άγγλοι σύμμαχοι…

Το έφεραν οι περιστάσεις και στις αναρτήσεις του μπλογκ δημιουργήθηκε ένας μικρός κύκλος που θεματολογικά αναφέρεται σε αυτό που λέει ο τίτλος: «Άγγλοι σύμμαχοι»:

Ζει ανάμεσά μας…………

Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κρις Γουντχάουζ

“Μια βραδιά στο Λονδίνο”, μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας

Με αφορμή το βιβλίο “ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού” του Ιάσωνα Χανδρινού

Λέμε λοιπόν να κλείσουμε αυτόν τον μικρό κύκλο (αν και με αφορμή τα τεκταινόμενα γύρω από το νέο «Σχέδιο Ανάν» θα μπορούσαμε και να τον… διευρύνουμε), όπως τον ανοίξαμε. Με  ένα ακόμα μικρό περιστατικό από το βιβλίο “Καπετάν Μπουκουβάλας, Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας” σε καταγραφή Αλέξη Σεβαστάκη (Β΄έκδ. Γ.Χ. Κανελλόπουλος) , σελ. 142-148, αφού πρώτα εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον βρετανικό λαό που αυτές τις μέρες πλήττεται από τις πλημμύρες:

«(…) Τέλος ’43 – αρχές ’44, οι Γερμανοί είχαν πολλούς λόγους να θέλουν να δημιουργήσουν ένοπλα στηρίγματα μέσα στον ντόπιο πληθυσμό. Το αντάρτικο κίνημα, ύστερα μάλιστα από τον αφοπλισμό των Ιταλών, είχε δυναμώσει και κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο αξιόμαχο. Γι’ αυτούς ήταν ο άμεσος, εσωτερικός, κίνδυνος. Έπρεπε, λοιπόν, να οργανώσουν σώματα Ελλήνων, να εξασφαλίσουν πληροφορίες και πλάτες. (…)

Επιπρόσθετα, εκείνη την εποχή, είχαν φοβερή αιμορραγία στις απέραντες ρωσικές εκτάσεις. Ήταν ανάγκη να εξοικονομούν από παντού δυνάμεις για να κλείνουν τα κενά. Έφτασαν να στέλνουν από τη Λάρισα ακόμα και τραυματίες, με ανοιχτές τις πληγές τους, στο ρωσικό μέτωπο. Πάνω από όλα όμως, η προσπάθεια των Γερμανών είχε ως κύριο στόχο την αρπαγή της επικείμενης σοδειάς. Το στάρι της Θεσσαλίας έπρεπε, με κάθε θυσία, να περάσει στα χέρια τους. Ήταν πιά η εποχή, που οι δυνατότητες εφοδιασμού τους σε σιτηρά είχαν πέσει κατακόρυφα. Ο ρωσικός σιτοβολώνας χάνονταν…

Καταλάβαιναν ότι, χωρίς τη βοήθεια ντόπιων συνεργατών, ήταν αμφίβολη η επιχείρηση της αρπαγής. Έτσι ξεκίνησε η οργάνωση της θεσσαλικής προδοσίας, που αργότερα πήρε δραματικές διαστάσεις και που άπλωσε στη Θεσσαλία τη φωτιά και το μαχαίρι. Την άνοιξη του ’44 παρουσιάστηκαν, αρχικά στο Βόλο κι ύστερα σ’ όλες τις θεσσαλικές πόλεις, Έλληνες ένοπλοι τρομοκράτες στην υπηρεσία των Γερμανών.

Στην αρχή έκαμε την εμφάνισή της, στις πόλεις Βόλο, Τρίκαλα, η οργάνωση «Τρία Έψιλον». (…)

Τον ίδιο καρό αρχίζει η προσπάθεια για την ίδρυση και στη Θεσσαλία Ταγμάτων Ασφαλείας κατά το πρότυπο των ράλληδων. Έτσι, εμφανίζονται τα Εασάδ. (…)

Σ’ αυτή την προσπάθεια είχαν αρκετά χωμένη την ουρά τους και οι Εγγλέζοι. Πολιτική των Εγγλέζων ήταν να δημιουργούν παντού στηρίγματα – αντίβαρα του ΕΛΑΣ. Ύστερα απο τη διάλυση του καπετανάτου του Σούρλα και του αρχηγείου Ανατ. Θεσσαλίας ΕΔΕΣ, που είχαν βιαστικά ανασυστήσει με κάπου τριάντα αξιωματικούς και άλλους μισθοφόρους, είδαν με φρίκη ότι σ’ όλο το θεσσαλικό χώρο έμειναν χωρίς οργανωμένες δυνάμεις. Ούτε υπήρχε η δυνατότητα να συγκροτήσουν άλλα, τέτοιου είδους, τμήματα. (…)

Απ’ τις πρώτες μέρες, λοιπόν, του ’44, αρχίζουν να λειτουργούν τα συγκοινωνούντα αγγεία πρώην εδεσιτών – Εασάδ. Η εγγλέζικη προπαγάνδα, με σύστημα, χρήμα και επιμονή, διέδιδε ότι εμείς, τελικά, θα κατασφάξουμε αυτούς που είχαν εκτεθεί με τις λίρες και τον ΕΔΕΣ, ότι μπροστά στον κίνδυνο δεν ήταν άλλη λύση παρά η ενίσχυση των δυνάμεων των Εασάδ. Αργοτερα, αυτά τα συγκοινωνούντα αγγεία, πήραν πιό επίσημο χαρακτήρα. Όταν ήρθε η ώρα να καταφέρουμε σκληρά πλήγματα στα Εασάδ, πολλοί (πρώην εασαδίτες και εδεσίτες), έφευγαν με εντολή απ’ τη Θεσσαλία, πήγαιναν με γερμανικά αυτοκίνητα, μέσω Μετσόβου, στα Γιάννενα κι από κει στο Ζέρβα. Εκεί, μεταβάλλονταν σε βασανιστές ιδιαίτερα των Θεσσαλών που έπεφταν στα χέρια τους, στα μέρη της Ηπείρου. Μετά τη Βάρκιζα, γύρισαν στη Θεσσαλία και πέρασαν τον κόσμο «διά πυρός και σιδήρου».

Οι Εγγλέζοι δεν σταματούσαν εδώ. Έκαναν και προσπάθειες να διαβρώσουν τα ίδια μας τα τμήματα. Βέβαια, στους δικούς μας δεν έλεγαν να αυτομολούν στα Εασάδ ή στους Γερμανούς, αλλά να φεύγουν στην Ήπειρο, για το Ζέρβα. (…)

(…)

Κινούμαι, πάλι, μαζί με το σύνδεσμο τον Αντάρα κι άλλους δυο ιππείς. Κοντά στο χωριό των Φαρσάλων Ρύζι, είναι μια χαραδρούλα κι αμέσως μετά η σιδηροδρομική γραμμή κι ο αμαξόδρομος. Από δω ήταν ένα από τα περάσματά μας. Καθήσαμε να σκοτεινιάσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε ένας Εγγλέζος αξιωματικός, Έβανς νομίζω τον λέγανε, με διερμηνέα έναν Εβραίο. Μας χαιρέτησαν, ξεπέζεψαν. Τους φιλέψαμε ψωμί, τυρί.

-Τι είσαστε; μας ρώτησε.

-Του ιππικού.

-Του Μπουκουβάλα;

-Ναι.

Ούτε μπορούσε να φανταστεί πως ήμουν ο Μπουκουβάλας. Μας ρώτησε αν θέλαμε να βαδίσουμε μαζί, πήγαινε στο Παλιόκαστρο, στην έδρα του, όπου και  έδρα τότε της 16ης ταξιαρχίας πεζικού. Μας ζήτησε να καβαλικέψει σε δικό μας άλογο, γιατί τον είχε πληγιάσει το σαμάρι. Ο Αντάρας πήρε το σαμαριάρικο κι έδωσε το σελλωμένο του. Με το σκοτείνιασμα βγήκε μπροστά ο Αντάρας, έψαξε το δρόμο, σφύριξε και περάσαμε. Είναι καλό φεγγάρι, κατεβαίνουμε να πεζοπορήσουμε, για ξεμούδιασμα.

