Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 3

Εισαγωγή στο τρίτο και, μάλλον, τελευταίο μέρος αποτελεί  ένα σχόλιο, σαν παραλειπόμενο από το προηγούμενο, δεύτερο μέρος:

«Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού», γράφει Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (και σχολιάζει ο Λένιν: «πολύ σωστά»), «χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Γράψαμε στο δεύτερο μέρος τι σημαίνει και σε τι χρησιμεύει η αποποίηση, η άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού, σε τι χρησιμεύει το σύνθημα που ταυτίζει τον σοσιαλισμό με τη «δευτέρα παρουσία»… Σύνθημα μάλιστα –να συμπληρώσουμε- προερχόμενο πρώτα από όλα από τους συνιδρυτές και συμμέτοχους του πολιτικού ιδρύματος εκείνου, που στον τίτλο του καπηλεύεται και το όνομα της ίδιας της Ρόζας Λούξεμπουργκ: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ (ο «Γιούνιους» της παράνομης μπροσούρας) σήκωνε τη σημαία με το σύνθημα του σοσιαλισμού. Αυτών τα συνθήματα τοποθετούν τον σοσιαλισμό στο ανύπαρκτο μέλλον της «δευτέρας παρουσίας» για να συκοφαντήσουν όποιον έχει το σύνθημα του σοσιαλισμού στη σημαία του… Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» απαντούσε: επανάσταση! ασκώντας μάλιστα τη σφοδρότερη κριτική στο είδος των μεταρρυθμίσεων που αποτελούν τη δίκη τους προγραμματική «πεμπτουσία». Αυτοί στο ίδιο δίλημμα απαντούν: μεταρρύθμιση… «Μεταρρύθμιση» με «ελκυστικό» περιτύλιγμα στα λόγια, και στην πράξη «μεταρρύθμιση» σαν αυτή που προβλέπει το 3ο μνημόνιό τους. Αλλά, θα πει κανείς, οι ίδιοι δε διστάζουν να χρησιμοποιούν τον ύμνο της διεθνούς σαν τζιγκλάκι στο ραδιοφωνικό τους σταθμό [*], στο όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ θα κολώνανε…

Και φτάνουμε επιτέλους και στο «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους: Το σύνθημα, λοιπόν,  του σοσιαλισμού, όχι σαν δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης, αλλά σαν κίνητρο για την επαναστατική, μεταμορφωτική δραστηριότητα του προλεταριάτου, γύρω από κάθε δικαίωμα που αναγνωρίζει ο σοσιαλισμός και που, όμως, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει: Είτε πρόκειται για την εθνική αυτοδιάθεση κι ανεξαρτησία, για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς γενικά, είτε πρόκειται για την εκποίηση του δημόσιου – κοινωνικού παραγωγικού και φυσικού πλούτου, είτε για την ελευθερία του κεφαλαίου να «αναχωρεί» προς τους καπιταλιστικούς παραδείσους της φτηνής εργατικής δύναμης, είτε πρόκειται για την απλήρωτη εργασία εδώ, για την ανεργία, το δικαίωμα στην κατοικία, την αντιλαϊκή φοροληστεία, την κοινωνική ασφάλιση κ.ο.κ., το σύνθημα του σοσιαλισμού δεν χρησιμεύει για να χαλαρώσουμε το άδραγμα του κάθε κρίκου αλλά για να τον κρατήσουμε πιο σφιχτά. Κι αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα κάποιας αφηρημένης ιδεολογικής διευκρίνισης, αλλά ζήτημα που οφείλει να καθίσταται ιδεολογικά ανάγλυφο συνεχώς, κι ακόμα περισσότερο ανάγλυφο μέσα από την καθημερινή, πρακτική, «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Και την αφορμή για το «παραλειπόμενο» αποτελεί κάθε περιστατικό, ακόμα και κάθε υποψία περιστατικού, όπου το σύνθημα του σοσιαλισμού απλώς «διατυπώνεται» κατά τρόπο που δεν μετατρέπεται το ίδιο, στην πρώτη-πρώτη γραμμή του άμεσου προσκηνίου, σε κίνητρο για την «επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου». Δηλαδή κατά τρόπο που, κατ’ αναγκαία συνέπεια, περιέχει ή και απλώς μπορεί να περιέχει και την παραμικρή δυνατότητα χρησιμοποίησής του «ως δικαιολογίας της υπάρχουσας κατάστασης». Και με αυτά τα λόγια τελειώνει και το «παραλειπόμενο» του δεύτερου μέρους.
=============================================================================

