μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!

Advertisements

σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


Το δικαίωμα της απεργίας και «η κοινωνία και το έθνος» από τη σκοπιά του

Η προηγούμενη ανάρτηση αυτού του μπλογκ ήταν αφιερωμένη στο δικαίωμα στην εργασία.

Πρόκειται για το δικαίωμα το οποίο οι εκπρόσωποι και οι διαχειριστές της άρχουσας τάξης, ενώ φύσει και θέσει το καταστρατηγούν συστηματικά τις 365 μέρες του χρόνου, το θυμούνται ξαφνικά όποτε έχουν απέναντι τους μια αποφασιστική απεργιακή κινητοποίηση σε κάποιο κλάδο, σε κάποια βιομηχανία κλπ. Τότε ξαφνικά ξαναθυμούνται το «δικαίωμα στην εργασία» διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του, τιτλοφορώντας «δικαίωμα στην εργασία» το «δικαίωμα» στην απεργοσπασία, για να στραφούν ενάντια στην απεργιακή κινητοποίηση, ενάντια στο απεργιακό δικαίωμα, ενάντια στο απεργιακό δίκαιο της περιφρούρησης του αγώνα των εργαζομένων.

«Ξαναθυμούνται» πολλά, κάθε φορά που βρίσκονται αντιμέτωποι με τους απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων για το δικαίωμα στη δουλειά και για δουλειά με δικαιώματα…

Ξαναθυμούνται για παράδειγμα τη «δημοκρατία» και τις «δημοκρατικές διαδιακασίες». Έτσι, για παράδειγμα,  η σημερινή κυβέρνηση, αυτή που κυβερνά «νομιμοποιημένη» εκλογικά με το 39,55% του 53,74% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου, η κυβέρνηση που με αυτή τη μειοψηφική εκλογική «νομιμοποίηση» ψηφίζει όλους τους αντιλαϊκούς νόμους της «ατζέντας» της, αυτή η ίδια σύμφωνα με τις διάφορες επικοινωνιακές «διαρροές» ετοιμάζεται να υλοποιήσει τις δεσμευσεις της προς το κεφάλαιο και τους «θεσμούς» του με νόμο που θα καθιστά «παράνομες» τις απεργίες εφόσον τις αποφασίζει η πλειοψηφία των γενικών συνελεύσεων των σωματείων και όχι των εγγεγραμμένων μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Ας εφαρμόσει η κυβέρνηση πρώτα στον εαυτό της αυτόν τον «δημοκρατικό κανόνα» ομολογώντας την έλλειψη της δικής της «νομιμοποίησης». Κι ας αφήσει στην άκρη τα σχέδια ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων, οι οποίοι άλλωστε δεν αντλούν την δημοκρατική τους νομιμοποίηση από τις «παραχωρήσεις» του αστικού κράτους αλλά από τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς ποινικοποίησης των εργατικών αγώνων εντάσσεται προφανώς και το άρθρο της «Αυγής», που με τον τίτλο «Απεργία: Το έσχατο μέσο που έγινε πρώτο!» ανακαλύπτει στον απεργιακό αγώνα των εργατών καθαριότητας για το δικαίωμά τους στην εργασία μια επίκαιρη αφορμή, για να βγάλει στο προσκήνιο σαν «πρώτη» την «έσχατη» φιλοδοξία της τάξης των εκμεταλλευτών ενάντια στο εργατικό κίνημα και τους αγώνες του: «Ορισμένοι κρίσιμοι για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδοι δεν έχουν το δικαίωμα της απεργίας».

Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός από τότε που ο σημερινός πρωθυπουργός χαρακτήριζε, από τις θέσεις της «αντιπολίτευσης», τον απεργιακό αγώνα των ναυτεργατών σαν «εξαλλοσύνες». Και εκείνη η «αντιπολιτευτική» θέση, όπως και η «αντιπολιτευτική» θέση του ΣΥΡΙΖΑ για σχίσιμο των μνημονίων «αλλά με τη συμφωνία των εταίρων», συγκροτούν το νήμα της αντιλαϊκής «συνέπειας» του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο της «αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης» ως τη σημερινή περίοδο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Και σήμερα, τώρα που ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ αναγορεύει τον στόχο ενός  νέου κύκλου ανάπτυξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε στόχο «εθνικό», το δημοσιογραφικό του όργανο αναγορεύει ουσιαστικά σε «παράνομη» την απεργία στους «κρίσιμους για τα κοινωνικά και εθνικά συμφέροντα κλάδους». Τώρα που τα συμφέροντα των μονοπωλίων αναγορεύονται από την «κυβέρνηση της αριστεράς» σε συμφέροντα «κοινωνικά και εθνικά», τώρα γίνεται από τους κυβερνητικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς «συζήτηση» για απεργίες που στρέφονται ενάντια στο «κοινωνικό και εθνικό συμφέρον»…

Αλλά αντίστροφα: Την ώρα που η «Αυγή» διακηρύσσει ότι οι εργατικοί αγώνες στρέφονται ενάντια «στα συμφέροντα της κοινωνίας και του έθνους», την ίδια στιγμή και οι αγώνες των εργαζομένων είναι αναγκαίο να αποκτήσουν χαρακτηριστικά και προσανατολισμό τέτοια που να ανυψώνουν το δικό τους δίκιο σε αποκλειστικό συμφέρον του έθνους και της κοινωνίας, ενάντια στο «δίκιο» και τα «συμφέροντα» της τάξης των εκμεταλλευτών.