-Ώστε έτσι! Του Μπουκουβάλα, ε; άρχισε ο Έβανς. Και πού πάτε;

-Σύνδεσμοι για το Γενικό, ταχυδρομείο.

-Λοιπόν, γυρίζοντας, νάρθετε στο Παλιόκαστρο να σας δώσω ιματισμό.

-Ευχαριστούμε, αλλά πού ναρθούμε! Έπειτα, δεν έχουμε κι άδεια.

-Τι άδεια; Για να πάρετε ένα-δυο λίρες θέλετε άδεια; Καλά τόξερα ότι αυτός ο Μπουκουβάλας είναι κακός κι ανάποδος! Ακούς άδεια! Αν οι αρχηγοί σας δεν ήταν τέτοιοι, θα παίρνατε λεφτά και θάχατε εφόδια, ρούχα, όπλα…

Κάνουμε πως τον ακούμε με συμπάθεια. Παίρνει φορα.

-Σας έβαλε ο Μπουκουβάλας και αφοπλίσατε τόσα τμήματα…

Ο Αντάρας είναι έτοιμος να ξεσπάσει. Τον σκουντώ. Εμφανίζομαι στα μάτια του Έβανς ως ο πιο ευάλωτος.

-Πού να ξέραμε πως είστε τέτοιοι καλοί άνθρωποι! Οι καπεταναίοι μάς λένε άλλα και μας γυρίζουν το κεφάλι.

-Να περάσεις να σε βοηθήσω. Και να πεις και στους άλλους αν θέλουν να πολεμήσουν σαν πατριώτες να πάψουν να υπακούουν στον Μπουκουβάλα. Εσύ φαίνεσαι μορφωμένος άνθρωπος και κάθεσαι κι έχεις αρχηγούς αυτούς τους αγροίκους! Κρίμα! Κρίμα! Απορώ.

Φτάσαμε στο τρίστρατο που θα χωρίζαμε. Έψαχνε τις τσέπες του, ήταν στενοχωρημένος που δεν κρατούσε πάνω του λίρες.

-Νάρθεις στο Παλιόκαστρο, θέλω να σε βοηθήσω.

Ο Αντάρας πήρε το άλογό του, έδωσε το σαμαριάρικο.

Ο Έβανς άπλωσε το χέρι να χαιρετιστούμε. Το δίνω το χέρι μου.

-Μπουκουβάλας! λέω ξερά και του κρατώ σφιχτά το χέρι.

Τον συγκρατώ να μην πέσει, τάχει χάσει, τρέμει λίγο. Εγώ του κρατώ το χέρι γερά.

-Ήθελα, ήθελα… να δοκιμάσω την αφοσίωσή σας. Είμαι… είμαι… ευτυχής που έχετε τέτοια σταθερότητα και αφοσίωση… Μου κάνει εντύπωση ο πατριωτισμός και η υπακοή εις τους ηγέτας!…

Γύρισα στον διερμηνέα άγρια:

Πες του ωρέ να σταματήσει! Αυτά τα σάλια του μου μεγαλώνουν την αηδία. Πες του ότι ξέρουμε πως κουβαλήθηκαν για να διχάσουν το έθνος μας. Είναι πληρωμένοι και μας νομίζουν για υποψήφιους πράχτορές τους. Πες του πως και δω θα τους απογοητεύσουμε. Το μόνο που μπορεί να κάνει ειναι να χαθεί απ’ τα μάτια μου. Να μην του αλλάξω τον αδόξαστο…

Πήδηξα στο άλογο. Σ’ ολο το δρόμο είμασταν χολιασμένοι. (…)»

Advertisements

Με αφορμή το βιβλίο «ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού» του Ιάσωνα Χανδρινού

Αφορμή για τα όσα ακολουθούν παρακάτω αποτέλεσαν κάποιες προσωπικές συζητήσεις που είχα με κοντινά μου πρόσωπα γύρω από το εξαιρετικό ερευνητικό έργο του Ιάσωνα Χανδρινού που αποτυπώνεται στο βιβλίο του «ΟΠΛΑ Το τιμωρό χέρι του λαού», συζητήσεις οι οποίες έθιγαν κριτικά ορισμένες πλευρές της προσέγγισής του στο θέμα του.

Πριν μπω στο κύριο θέμα της ανάρτησης αναφέρω επί τροχάδην κάποιες δικές μου επι μέρους κριτικές επιφυλάξεις, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές,  γύρω από εκτιμήσεις του συγγραφέα, όπως π.χ. η «ανάδειξη» της εκτέλεσης των προδοτών «σε μέσο επιβολής και καταξίωσης του ενόπλου αγώνα, σύμφυτο με την πολιτική ατζέντα του ΕΑΜ», που κατά τη γνώμη μου δίνει περισσότερο έμφαση στην «ηθική» πλευρά του ζητήματος παρά στην αμείλικτη αναγκαιότητα που υπαγόρευσε  τη συγκεκριμένη τακτική. Ή η εκτίμηση ότι «η μεγάλη αιματοχυσία της αναμέτρησης στους δρόμους ανάγκασε το ΕΑΜ να εγκαταλείψει την τακτική των παναθηναϊκών συλλαλητηρίων στο κέντρο της πόλης και να στραφεί στη συγκρότηση συνοικιακών βάσεων»: Η θυσία σε αίμα σίγουρα θα επέβαλε ιδιαίτερη προσοχή και φειδώ στην επιλογή των μορφών πάλης, όμως τα μεγάλα παναθηναϊκά συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν ακριβώς παρά τη θυσία σε αίμα με σκοπό να ματαιώσουν -όπως και το κατόρθωσαν- κεντρικές επιλογές του κατοχικού κράτους όπως η πολιτική επιστράτευση και η επέκταση  της βουλγάρικης κατοχής. Επιπλέον, νομίζω, η «συγκρότηση συνοικιακών βάσεων» δεν αποτέλεσε στροφή από την «τακτική των παναθηναϊκών συλλαλητηρίων», αλλά αντίθετα τα συλλαλητήρια αυτά στήριξαν την επιτυχία τους στις ήδη συγκροτημένες βάσεις των συνοικιών, των χώρων εργασίας και σπουδών.  Τέλος, η αναγωγή της ΟΠΛΑ και του είδους της δράσης της στο «αντάρτικο πόλης» μεταφέρει, κατά τη γνώμη μου, στην οργάνωση και στο είδος δράσης της το μεταγενέστερο «στερεότυπο» που αφενός μόνο φαινομενικά και «φορμαλιστικά» ταυτίζεται με την κύρια αποστολή και δράση της ΟΠΛΑ και, αφετέρου, παραγνωρίζει την οργάνωση, αποστολή, και δράση του ΕΛΑΣ της Αθήνας, που αποτελεί ίσως μοναδική περίπτωση πραγματικού αντάρτικου πόλης – στο βαθμό, βέβαια, που υπάρχει ανάγκη για τέτοιες ταξινομήσεις και στο βαθμό που οι τέτοιες ταξινομήσεις έχουν ιδεολογικές και πολιτικές συνέπειες κάποιας σημασίας. Γύρω από την τελευταία ιδιαίτερα πλευρά θα μπορούσε να γίνει περισσότερη συζήτηση, όμως το κύριο θέμα της ανάρτησης αφορά μια τέταρτη πλευρά, η οποία μου υποβλήθηκε στις προσωπικές συζήτησεις που έγραψα παραπάνω:

Πρόκειται για το γεγονός ότι η αφετηρία δράσης της ΟΠΛΑ ταυτίζεται χρονικά με μια γενικευμένη έξαρση της δραστηριότητας του συνολικού (κατοχικού – δοσιλογικού, κρατικού – παρακρατικού) κατασταλτικού μηχανισμού, τον οποίο διέθετε  η αστική εξουσία εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Στην ίδια χρονική σύμπτωση εντάσσεται και η οριστική μεταβολή της τροπής του Παγκόσμιου Πόλεμου ύστερα από τις νικές του Κόκκινου Στρατού στο Στάλινγκραντ (2 Φεβρουαρίου 1943) και στο Κουρσκ (23 Αυγούστου 1943), ύστερα επίσης και από την παράδοση της Ιταλίας (8 Σεπτεμβρίου του 1943), μεταβολή η οποία -επιβεβαιώνοντας τη νίκη της ΕΣΣΔ επί της ναζιστικής Γερμανίας- έφερε στο προσκήνιο των ιμπεριαλιστικών ενδιαφερόντων το ζήτημα της εξασφάλισης των θέσεων τους στη μεταπολεμική «τάξη πραγμάτων». Γεγονός το οποίο εξειδικευόμενο στην Ελλάδα, σήμαινε ότι για την Αγγλία η διάταξη των συμμαχιών της που κυριαρχούνταν από τις αναγκαιότητες διεξαγωγής του πολέμου στις οποίες έπαιζαν σημαντικό ρόλο οι πολεμικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ, έδωσε τη θέση της στη διάταξη συμμαχιών που απαιτούσαν οι μεταπολεμικές βλέψεις της στην Ελλάδα.

