στις ανάγκες του καπιταλιστικού κέρδους, με την εργαζόμενη κοινωνία σε ρόλο είλωτα, δουλοπάροικου, για την κρατικά εξασφαλισμένη (με άλλα λόγια κρατικοδίαιτη) κερδοφορία  των καπιταλιστικών μονοπωλιακών ομίλων.

Η ίδια, άλλωστε, η πάλαι ποτέ 100% κρατική ΔΕΗ, που εν ονόματι του «κοινωνικού συνόλου» μονοπωλούσε το 100% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, παρότι τυπικά ήταν εκπρόσωπος αυτού του κοινωνικού συνόλου, δεν έπαυε να λειτουργεί όχι με κοινωνικούς όρους αλλά με όρους «ιδιωτικής οικονομίας», σαν συλλογική ιδιοκτησία όχι γενικά της κοινωνίας αλλά γενικά του κεφαλαίου. Δεν θα μπορούσε να λειτουργεί διαφορετικά εφόσον το αστικό κράτος δεν είναι ο «συλλογικός πολίτης», όπως θέλει να εμφανίζεται, αλλά ο συλλογικός καπιταλιστής.

Από αυτή την άποψη, η «κρατική ΔΕΗ», η «κρατική ηλεκτρική ενέργεια», έφερνε και, σαν «ιδέα», φέρνει στο προσκήνιο της ιδολογικής και πολιτικής πάλης το ίδιο το ζήτημα του κράτους, σαν όργανωση  της πολιτικής κυριαρχίας της τάξης των καπιταλιστών είτε της εργατικής τάξης. Το ίδιο ζήτημα που – στην οικονομική του διάσταση – συνίσταται στην «ανοιχτή και χωρίς περιστροφές» κατοχή της κοινωνίας πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις που έχουν τόσο αναπτυχθεί ώστε η μόνη διεύθυνση που επιδέχονται είναι η διεύθυνση της κοινωνίας.

Ενώ από την άποψη της σημερινής περιόδου, όπου μετά την αντεπανάσταση εμφανίζεται  και πάλι ένα «αρχετυπικό» ιδεολογικό φαινόμενο: χαρακτηρίζουν σοσιαλιστικό και αυτόν ακόμα τον αστικό φιλελευθερισμό, σοσιαλιστικό τον αστικό διαφωτισμό, σοσιαλιστική και την αστική δημοσιο-οικονομική μεταρρύθμιση, σοσιαλιστικό να γινει ένας σιδηρόδρομος όπου υπήρχε κιόλας μια διώρυγα, σοσιαλιστικό το να υπερασπίζεις τον εαυτό σου με μπαστούνι όταν σου επιτίθενται με σπαθί[1] και σοσιαλιστική, θα πρόσθετα, την 100% κρατική ΔΕΗ και 100% κρατική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, από την άποψη λοιπόν αυτής της ιστορικής περιόδου, το ξεπούλημα των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ, σαν μια ακόμη σκηνή του έργου: «απελευθέρωση» του εμπορεύματος «ηλεκτρισμός», φέρνει στο προσκήνιο την εντεινόμενη αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική φύση της παραγωγής και στην ατομική καπιταλιστική της ιδιοποίηση. Φέρνει στο προσκήνιο το μεγεθυνόμενο χάσμα ανάμεσα στη ζωή των εργαζόμενων κοινωνικών στρωμάτων και στους υλικούς παραγωγικούς όρους της κοινωνικής ζωής συνολικά. Φέρνει στο προσκήνιο την όλο και πιο εχθρική σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου και στον πλούτο που παράγουν.

Κατά τα άλλα, βέβαια, η μισοκρατική – μισοϊδιωτική ΔΕΗ Α.Ε., η κυβέρνηση που τη διαχειρίζεται, μπορεί να ξεπουλά της λιγνιτικές μονάδες που η ελληνική αστική τάξη κληρονόμησε από τον παπούλη της, αλλά – για λογαριασμό της ίδιας αυτής αστικής τάξης – επεκτείνει το δίκτυό της προς τα Βαλκάνια, εξαγοράζοντας μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες της ΠΓΔΜ...