Για την ανάλυση των δυνατοτήτων μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό και αντίστροφα, καθώς για την αναγνώριση του κύριου και του δευτερεύοντος από τα πιθανά συνυπάρχοντα στοιχεία (εθνικό ή ιμπεριαλιστικό) που καθορίζει το χαρακτήρα ενός δοσμένου πολέμου, ο Λένιν χρησιμοποιεί παραδείγματα παρμένα από ιμπεριαλιστικούς και εθνικούς πολέμους πριν την εποχή του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Γίνεται λόγος για ιμπεριαλιστικούς ναπολεόντειους πολέμους, για ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα. Και παρακάτω: «Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού)» [**]. Τα παραδείγματα αυτά είναι παρμένα από μια ιστορική περίοδο πριν από το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, γιατί αυτό σαν νεότατο δεν παρείχε ακόμη τέτοια παραδείγματα.

Αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, ο Λένιν θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που εκδηλώθηκε λ.χ. σαν ιμπεριαλιστικός μεταξύ Αγγλίας και Ιταλίας / Γερμανίας με πεδίο αντιπαράθεσης την Ελλάδα, γεννώντας έτσι έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο στην Ελλάδα, που φυσικά δεν μπορούσε μεμιάς να διεξαχθεί έξω από το γενικό πλαίσιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Θα μπορούσε στο ίδιο παράδειγμα να μπουν τα τριπλά και πολλαπλά συνυπάρχοντα χαρακτηριστικά του πολέμου: Ιμπεριαλιστικός ανάμεσα σε Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Γαλλία. Εθνικός από την πλευρά των κατακτημένων χωρών (μαζί και της Γαλλίας) και έτσι, πράγματι, «ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη», Εθνικός και από την πλευρά της ΕΣΣΔ αλλά ταυτόχρονα και σοσιαλιστικός από την πλευρά της: Όλα αυτά αντικειμενικά, πέρα από προθέσεις και χωρίς ακόμη να έχουν φύγει από το πεδίο της γενικότητας, χωρίς να αποτελούν ακόμη λεπτομερή ανάλυση π.χ. του ιμπεριαλιστικού πολέμου της Γαλλίας κατά της Γερμανίας και στη συνέχεια υπέρ της Γερμανίας από τη δοσιλογική αστική γαλλική κυβέρνηση με ταυτόχρονο γαλλικό εθνικό πόλεμο κατά της Γερμανίας: πόλεμο λαϊκό με τη συμμετοχή  (ή και κάτω από τη διεύθυνση) τμημάτων της αστικής τάξης, που στην προοπτική του δικού τους αγώνα βρίσκεται μια ιμπεριαλιστική, ξανά, Γαλλία. Χωρίς, επίσης, να αποτελούν ακόμα λεπτομερή ανάλυση, πχ, του λαϊκού ταξικού χαρακτήρα που είχε ο εθνικός πόλεμος στις κατακτημένες χώρες, όταν η «παντού αντιδραστική» αστική τάξη προσκολλιόταν στις ανταγωνιζόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ή, ανάλυση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους αντιμαχόμενους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, την εξαναγκαστική συμμαχία του ενός από αυτούς με την ΕΣΣΔ και τους ταυτόχρονα κοινούς στόχους (με διαφορετικές μορφές και εν μέσω πάλης για την μεταξύ τους επικράτηση και ηγεμονία) των εμπόλεμων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην ΕΣΣΔ…

*

Το παράδειγμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Λένιν, αν το κείμενο γραφόταν 30-40 χρόνια αργότερα, όμως επειδή γράφτηκε το 1916 χρησιμοποιείται, όχι βέβαια σαν παράδειγμα αλλά σαν υποθετική δυνατότητα, είκοσι περίπου χρόνια -για την ακρίβεια: «καμιά εικοσαριά χρόνια»- νωρίτερα από αυτόν:

«Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.»