Πρόκειται για ζήτημα με γενικές πολιτικές συνέπειες από τις οποίες δεν εξαιρείται η συγκρότηση και η δράση της ΟΠΛΑ, ζήτημα χωρίς την υπογράμμιση του οποίου είναι αδύνατο να κατανοηθούν ολοκληρωμένα τα διεθνή και εσωτερικά γεγονότα του 1943-1944, αλλά και ζήτημα η παράκαμψη του οποίου επιτείνει μια, όπως και παραπάνω, «φορμαλιστική» αντίληψη για την ΟΠΛΑ και τη δράση της.

***

Γύρω από το συγκεκριμένο αυτό ζήτημα περιορίζομαι στη συνέχεια να αντιγράψω από το βιβλίο του Τριαντάφυλλου Αθ. Γεροζήση «Το Σώμα Των Ελλήνων Αξιωματικών Και Η Θέση Του Στη Σύγχρονη Ελληνική Κοινωνία 1821-1975», ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, σελ. 662-667:

«[…] Αυτή η αλλαγή ή το ενδυνάμωμα του ΕΛΑΣ οδήγησε τους Άγγλους να επιχειρήσουν με μεγαλύτερη επιμονή:

α. Να διαιρέσουν την Ελληνική Αντίσταση, όσο το δυνατό περισσότερο και βαθύτερα.

β. Να ενισχύσουν κάθε αντ-εαμική και αντι-ελασίτικη οργάνωση, χωρίς να ενοχλούνται αν η οργάνωση αυτή συνεργάζεται με τους Γερμανούς.

γ. Να αρχίσουν «ανεπίσημα» επαφές με τους Γερμανούς , προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον «κομμουνιστικό κίνδυνο».

δ. Να προετοιμάσουν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Ελλήνων, για να επιβληθούν πιο εύκολα.

Στο τελευταίο σημείο, οι σκοποί των Άγγλων και των Γερμανών συνέπιπταν ή ήταν παράλληλοι. Αυτό φαίνεται από πολλές αναφορές της Γερμανικής Ομάδας Στρατιών για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και του Πληρεξούσιου του Ράιχ για την Ελλάδα Νοϊμπάχερ, καθώς και σε διάφορα αγγλικά έγγραφα, όπως είναι για παράδειγμα η περίφημη αναφορά του ταξίαρχου Μάγερς, σύμφωνα με την οποία οι οπαδοί του ΕΑΜ έπρεπε να καταγγέλονται στις γερμανικές αρχές κατοχής. 1858

Στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1943 ο Νεοζηλανδός λοχαγός Στοτ πέτυχε μαζί με άλλους πέντε κομμάντος-σαμποτέρ να τινάξει τη γέφυρα του Ασωπού, που φυλαγόταν γερά από γερμανικές δυνάμεις, επιχείρηση που το ίδιο το επιτελείο του ΕΛΑΣ είχε χαρακτηρίσει «απραγματοποίητη». Η παράτολμη αυτή επιχείρηση «απραγματοποίητη», που ο Στοτ πραγματοποίησε, τον είχε κάνει «μυθικό ήρωα».

Τον Οκτώβρη του 1943, με διαταγή των προϊσταμένων του, ο Στοτ μπήκε στην Αθήνα, όπου κυκλοφορούσε με τη στολή του και το ιδιαίτερο πλατύγυρο καπέλο των Νεοζηλανδών. Η αποστολή του ήταν να συντονίσει όλες τις αντιεαμικές οργανώσεις στην Αθήνα και κατά κάποιο τρόπο να συνεχίσει την αποστολή του Τσιγάντε. Πραγματικά, ο Στοτ πέτυχε να ξαναφτιάξει τον «Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Συνασπισμό – ΠΑΣ». Στον ΠΑΣ λάβαιναν μέρος η «Χ» του συνταγματάρχη Γρίβα, ο «προδοτικός» ΕΔΕΣ των συνταγματαρχών Παπαγεωργίου και Παπαθανασόπουλου και άλλες οργανώσεις που υπήρχαν, ένοπλες ή όχι, με την ανοχή ή την υποστήριξη των γερμανικών αρχών κατοχής.

Ο Στοτ άρχισε επίσης επαφές με προσωπικότητες των «Ταγμάτων Ασφαλείας», της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής, που όπως είδαμε διοικούσε ο Γερμανός στρατηγός Στροοπ. 1859

Ο συνταγματάρχης Βεντήρης ονομάστηκε αρχηγός της ΠΑΣ και ο συνταγματάρχης Σπηλιωτόπουλος για την περιοχή της Αθήνας. Ο Σπηλιωτόπουλος ήταν ένας από τους μυστικούς εκπροσώπους της κυβέρνησης Καΐρου. Το πιθανότερο είναι ότι οι δυο αγνοούσαν τις κινήσεις του Στοτ ή ακόμα και την ύπαρξή του.

Ο Βεντήρης, που ήταν αξιωματικός μεγάλης επαγγελματικής αξίας, είχε απομακρυνθεί από το στρατό μετά το κίνημα του 1935, αλλά, όπως και πολλοί άλλοι δημοκρατικοί το 1935 αξιωματικοί, έβλεπε τώρα το μέλλον του στο βασιλικό στρατόπεδο. 1860

Όμως ο Στοτ προχώρησε και άλλο με τη μεσολάβηση του δημάρχου της Αθήνας Γεωργάτου, ο λοχαγός Στοτ, ήρθε σε επαφή με το Γερμανό συνταγματάρχη Λοος, αρχηγό της γερμανικής μυστικής στρατιωτικής αστυνομίας για τα Βαλκάνια, καθώς και με άλλους Γερμανούς αξιωματικούς. Οι επαφές αυτές πιθανό να είχαν σαν αντικείμενο μια «σιωπηρή συμφωνία», «άτυπη», σε πλαίσια τοπικά, ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Άγγλους, για την περίπτωση αποχώρησης του γερμανικού στρατού από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. 1861

Τελικά, ο Στοτ ανακλήθηκε στο Κάιρο, είτε γιατί ξεπέρασε τα όρια των διαταγών που είχε, πράγμα απίθανο, είτε γιατί Σοβιετικοί και Αμερικανοί πληροφορήθηκαν τη δραστηριότητά του. Άλλωστε η 5η ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, με αναφορά χρονολογημένη από 11 Δεκέμβρη του 1943, πληροφορούσε την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ για τις δραστηριότητες του λοχαγού Στοτ. Αλλά και η σοβιετική εφημερίδα «Πράβδα» είχε κάνει σαφή αναφορά «στις δραστηριότητες Άγγλων πρακτόρων που προσπαθούσαν να υπονομεύσουν την αντιχιτλερική συμμαχία…». 1862