Έτσι ακριβώς όπως γενικά συμβαίνει με τα «εθνικά» κυριαρχικά δικαιώματα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, είτε με μεθόδους ιμπεριαλιστικής ειρήνης είτε με μεθόδους ιμπεριαλιστικού πολέμου, και πάντα με μεθόδους παζαριών, ανταλλαγμάτων, διανομής και αναδιανομής σφαιρών επιρροής, με μεθόδους κυριαρχίας των καπιταλιστικών μονοπωλίων, μεθόδους περιθωριοποίησης των λαών και ισοπέδωσης των λαϊκών δικαιωμάτων.

Γιατί να εξαιρούνταν από αυτές τις μεθόδους το εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα στις λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος;

Και γιατί να πρόκειται για εθνικό κυριαρχικό δικαίωμα υποδεέστερης σημασίας από τα υπόλοιπα, που η «θεαματική» ειδησεογραφική τους επίφαση μονοπωλεί την καθημερινή επικαιρότητα;

[1] Μαρξ, 18η Μπριμέρ, σελ. 79, θεμέλιο 1967, όπου και σημειώνεται: «Και αυτό δεν ήταν απλώς τρόπος του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική. Η αστική τάξη είχε τη σωστή άποψη πως όλα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ενάντια στη φεουδαρχία στρέψανε την αιχμή τους ενάντια στην ίδια, πως όλα τα εκπαιδευτικά μέσα που είχε δημιουργήσει επαναστατούσαν ενάντια στον ίδιο της τον πολιτισμό, πως όλοι οι θεοί που είχε πλάσει την είχαν εγκαταλείψει». Τηρουμένων των αναλογιών, υπό παρόμοιους όρους δεν πρόκειται για «απλώς τρόπο του λέγειν, μόδα ή κομματική ταχτική» ούτε και σήμερα.

 


έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει.

Το δικαίωμα υπάρχει. Το αν κάνει καλά ή όχι όποιος την τοποθετεί ή δεν την τοποθετεί, είναι άλλο θέμα.

*

Η φασιστική χούντα 67-74 είχε ανακηρύξει «εθνική εορτή» την 21-4. Τα μπαλκόνια των σπιτιών ήταν για επτά χρόνια κάθε τέτοια  μέρα «σημαιοστολισμένα».  Εκτός από μερικά. Εκτός από εκείνων που έκαναν καλά.

Περιττό να ειπωθεί ότι κάθε 25-3 και 28-10, ήταν «σημαιοστολισμένα» όλα τα μπαλκόνια. Αυτό έλειπε, να μη βάζαν σημαία, τέτοιες μέρες, οι πολιτικοί επίγονοι των Νενέκων και των Ράλληδων, οι επιζώντες γερμανοτσολιάδες της κατοχής.

Εωσότου, 17-11-73, πάνω από τη σημαία πέρασαν οι ερπύστριες του ΝΑΤΟϊκού τανκ, στο πλευρό του οποίου ήταν βέβαια σταμπαρισμένη και η σημαία.

 

Τη σημαία τη βάζει ο καθένας όπου θέλει . Ιδίως στην ιδιοκτησία του.

Εκεί όπου ένα βουνό, μια θάλασσα, ανήκει σε όλους εξίσου, συνήθως δεν υπάρχει σημαία. Κι έχει κανείς εκεί, χωρίς σημαία, την αδιαπραγμάτευτη αίσθηση ότι «εκεί είναι Ελλάδα» για τον απλό λόγο ότι εκείνο το μέρος ανήκει εξίσου σε όλους.

Αν τυχόν τώρα το ίδιο μέρος εκχωρηθεί σε ένα μικρό ή μεγάλο επιχειρηματικό συμφέρον, ένα ξενοδοχείο ή μια καντίνα ας πούμε,  τότε κατά πάσα πιθανότητα θα ξεφυτρώσει εκεί και μια σημαία για να σημάνει εμφατικά, βίαια, την επιβολή του ψέμματος σαν αλήθεια. Το ξενοδοχείο μου, η καντίνα μου, η γαιοπρόσοδος του φραπέ και της ξαπλώστρας,  «είναι Ελλάδα». Εσύ, που παραμένεις εκεί όπου τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν και καθετί ανήκει εξίσου σε όλους, είσαι αλλού, είσαι ήδη εξόριστος, σε κάποιο είδος προσωρινής τοποθεσίας «τράνζιτ», και τα όρια του τόπου της εξορίας σου, ακόμα κι αυτά, στενεύουν καθημερινά, όσο η «Ελλάδα» της εκχώρησης επελαύνει με τις σημαίες της.