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 3

Εισαγωγή στο τρίτο και, μάλλον, τελευταίο μέρος αποτελεί  ένα σχόλιο, σαν παραλειπόμενο από το προηγούμενο, δεύτερο μέρος:

«Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού», γράφει Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (και σχολιάζει ο Λένιν: «πολύ σωστά»), «χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Γράψαμε στο δεύτερο μέρος τι σημαίνει και σε τι χρησιμεύει η αποποίηση, η άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού, σε τι χρησιμεύει το σύνθημα που ταυτίζει τον σοσιαλισμό με τη «δευτέρα παρουσία»… Σύνθημα μάλιστα –να συμπληρώσουμε- προερχόμενο πρώτα από όλα από τους συνιδρυτές και συμμέτοχους του πολιτικού ιδρύματος εκείνου, που στον τίτλο του καπηλεύεται και το όνομα της ίδιας της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (ο «Γιούνιους» της παράνομης μπροσούρας) σήκωνε τη σημαία με το σύνθημα του σοσιαλισμού. Αυτών τα συνθήματα τοποθετούν τον σοσιαλισμό στο ανύπαρκτο μέλλον της «δευτέρας παρουσίας» για να συκοφαντήσουν όποιον έχει το σύνθημα του σοσιαλισμού στη σημαία του… Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» απαντούσε: επανάσταση! ασκώντας μάλιστα τη σφοδρότερη κριτική στο είδος των μεταρρυθμίσεων που αποτελούν τη δίκη τους προγραμματική «πεμπτουσία». Αυτοί στο ίδιο δίλημμα απαντούν: μεταρρύθμιση… «Μεταρρύθμιση» με «ελκυστικό» περιτύλιγμα στα λόγια, και στην πράξη «μεταρρύθμιση» σαν αυτή που προβλέπει το 3ο μνημόνιό τους. Αλλά, θα πει κανείς, οι ίδιοι δε διστάζουν να χρησιμοποιούν τον ύμνο της διεθνούς σαν τζιγκλάκι στο ραδιοφωνικό τους σταθμό [*], στο όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ θα κολώνανε…

Και φτάνουμε επιτέλους και στο «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους: Το σύνθημα, λοιπόν,  του σοσιαλισμού, όχι σαν δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης, αλλά σαν κίνητρο για την επαναστατική, μεταμορφωτική δραστηριότητα του προλεταριάτου, γύρω από κάθε δικαίωμα που αναγνωρίζει ο σοσιαλισμός και που, όμως, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει: Είτε πρόκειται για την εθνική αυτοδιάθεση κι ανεξαρτησία, για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς γενικά, είτε πρόκειται για την εκποίηση του δημόσιου – κοινωνικού παραγωγικού και φυσικού πλούτου, είτε για την ελευθερία του κεφαλαίου να «αναχωρεί» προς τους καπιταλιστικούς παραδείσους της φτηνής εργατικής δύναμης, είτε πρόκειται για την απλήρωτη εργασία εδώ, για την ανεργία, το δικαίωμα στην κατοικία, την αντιλαϊκή φοροληστεία, την κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ., το σύνθημα του σοσιαλισμού δεν χρησιμεύει για να χαλαρώσουμε το άδραγμα του κάθε κρίκου αλλά για να τον κρατήσουμε πιο σφιχτά. Κι αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα κάποιας αφηρημένης ιδεολογικής διευκρίνισης, αλλά ζήτημα που οφείλει να καθίσταται ιδεολογικά ανάγλυφο συνεχώς, κι ακόμα περισσότερο ανάγλυφο μέσα από την καθημερινή, πρακτική, «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Και την αφορμή για το «παραλειπόμενο» αποτελεί κάθε περιστατικό, ακόμα και κάθε υποψία περιστατικού, όπου το σύνθημα του σοσιαλισμού απλώς «διατυπώνεται» κατά τρόπο που δεν μετατρέπεται το ίδιο, στην πρώτη-πρώτη γραμμή του άμεσου προσκηνίου, σε κίνητρο για την «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Δηλαδή κατά τρόπο που, κατ’ αναγκαία συνέπεια, περιέχει ή και απλώς μπορεί να περιέχει και την παραμικρή δυνατότητα χρησιμοποίησής του «ως δικαιολογίας της υπάρχουσας κατάστασης». Και με αυτά τα λόγια τελειώνει και το «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους.
=============================================================================

Για την ανάλυση των δυνατοτήτων μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό και αντίστροφα, καθώς για την αναγνώριση του κύριου και του δευτερεύοντος από τα πιθανά συνυπάρχοντα στοιχεία (εθνικό ή ιμπεριαλιστικό) που καθορίζει το χαρακτήρα ενός δοσμένου πολέμου, ο Λένιν χρησιμοποιεί παραδείγματα παρμένα από ιμπεριαλιστικούς και εθνικούς πολέμους πριν την εποχή του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Γίνεται λόγος για ιμπεριαλιστικούς ναπολεόντειους πολέμους, για ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα. Και παρακάτω: «Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού)» [**]. Τα παραδείγματα αυτά είναι παρμένα από μια ιστορική περίοδο πριν από το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, γιατί αυτό σαν νεότατο δεν παρείχε ακόμη τέτοια παραδείγματα.

Αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που εκδηλώθηκε λ.χ. σαν ιμπεριαλιστικός μεταξύ Αγγλίας και Ιταλίας / Γερμανίας με πεδίο αντιπαράθεσης την Ελλάδα, γεννώντας έτσι έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο στην Ελλάδα, που φυσικά δεν μπορούσε μεμιάς να διεξαχθεί έξω από το γενικό πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θα μπορούσε στο ίδιο παράδειγμα να μπουν τα τριπλά και πολλαπλά συνυπάρχοντα χαρακτηριστικά του πολέμου: Ιμπεριαλιστικός ανάμεσα σε Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Γαλλία. Εθνικός από την πλευρά των κατακτημένων χωρών (μαζί και της Γαλλίας) και έτσι, πράγματι, «ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη», Εθνικός και από την πλευρά της ΕΣΣΔ αλλά ταυτόχρονα και σοσιαλιστικός από την πλευρά της: Όλα αυτά αντικειμενικά, πέρα από προθέσεις και χωρίς ακόμη να έχουν φύγει από το πεδίο της γενικότητας, χωρίς να αποτελούν ακόμη λεπτομερή ανάλυση π.χ. του ιμπεριαλιστικού πολέμου της Γαλλίας κατά της Γερμανίας και στη συνέχεια υπέρ της Γερμανίας από τη δοσιλογική αστική γαλλική κυβέρνηση με ταυτόχρονο γαλλικό εθνικό πόλεμο κατά της Γερμανίας: πόλεμο λαϊκό με τη συμμετοχή  (ή και κάτω από τη διεύθυνση) τμημάτων της αστικής τάξης, που στην προοπτική του δικού τους αγώνα βρίσκεται μια ιμπεριαλιστική, ξανά, Γαλλία. Χωρίς, επίσης, να αποτελούν ακόμα λεπτομερή ανάλυση, πχ, του λαϊκού ταξικού χαρακτήρα που είχε ο εθνικός πόλεμος στις κατακτημένες χώρες, όταν η «παντού αντιδραστική» αστική τάξη προσκολλιόταν στις ανταγωνιζόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ή, ανάλυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, την εξαναγκαστική συμμαχία του ενός από αυτούς με την ΕΣΣΔ και τους ταυτόχρονα κοινούς στόχους (με διαφορετικές μορφές και εν μέσω πάλης για την μεταξύ τους επικράτηση και ηγεμονία) των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην ΕΣΣΔ…

*

Το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Λένιν, αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, όμως επειδή γράφτηκε το 1916 χρησιμοποιείται, όχι βέβαια σαν παράδειγμα αλλά σαν υποθετική δυνατότητα, είκοσι περίπου χρόνια -για την ακρίβεια: «καμιά εικοσαριά χρόνια»- νωρίτερα από αυτόν:

«Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.»

Ας σταθούμε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο θέμα κι ας προσπαθήσουμε να δούμε σημείο προς σημείο και να συγκρίνουμε τις «ιδεατές» προϋποθέσεις που βάζει ο Λένιν το 1916 για τη δυνατότητα «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη» με τις πραγματικές προϋπόθεσες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [***].

*

Ας επιχειρήσουμε, καταρχήν, μια σύνοψη-σύμπτυξη της «μακριάς» πρότασης: «Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό… Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή… Αν… Αν… Αν…, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες»: Ο σημερινός πόλεμος είναι απίθανο μεν αλλά και δυνατό να «μετατραπεί» σε καμιά εικοσαριά χρόνια σε εθνικό (αν μάλιστα «τελειώσει» με μια ορισμένη μορφή). Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται ακριβώς για μετατροπή κατά την ανάπτυξη ενός κύκλου, πρόκειται για μετατροπή στη βάση των προϋποθέσεων που δημιουργεί η ολοκλήρωση ενός κύκλου. Πρόκειται για τη «γέννηση» του ενός απ’ το άλλο ως μορφή μετατροπής του ενός στο άλλο.

Γιατί, όμως, είναι «σε μεγάλο βαθμό απίθανη» μια μετατροπή του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό; Διότι:

α) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη.

β) Η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και

γ) Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη.

(Σημειώνουμε ότι για κάθε μία από αυτές και για όλες μαζί τις προϋποθέσεις μη-μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου του «1914-1916» σε εθνικό πόλεμο θα μπορούσε να υπάρξει και μια ξεχωριστή ανάλυση).

Και ποιες, παρ’ όλα αυτά, είναι οι προϋποθέσεις «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη»;

α) Το προλεταριάτο της Ευρώπης γίνεται ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.

β) Ο «σημερινός» (1916) πόλεμος τελειώνει με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.

γ) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρείται επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο,

Και πώς συγκρίνονται αυτές με τις πραγματικές προϋποθέσεις του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.

α) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός διατηρήθηκε «για καμιά εικοσαριά χρόνια» (μετρώντας από το 1916) χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, ενώ ο ιαπωνοαμερικανικός πόλεμος δεν ξέσπασε παρά μόνο μετά από αυτή την περίπου εικοσαετία και παράλληλα με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ευρώπη.

β) Αν και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος 1914-1918 παρέμεινε μέχρι τέλους ένας πόλεμος «για τις αποικίες», αν και δεν τελείωσε «με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών», όμως ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», ενώ ταυτόχρονα δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι άσχετος από τις αποικίες, άρχισε από τη Γερμανία και την Ιταλία στην Ευρώπη για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών»,

(Να σημειώσουμε, λοιπόν, και ένα στοιχείο διαφοροποίησης των πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού, στην εποχή δηλαδή όπου όλοι οι πόλεμοι αντικειμενικά εντάσσονται στους- ή εντάσσουν εντός τους τούς- ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς: Ένας δοσμένος πόλεμος είναι κύρια «πόλεμος για τις αποικίες», μ’ άλλα λόγια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των «σφαιρών επιρροής», ή είναι πόλεμος για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών», με οποιαδήποτε παραλλαγμένη μορφή θα μπορούσε αυτό να κατανοηθεί;)

γ) Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος τελείωσε το 1918 με το προλεταριάτο να έχει νικήσει στη Ρωσία (και, επίσης, τελείωσε χάρη στη νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία), όμως για το «προλεταριάτο της Ευρώπης» τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. Η διπλή και τριπλή ιστορική προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, τη μια με τη μορφή του «σοσιαλσοβινισμού» κατά το ξέσπασμα και τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την άλλη με τη μορφή του δήμιου της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία, ύστερα η άνοδος και η επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Ισπανία, έκαναν το προλεταριάτο της Ευρώπης «ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια», ή ακριβέστερα: ανίσχυρο στην πορεία και την κατάληξη μιας περίπου εικοσαετίας, δηλαδή από το 1916 που γράφτηκαν αυτά τα λόγια ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30.