Ο Στοτ ανακλήθηκε από την υπηρεσία του, τη SOE, προάχτηκε σε ταγματάρχη, παρασημοφορήθηκε και στη συνέχεια στάλθηκε στην Ινδονησία, στο νησί Μπορνέο, όπου και σκοτώθηκε το Μάρτη του 1945.  [*] Πράγμα που δείχνει ότι καθόλου δεν είχε ξεπεράσει τις διαταγές που είχε. 1863

Η μικρή αυτή «πτυχή» του πολέμου στην Ελλάδα, η οποία δεν έχει ερευνηθεί σε βάθος και δεν είναι απόλυτα γνωστή, δείχνει την έκταση των συνωμωσιών και των παγίδων στις οποίες βρέθηκε αναμιγμένο ένα μεγάλο μέρος τωυ σώματος των αξιωματικών, που βυθιζόταν στη συνεργασία με τον κατακτητή και την προδοσία, σπρωγμένο από το Θρόνο και τους Άγγλους. Άλλωστε ο ίδιος ο Ράλλης, ο οργανωτής των «Ταγμάτων Ασφαλείας» και των Στρατοδικείων, βρισκόταν σε επαφή με τους Άγγλους. 1864 […]

1858 […] Ο ταξίαρχος Μάγερς κατάγγειλε το 1978 το έγγραφο αυτό σαν πλαστό, κάτι που βέβαια είναι κατανοητό από την πλευρά του. Αλλά το έγγραφο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο δελτίο του Ελληνοαμερικανικού Συμβουλίου της Ν. Υόρκης, τον Οκτώβρη του 1945. Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε από τον Φ. Γρηγοριάδη στον τόμο 3, σελ. 230 της ιστορίας του «Το Αντάρτικο» το 1964. Από τότε έγινε μνεία του εγγράφου αυτού πολλές φορές. Ο Μάγερς υποστήριξε ότι έλαβε γνώση του εγγράφου αυτού μόλις το 1978, πράγμα παράξενο από πολλές απόψεις. Υπάρχουν Έλληνες ιστορικοί που θεωρούν το έγγραφο πλαστό και πιστεύουν την άποψη του Μάγερς, άλλοι που το θεωρούν αυθεντικό. Αλλά εκείνο που ειναι αναμφισβήτητη αλήθεια, είναι ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού αντιστοιχεί απόλυτα στην πρακτική και την αλήθεια της αγγλικής πολιτικής όπως αυτή εφαρμόστηκε στην Ελλάδα στην περίοδο 1941-1947. […] Θα μπορούσε να το θεωρήσει κανένας πλαστό, αν δεν υπήρχαν η υπόθεση Στοτ, η δολοφονία του μέλους της Αγγλικής Αποστολής Λώρενς από άλλο μέλος της Αποστολής γιατί δεν συμφωνούσε ακριβώς στις ενέργειες αυτές, αν δεν υπήρχαν οι συνομιλίες Άγγλων-Γερμανών στη Λισσαβώνα και η ανενόχλητη από την πλευρά των Άγγλων, αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, αν δεν υπήρχε η συνεργασία του ΕΔΕΣ Αθήνας και της «Χ» με τις δυνάμεις κατοχής με μοναδικό αντίπαλο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αν δεν υπήρχε η συνεργασία του Ζέρβα με τους Γερμανούς κάτω από τη μύτη της Αγγλικής Αποστολής και άλλα παραδείγματα […]. Δίνουμε την αναφορά του Μάγερς ολόκληρη [**]:

«Χ – 12 Αυγούστου 1943. Αυστηρά Εμπιστευτική 85-4ΑΣ. […] Σύμφωνα με την τελευταία εμπιστευτική διαταγή σας έδωσα οδηγίες στους Άγγλους και Έλληνες πράκτορες που εργάζονται κάτω από τις διαταγές μου, να υπονομεύσουν το έργο του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και να εμποδίσουν ώστε οι οργανώσεις αυτές να επιτύχουν να εδραιώσουν τη θέση τους και να αποκτήσουν δεσπόζουσα επιρροή στην Ελλάδα.

Αυτό όμως είναι απίθανο, δεδομένου ότι οι βασιλόφρονες και οι υποστηρικτές της 4ης Αυγούστου δεν έχουν καμία πολιτική δύναμη στη χώρα και οι αρχηγοί τους μισούνται από τον ελληνικό λαό. […]

Θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμο για τους πράκτορές μας να έχουν επαφή με αντιπροσώπους της κυβέρνησης, δηλαδή με ανώτερους αξιωματικούς, αστυνομικούς, με σκοπό το δικαίωμα να καταγγέλουν τους αρχηγούς του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ώστε να έρθει η στιγμή οι οργανώσεις αυτές να μην μπορούν να βλάψουν τα αγγλικά συμφέροντα. Απ’ αυτή την άποψη η οργάνωση του ΕΔΕΣ έκανε πολλά. Κατάγγειλε στο συνταγματάρχη Ντερτιλή και τον υπουργό Ταβουλάρη πολλά ενεργά πρόσωπα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ που βρίσκονται τώρα στα χέρια των Γερμανών και γενικά των αρχών κατοχής. […]»

[…]

1863 […] Σε ένα ντοκουμέντο για τις θέσεις του Κεντρικού γραφείου των Αντιφασιστικών Οργανώσεων της Μέσης Ανατολής με ημερομηνία 11 Απρίλη 1944 αναφέρονται τα παρακάτω σχετικά με τον λοχαγό Ντον – Στοτ:

«3. Η προκλητική επέμβαση των αντιδραστικών αγγλικών κύκλων σε ζητήματα καθαρά εσωτερικά Ελληνικά…

4. Εφαρμόζοντας την ίδια πολιτική στην Ελλάδα οι ίδιοι κύκλοι (…) βοήθησαν το Ράλλη και οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας και έφτασαν στο αποκορύφωμα της προδοσίας  του συμμαχικού αγώνα στέλνοντας το λοχαγό Ντον – Στοτ στο συνταγματάρχη της Γκεστάπο Λόος με τον οποίο διαπραγματεύθηκε τη συγκρότηση κοινού αντικομμουνιστικού μετώπου!!!»

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βρεθεί από ποιον ενημερώθηκαν οι Έλληνες δημοκρατικοί στρατιωτικοί στη Μέση Ανατολή για τη δραστηριότητα του Στοτ. Το έγγραφο αυτό αποδεικνύει ότι ο Στοτ ενήργησε ύστερα από εντολή – Σύντομη Ιστορία ΚΚΕ Σχέδιο: οπ.ανωτ., σελ. 196. Ο Στοτ οργάνωσε σύσκεψη στην οποία παραβρέθηκαν: Αξιωματικός της Γκεστάπο, εκπρόσωπος των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων, του προδοτικού ΕΔΕΣ Αθήνας, της «Χ», της ΡΑΝ, της ΕΔΕΝ, της Εθνικής Δράσης και άλλοι που υπόγραψαν ¨Σύμφωνο αντικομμουνιστικής συνεργασίας. […]»

[*] Σημ. του μπλογκ.  Στο «δεξιάς οπτικής» βιβλίο του δημοσιογράφου Γ. Καράγιωργα «Η ΟΠΛΑ χωρίς θρύλο» (1997) παρουσιάζονται λεπτομέρειες για το πώς ο ΕΛΑΣ πληροφορήθηκε τα όσα έγιναν στην Αθήνα με τον Ντον – Στοτ και, επίσης, υποστηρίζεται, ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν Νεοζηλανδός αλλά «γνήσιος» Άγγλος αξιωματικός με όνομα Τζόρνταν (σελ. 137), ευρισκόμενος ακόμα και το 1970 -κατά την ΚΥΠ- στην Ελλάδα. Εκδοχή που βέβαια ίσως ανταποκρίνεται στην αλήθεια ίσως όχι.

[**] Σημ. μπλογκ. Στο βιβλίο από όπου και τα αποσπάσματα η αναφορά παρατίθεται ολόκληρη. Εδώ παρατίθενται μόνο ορισμένες περικοπές.


«Μια βραδιά στο Λονδίνο», μέρος δεύτερο. Αναλύοντας μια υπόθεση εργασίας.