Ας σταθούμε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο θέμα κι ας προσπαθήσουμε να δούμε σημείο προς σημείο και να συγκρίνουμε τις «ιδεατές» προϋποθέσεις που βάζει ο Λένιν το 1916 για τη δυνατότητα «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη» με τις πραγματικές προϋπόθεσες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [***].

*

Ας επιχειρήσουμε, καταρχήν, μια σύνοψη-σύμπτυξη της «μακριάς» πρότασης: «Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό… Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή… Αν… Αν… Αν…, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες»: Ο σημερινός πόλεμος είναι απίθανο μεν αλλά και δυνατό να «μετατραπεί» σε καμιά εικοσαριά χρόνια σε εθνικό (αν μάλιστα «τελειώσει» με μια ορισμένη μορφή). Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται ακριβώς για μετατροπή κατά την ανάπτυξη ενός κύκλου, πρόκειται για μετατροπή στη βάση των προϋποθέσεων που δημιουργεί η ολοκλήρωση ενός κύκλου. Πρόκειται για τη «γέννηση» του ενός απ’ το άλλο ως μορφή μετατροπής του ενός στο άλλο.

Γιατί, όμως, είναι «σε μεγάλο βαθμό απίθανη» μια μετατροπή του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό; Διότι:

α) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη.

β) Η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και

γ) Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη.

(Σημειώνουμε ότι για κάθε μία από αυτές και για όλες μαζί τις προϋποθέσεις μη-μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου του «1914-1916» σε εθνικό πόλεμο θα μπορούσε να υπάρξει και μια ξεχωριστή ανάλυση).

Και ποιες, παρ’ όλα αυτά, είναι οι προϋποθέσεις «ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη»;

α) Το προλεταριάτο της Ευρώπης γίνεται ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.

β) Ο «σημερινός» (1916) πόλεμος τελειώνει με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.

γ) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρείται επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο,

Και πώς συγκρίνονται αυτές με τις πραγματικές προϋποθέσεις του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου.

α) Ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός διατηρήθηκε «για καμιά εικοσαριά χρόνια» (μετρώντας από το 1916) χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, ενώ ο ιαπωνοαμερικανικός πόλεμος δεν ξέσπασε παρά μόνο μετά από αυτή την περίπου εικοσαετία και παράλληλα με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ευρώπη.

β) Αν και ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος 1914-1918 παρέμεινε μέχρι τέλους ένας πόλεμος «για τις αποικίες», αν και δεν τελείωσε «με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών», όμως ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», ενώ ταυτόχρονα δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι άσχετος από τις αποικίες, άρχισε από τη Γερμανία και την Ιταλία στην Ευρώπη για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών»,

(Να σημειώσουμε, λοιπόν, και ένα στοιχείο διαφοροποίησης των πολέμων στην εποχή του ιμπεριαλισμού, στην εποχή δηλαδή όπου όλοι οι πόλεμοι αντικειμενικά εντάσσονται στους- ή εντάσσουν εντός τους τούς- ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς: Ένας δοσμένος πόλεμος είναι κύρια «πόλεμος για τις αποικίες», μ’ άλλα λόγια για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των «σφαιρών επιρροής», ή είναι πόλεμος για «νίκες όπως οι ναπολεόντειες» και για την «υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών», με οποιαδήποτε παραλλαγμένη μορφή θα μπορούσε αυτό να κατανοηθεί;)