Η μεγάλη ποσοτική και ποιοτική διαφορά ήταν, βέβαια, (εκτός από την άνοδο του φασισμού ως πολιτικής-κρατικής μορφής της εξουσίας των μονοπωλίων) η ύπαρξη της ΕΣΣΔ:.Η ύπαρξή της αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη του εθνικού πολέμου των κατακτημένων χωρών, αποτελώντας ο δικός της εθνικός (και σοσιαλιστικός) πόλεμος «κορμό» του εθνικού πολέμου γενικά. Και καθιστώντας, έως την οριστικοποίηση της έκβασης του πολέμου, δευτερεύοντες τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αλλά ο Λένιν κάνει λόγο για εθνικό πόλεμο και τον θεωρεί υπό προϋποθέσεις δυνατό στο έδαφος των «ναπολεόντειων νικών» ή κατακτήσεων χωρίς να υπολογίζει την ύπαρξη της ΕΣΣΔ. Ενώ, σαν σοσιαλιστικό προλεταριακό κράτος, η ΕΣΣΔ εισήγαγε επίσης μια πραγματική «αντίφαση» στη θεωρητική υπόθεση του Λένιν. Το προλεταριάτο αδυνάτισε στην Ευρώπη «για καμιά εικοσαριά χρόνια», αλλά επίσης για καμιά εικοσαριά χρόνια δυνάμωσε στην ΕΣΣΔ (και στο ευρωπαϊκό – ρωσικό τμήμα της): Και τα δυο αυτά «περιστατικά», το αδυνάτισμα του προλεταριάτου εδώ και το δυνάμωμα του εκεί αποτέλεσαν παράγοντες που έκαναν δυνατό αυτόν τον μεγάλο εθνικό –και, δηλαδή, όχι από όλες τις πλευρές ιμπεριαλιστικό- πόλεμο στην Ευρώπη. Στη βάση και της ίδιας αυτής αντίφασης πρέπει να αποτιμηθεί, και το αναφερόμενο από το Λένιν «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες» που θα σήμαινε ένας «μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη» σαν πραγματωμένη δυνατότητα:

Γύρισμα προς τα πίσω, πρώτα και κύρια, με το νόημα που, κατά τη γνώμη μου, έχει η φράση αυτή στο κείμενο του Λένιν: Γύρισμα προς τα πίσω εφόσον η αντικειμενική ωριμότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη υποκαθίσταται στον μεγάλο εθνικό πόλεμο, εφόσον μια προγενέστερη ιστορική κατάκτηση καταλαμβάνει ξανά το ιστορικό προσκήνιο για την υπεράσπιση και τη διατήρησή της, αντί στο έδαφός της να διεξάγεται η πάλη για την ιστορική πρόοδο. Γύρισμα προς τα πίσω, επιπρόσθετα, με τη διακοπή και την χρονική οπισθοδρόμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, την αναγκαστική μετάθεση των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην υπεράσπιση της πατρίδας.  Προχώρημα προς τα μπρος, εφόσον η έκβαση του πολέμου σημαίνει νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, επέκταση των σοσιαλιστικών οικονομικών σχέσεων στη «μισή» Ευρώπη (και, απ’ αυτό, προχώρημα «για αρκετές δεκαετίες» προς τα μπρος ολόκληρης της Ευρώπης). Γύρισμα προς τα πίσω, όμως, στο βαθμό που οι σοσιαλιστικές σχέσεις επεκτείνονται διαμέσω του εθνικού πολέμου κι όχι μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο βαθμό που μέσα από αυτόν τον πόλεμο αναδεικνύεται σαν κυρίαρχος ο «εθνικός» παράγοντας, σχετικά αποσυνδεμένος από τον ταξικό και τον διεθνιστικό παράγοντα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως ήττα «για αρκετές δεκαετίες» της ανοιχτής, πολεμικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην Ευρώπη, ως εγκλωβισμός των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εντός των ορίων που επέβαλλε η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Γύρισμα προς τα πίσω, ως μεταπολεμική άμβλυνση της ταξικής πάλης και των στόχων της ταξικής πάλης στις χώρες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, και στο βαθμό κατά τον οποίο το μεταπολεμικό «εθνικό» status quo μετατρεπόταν ή μετατράπηκε σε κοινωνικό-ταξικό «status quo» με την επιπρόσθετη επιστράτευση ή και κατασκευή «ειδικών» οπορτουνιστικών οικονομικών και πολιτικών θεωριών. Προχώρημα προς τα μπρος, ως νίκη μεταπολεμικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των αποικιών. Γύρισμα προς τα πίσω ήδη από την «εισαγωγική πράξη» του πολέμου στην Ευρώπη, την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ισπανία, έως και το «επίμετρό» του, την «άνευ αγώνος» συνθηκολόγηση μιας σειράς λαϊκών – εθνικοαπελευθερωτικών ευρωπαϊκών κινημάτων με τις αστικές «τους» τάξεις (σαν «εθνική» οπισθοχώρηση του λαϊκού κινήματος τη στιγμή ακριβώς που έμπαινε το θέμα της ταξικής αντιπαράθεσης για την μεταπολεμική εξέλιξη, τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές «σύμμαχες» ως τότε δυνάμεις στον εθνικό πόλεμο έρχονταν πλέον οι ίδιες σε σύγκρουση με το λαϊκό απελευθερωτικό του περιεχόμενο, τη στιγμή που τα διάφορα τμήματα των αστικών τάξεων επανασυσπειρώνονταν για να εξουδετερώσουν από κοινού τον οπλισμένο λαό και να διασφαλίσουν εκ νέου την κυριαρχία τους πάνω του) [****] και την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του επαναστατικού αγώνα» [*****]. Γύρισμα προς τα πίσω, στο έδαφος της μετατροπής του «παράγωγου προϊόντος του επαναστατικού αγώνα και της όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του» σε συστατικό ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού «για αρκετές δεκαετίες».