*

Ακόμα δεν μπήκες στο θέμα. ‘Εκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Είπαμε, εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει, και το αν κάνει καλά ή όχι είναι άλλο θέμα.

Ιδίως στην περίπτωση όπου η τοποθέτηση του συμβόλου επαφίεται στην κυριαρχία πολιτικών σχέσεων και δεσμεύσεων εχθρικών, και όπου έτσι πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την επικύρωση αυτής της κυριαρχίας.

Τέτοιες, εχθρικές, είναι οι δεσμεύσεις και οι σχέσεις της εκχώρησης συνολικά, της ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των σφαιρών επιρροής και των ζωνών εκμετάλλευσης, της υπαγωγής στους όρους της μέσω της ευθυγράμμισης με τη ΝΑΤΟϊκή και ΕυρωΕνωσιακή στρατηγική, οι σχέσεις και δεσμεύσεις των «ανταλλαγμάτων», της κυριαρχίας του κεφαλαίου που «πουλά» ό,τι «δεν ανήκει σε κανέναν» κι «αγοράζει» τις πηγές της δικής του καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Σ΄αυτές, τις τελευταίες, θα σε πάνε ακόμα και με το ζόρι να τους μπήξεις τη σημαία. Τα υπόλοιπα, που «δεν ανήκουν σε κανέναν», είναι έτσι κι αλλιώς γκρίζα. Όχι τα Ίμια και οι Ανθρωποφάδες. Τα βουνά και οι (γκρίζες, όχι πια γαλάζιες) θάλασσες του ΤΑΙΠΕΔ.

*

Όμως έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Το ζήτημα δεν είναι ο οποιοσδήποτε άδολος ή δόλιος συναισθηματισμός. Το ζήτημα είναι ότι στο πρόσφατο παρελθόν, χωρίς την τοποθέτηση μιας σημαίας υπό τύπο «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», δεν θα είχε η κυβέρνηση την ευκαιρία να «ευχαριστήσει τις ΗΠΑ».

Επομένως, τι σημαίνει η «τοποθέτηση» της σημαίας εντός του καθεστώτος και κάτω από το καθεστώς της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της εκχώρησης, των ανταλλαγμάτων, των εχθρικών προς το λαό πολιτικών δεσμεύσεων και σχέσεων, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΤΑΙΠΕΔ;

Τι σημαίνει η σημαία εντός αυτού του καθεστώτος, κάτω από το καθεστώς; Και, το ζήτημα είναι, αν υπάρχει περίπτωση να αποκτήσει και να ολοκληρώσει  η σημαία τη σημασία της, χωρίς οι σημαιοφόροι της να αναδειχθούν σαν τέτοιοι στην πρώτη γραμμή του πολέμου ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Το καθεστώς της εξουσίας των μονοπωλίων, το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

*

Το σπίτι σου «είναι Ελλάδα», είναι φανερό αυτό από τη σημαία στο μπαλκόνι. Την έβαλες εκεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να στο πάρουν, μαζί με τη σημαία, οι τράπεζες και η εφορία, το κεφάλαιο και το κράτος του, στο όνομα του ελληνικού λαού.

Τελικά δε μας είπες αν έκαναν καλά ή όχι αυτοί.

 


ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΚΝΕ: Κάτω τα χέρια από την Κομμουνιστική Νεολαία Τουρκίας

Το τελευταίο διάστημα εντείνεται η καταστολή σε βάρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας (ΚΚΤ) και της Κομμουνιστικής Νεολαίας Τουρκίας (ΚΝΤ), με συχνές βίαιες επιθέσεις, συλλήψεις μελών, τραμπουκισμούς και προσπάθεια εκφοβισμού.

Τελευταίο περιστατικό αυτό στις 13 Μάρτη, όταν ομάδα φασιστών επιτέθηκε σε μέλη της ΚΝΤ στο Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης, που εξορμούσαν στο πλαίσιο της δίμηνης καμπάνιας ενάντια στο ΝΑΤΟ. Οι θρασύδειλοι φασίστες στη συνέχεια κατήγγειλαν ψευδώς στην αστυνομία πως δέχτηκαν επίθεση και κατέθεσαν μηνύσεις με αποτέλεσμα να συλληφθούν 22 μέλη της ΚΝΤ και να τους απαγγελθούν κατηγορίες. Το γεγονός αυτό έρχεται να προστεθεί σε σειρά επιθέσεων που συστηματικά δέχονται το ΚΚΤ και η ΚΝΤ.