Η υπόθεση εργασίας αφορά το (προαπαιτούμενο για την κατανόηση) περιστατικό που περιγράφεται εδώ.

Ίσως πρέπει -σε σχέση με την υπόθεση εργασίας και την ανάλυση τη βασισμένη σ’ αυτή- να «απολογηθώ» κατά κάποιο τρόπο εκ των προτέρων: Για μένα το ίδιο το περιστατικό με τα βιογραφικά στοιχεία που το συνοδεύουν δεν θα είχε ανάγκη καμιάς «ανάλυσης». Ως προς το θέμα που με απασχολεί θα μιλούσε μόνο του. Ίσως όμως αυτή η άποψη να είναι «υποκειμενική», ίσως να οφείλεται στον δικό μου τρόπο σκέψης, την όποια πολιτική εμπειρία έχω με τον καιρό αποκτήσει, ίσως ακόμα και στον εκ μέρους μου «υπερβολικό» βαθμό εξέτασης όλων των πιθανών πιθανοτήτων (των πιθανών και όχι των απίθανων: δηλαδή όχι των «συνομωσιολογικών» για ζητήματα που, όμως, έτσι κι αλλιώς, αντικειμενικά, αφορούν υποθέσεις «συνομωτικότητας»).

Η υπόθεση εργασίας αφορά την περίπτωση όπου στο εν λόγω περιστατικό ο Περικλής θα δεχόταν την πρόταση του Κρις, τα ονόματα των οποίων δανείζομαι για να προχωρήσω αμέσως στη συνέχεια:

1}  Ο Κρις κάμπτει τους τεχνικούς και τους μαρξιστικούς-λενινιστικούς ενδοιασμούς του Περικλή, ο οποίος έτσι δέχεται την πρόταση του Κρις, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να οργανώσει γύρω του έναν πυρήνα έμπιστων ανθρώπων αποφασισμένων και ικανών να αφιερωθούν σε αυτή τη δραστηριότητα. Ο Κρις του επισημαίνει το από συνομωτική άποψη αυτονόητο: ότι «δεν είναι καθόλου ανάγκη» τα άτομα αυτά να πληροφορηθούν την ανάμιξή του στο όλο εγχείρημα. Ο Περικλής δεν έχει παρά να συμφωνήσει σ’ αυτό (ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει σε κάτι τόσο αυτονόητο;). Πρακτικά, στη συνέχεια, ενδεχομένως αφήσει να υποψιαστούν κάτι 1-2 από τους πιο κοντινούς του συντρόφους, όμως αναγκαστικά σε επίπεδο ευρύτερης στρατολόγησης θα συνενωθούν άτομα που δεν θα μάθουν απολύτως τίποτα για τη συζήτηση ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Το πολύ να «ξέρουν» ότι η δραστηριότητά τους έχει κάποια ισχυρή υποστήριξη από «πάνω», από «μέσα» κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο ήδη η θέση του Περικλή έχει γίνει θέση «συνδέσμου» ανάμεσα στον Κρις και τους υπόλοιπους που (οι δεύτεροι) αγνοούν τη σχέση «αμοιβαιότητας» υπό την οποία τελούν. Και όχι μόνο την αγνοούν, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θεωρούν και προσβλητική οποιαδήποτε νύξη με την οποία θα καταγγέλονταν για οποιαδήποτε τέτοια σχέση στη γενικότητά της.

2} Ως προς το καθαυτό οργανωτικό-επιχειρησιακό επίπεδο, ο Κρις λέει στον Περικλή το εξίσου αυτονόητο, ότι, μια που ο ίδιος δεν μπορεί να εγκαταλείψει τις δουλειές του στην Οξφόρδη, ο Περικλής χρειάζεται έναν ακόμα σύνδεσμο ανάμεσα σ’ εκείνον και τον Κρις: Από τις επαφές που έχει διατηρήσει ο Κρις στην Ελλάδα θα διαθέσει στον Περικλή «τον καλύτερό του άνθρωπο» ο οποίος -εκτός των άλλων- έχει και αναπτυγμένο δίκτυο διασυνδέσεων στον κρατικό μηχανισμό, «πράγμα πολύ χρήσιμο για την υπόθεσή μας». «Μιλώντας μαζί του είναι σαν να μιλάς μ’ εμένα», του λέει.  Τον άνθρωπο αυτό ο Περικλής δεν τον γνωρίζει, αλλά εκείνος θα γνωρίσει τον Περικλή και θα έρθει να τον συναντήσει όταν επιστρέψει στην Ελλάδα με τα χαρτιά που θα τον εφοδιάσει ο Κρις («τίποτα ευκολότερο»).

3} Ως προς το ιδεολογικό προφίλ της οργάνωσης ο Κρις απευθύνει την ακόλουθη σύσταση στον Περικλή: «Be yourself!» Ο Κρις δεν θέλει να ποδηγετήσει ιδεολογικά τον Περικλή στο πλαίσιο του «κοινού δημοκρατικού τους αγώνα» και, άλλωστε, είναι και για τον ίδιο προτιμότερο ο δημοκρατικός αυτός αγώνας να εμφανίζεται μέσα από ένα, ας το πούμε έτσι, «μαρξιστικό – λενινιστικό» λεκτικό πρίσμα παρά από το πρίσμα των ευρύτερων επιδιώξεων της βρετανικής αυτοκρατορίας στην υπηρεσία της οποίας ο Κρις εξακολουθεί να διατηρεί μια ορισμένη -χαλαρή έστω- σχέση.

4} Ο Περικλής επιστρέφει στην Ελλάδα και ρίχνεται στη δουλειά κάτω από τους όρους που περιγράψαμε. Η επιλογή των στόχων, η μέθοδος της δράσης, ο εφοδιασμός με τα απαραίτητα λαβαίνουν χώρα με την αμέριστη συμβολή του ανθρώπου που συνάντησε τον Περικλή μετά την επιστροφή του. Στη διάρκεια των 3-4 χρόνων που απομένουν μέχρι την αντικατάσταση της δικτατορίας από τη νέα, μεταπολιτευτική, ΝΑΤΟϊκή φρουρά ο αρχικός πυρήνας της οργάνωσης διευρύνεται από έναν κύκλο νέων ατόμων, που αφενός ακόμα «δοκιμάζονται», αφετέρου είναι σε σχέση με τους παλιότερους ακόμα πιο απομακρυσμένα από το οργανωτικό καθοδηγητικό κέντρο και, τέλος, διακρίνονται για τον μαχητικό επαναστατικών προθέσεων ενθουσιασμό και την πίστη τους στην οργάνωση, της οποίας άλλωστε η δραση «μιλώντας από μόνη της» αποδεικνύει ότι «όλα πάνε καλά».

5} Ώσπου η δικτατορία πέφτει. Τόσο ο Περικλής όσο και ο γύρω από αυτόν αρχικός πυρήνας ανακοινώνει στον Κρις ότι θεωρούν πως η αποστολή τους -με αυτή τη μορφή- έχει λήξει. Ο Κρις υπερθεματίζει: Με τη μορφή αυτή έχει λήξει και η δική του αποστολή. Όπως το 1953 στο Ιράν ο Συνταγματάρχης Γουντχαουζ παρέδωσε τις επαφές του Robin Zaehner στον σταθμάρχη της CIA, ο άνθρωπος του Κρις στην Αθήνα δεν έχει παρά να παραδώσει σε αυτόν που του υποδεικνύεται  (νέος σύνδεσμος!) τις δικές του επαφές, πρώτα απ’ όλα τις «επαφές» του εκείνες που απαρτίζουν τον νεώτερο κύκλο της οργάνωσης. Τα γεμάτα με «επαναστατικό» ενθουσιασμό αυτά άτομα, όσο και απογοητευμένα για τη δήθεν δικαίωση του αγώνα τη στιγμή που τα ίδια -πριν καν δοκιμαστούν σε αληθινά πυρά- ήταν έτοιμα να συμβάλουν με τη δράση τους σε αυτόν, ίσως και στο κατά τη γνώμη τους «ανέβασμά του σε ένα ανώτερο επίπεδο». Υλικό σαν αυτές τις «επαφές» είναι για την βρετανική αυτοκρατορία πολύτιμο -ακόμη κι αν όχι τόσο όσο το πιο πολύτιμο εξωτερικό περιουσιακό της στοιχείο: τα πετρέλαια- και δεν επιτρέπεται να χαθεί. Εξάλλου: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ! Αυτό το διακηρύσσουν όλοι και πρώτοι απ’ όλους οι μαρξιστές – λενινιστές, ο χειρότερος εχθρός του Κρις από τα παλιά…