δ) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, παρέμενε το προλεταριάτο, «που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη»: Αδυνατισμένο όμως  -με τον τρόπο που είδαμε- τουλάχιστον κατά το ξέσπασμα του πολέμου, και ε) Μια αντιδραστική αστική τάξη δημιουργημένη από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο εξακολουθούσε να κυριαρχεί παντού:

Γι’ αυτό και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο δεν διεξήγαγε παρά, το πολύ, ένα μικρό τμήμα της αστικής τους τάξης, ενώ τα άλλα τμήματά της είτε συμμάχησαν με τον κατακτητή είτε προσκολλήθηκαν σε άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολιτικού και πολεμικού αγώνα αναδείχθηκε, και ανδρώθηκε μέσα από αυτόν, αυτή η ίδια η αδυνατισμένη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια» εργατική τάξη με το κόμμα της και με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα. Αναδείχθηκε στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου το προλεταριάτο που αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1918 σε εμφύλιο ενάντια στην αστική τάξη και να τον τελειώσει με αυτόν τον τρόπο, ακριβώς όπως η αστική τάξη αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο της δεκαετίας του ’40  σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον του προλεταριάτου και σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να τον συνεχίσει έτσι…

στ) Τέλος, η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών μπορεί, ίσως, να μην φαινόταν το 1939 πολύ σημαντική, όμως ήταν: Γιατί εξαρχής από τη μια πλευρά βρίσκονταν, παρά τις διαφορές τους, όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενάντια στην ΕΣΣΔ.  Από εκεί και η «ουδετερότητα» Αγγλίας – Γαλλίας στον ισπανικό εμφύλιο. Από εκεί και η «πολιτική του κατευνασμού» που επέτρεψε στη Γερμανία να καταβροχθίσει Αυστρία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία φτάνοντας «ανίκητη» ως τα σύνορα με την ΕΣΣΔ. Από εκεί και η εγκατάλειψη της Ελλάδας εκ μέρους της Αγγλίας μετά τη γερμανική επίθεση, όπου η αγγλική πολεμική συμμετοχή είχε χαρακτήρα τακτικής υποχώρησης. Από εκεί και η καθυστέρηση ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Και μόνο μετά την ανατροπή του πολέμου στο Στάλινγκραντ, ο πόλεμος ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς μετατράπηκε μεταξύ τους σε πόλεμο οριστικής επικράτησης, πια για την αναχαίτιση της προέλασης της ΕΣΣΔ και την κυριαρχία στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

*

Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη ακριβώς «καμιά εικοσαριά χρόνια» αργότερα από τότε που γράφτηκαν από τον Λένιν αυτές οι γραμμές. Ένας εθνικός πόλεμος που φυσικά δεν μπορούσε παρά από την άλλη πλευρά να είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός: Ο εθνικός πόλεμος από τη μια πλευρά προϋποθέτει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από την άλλη. Ένας εθνικός πόλεμος που «αγκάλιασε» καπιταλισμούς που ήδη είχαν περάσει ή που περνούσαν στο μονοπωλιακό τους στάδιο. Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος που κάτω από τους πραγματικούς όρους της διεξαγωγής του σήμανε ταυτόχρονα και προχώρημα προς τα μπρος και «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες».

Είναι, όμως, «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω». Αλλά -θα συμπλήρωνα- είναι επίσης «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό» να φαντάζεται κανείς ότι, πέρα από τα όρια των αδυναμιών του υποκειμενικού παράγοντα όπως εκδηλώνονται πάνω στο κάθε συγκεκριμένο και ιστορικά δοσμένο έδαφος, το ζήτημα συνίσταται σε κάποια θεωρητική «επιλογή» του χαρακτήρα του πολέμου και όχι στην συνολική εκτίμηση των αντικειμενικών του χαρακτηριστικών. Αντίθετα, μόνο στη βάση αυτής της εκτίμησης μπορούν να καταπολεμηθούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, όποια κι αν είναι στην πραγματικότητα αυτά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά.

=============================================================================

υποσημειώσεις

[*]

Η ΔΕΚΑΕΞΑΧΡΟΝΗ ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥ ΕΜΜΑ ΡΙΣ ΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΑΚΡΙΤΗ

Σαν η δεκαεξάχρονη ασπρορουχού Έμμα Ρις
Στήθηκε μπρος στον ανακριτή στο Τσέρνοβιτς,
Διατάχτηκε να εξηγήσει, γιατί
Μοίραζε προκηρύξεις που
Καλούσανε για επανάσταση, πράγμα που επισύρει καταδίκη σε ειρκτή.
Αντί γι’ απάντηση σηκώθηκε όρθια και τραγούδησε
Τη Διεθνή.
Κι όταν ο ανακριτής κούνησε το κεφάλι του
Του φώναξε μ’ όλη τη δύναμή της: Σήκω πάνω! Αυτό
Είναι η Διεθνής!

