Μετά τις πλαστές μεταγωγές να περιμένουμε και πλαστά αποφυλακιστήρια;

Είναι η δεύτερη φορά που υπό την συγκεκριμένη «Γενική Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής» Κα Σοφία Νικολάου, ένας κρατούμενος φτάνει κοντά στα σύνορα της ζωής και του θανάτου διεκδικώντας την νόμιμη «σωφρονιστική» μεταχείρισή του.

Την προηγούμενη φορά, το «δυσεπίλυτο» ζήτημα αφορούσε την πρόσβαση κρατούμενου στις σπουδές του, και τότε η κυρία ΓΓ οχύρωνε την άρνησή της πίσω από μια διαστρεβλωμένη απαρίθμηση των αδικημάτων για τα οποία ο συγκεκριμένος κρατούμενος εκτίει την ποινή του.

Τώρα, που το ζήτημα αφορά την επαναμεταγωγή του Δ. Κουφοντίνα στις φυλακές Κορυδαλλού, όπως ορίζει ο νόμος μετά την κράτησή του σε αγροτικές φυλακές, η κα ΓΓ επικαλείται την έκδοση μιας κάποιας απόφασης μεταγωγής, η οποία όμως ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Όπως το πρώτο ψέμμα χρειάζεται ένα δεύτερο για τη συγκάλυψή του, έτσι και μια παρανομία χρειάζεται για τη συγκάλυψή της μια δεύτερη. Η μεταγωγή ενός κρατουμένου δεν αποτελεί «θεωρητικό» ζήτημα αλλά πραγματικό περιστατικό. Αν αντί του πραγματικού γεγονότος αρκεί μια πλαστή, ψευδής απόφαση μεταγωγής, τότε γιατί να μην αρχίσει η κυρία ΓΓ να εκδίδει και ψευδή αποφυλακιστήρια, με τους κρατούμενους να παραμένουν στη φυλακή και την κυρία ΓΓ να ισχυρίζεται ότι αποφυλακίστηκαν επικαλούμενη κάποιο «χαρτί».

Υπο αυτές τις συνθήκες ενδεχόμενος θάνατος του Δ. Κουφοντίνα ισοδυναμεί με αφαίρεση της ζωής του από την κα ΓΓ και τους προϊσταμένους της (κ.κ. Χρυσοχοΐδη και Μητσοτάκη) και ενδεχόμενη βλάβη της υγείας του ισοδυναμεί με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Βέβαια έχει ήδη γίνει λόγος για το «ασύμμετρο» μιας απεργίας πείνας έναντι μιας παράνομης μεταγωγής, όμως τι να πει κανείς για το «ασύμμμετρο» των πιθανών συνεπειών μιας απεργίας πείνας έναντι μιας παράνομης μεταγωγής και της σπασμωδικής προσπάθειας να συγκαλυφθεί με την προσθήκη μιας δεύτερης παρανομίας πάνω στην πρώτη.

Ο μεν Κουφοντίνας έχει αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές και για τον λόγο αυτό εκτίει ποινή πολλαπλής ισόβιας κάθειρξης. Η κα «ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής» τι ποινή πρόκειται να εκτίσει στην περίπτωση θανάτωσης ή βαριάς σωματικής βλάβης του κρατούμενου Κουφοντίνα με όπλο την φτήνια της παράνομης «σωφρονιστικής» μεταχείρισής του και κίνητρο τα ιδεολογικά βίτσια μιας «άριστης» που, όπως φαίνεται, για δεύτερη φορά, θεωρεί προσωπικό της φέουδο το σωφρονιστικό σύστημα και διακατέχεται από την έξη της διοικητικής αυθαιρεσίας και παρανομίας καταχρώμενη τη δημόσια θέση της;

Και, ούτως ή άλλως, εξακολουθεί η εισαγγελική αρχή να εποπτεύει το σωφρονιστικό σύστημα; Έχει άραγε ή μήπως δεν έχει πληροφορηθεί η εισαγγελική αρχή την «λεπτομέρεια» της παράνομης μεταγωγής του κρατούμενου και, επιπλέον, την επίκληση της ψευδούς διοικητικής πράξης που φέρεται ότι εκδόθηκε προκειμένου, με μια δεύτερη παρανομία, να συγκαλυφθεί η αρχική παράνομη παράλειψη; Θα αρχίσει η εισαγγελική αρχή, μετά τις ψευδείς μεταγωγές, να ανέχεται και ψευδείς αποφυλακίσεις; Αυτή είναι η περί «κράτους δικαίου» αντίληψη της «ανεξάρτητης» δικαιοσύνης; Δεν πρόκειται για ρητορικά ερωτήματα.