γ) Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος τελείωσε το 1918 με το προλεταριάτο να έχει νικήσει στη Ρωσία (και, επίσης, τελείωσε χάρη στη νίκη του προλεταριάτου στη Ρωσία), όμως για το «προλεταριάτο της Ευρώπης» τα πράγματα ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. Η διπλή και τριπλή ιστορική προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, τη μια με τη μορφή του «σοσιαλσοβινισμού» κατά το ξέσπασμα και τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και την άλλη με τη μορφή του δήμιου της προλεταριακής επανάστασης στη Γερμανία, ύστερα η άνοδος και η επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού στην Ιταλία, στη Γερμανία και στην Ισπανία, έκαναν το προλεταριάτο της Ευρώπης «ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια», ή ακριβέστερα: ανίσχυρο στην πορεία και την κατάληξη μιας περίπου εικοσαετίας, δηλαδή από το 1916 που γράφτηκαν αυτά τα λόγια ως τα τέλη της δεκαετίας του ’30.

Η μεγάλη ποσοτική και ποιοτική διαφορά ήταν, βέβαια, (εκτός από την άνοδο του φασισμού ως πολιτικής-κρατικής μορφής της εξουσίας των μονοπωλίων) η ύπαρξη της ΕΣΣΔ:.Η ύπαρξή της αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη του εθνικού πολέμου των κατακτημένων χωρών, αποτελώντας ο δικός της εθνικός (και σοσιαλιστικός) πόλεμος «κορμό» του εθνικού πολέμου γενικά. Και καθιστώντας, έως την οριστικοποίηση της έκβασης του πολέμου, δευτερεύοντες τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Αλλά ο Λένιν κάνει λόγο για εθνικό πόλεμο και τον θεωρεί υπό προϋποθέσεις δυνατό στο έδαφος των «ναπολεόντειων νικών» ή κατακτήσεων χωρίς να υπολογίζει την ύπαρξη της ΕΣΣΔ. Ενώ, σαν σοσιαλιστικό προλεταριακό κράτος, η ΕΣΣΔ εισήγαγε επίσης μια πραγματική «αντίφαση» στη θεωρητική υπόθεση του Λένιν. Το προλεταριάτο αδυνάτισε στην Ευρώπη «για καμιά εικοσαριά χρόνια», αλλά επίσης για καμιά εικοσαριά χρόνια δυνάμωσε στην ΕΣΣΔ (και στο ευρωπαϊκό – ρωσικό τμήμα της): Και τα δυο αυτά «περιστατικά», το αδυνάτισμα του προλεταριάτου εδώ και το δυνάμωμα του εκεί αποτέλεσαν παράγοντες που έκαναν δυνατό αυτόν τον μεγάλο εθνικό –και, δηλαδή, όχι από όλες τις πλευρές ιμπεριαλιστικό- πόλεμο στην Ευρώπη. Στη βάση και της ίδιας αυτής αντίφασης πρέπει να αποτιμηθεί, και το αναφερόμενο από το Λένιν «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες» που θα σήμαινε ένας «μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη» σαν πραγματωμένη δυνατότητα:

Γύρισμα προς τα πίσω, πρώτα και κύρια, με το νόημα που, κατά τη γνώμη μου, έχει η φράση αυτή στο κείμενο του Λένιν: Γύρισμα προς τα πίσω εφόσον η αντικειμενική ωριμότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης στην Ευρώπη υποκαθίσταται στον μεγάλο εθνικό πόλεμο, εφόσον μια προγενέστερη ιστορική κατάκτηση καταλαμβάνει ξανά το ιστορικό προσκήνιο για την υπεράσπιση και τη διατήρησή της, αντί στο έδαφός της να διεξάγεται η πάλη για την ιστορική πρόοδο. Γύρισμα προς τα πίσω, επιπρόσθετα, με τη διακοπή και την χρονική οπισθοδρόμηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ, την αναγκαστική μετάθεση των δυνάμεων της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην υπεράσπιση της πατρίδας.  Προχώρημα προς τα μπρος, εφόσον η έκβαση του πολέμου σημαίνει νίκη του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, επέκταση των σοσιαλιστικών οικονομικών σχέσεων στη «μισή» Ευρώπη (και, απ’ αυτό, προχώρημα «για αρκετές δεκαετίες» προς τα μπρος ολόκληρης της Ευρώπης). Γύρισμα προς τα πίσω, όμως, στο βαθμό που οι σοσιαλιστικές σχέσεις επεκτείνονται διαμέσω του εθνικού πολέμου κι όχι μέσω της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο βαθμό που μέσα από αυτόν τον πόλεμο αναδεικνύεται σαν κυρίαρχος ο «εθνικός» παράγοντας, σχετικά αποσυνδεμένος από τον ταξικό και τον διεθνιστικό παράγοντα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως ήττα «για αρκετές δεκαετίες» της ανοιχτής, πολεμικής ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην Ευρώπη, ως εγκλωβισμός των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών εντός των ορίων που επέβαλλε η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Γύρισμα προς τα πίσω, ως μεταπολεμική άμβλυνση της ταξικής πάλης και των στόχων της ταξικής πάλης στις χώρες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, και στο βαθμό κατά τον οποίο το μεταπολεμικό «εθνικό» status quo μετατρεπόταν ή μετατράπηκε σε κοινωνικό-ταξικό «status quo» με την επιπρόσθετη επιστράτευση ή και κατασκευή «ειδικών» οπορτουνιστικών οικονομικών και πολιτικών θεωριών. Προχώρημα προς τα μπρος, ως νίκη μεταπολεμικά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των αποικιών. Γύρισμα προς τα πίσω ήδη από την «εισαγωγική πράξη» του πολέμου στην Ευρώπη, την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ισπανία, έως και το «επίμετρό» του, την «άνευ αγώνος» συνθηκολόγηση μιας σειράς λαϊκών – εθνικοαπελευθερωτικών ευρωπαϊκών κινημάτων με τις αστικές «τους» τάξεις (σαν «εθνική» οπισθοχώρηση του λαϊκού κινήματος τη στιγμή ακριβώς που έμπαινε το θέμα της ταξικής αντιπαράθεσης για την μεταπολεμική εξέλιξη, τη στιγμή που οι ιμπεριαλιστικές «σύμμαχες» ως τότε δυνάμεις στον εθνικό πόλεμο έρχονταν πλέον οι ίδιες σε σύγκρουση με το λαϊκό απελευθερωτικό του περιεχόμενο, τη στιγμή που τα διάφορα τμήματα των αστικών τάξεων επανασυσπειρώνονταν για να εξουδετερώσουν από κοινού τον οπλισμένο λαό και να διασφαλίσουν εκ νέου την κυριαρχία τους πάνω του) [****] και την στρατιωτική ήττα του λαϊκού δημοκρατικού κινήματος στην Ελλάδα. Προχώρημα προς τα μπρος, ως «παράγωγο προϊόν» της «όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του επαναστατικού αγώνα» [*****]. Γύρισμα προς τα πίσω, στο έδαφος της μετατροπής του «παράγωγου προϊόντος του επαναστατικού αγώνα και της όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του» σε συστατικό ανάπτυξης του ρεφορμισμού και του οπορτουνισμού «για αρκετές δεκαετίες».