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα για την πάλη των τάξεων, εκδόσεις Οδηγητής, 1984)

[**] Και στον «Ιμπεριαλισμό ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (σελ. 96 Σ.Ε.) ο Λένιν γράφει:

«Η αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν από το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη, που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι «γενικοί» όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της «μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία». Ακόμη και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Και παρακάτω στο ίδιο έργο (σελ. 99): «Μια και γίνεται λόγος για την αποικιακή πολιτική της εποχής του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού (…)».

[***] Το περιεχόμενο των τριών παραγράφων στη συνέχεια του κειμένου του Λένιν για τη «δυνατότητα εθνικών πολέμων ακόμη και στην Ευρώπη στην εποχή του ιμπεριαλισμού», όπου γίνεται λόγος π.χ. «σχετικά με την Αυστρία» και «σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία», δεν ταυτίζεται με τα όσα έχουν προηγηθεί για την «απίθανη μεν αλλά πάντως δυνατότητα» ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη. Στη μια περίπτωση γίνεται λόγος για τις ήδη υπάρχουσες, το 1916, προϋποθέσεις τέτοιων εθνικών πολέμων που (όπως στην περίπτωση του αυστροσερβικού πολέμου καθώς και των βαλκανικών κρατών σε σχέση με τη Ρωσία) «σβήνουν», γίνονται δευτερεύουσες, μέσα στον γενικό ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου. Στην άλλη περίπτωση, αυτή που εξετάζουμε, γίνεται λόγος για το πώς μια σειρά προϋποθέσεων μπορούσαν όλες μαζί να εκπληρωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατός -όχι ένας αριθμός, μια σειρά, εθνικών πολέμων- αλλά ένας μεγάλος ευρωπαϊκός εθνικός πόλεμος.

[****] «…Το Παρίσι όμως δεν μπορούσε να κάνει άμυνα χωρίς να οπλιστεί η εργατική τάξη του, χωρίς να μετατραπεί σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και χωρίς να εκπαιδεύσει τις γραμμές της στρατιωτικά με τον ίδιο πόλεμο. Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μιά νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του Γάλλου εργάτη ενάντια στο Γάλλο κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα. Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή – μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας…» (Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σελ. 42-43, ΣΕ)

[*****] «…το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων»… (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

Και είτε «μεταρρυθμίσεις» αλά 3ο μνημόνιο, να συμπληρώσουμε, για να ξανασυνδεθούμε με την επικαιρότητα…

Το πρώτο μέρος (απόσπασμα από Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους) εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2

Στην προηγούμενη ανάρτηση, το πρώτο μέρος, άφησα καθαρό από «απόψεις» το απόσπασμα του Λένιν από το άρθρο του «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους», μη θέλοντας να παρεμβάλω δικές μου «προκαταλήψεις» στην ανάγνωσή του.
Εδώ επιχειρώ μια συνοπτική γενίκευση των κύριων σημείων του αποσπάσματος, με μια απόπειρα «μόλις αγγίγματος» των σύγχρονων αντιθέσεων, και με την επισήμανση ότι εναπόκειται στον αναγνώστη η μη-μετατροπή αυτής της «σύνοψης» των κύριων σημείων από (κατά τη φιλοδοξία μου) βοηθητικό εργαλείο σε όργανο ιδεολογικής αφυδάτωσης και σχολαστικισμού.
Στις «φιλοδοξίες μου» εντάσσεται κι ένα τρίτο, τελευταίο μέρος, με μοναδικό αντικείμενο το σημείο του άρθρου του Λένιν, από το οποίο «έκλεψα» τον τίτλο της ανάρτησης
=============================================================================

Μια προσπάθεια συνοπτικής γενίκευσης των κύριων σημείων του αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους»

1. Το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τους συνασπισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να οδηγεί στην μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ιμπεριαλιστικό, όμως μπορεί και να οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού σε εθνικό πόλεμο, στη «γέννηση» του εθνικού πολέμου μέσα από τον ιμπεριαλιστικό. H μετατροπή (και η δυνατότητα της μετατροπής) του ενός πολέμου στον άλλο δεν καταργεί τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά θέτει την απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της».

2. Σε έναν πόλεμο μπορεί να συνυπάρχουν (να υπάρχουν ταυτόχρονα) ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, και το ζήτημα συνίσταται στο ποιά από τα δυο αποτελούν σε κάθε δοσμένη περίπτωση το κύριο και ποιά το δευτερεύον, ποιο είναι αυτό που στη δοσμένη κατάσταση «τα καθορίζει όλα» και ποιο είναι «χωρίς σοβαρή σημασία» για τον καθορισμό της συνολικής, της γενικής κατάστασης.

3. Παίρνοντας μαζί το (1) και το (2), φτάνουμε σε μια πιο σύνθετη κατάσταση: Έχουμε, από τη μια, τη δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο και αντίστροφα. Έχουμε, από την άλλη, τη δυνατότητα συνύπαρξης σ’ έναν πόλεμο χαρακτηριστικών ιμπεριαλιστικού και εθνικού πολέμου, όπου το ζήτημα συνίσταται στην αναγνώριση του κύριου (που «τα καθορίζει όλα») και του δευτερεύοντος (που είναι «χωρίς σοβαρή σημασία»). Τέλος, μες στη γενική δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται κι η δυνατότητα μετατροπής του κύριου σε δευτερεύον και αντίστροφα. Ένας συνδυασμός δυνατοτήτων και πιθανοτήτων που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά» και την επέλευσή τους ή όχι.

(Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αν πάρουμε το κάθε «είδος» στην θεωρητικά καθαρή του μορφή, θα δούμε ότι σε έναν «καθαρά» ιμπεριαλιστικό πόλεμο λείπει εντελώς το περιεχόμενο του εθνικού πολέμου: Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τους συνασπισμούς τους πολεμούν μεταξύ τους «για τις αποικίες» -στην τυπική ή όποια άλλη τους μορφή,- πολεμούν για το μοίρασμα των πρώτων υλών και των αγορών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου. Αντίθετα σε έναν «καθαρά» εθνικό πόλεμο είναι φανερό ότι αυτός είναι εθνικός από τη μια πλευρά και ιμπεριαλιστικός από την άλλη. Μια, όμως, που κατά κανόνα δεν υπάρχουν «καθαρές» μορφές, η συνύπαρξη των δυο στοιχείων θέτει θέμα αναγνώρισης του κύριου από αυτά για τον καθορισμό της στάσης απέναντι στη συνολική κατάσταση: Αν, λ.χ. στην περίπτωση που, το 1914, το κύριο στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν ήταν το ιμπεριαλιστικό που καθόριζε όλο τον πόλεμο, αλλά το εθνικό, τότε το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της Σερβίας και εναντίον της Αυστρίας, εκτιμώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σαν δευτερεύον στοιχείο. Αν, απ’ την άλλη, στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας το κύριο ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γαλλο-Ισπανών, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να παραμερίσει ως δευτερεύον στη δοσμένη φάση το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και να ταχθεί συνολικά εναντίον αυτού του πολέμου με το σύνθημα της μετατροπής του σε εμφύλιο ταξικό – παρόλο που, βέβαια, η συγκεκριμένη υπόθεση, όταν τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αποτελεί σαφώς ιστορικό αναχρονισμό. Αν πάρουμε τη σημερινή ιστορική φάση, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγκρουση πχ στη Συρία αποτελεί γι’ αυτήν εθνικό πόλεμο (ενάντια, όχι μόνο στις δυνάμεις κρούσης του «θρησκευτικού φανατισμού» κλπ αλλά και κατ’ επέκταση ενάντια στο συνασπισμό ΗΠΑ, ΕΕ, Ισραήλ. Τουρκίας, μοναρχιών της περιοχής που είτε τις στήριξαν και τις στηρίζουν είτε τις αξιοποιούν) και ταυτόχρονα εντάσσεται, αποτελεί μέρος, «επεισόδιο» του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ του παραπάνω συνασπισμού ή της «δύσης» (παρότι, ας πούμε, Ισραήλ, μοναρχίες, Τουρκία είναι «ανατολή») και της Ρωσίας. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα μεταβατικό «επεισόδιο», μια μεταβατική «στιγμή» αυτού του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και η έκβαση αυτού του επεισοδίου, η έκβαση της «στιγμής», θα επηρεάσει και το γενικότερο συσχετισμό των δυνάμεων στο πλαίσιο του, λόγου χάρη θα επηρεάσει τη «διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών», το κατά πόσο αυτή θα είναι ή δε θα είναι «πολύ σημαντική», θα επηρεάσει άρα και τις προϋποθέσεις ταχύτερης ή όχι μετατροπής των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ανοιχτό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως επίσης θα επηρεάσει και το κατά πόσο ο αμυντικός εθνικός πόλεμος που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Συρία αποτελεί κύριο στοιχείο της συνολικής κατάστασης ή στοιχείο δευτερεύον μέσα στην ανοιχτή πολεμική γενίκευση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών).

4. Ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο παράγοντα μετατροπής των «αναπόφευκτων και προοδευτικών, επαναστατικών» εθνικών πολέμων «ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» σε δευτερεύον στοιχείο, αλλά μπορεί επίσης, φυσικά σε εξάρτηση «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά», να αποτελέσει και παράγοντα επιτυχίας αυτών των πολέμων: Παράγοντα τέτοιο με τη μορφή «ενός εξαιρετικά ευνοϊκού συνδυασμού των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυσης της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.)». Άλλοι παράγοντες επιτυχίας τέτοιων πολέμων, ανεξάρτητοι από τους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι είτε η εκπλήρωση της απαίτησης για τη συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών είτε (περίπτωση τελευταία στην απαρίθμηση και πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου) η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη.

5. Ο Λένιν, αναφερόμενος στο απίθανο της μετατροπής του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό αλλά και, στην παρ’ όλα αυτά, υποθετική δυνατότητα ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», έδωσε ένα παράδειγμα απαρίθμησης γενικών όσο και συγκεκριμένων προϋποθέσεων, από την εκπλήρωση των οποίων μπορεί να εξαρτηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου σαν ιμπεριαλιστικός ή σαν εθνικός, η πιθανότητα κι η δυνατότητα μετατροπής του ενός στον άλλο. Χωρίς πρόθεση μετατροπής αυτών των προϋποθέσεων σε «πίνακα προπαίδειας», όπου ο χ συνδυασμός θα έδινε μηχανικά το ψ αποτέλεσμα, και με την επισήμανση ότι ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιστατικά ο «κατάλογος» αυτός μπορεί να μικραίνει, να μεγαλώνει ή να τροποποιείται, τις απαριθμούμε ενδεικτικά:

α) Ποιά τάξη αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, ποιά αντικειμενική τάση παρουσιάζει αυτή η τάξη στον δοσμένο, τον συγκεκριμένο πόλεμο σε σχέση με την ανταγωνιστική ή την κυρίαρχη τάξη.