*

Έναντι αυτών των γενικότερα επικίνδυνων μεθοδεύσεων και της καταγγελίας τους, καθόλου δεν προέχει η «καταδίκη της τρομοκρατίας», όπως δεν θα προείχε και στην περίπτωση που η εκτιόμενη ποινή αφορούσε π.χ. το αδίκημα της κλοπής, της υπαιξέρεσης, του «απλού» φόνου ή της μαστρωπίας, για τα οποία και κανείς δεν θα «απαιτούσε» την «καταδίκη» τους ή και την «μετάνοια» του δράστη προκειμένου να τηρηθεί η κείμενη «σωφρονιστική» νομοθεσία.

Έχει ωστόσο τη θέση της εδώ, η πολιτική καταγγελία των μηχανισμών χειραγώγησης που, με εγκληματική μορφή, επιδιώκουν την μέχρι τέλους εξάντλησή τους πάνω στο αντικείμενό τους…

Περισσότερα επ’ αυτού μια άλλη φορά ίσως.

Ως τότε, απομένει η απαίτηση της νόμιμης άμεσης επαναμεταγωγής του Δ. Κουφοντίνα στις φυλακές Κορυδαλλού, του ελέγχου των παρανομιών της διοίκησης, και – σαν τύπος πλήρης ουσίας – η απαίτηση επαναφοράς του σωφρονιστικού συστήματος στην αρμοδιότητα του υπουργείου δικαιοσύνης.


άμπρα κατάμπρα! η μαγική επίκληση της «δημοκρατικής νομιμοποίησης»

Σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθύνσεις της κυβερνητικής απολογητικής και της «κυρίαρχης ιδεολογίας», στο προσεχές μέλλον η ιστορία θα έπρεπε να είναι γραμμένη κάπως έτσι: «Στις 27 Ιανουαρίου 1945 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη δομής φιλοξενίας αμάχων στο Άουσβιτς. Ολόκληρη η ανθρωπότητα ένιωσε αισθήματα φρίκης για την χωρίς κοινοβουλευτική νομιμοποίηση ίδρυση και λειτουργία αυτής της δομής. (Εν τούτοις η καθαριότητα ήταν υποδειγματική. Ούτε σταγόνα αίμα στους θαλάμους αερίων, ούτε αποτσίγαρο στους θαλάμους ανάπαυσης. Ενώ η απόλυτη μυστικότητα διασφάλιζε τα προσωπικά δεδομένα των φιλοξενούμενων κατά τον βέλτιστο τρόπο κλπ κλπ)».

*

Το παράδειγμα του Άουσβιτς χρησιμοποιείται εδώ σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη «απόλυτη τιμή» ικανή να θέσει σε δοκιμασία το ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο μιας σειράς πρόσφατων επικλήσεων της «δημοκρατικής νομιμοποίησης» της αντιλαϊκής πολιτικής και της αντίληψης που αυτές εκφράζουν.

Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη η «δημοκρατική νομιμοποίηση» του εκάστοτε κυβερνητικού νομοθετήματος και της κυβερνητικής πολιτικής στο σύνολό της δεν συνίσταται παρά μόνο στην έγκρισή της από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, λοιπόν, και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης θα εξασφάλιζαν «δημοκρατική νομιμοποίηση», αν τύχαινε να τα ψηφίσουν 151 βουλευτές. Στο τέλος της ψηφοφορίας «η συζήτηση θα τελείωνε, θα είχαμε πια δίκαιο», όπως πριν μερικά χρόνια εξέφραζε ο Μ. Βορίδης τις γενικές αντιλήψεις του για την «έννομη τάξη» (όχι ειδικά για το Άουσβιτς, ας διευκρινίσουμε) ως υπουργός, τότε, της κυβέρνησης Σαμαρά.

Βρίσκεται όμως πράγματι σε αυτή την αντίληψη το «μυστικό» της «δημοκρατικής νομιμότητας»;

*

Αν παραμέναμε στο παράδειγμα του Άουσβιτς, θα λέγαμε ότι και 151 και 300 βουλευτές αν το ψήφιζαν, και το σύνταγμα αν προσαρμόζανε στις ανάγκες του νόμου τους και της «έννομης τάξης» τους, και δημοψήφισμα αν κάνανε και το κερδίζανε, η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν θα βρισκόταν με το μέρος τους αλλά με το μέρος των ελάχιστων, με το μέρος του ενός ή και του κανενός, που θα όρθωναν το ανάστημά τους στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στον νόμο της και στην έννομη τάξη της, σε θεούς και σε δαίμονες.