δ) Η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, παρέμενε το προλεταριάτο, «που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη»: Αδυνατισμένο όμως  -με τον τρόπο που είδαμε- τουλάχιστον κατά το ξέσπασμα του πολέμου, και ε) Μια αντιδραστική αστική τάξη δημιουργημένη από το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο εξακολουθούσε να κυριαρχεί παντού:

Γι’ αυτό και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο δεν διεξήγαγε παρά, το πολύ, ένα μικρό τμήμα της αστικής τους τάξης, ενώ τα άλλα τμήματά της είτε συμμάχησαν με τον κατακτητή είτε προσκολλήθηκαν σε άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολιτικού και πολεμικού αγώνα αναδείχθηκε, και ανδρώθηκε μέσα από αυτόν, αυτή η ίδια η αδυνατισμένη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια» εργατική τάξη με το κόμμα της και με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα. Αναδείχθηκε στην πρωτοπορία του εθνικοαπελευθερωτικού πολέμου το προλεταριάτο που αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1918 σε εμφύλιο ενάντια στην αστική τάξη και να τον τελειώσει με αυτόν τον τρόπο, ακριβώς όπως η αστική τάξη αντικειμενικά έτεινε να μετατρέψει τον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο της δεκαετίας του ’40  σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον του προλεταριάτου και σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, για να τον συνεχίσει έτσι…

στ) Τέλος, η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών μπορεί, ίσως, να μην φαινόταν το 1939 πολύ σημαντική, όμως ήταν: Γιατί εξαρχής από τη μια πλευρά βρίσκονταν, παρά τις διαφορές τους, όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενάντια στην ΕΣΣΔ.  Από εκεί και η «ουδετερότητα» Αγγλίας – Γαλλίας στον ισπανικό εμφύλιο. Από εκεί και η «πολιτική του κατευνασμού» που επέτρεψε στη Γερμανία να καταβροχθίσει Αυστρία, Τσεχοσλοβακία και Πολωνία φτάνοντας «ανίκητη» ως τα σύνορα με την ΕΣΣΔ. Από εκεί και η εγκατάλειψη της Ελλάδας εκ μέρους της Αγγλίας μετά τη γερμανική επίθεση, όπου η αγγλική πολεμική συμμετοχή είχε χαρακτήρα τακτικής υποχώρησης. Από εκεί και η καθυστέρηση ανοίγματος του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Και μόνο μετά την ανατροπή του πολέμου στο Στάλινγκραντ, ο πόλεμος ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς μετατράπηκε μεταξύ τους σε πόλεμο οριστικής επικράτησης, πια για την αναχαίτιση της προέλασης της ΕΣΣΔ και την κυριαρχία στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.

*

Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη ακριβώς «καμιά εικοσαριά χρόνια» αργότερα από τότε που γράφτηκαν από τον Λένιν αυτές οι γραμμές. Ένας εθνικός πόλεμος που φυσικά δεν μπορούσε παρά από την άλλη πλευρά να είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός: Ο εθνικός πόλεμος από τη μια πλευρά προϋποθέτει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από την άλλη. Ένας εθνικός πόλεμος που «αγκάλιασε» καπιταλισμούς που ήδη είχαν περάσει ή που περνούσαν στο μονοπωλιακό τους στάδιο. Ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος που κάτω από τους πραγματικούς όρους της διεξαγωγής του σήμανε ταυτόχρονα και προχώρημα προς τα μπρος και «γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες».

Είναι, όμως, «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω». Αλλά -θα συμπλήρωνα- είναι επίσης «αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό» να φαντάζεται κανείς ότι, πέρα από τα όρια των αδυναμιών του υποκειμενικού παράγοντα όπως εκδηλώνονται πάνω στο κάθε συγκεκριμένο και ιστορικά δοσμένο έδαφος, το ζήτημα συνίσταται σε κάποια θεωρητική «επιλογή» του χαρακτήρα του πολέμου και όχι στην συνολική εκτίμηση των αντικειμενικών του χαρακτηριστικών. Αντίθετα, μόνο στη βάση αυτής της εκτίμησης μπορούν να καταπολεμηθούν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα οι αδυναμίες του υποκειμενικού παράγοντα, όποια κι αν είναι στην πραγματικότητα αυτά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά.