Λ.χ., Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1916 (δηλαδή τη στιγμή που ο Λένιν γράφει αυτές τις γραμμές αναφερόμενος στην Ευρώπη), «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

β) Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των εμπόλεμων συνασπισμών, πόσο πολύ σημαντική είναι ή δεν είναι αυτή η διαφορά.

γ) Ποιά είναι η ιστορική θέση, η ιστορική τάση (αντιδραστική ή όχι) της άρχουσας, της αστικής τάξης που παίρνει μέρος στον δοσμένο πόλεμο. Ποιός είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής της στο (ή, κατά την ακριβέστερη έκφραση του Λένιν, ο βαθμός κατά τον οποίο είναι δημιουργημένη από το) διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.

Λ.χ., το 1916 και σε σχέση με την Ευρώπη το ζήτημα τίθεται από τον Λένιν ως εξής: «Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη».

δ) Πόσο ισχυρό είναι το προλεταριάτο της περιοχής όπου τίθεται το ζήτημα του πολέμου.

ε) Ο δοσμένος πόλεμος αποσκοπεί («τελειώνει») σε «νίκες όπως οι ναπολεόντειες», αποσκοπεί ή τελειώνει με την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» ή (όπως μπορούμε διαζευκτικά να συμπληρώσουμε παίρνοντας το παράδειγμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918) αποτελεί μια πολεμική σύρραξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων «για τις αποικίες», για την αναδιανομή των αγορών, των πρώτων υλών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου κλπ.

στ) Ποια είναι η γενική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το «βάθος χρόνου» διατήρησης του ιμπεριαλισμού, ο χρονικός ορίζοντας περάσματός του στο σοσιαλισμό.

5. Ο Λένιν κάνει λόγο για τον «σοβινισμό των μεγάλων εθνών της Ευρώπης», σαν έκφραση της «παράλογης και άμεσα αντιδραστικής αδιαφορίας απέναντι στα εθνικά κινήματα»

«Μια τέτοια αδιαφορία –συνεχίζει- καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν»…».

Πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο στην εποχή μας γίνεται ακόμη πιο έντονο. Όπως και στην εποχή του Λένιν (και τηρουμένων των ποσοτικών και ποιοτικών αναλογιών στις σχέσεις των μεγεθών, στις σχέσεις και στην εξέλιξη της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των διαφόρων χωρών, και στις μορφές «αποικιοποίησης»), αυτού του είδους ο σοβινισμός στρέφεται και σήμερα εναντίον των «περισσότερο μικρών και αποικιακών λαών», εναντίον λαών της ίδιας της Ευρώπης και του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού κόσμου.

Εντός της Ευρώπης αυτός ο «σοβινισμός των μεγάλων εθνών» παίρνει τη μορφή του αντιδραστικού δήθεν ξεπεράσματος της εθνικής βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης των λαών από την «νέα», «ανώτερη» (και στην πραγματικότητα αντιδραστική) βαθμίδα της συνενωμένης ταξικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο έδαφος όλων ανεξαίρετα των τυπικών νομοτελειών της εποχής του ιμπεριαλισμού.

Απέναντι στους εξωευρωπαϊκούς καταπιεζόμενους λαούς ο ίδιος αυτός «σοβινισμός των μεγάλων εθνών της Ευρώπης» επενδύεται τη μορφή του «ευρωπαϊκού», και για την ακρίβεια, του ευρωενωσιακού σοβινισμού.

Ας προσεχτεί αυτό ιδιαίτερα και σε σχέση με τη στάση όσων νομίζουν ή παριστάνουν πως «νομίζουν», ότι δήθεν ξεπερνάνε τον εθνικό σοβινισμό, αντικαθιστώντας την εθνική «μεγάλη ιδέα» με την πιο… πλατιά «μεγάλη ιδέα» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού, τον αντιδραστικό εθνικό σοβινισμό με τον αντιδραστικό ευρωπαϊκό σοβινισμό, τον εθνικισμό τους με τον ευρωπαϊκισμό τους. Όχι μόνο στην πραγματικότητα δεν «ξεπερνούν» τον εθνικό σοβινισμό, αλλά σαν σοβινισμό τον πολλαπλασιάζουν σε νιοστή δύναμη, τον ανυψώνουν σε ανώτερη βαθμίδα της ιστορικής αντίδρασης και, ταυτόχρονα, τον ανατροφοδοτούν εντός του πυρήνα της «νέας» ιδεολογικής τους «αφήγησης»…

6. «…Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

Δεν αφορούν μόνο την εθνική αυτοδιάθεση τα παραπάνω λόγια του «Γιούνιους» (της Ρόζας Λούξεμπουργκ), που παραθέτει ο Λένιν με το σχόλιο: «παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας».

Αφορούν όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Όλα όσα για τα οποία «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης», όχι ως αντίστροφη όψη του νομίσματος που στην καθημερινή όψη του φέρει την παροιμιώδη φράση: «τι να κάνουμε, στον καπιταλισμό ζούμε…», όχι ως παράκαμψη των άμεσων στόχων της πάλης για όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει», αλλά ως κίνητρο της πάλης για αυτά που μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να τα πραγματοποιήσει και επειδή μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει. Αφορούν όλα όσα για τα οποία το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει «ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Αφορούν επίσης, αντίστροφα, την αποποίηση, την άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, τη συκοφάντηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και του ίδιου του σοσιαλισμού ως «δευτέρα παρουσία», την –μέσω αυτής της άρνησης και αποποίησης- «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» αλλά και ενεργητική στράτευση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ενάντια σε κάθε επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου, ενάντια ακόμα και σε κάθε κίνητρο για μια τέτοια δραστήρια πολιτική…

συνεχίζεται εδώ


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;