Επίλογος

Από τότε ως τώρα είναι πολλά τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει. Το να προβάλει κανείς αυτούσιο το παραπάνω υποθετικό πρότυπο στη σημερινή περίοδο, είναι βέβαιο πως θα τον οδηγούσε σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Έτσι κι αλλιώς ο σκοπός δεν ήταν να συντεθεί ένα πρότυπο που θα μπορούσε «αυτούσιο» να προβληθεί σε οποιαδήποτε περίοδο. Έτσι κι αλλιώς, επίσης, οι μέθοδοι ελέγχου των οποιωνδήποτε «ακαλλιέργητων» επαναστατικών διαθέσεων και δραστηριοτήτων δεν εξαντλούνται στο πρότυπο το στηριγμένο στο περιστατικό που διαμείφθηκε ανάμεσα στον Κρις και τον Περικλή. Είναι πολλών ειδών οι δεσμοί (υλικοί και «ηθικοί») που μπορούν -στην κλίμακα του ενός ή του άλλου μεγέθους- να χρησιμοποιηθούν για την άσκηση ελέγχου, τον εγκλωβισμό, την χειραγώγηση, έως και την εξουδετέρωση… Είναι δηλαδή πολλών ειδών οι παραλλαγές του παραπάνω «αρχετυπικού» υποθετικού προτύπου.

Δεν πρόκειται λοιπόν στην πραγματικότητα παρά για μια (τουλάχιστον ως προς τη φιλοδοξία της) ανάλυση η οποία έχει σαν στόχο να «υποψιάσει» για τις μεθόδους ελέγχου «μορφών πάλης» υπαγορευόμενων κάποτε από συναισθηματικές βεβαιότητες και για τις μορφές πάλης με τις οποίες πραγματικά γράφονται οι αγώνες για την κοινωνική απελευθέρωση.

Πρόκειται επίσης για ανάλυση (εφοσον δεχόμαστε ότι αποτελεί τέτοια), του είδους που μάλλον δεν διαθέτουν οι ποικιλώνυμες αρμόδιες «αντιτρομοκρατικές» υπηρεσίες, τα λογικά συμπεράσματα της οποίας (και όχι μόνο αυτής!) τους υποδεικνύουν τον χώρο όπου θα έπρεπε πρώτιστα να επικεντρώσουν τις έρευνές τους: στο εσωτερικό τους.


Μια βραδιά στο Λονδίνο με τον Κρις Γουντχάουζ

Τυχαία χθες έπεσα πάνω σε ένα παλιότερο (προ δεκαετίας) κείμενο του Περικλή Κοροβέση από την “εποχή”, που μου φάνηκε σχετικά επίκαιρο και το παραθέτω αμέσως στη συνέχεια:

«Αρχές της δεκαετίας του ’70 είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά το πρώτο μου βιβλίο “Ανθρωποφύλακες” που τουλάχιστον δεν πέρασε απαρατήρητο και σε κάποιο σημείο απασχόλησε κριτικούς σε μεγάλα έντυπα όπως και κάποια τηλεοπτικά κανάλια τόσο στην Αγγλία όσο και στον υπόλοιπο αγγλοσαξωνικό κόσμο. Είχε προηγηθεί η κατάθεσή μου στο Στρασβούργο, στο Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τα βασανιστήρια της χούντας που και αυτή είχε πάρει μια σχετική δημοσιότητα. Όλοι της παρέας είμαστε ευχαριστημένοι μια που γνωρίζαμε πως η δημοσιότητα είναι ο μεγαλύτερος και αποτελεσματικότερος εχθρός των βασανιστηρίων, όταν δεν λειτουργούν οι θεσμοί που κατατάσσουν τα βασανιστήρια σε ιδιώνυμα εγκλήματα και κολάζονται ποινικώς αυτεπαγγέλτως. Η οργάνωση του Πατριωτικού Μετώπου του Λονδίνου ανέλαβε να τυπώσει το βιβλίο στα ελληνικά και να κυκλοφορήσει παράνομα. Βγήκαν και τα πρώτα δοκίμια και ήρθαν στο σπίτι μου με το ταχυδρομείο μαζί με μια επιστολή του Μάρκου Δραγούμη (όχι του μουσικολόγου αλλά αυτού που ήταν κάποτε στους “Δρόμους της Ειρήνης”). Ως εκπρόσωπος του Μετώπου μού ζητούσε να λογοκρίνω κάποια αποσπάσματα του βιβλίου, που τα θεωρούσε επιζήμια για το κόμμα (ΚΚΕ εσ. τότε). Και το βιβλίο δεν εξεδόθη.

Το βιβλίο αυτό είχα προσπαθήσει να το κάνω όσο γίνεται απρόσωπο, έτσι που να αναγνωρίζονται όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις και να φανεί καθαρά ο μηχανισμός και η λογική της γραφειοκρατίας των βασανιστών. Αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τους κανόνες του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού, πράγμα που σήμαινε: “Ράβδος στη γωνία, άρα βρέχει”. Τώρα γιατί κάθομαι και τα λέω όλα αυτά ξεκάρφωτα; Είναι για να δώσω το κλίμα της εποχής, για να πω τα υπόλοιπα, μετά από μία κουβέντα που είχα με το Γιάννη Μπανιά. Η Ελένη Βλάχου ζήτησε να με γνωρίσει και είχε ήδη παρουσιάσει το βιβλίο με κολακευτικό τρόπο στο περιοδικό της “Hellenique Review”. Αποδέχομαι την πρόσκληση με τη σκέψη, πως η Βλάχου η “μη δική” μου ήταν πιο κοντά από το “δικό” μου Δραγούμη. Για μένα τότε κάθε φωνή του κατεστημένου εναντίον της χούντας ήταν πολύτιμη, ακόμα και για το δικό μας αγώνα που είχε άλλη προοπτική.

Βρεθήκαμε στο σπίτι της. Προσκεκλημένη ήταν επίσης η Αμαλία Φλέμιγκ που είχα συνεργαστεί μαζί της για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την εκτιμούσα βαθύτατα πέρα από τα αισθήματα αγάπης που είχα. Μαζί μας ήταν και ο Κρις Γουντχάουζ, που για κάποιο λόγο νόμιζα πως είχε πεθάνει (κατά περίεργο τρόπο, όλα τα ιστορικά πρόσωπα τα θεωρούμε πεθαμένα, όπως και τους συγγραφείς). Από αυτή τη συνάντηση μου έκανε εντύπωση η πολιτική τους διαύγεια και η βαθιά τους απόφαση να εξοντώσουν τη χούντα. Πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου βρέθηκα με ανθρώπους της εξουσίας. Η αίσθησή μου ήταν πως ενώ πετροβολούσα ένα βουνό εγώ, αυτοί είχαν τα μηχανήματα να το ισοπεδώσουν.

Και πέφτει η πρόταση από τον Γουντχάουζ μιας δυναμικής αντίστασης εναντίον της χούντας με πράξεις σαμποτάζ και όσο το δυνατόν αποφυγή ανθρωπίνων θυμάτων, αλλά σχεδόν είναι αδύνατο να αποφευχθούν. Δυστυχώς οι αγώνες γίνονται και με θυσίες. Του εξήγησα πως ούτε εγώ ούτε οι φίλοι μου έχουμε την οποιαδήποτε στρατιωτική εκπαίδευση, και ο Γουντχάουζ γέλασε. Θα έχετε δασκάλους τους καλύτερους σαμποτέρ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και εγώ έχω κάποια πείρα, συμπλήρωσε με ένα άψογο αγγλοσαξωνικό φλέγμα ο δυναμιτιστής του Γοργοποτάμου. Το δεύτερό μου επιχείρημα ήταν πολιτικό και του εξήγησα πως η χούντα πρέπει να πέσει με μαζικούς αγώνες και όχι πράξεις πρωτοπορίας. Σχολίασε πως είμαι ρομαντικός και ματαιόπονος. Ο λαός είναι με τη χούντα. Θα έρθει μαζί μας αν καταλάβει πως εμείς είμαστε πιο δυνατοί. Η κουβέντα έληξε εκεί και συνεχίσαμε μ’ άλλο θέμα. Οι δύο κυρίες δεν πήραν μέρος στη συζήτηση.