=============================================================================

υποσημειώσεις

[*]

Η ΔΕΚΑΕΞΑΧΡΟΝΗ ΑΣΠΡΟΡΟΥΧΟΥ ΕΜΜΑ ΡΙΣ ΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΑΚΡΙΤΗ

Σαν η δεκαεξάχρονη ασπρορουχού Έμμα Ρις
Στήθηκε μπρος στον ανακριτή στο Τσέρνοβιτς,
Διατάχτηκε να εξηγήσει, γιατί
Μοίραζε προκηρύξεις που
Καλούσανε για επανάσταση, πράγμα που επισύρει καταδίκη σε ειρκτή.
Αντί γι’ απάντηση σηκώθηκε όρθια και τραγούδησε
Τη Διεθνή.
Κι όταν ο ανακριτής κούνησε το κεφάλι του
Του φώναξε μ’ όλη τη δύναμή της: Σήκω πάνω! Αυτό
Είναι η Διεθνής!

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα για την πάλη των τάξεων, εκδόσεις Οδηγητής, 1984)

[**] Και στον «Ιμπεριαλισμό ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» (σελ. 96 Σ.Ε.) ο Λένιν γράφει:

«Η αποικιακή πολιτική και ο ιμπεριαλισμός υπήρχαν και πριν από το νεότατο στάδιο του καπιταλισμού και μάλιστα πριν από τον καπιταλισμό. Η Ρώμη, που στηριζόταν στη δουλεία, ακολουθούσε αποικιακή πολιτική και εφάρμοζε τον ιμπεριαλισμό. Οι «γενικοί» όμως συλλογισμοί για τον ιμπεριαλισμό, που ξεχνούν ή βάζουν σε δεύτερη μοίρα τη ριζική διαφορά των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, μετατρέπονται αναπότρεπτα στην πιο τιποτένια χυδαιότητα ή σε κομπασμό, όπως η σύγκριση της «μεγάλης Ρώμης με τη μεγάλη Βρετανία». Ακόμη και η καπιταλιστική αποικιακή πολιτική των προηγούμενων σταδίων του καπιταλισμού διαφέρει ουσιαστικά από την αποικιακή πολιτική του χρηματιστικού κεφαλαίου». Και παρακάτω στο ίδιο έργο (σελ. 99): «Μια και γίνεται λόγος για την αποικιακή πολιτική της εποχής του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού (…)».

[***] Το περιεχόμενο των τριών παραγράφων στη συνέχεια του κειμένου του Λένιν για τη «δυνατότητα εθνικών πολέμων ακόμη και στην Ευρώπη στην εποχή του ιμπεριαλισμού», όπου γίνεται λόγος π.χ. «σχετικά με την Αυστρία» και «σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία», δεν ταυτίζεται με τα όσα έχουν προηγηθεί για την «απίθανη μεν αλλά πάντως δυνατότητα» ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη. Στη μια περίπτωση γίνεται λόγος για τις ήδη υπάρχουσες, το 1916, προϋποθέσεις τέτοιων εθνικών πολέμων που (όπως στην περίπτωση του αυστροσερβικού πολέμου καθώς και των βαλκανικών κρατών σε σχέση με τη Ρωσία) «σβήνουν», γίνονται δευτερεύουσες, μέσα στον γενικό ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου. Στην άλλη περίπτωση, αυτή που εξετάζουμε, γίνεται λόγος για το πώς μια σειρά προϋποθέσεων μπορούσαν όλες μαζί να εκπληρωθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει δυνατός -όχι ένας αριθμός, μια σειρά, εθνικών πολέμων- αλλά ένας μεγάλος ευρωπαϊκός εθνικός πόλεμος.