Όμως, πριν φτάσουμε (λογικά και ιστορικά) ως την «απόλυτη τιμή» του συγκεκριμένου ή τυχόν άλλου μελλοντικού παραδείγματος, στη θέση του βρίσκεται η ίδια η κοινωνική ζωή, που με την ποικιλία των πλευρών της αλλά και με την ενότητα της διάρθρωσής της, βάζει σε συνεχή δοκιμασία τη «δημοκρατική νομιμοποίηση» της κυβερνητικής πολιτικής, ως «τιμή» – έστω – όχι απόλυτη (όπως του παραδείγματος) αλλά «σχετική».

Πρόκειται για την ιστορία και δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να την σταματήσετε, πρόκειται για τις νομοτέλειές της και δεν μπορείτε με κανέναν τρόπο να τις καταργήσετε.

*

Το ότι η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν είναι κάποιο παιχνιδάκι ανάμεσα σε πλειοψηφίες και μειοψηφίες, το μαρτυρούν οι ίδιοι οι ιστορικοί όροι επιβολής των δημοκρατικών πολιτικών αρχών, που δεν θεμελιώθηκαν ούτε με ψηφοφορία, ούτε με το σύνθημα «η (κοινοβουλευτική!) πλειοψηφία κερδίζει». Αλλά με το σύνθημα της ισότητας, της αδελφοσύνης και της ελευθερίας, που η υλοποίησή του και η υλοποίηση των ιστορικών του προϋποθέσεων εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής διεκδίκησης και πάλης.

Δεν είναι οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες αυτές που παρέχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση» στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Είναι ο κοινωνικο-ιστορικός στόχος της ισότητας, της αδελφοσύνης, της ελευθερίας, αυτός που παρέχει ή που δεν παρέχει «δημοκρατική νομιμοποίηση» στις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ανάλογα με το αν τα έργα τους, ο «νόμος και η τάξη» τους, η πολιτική τους, τον υπηρετούν ή τον αντιστρατεύονται, ανάλογα με το αν υπηρετούν ή αντιστρατεύονται τις προϋποθέσεις της εκπλήρωσής του.

*

Αποτελεί ερώτημα, αν χωρίς τα παραπάνω στη βάση της μπορεί μια φιλοσοφία του δικαίου να είναι φιλοσοφία του δικαίου, αν παραπέρα, χωρίς φιλοσοφία, μπορεί να υπάρξει εφαρμογή του δικαίου διαφορετική από τη μηχανική υπόσκαψη των ίδιων του των βάσεων, υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους και η κοινοβουλευτική λειτουργία αποσπασμένη από τον αφετηριακό της προορισμό απογυμνώνεται σε μια μηχανή παραγωγής αντιλαϊκής νομοθεσίας, «δικαίου» και αυτή.

Βέβαια, η αφετηριακή έλλειψη ενός «πειραματικά» μετρήσιμου κριτηρίου της «δημοκρατικής νομιμοποίησης», όπως είναι ο αριθμός των ψήφων, ο σχηματισμός των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών, μοιάζει σαν να ορθώνει το φάσμα του αδιεξόδου μπροστά στη «θετική σκέψη».

Ο παραμερισμός ενός τέτοιου κριτηρίου από το κριτήριο του ουσιαστικού περιεχομένου της ασκούμενης πολιτικής, ως του ιστορικά κρίσιμου και πρωταρχικού, θα μπορούσε να εγείρει, εκ μέρους της «θετικής σκέψης» ή ορισμένων εκδοχών της, αιτιάσεις για μετατροπή της κοινωνίας σε «ζούγκλα».

Σε «ζούγκλα», όμως, μετατρέπει την κοινωνία η πολιτική που υπηρετεί την οικονομική εκμετάλλευση της κοινωνικής πλειοψηφίας από μια χούφτα μονοπωλητών των μέσων της ύπαρξης και της παραγωγής της. Που υπηρετεί την καταπίεση αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας προς χάρη της διαιώνισης του συστήματος της εκμετάλλευσης. Σε «ζούγκλα» μετατρέπουν την κοινωνία η εκμεταλλευτική ηθική που αναβλύζει από όλους τους πόρους της, η αποσύνθεση του εκμεταλλευτικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και οι συνέπειές τους.

Η οργανωμένη πάλη ενάντια στην πολιτική της τάξης των εκμεταλλευτών και στο σύστημα της εκμετάλλευσης δεν μετατρέπει την κοινωνία σε «ζούγκλα». Μετατρέπει τη «ζούγκλα» σε κοινωνία. Κι αυτό μπορεί στην πραγματικότητα να το αναγνωρίσει και η «θετική σκέψη».