Στη χούντα οι απόψεις οι δικές του ήταν μειοψηφικές στους χώρους μου. Η έννοια της δυναμικής και ένοπλης αντίστασης ήταν το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης. Περπατώντας κάποια χιλιόμετρα για να πάω σπίτι, και με τη βοήθεια ενός ατέλειωτου παγόνερου σιγανού και επίμονου, ξελαμπικάρισα τελείως. Σκεφτόμουν πως ο Γουντχάουζ και οι όποιες υπηρεσίες υπήρχαν από πίσω, θέλανε εμάς να παίξουμε τη ζωή μας κορώνα γράμματα για να φέρουμε τον Καραμανλή. Πράγμα που έγινε βέβαια και χωρίς εμάς. Τα σκέφθηκα όλα αυτά μ’ αφορμή τη χούντα των καναλιών. Αν κάποιοι από μας δεν είχαμε κάποια τούβλα μαρξισμού-λενινισμού (τότε, μπορεί και σήμερα) στον εγκέφαλο, θα είμαστε όλοι δυναμιτιστές. Ήταν εύκολο, γοητευτικό και ριψοκίνδυνο. Δηλαδή ό,τι χρειάζεται για κάποιο νέο που βαριέται τα πολλά μπλα μπλα των αναζητήσεων. Αλλά οι πολιτικοί αγώνες είναι άλλο πράγμα. Εντούτοις κατανοώ αυτό το φαινόμενο και πια δεν μιλάω για λάθη, αλλά για ιστορικά φαινόμενα.»

*

Παραθέτω παρακάτω λίγα βιογραφικά στοιχεία του Κρις Γουντχάουζ  από την αγγλική έκδοση της wikipedia  (σε δική μου πρόχειρη και ίσως όχι καλή μετάφραση) προκεμένου να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα του περιστατικού που περιγράφει ο Π.Κ. Πολλοί βέβαια έχουν ακούσει ή διαβάσει από διάφορες πηγές για τη δράση του Γουντχάουζ στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κατοχής, όμως οι περισσότεροι αγνοοούν άλλες ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής και της δράσης του. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για στοιχεία χρήσιμα ώστε (χωρίς διάθεση προσβολής των όποιων «φιλελληνικών» ή «φιλελεύθερων» κινήτρων του…) να μπορεί κανείς να εκτιμήσει τη θέση του ίδιου στην πλευρά του ανθρώπου που έκανε μια πρόταση σαν κι αυτή και τη θέση οποιουδήποτε στην πλευρά του ανθρώπου που ενθουσιασμένος θα τη δεχόταν, που στη συνέχεια θα αποκτούσε επαφή με τους «συνδέσμους» που διατηρούσε ο Γουντχάουζ στην Ελλάδα, που θα βρισκόταν ενταγμένος σ’ ένα πλέγμα σχέσεων και εξαρτήσεων του οποίου οι αφετηρίες αλλά και οι «όροι αναπαραγωγής» θα ελέγχονταν από κέντρα «άλλου» τρόπου σκέψης και μήκους κύματος, που θα εκχωρούσε τη δραστηριότητά του και τους στόχους της σε σχεδιασμούς υπαγορευμένους από κριτήρια μιας «άλλης» στρατηγικής κλπ κλπ.   Από εκεί και πέρα ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του (ή τα συμπερασματικά του ερωτήματα) για τους τρόπους και τους στόχους δράσης των σχετικών υπηρεσιών, είτε γενικά μιλώντας είτε ειδικά:

Ο Κρίστοφερ Μόνταγκιου «Μόντυ» Γουντχάουζ, 5ος Βαρώνος του Τέρινγκτον DSO [Τάξη Διακεκριμένων Υπηρεσιών], OBE [Τάξη Βρετανικής Αυτοκρατορίας] (11 Μαΐου 1917 – 13 Φεβρουαρίου 2001) ήταν Συντηρητικός πολιτικός και μέλος του Κοινοβουλίου σαν αντιπρόσωπος της Οξφόρδης από το 1959 ως το 1966 και ξανά από το 1970 ως το 1974. Επίσης ήταν επισκέπτης καθηγητής στο Νάφηλντ Κόλετζ, Οξφόρδη από το 1956 ως το 1964. Ο Γουντχάουζ ήταν ειδικός στις ελληνικές υποθέσεις…

…Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του εντάχθηκε στο Βασιλικό πυροβολικό το 1939 και υπηρέτησε κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου, οπότε έγινε αξιωματικός το 1940 και προήχθη σε συνταγματάρχη το 1943. Βραβεύθηκε με DSO [Τάξη Διακεκριμένων Υπηρεσιών] και διορίστηκε Αξιωματικός της Τάξης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας το 1944. Τον περισσότερο καιρό του πολέμου υπηρέτησε στην Ελλάδα όπου η αγάπη του για αυτή τη χώρα έγινε ισχυρή, όπως φαίνεται στα γραπτά του. Το 1941 ήταν ένας από τους αξιωματικούς της SOE [Εκτέλεση Ειδικών Επιχειρήσεων] που στάλθηκαν στην Κρήτη για να οργανώσουν την αντίσταση πίσω από τις εχθρικές γραμμές.

Το Σεπτέμβριο του 1942 έπεσε με αλεξίπτωτο στην ηπειρωτική Ελλάδα σαν υπαρχηγός της Δύναμης Harling, με επικεφαλής τον Έντι Μάγερς, της οποίας έργο ήταν να ανατινάξει τη γέφυρα του Γοργοπόταμου. Μετά την επιτυχία αυτής της επιχείρησης οι Μάγερς και Γουντχάουζ διατάχθηκαν από τη SOE Καΐρου να μείνουν στην ηπειρωτική Ελλάδα και να σχηματίσουν την Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή. Αρχικά η παρουσία τους αποσκοπούσε μόνο στην Επιχείρηση Harling [την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου]. Ο Γουντχάουζ ένας από τους ελάχιστους Βρετανούς αξιωματικούς στην αποστολή που μιλούσε ελληνικά, στάλθηκε αρκετές φορές μόνος για να αποκτήσει επαφή με πολιτικά στοιχεία στην Αθήνα. Με το επιβλητικό του παρουσιαστικό, ψηλός με πυρόξανθα γένια, αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο, αλλά ο Γουντχάουζ πέτυχε πολυάριθμες μετακινήσεις στα αθηναϊκά περίχωρα συχνά ακόμα και φορώντας τη στολή του Βρετανικού Στρατού. Μετά την απομάκρυνση του Μάγερς κατόπιν αιτήματος του Φόρειν Όφις τον Ιούλιο του 1943, ο Γουντχάουζ έγινε επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Γ. υπηρέτησε σαν Δεύτερος Γραμματέας στη Βρετανική Πρεσβεία στην Αθήνα μέχρι το 1946, οπότε επέστρεψε στη Βρετανία και υπηρέτησε σε ποικίλες βιομηχανικές και ακαδημαϊκές θέσεις. Από το 1951 ως το 1952, εργάστηκε στη Βρετανική Πρεσβεία στην Τεχεράνη, Ιράν. Το 1952 και 1953 ο Γ. αναμίχθηκε στην μεθόδευση από βρετανικής πλευράς του οργανωμένου από ΗΠΑ/Ηνωμένο Βασίλειο Ιρανικού πραξικοπήματος το 1953.