Σε ανακοίνωσή του το Κεντρικό Συμβούλιο της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας αναφέρει:

«Είναι φανερή η ενόχληση της αστικής τάξης, του κράτους και των κομμάτων της από την αποδοχή και τη στήριξη που δείχνει η νεολαία της Τουρκίας στη δράση και τις θέσεις του ΚΚΤ και της ΚΝΤ. Έχουν ενοχληθεί γιατί ούτε το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ούτε η ένταση της καταστολής, το κλίμα τρομοκρατίας και οι συλλήψεις έχουν καταφέρει να εμποδίσουν τους νέους κομμουνιστές από την ανάπτυξη μαζικής και μαχητικής δράσης. Ανάμεσα σε αυτές είναι και η μαζική κινητοποίηση έξω από την πρεσβεία του Ισραήλ, που πραγματοποίησε η ΚΝΤ στις 12/3, ανταποκρινόμενη στο κοινό κάλεσμα 40 Κομμουνιστικών Νεολαιών για την αλληλεγγύη στο λαό της Παλαιστίνης.

Η ΚΝΤ αναπτύσσει άφοβα τη δραστηριότητά της στα Πανεπιστήμια και τα σχολεία, παρά τη συνεχή παρακολούθηση που δέχονται τα μέλη της από σεκιούριτι και αστυνομία. Συνδέεται με μάζες νέων εργαζομένων, ενισχύεται και δυναμώνει. Γι’ αυτό το λόγο επιστρατεύονται μέλη φασιστικών οργανώσεων, που δρουν συμπληρωματικά, ακόμα και σε ανοιχτή συνεργασία με την αστυνομία, εκπληρώνοντας έτσι το ρόλο τους ως μαντρόσκυλα του συστήματος ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα.

Η ΚΝΕ καταδικάζει την καταστολή και τις επιθέσεις σε βάρος της ΚΝΤ. Η κλιμάκωση της επίθεσης του κράτους και άλλων μηχανισμών έρχεται σε μία περίοδο που η τούρκικη αστική τάξη επιχειρεί την αναβάθμιση του ρόλου της στην περιοχή από τα Βαλκάνια μέχρι και τη Μέση Ανατολή. Αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά πως η επίθεση στο βιοτικό επίπεδο και τα δικαιώματα των λαών, τα επικίνδυνα πολεμικά σχέδια και οι ανταγωνισμοί των αστικών τάξεων για την ενίσχυση της θέσης τους στην περιοχή πάνε χέρι-χέρι με τον αντικομμουνισμό, την ένταση της καταστολής ενάντια στο εργατικό – λαϊκό κίνημα και την πρωτοπορία του, τους κομμουνιστές.

Εκφράζουμε την αμέριστη αλληλεγγύη μας στους συντρόφους της ΚΝΤ και την τουρκική νεολαία. Είμαστε βέβαιοι πως οι κομμουνιστές και το λαϊκό κίνημα όχι μόνο δεν πρόκειται να λυγίσουν από τέτοιες επιθέσεις, αλλά αντίθετα θα δυναμώσουν τη δράση τους σε όλες τις συνθήκες.

Πιστοί στις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, θα συνεχίσουμε το συντονισμό και την κοινή δράση με τους συντρόφους μας της ΚΝΤ. Οι γείτονες λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν, αντίθετα έχουν κοινό αντίπαλο, το σύστημα της εκμετάλλευσης, της φτώχειας, της ανεργίας και των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Έχουν κοινό συμφέρον να παλέψουν ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ενάντια στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ στην περιοχή, ενάντια στην προσπάθεια αμφισβήτησης των συνόρων. Συνολικά ενάντια στα επικίνδυνα πολεμικά σχέδια που σέρνουν τους λαούς μας να χύσουν το αίμα τους για τα συμφέροντα των αστικών τάξεων και των μονοπωλίων. Απέναντι στην εθνικιστική και αλυτρωτική προπαγάνδα που αναπτύσσεται σε Ελλάδα και Τουρκία να δυναμώσει ο αγώνας για την ειρήνη, τη φιλία και την αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς μας».

902gr