*

Η «δημοκρατική» και η «κοινοβουλευτική νομιμοποίηση» δεν αποτελούν μαγική φράση ικανή να προσδώσει νομιμότητα στην αντιλαϊκή πολιτική και στο μακρύ κατασταλτικό χέρι της.


η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο Νο 2

Διαμαρτύρεται η γερμανική κυβέρνηση, το ίδιο και η ισπανική και η γαλλική, γιατί οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ υποκλέπτουν της τηλεφωνικές, ηλεκτρονικές κλπ συνδιαλέξεις τους.

Κατανοητές ηθικά οι διαμαρτυρίες, αλλά εντελώς ακατάληπτες νομικά.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι μια κυβέρνηση δημοκρατικά εκλεγμένη, η συζήτηση έγινε, τελείωσε και υπάρχει πια δίκαιο.

Ακόμα και αν πρόκειται για δίκαιο των υποκλοπών, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου.

Ή μήπως η αυθεντικότητα και το «απαραβίαστο» του «δικαίου» αποτελεί δόγμα που μπορεί να έχει εφαρμογή μόνο στο εσωτερικό και όχι στο εξωτερικό μιας χώρας; Όχι. Είναι προφανές ότι η αμφισβήτηση του δόγματος στις εξωτερικές του συνέπειες οδηγεί κατευθείαν και στην εσωτερική του αμφισβήτηση, όπως και η εσωτερική του αναγόρευση σε δόγμα το καθιστά δόγμα που αναγκαστικά θα εφαρμόζεται και στις διεθνείς σχέσεις: Ο ιμπεριαλισμός είναι τέτοιος προς τα έξω όσο είναι και προς τα μέσα, η συζήτηση έχει τελειώσει και επ’ αυτού.

Όσοι λοιπόν το το αποδέχονται, το υπερασπίζονται, το αναγορεύουν σε δόγμα, οφείλουν και να το «λούζονται».

Διαφορετικά μπορεί να υποστούν το δίκαιο του ηλεκτροσόκ… [*]

…Πέραν του γεγονότος ότι οι οψίμως διαμαρτυρόμενοι  (μήπως από απλό φθόνο;) δεν είναι  «Αμερικανοί πολίτες που δεν έχουν εμπλακεί σε μάχη» και ούτε καν βρίσκονται  «σε αμερικανικό έδαφος», γεγονός που καθιστά τη θέση τους (σε «νομικό επίπεδο», σε επίπεδο «δικαίου», σε επίπεδο «συγκεκριμένης διεθνούς έννομης τάξης» και, τέλος, σε επίπεδο «μηδενικής ανοχής») ιδιαιτέρως δυσχερή.

[*] Επί τη ευκαιρία, μια που ο λόγος περί ηλεκτροσόκ, και μια που οι πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ότι στα χέρια του κάθε χρυσαλήτη και του κάθε αστυνομικού-συνεργάτη τους μπορεί να υπήρχαν και 1-2 πιστολέτα επιτόπιου ηλεκτροσόκ (κατ’ ευφημισμό: «συσκευές ηλεκτρικής εκκένωσης»), μήπως είναι καιρός να διερευνηθούν και οι καταγγελίες για την δυο φορές ως τώρα χρησιμοποίησή τους, ή μήπως ο Δένδιας επιμένει ότι θα κάνει μήνυση σε όποιον λέει τέτοια πράγματα τη στιγμή που «η συζήτηση έχει τελειώσει»;


η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο

«Λέει κάποιος «εγώ θεωρώ ότι ένας νόμος είναι κακός, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Σε ηθικό επίπεδο το καταλαβαίνω τι λέει. Σε νομικό επίπεδο όμως λέει κάτι εντελώς ακατάληπτο και το οποίο δεν μπορούμε να συμμεριστούμε. Εδώ μπορεί βεβαίως να αμφισβητηθεί και η απόφαση του ΣΑ του ΟΗΕ, μπορεί να αμφισβητηθεί και η διοικητική πράξη και η αστυνομική διάταξη και η απόφαση ενός δικαστηρίου. Οταν όμως τελειώσει η συζήτηση, έχουμε πια δίκαιο. Μπορώ να παραβιάσω το δίκαιο; Κάθε μέρα παραβιάζεται το δίκαιο, και από την άλλη, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου. Εχουμε κάνει μια επιλογή: ανήκουμε και πιστεύουμε σε αυτή τη συγκεκριμένη διεθνή έννομη τάξη και στην ΕΕ και στον ΟΗΕ…» (Μ. Βορίδης)