Επιχείρηση Μπότα

Στη διάρκεια των πρώτων φάσεων του ΒΠΠ, 1941, οι Σύμμαχοι (Σοβιετικοί και Βρετανοί) από κοινού εισέβαλαν στο Ιράν για να διασφαλίσουν τις πετρελαιοπηγές και τις γραμμές εφοδιασμού και να αποτρέψουν υποστήριξη των Γερμανών. Στα 1950 η Βρετανία ανησύχησε από πιθανό χάος και εισβολή της ΕΣΣΔ. Από το 1951 ο Γουντχάουζ ήταν πράκτορας της ΜΙ6 [Secret Intelligence Service (SIS),  γνωστής και ως MI6 (Military Intelligence, Section 6)] –επιχειρώντας υπό την κάλυψη μιας θέσης του Φόρειν Όφις- στην Τεχεράνη. Το 1952 ο Συνταγματάρχης Γουντχάουζ διατάχθηκε να εξοπλίσει μέλη των φυλών στο βόρειο Ιράν για να αντισταθούν στην όποια Σοβιετική επίθεση. Ο Γουντχάουζ έφερε όπλα στο Ιράν –με πτήσεις της RAF από την Ιρακινή Χαμπανίγια- για ένα κίνημα «αντίστασης» που δεν υπήρχε ακόμη.

Αργότερα το 1953 μια μυστική αποστολή για την απομάκρυνση του Μοχάμεντ Μοσαντέκ από την εξουσία διενεργήθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση Τσόρτσιλ και την κυβέρνηση Αϊζενχάουερ των ΗΠΑ. Ο Μοσαντέκ είχε γίνει δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης του Ιράν και είχε εθνικοποιήσει Βρετανικής κατοχής πετρέλαια ύστερα από την άρνηση της Βρετανίας να διαπραγματευτεί το πιο πολύτιμο εξωτερικό περιουσιακό της στοιχείο.

Ο Robin Zaehner είχε αναπτύξει επαφές στο Ιράν και όταν οι Βρετανοί απελάθηκαν, ο Γουντχάουζ πήγε τις επαφές του στον σταθμάρχη της CIA. Έτσι μια συνομωσία ανατροπής του Μοσαντέκ σκηνοθετήθηκε σε από κοινού αποστολή μεταξύ της CIA και της ΜΙ6. Η CIA την ονόμασε Επιχείρηση TPAjax ειρωνικά αναφερόμενη ως επιχείρηση Ajax, με τα αρχικά ΤΡ για το στηριζόμενο από τα Σοβιέτ κομμουνιστικό κόμμα Τουντέχ (Tudeh Party of Iran). Οι βρετανικές δραστηριότητες κωδικοποιήθηκαν με την ονομασία Επιχείρηση Μπότα. Ο Γουντχάουζ πρότεινε την Επιχείρηση Μπότα στην κυβέρνηση Αϊζενχάουερ. Θα χρησιμοποιούσε «απογοητευμένα» Ιρανικά στοιχεία του στρατού, τον κλήρο και τα πολιτικά κόμματα για να εκδιώξουν τον Μοσαντέκ. Μαζί με τη CIA υποκίνησε και ενορχήστρωσε τις διαδηλώσεις των «παζαριών» της Τεχεράνης κατά του Μοσαντέκ. Διαδηλώσεις που οδήγησαν στο θάνατο εκατοντάδων ίσως και χιλιάδων Ιρανών. Ο Γουντχάουζ, μέσω της αδερφής του Σάχη, ενθάρρυνε τον ηγεμόνα να μην εγκαταλείψει το θρόνο…

…Στη συνέχεια ακολούθησε κοινοβουλευτική, ακαδημαϊκή και συγγραφική σταδιοδρομία.

συνεχίζεται


Ζει ανάμεσά μας…………

…………….ο Τάκης Θεοδωρόπουλος!

Δεν πρόκειται για θεωρία συνωμοσίας, είναι πραγματικό γεγονός, αποδεικνύεται από το ότι ο Τ.Θ. γράφει, άρα σκέπτεται, άρα υπάρχει.

Παρόλο που είναι δελεαστικό ερώτημα, δεν πρόκειται εδώ να αναζητήσω τα βαθύτερα ψυχολογικά «κίνητρα» που κάνουν ανθρώπους σαν τον Τ.Θ. κυριολεκτικά αλλεργικούς απέναντι σ’ οποιαδήποτε έκφραση λαϊκής ανάτασης. Ούτε θα επιχειρήσω κάποιου είδους απάντηση στα γραφόμενά του, είναι αρκετά αυτά που μπορεί κανείς να διαβάσει εδώ.

Απλά, με αφορμή τη θεματολογία του Τ.Θ. θυμήθηκα και αντιγράφω από το βιβλίο «Καπετάν Μπουκουβάλας, Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας» (σε καταγραφή Αλέξη Σεβαστάκη), το παρακάτω μικρό περιστατικό (σελ. 70):

«…Το Γενάρη του ’43, έπεσαν με αλεξίπτωτα οι πρώτοι Εγγλέζοι στον Όλυμπο. Ένας έσπασε και το πόδι του. Οι αντάρτες, που μέρες ολόκληρες άναβαν φωτιές, τους δέχτηκαν με χαρά, τους περίθαλψαν. Επικεφαλής τους ήταν ο ταγματάρχης Χιλς. Μιλούσε ελληνικά. Οι καπεταναίοι μας τους έκαναν τραπέζι στη μεγαλύτερη καλύβα, κοντά στην Καρυά. Οι Εγγλέζοι είναι εντυπωσιασμένοι που οι αρχηγοί των ανταρτών είναι τόσο νέοι στην ηλικία! Ο Χιλς κατατοπίζεται και … υπόσχεται. Ανάμεσα στ’ άλλα προτείνει να εφοδιάσει τους αντάρτες με … δηλητήριο, για την εξόντωση των προδοτών. Έτσι, δύσκολα μπορεί να εξακριβωθεί η αιτία του θανάτου!

-Το χρησιμοποιήσαμε πολύ για τους συνεργάτες των Ιταλών στην Αβυσσηνία, σε φυλάρχους, λέει.

-Εμείς δεν κάνουμε τέτοιες δουλειές. Τα όπλα μάς φτάνουν! Του λέει απότομα ο Κόζακας.

Ύστερα από λίγη ώρα, βγαίνει κάποιος από την καλύβα, φωνάζει και τον Κόζακα έξω…

-Βρε Θωμά, έχω μεγάλο πόνο στα σωθικά μου, λες ν’ άρχισαν από μάς οι Εγγλέζοι; Να προλάβω τουλάχιστον να τους ξεκάνω…

Ο Κόζακας τον καθησύχασε, ο πόνος πέρασε. Φάνηκε, όμως, η δυσπιστία που προκαλούσαν οι «ουρανοκατέβατοι καλοθελητές». Ούτε άργησε να ξεσκεπαστεί ο καταχθόνιος ρόλος τους…

Ο Χιλς πήρε μέρος, αργότερα, στην συνδιάσκεψη της Καστανιάς, ως επικεφαλής σύνδεσμος για όλη την Θεσσαλία. Μετά την απελευθέρωση, έγινε εκπρόσωπος της ΕΜ-ΕΛ (=Υπηρεσία Βοήθειας Πληθυσμού). Τον Δεκέμβρη σκοτώθηκε. Πάτησε νάρκη το αυτοκίνητό του. Ο ΕΛΑΣ βρήκε στα χαρτιά του κατάλογο με πλήθος ονόματα δοσιλόγων και ταγματασφαλιτών και απέναντι, τα ποσά λιρών που είχε δώσει στον καθένα!!»

Διαφορά ηθικής, θα πει κάποιος. Δεν είναι φυσικά μόνο αυτό, αλλά και σε ότι αφορά τη διαφορά της ηθικής, δεν πρόκειται απλά για «διαφορά» αλλά για άβυσσο. Σαν τη διαφορά που εικονίζεται στις παρακάτω φωτογραφίες (αλιευμένες από εδώ) σε τελική ανάλυση.

16