Λέει κάποιος «το Νταχάου και το Άουσβιτς είναι κακό». Δικαίωμά του βέβαια σε ηθικό επίπεδο, αλλά αν το Νταχάου και το Άουσβιτς έχουν θεσμοθετηθεί νομότυπα, αν έχουν εγκριθεί από μια νομότυπη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, από μια συγκεκριμένη διεθνή έννομη τάξη, και έχει τελειώσει η συζήτηση, έχουμε δίκαιο. Μπορώ να παραβιάσω το δίκαιο; Η έννομη τάξη οφείλει με μηδενική ανοχή να εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του δικαίου.

Λέει κάποιος «κρυώνω». Κατανοητό ηθικά, αλλά τελείως ακατάληπτο σε νομικό επίπεδο.  Η συζήτηση έχει τελειώσει, υπάρχει δίκαιο, η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή θα εφαρμόσει τις διατάξεις της επιβολής του. Ένα χλιαρό κοινοβουλευτικό 60% έχει κάνει μια επιλογή έστω κι αν αυτή για ένα 40% του πληθυσμού  συνεπάγεται εφαρμογή των διατάξεων επιβολής του δικαίου της παγωνιάς.

Ένα 40, 30, 20, 10% του πληθυσμού μπορεί να πεινάει, αλλά τι είναι αυτό το 10-40% μπροστά σε ένα 60-90% που δεν πεινάει εντελώς ή που είναι εντελώς χορτάτο; Κάποιοι λένε «εγώ θεωρώ ότι η πείνα είναι κακή, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο του ψωμιού», κατανοητό ηθικά αλλά τελείως ακατάληπτο νομικά, οι διατάξεις επιβολής του δικαίου της πείνας θα εφαρμοστούν με μηδενική ανοχή, η συζήτηση έχει τελειώσει.

Δεν έχεις νερό, ρεύμα, δουλειά, σπίτι, δε σε φτάνει η σύνταξη για τα φάρμακα, δεν σου περισσεύει δεκάρα για γιατρούς, το παιδί σου πάει νηστικό στο σχολείο, το σχολείο του παιδιού σου κλείνει και όλα αυτά τα θεωρείς «κακό»; Κατανοητό ηθικά αλλά ακατάληπτο νομικά, η συζήτηση έχει τελειώσει, δε θα το κάνουμε  εδώ πέρα ζούγκλα, εδώ έχουμε έννομη τάξη και μηδενική ανοχή.

Η συζήτηση έχει τελειώσει, έχουμε πια δίκαιο, λέει κάποιος: «το θεωρώ κακό, δεν μου επιτρέπει να επιβιώσω, δεν μου επιτρέπει να ζήσω, θεωρώ ότι νόμος είναι το δίκιο της επιβίωσης, της ζωής», κατανοητό ηθικά, ακατάληπτο νομικά, μπορείς να παραβιάσεις το δίκαιο για να ζήσεις, να επιβιώσεις; η έννομη τάξη με μηδενική ανοχή οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις επιβολής του δικαίου που δε σου επιτρέπει την επιβίωση, τη ζωή, Ίσως στο μέλλον, σε καιρούς καλύτερους, το δίκαιο σου επιτρέψει κι εσένα να ζήσεις, τώρα όμως ψόφα.

Η συζήτηση έχει τελειώσει, δεν το έχεις καταλάβει; υπάρχει πια δίκαιο, η συζήτηση έχει τελειώσει.


δίκηο από την πλευρά τους

 

Οι αντίπαλοί μας είναι οι αντίπαλοι της ανθρωπότητας. Δεν έχουν «δίκιο» από την άποψή τους: η ίδια η άποψή τους αποτελεί το άδικο.

Ίσως η κοινωνική τους θέση τους αναγκάζει να είναι όπως είναι, αλλά είναι ανάγκη να πάψουν να έχουν κοινωνική θέση.  Είναι κατανοητό, ότι υπερασπίζονται τον εαυτό τους, αλλά έτσι υπερασπίζονται τη ληστρική αρπαγή και τα προνόμια. Το να τους κατανοήσουμε δε σημαίνει, ότι πρέπει να τους συγχωρήσουμε. Όποιος φέρεται στον άνθρωπο σαν λύκος, δεν είναι άνθρωπος, αλλά λύκος.

Μπέρτολτ Μπρεχτ, από τη συλλογή Για την τέχνη και την πολιτική, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 40