[****] «…Το Παρίσι όμως δεν μπορούσε να κάνει άμυνα χωρίς να οπλιστεί η εργατική τάξη του, χωρίς να μετατραπεί σε αποτελεσματική στρατιωτική δύναμη και χωρίς να εκπαιδεύσει τις γραμμές της στρατιωτικά με τον ίδιο πόλεμο. Μα όταν το Παρίσι είναι οπλισμένο, αυτό σημαίνει να είναι οπλισμένη η ίδια η επανάσταση. Μιά νίκη του Παρισιού ενάντια στον Πρώσο επιδρομέα θα ήταν μια νίκη του Γάλλου εργάτη ενάντια στο Γάλλο κεφαλαιοκράτη και στα κρατικά του παράσιτα. Μπρος στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στο εθνικό καθήκον και στο ταξικό συμφέρον, η κυβέρνηση της εθνικής άμυνας δε δίστασε ούτε στιγμή – μετατράπηκε σε κυβέρνηση εθνικής προδοσίας…» (Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, σελ. 42-43, ΣΕ)

[*****] «…το ζήτημα τίθεται έτσι: Είτε επαναστατικός αγώνας που παράγωγο προϊόν του είναι, σε περίπτωση όχι ολοκληρωτικής επιτυχίας του, οι μεταρρυθμίσεις (αυτό το έχει αποδείξει ολόκληρη η ιστορία των επαναστάσεων σ’ όλο τον κόσμο) είτε τίποτε άλλο εκτός από κουβέντες για μεταρρυθμίσεις και υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων»… (Πασιφισμός αστικός και πασιφισμός σοσιαλιστικός, στη συλλογή Λένιν, Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, ΣΕ, σελ. 296).

Και είτε «μεταρρυθμίσεις» αλά 3ο μνημόνιο, να συμπληρώσουμε, για να ξανασυνδεθούμε με την επικαιρότητα…

Το πρώτο μέρος (απόσπασμα από Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους) εδώ

Το δεύτερο μέρος εδώ


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα – μέρος 2

Στην προηγούμενη ανάρτηση, το πρώτο μέρος, άφησα καθαρό από «απόψεις» το απόσπασμα του Λένιν από το άρθρο του «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους», μη θέλοντας να παρεμβάλω δικές μου «προκαταλήψεις» στην ανάγνωσή του.
Εδώ επιχειρώ μια συνοπτική γενίκευση των κύριων σημείων του αποσπάσματος, με μια απόπειρα «μόλις αγγίγματος» των σύγχρονων αντιθέσεων, και με την επισήμανση ότι εναπόκειται στον αναγνώστη η μη-μετατροπή αυτής της «σύνοψης» των κύριων σημείων από (κατά τη φιλοδοξία μου) βοηθητικό εργαλείο σε όργανο ιδεολογικής αφυδάτωσης και σχολαστικισμού.
Στις «φιλοδοξίες μου» εντάσσεται κι ένα τρίτο, τελευταίο μέρος, με μοναδικό αντικείμενο το σημείο του άρθρου του Λένιν, από το οποίο «έκλεψα» τον τίτλο της ανάρτησης
=============================================================================

Μια προσπάθεια συνοπτικής γενίκευσης των κύριων σημείων του αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα του Γιούνιους»

1. Το μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ή τους συνασπισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να οδηγεί στην μετατροπή του εθνικού πολέμου σε ιμπεριαλιστικό, όμως μπορεί και να οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού σε εθνικό πόλεμο, στη «γέννηση» του εθνικού πολέμου μέσα από τον ιμπεριαλιστικό. H μετατροπή (και η δυνατότητα της μετατροπής) του ενός πολέμου στον άλλο δεν καταργεί τη μεταξύ τους διαφορά, αλλά θέτει την απαίτηση «συγκεκριμένης ανάλυσης της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της».

2. Σε έναν πόλεμο μπορεί να συνυπάρχουν (να υπάρχουν ταυτόχρονα) ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά, και το ζήτημα συνίσταται στο ποιά από τα δυο αποτελούν σε κάθε δοσμένη περίπτωση το κύριο και ποιά το δευτερεύον, ποιο είναι αυτό που στη δοσμένη κατάσταση «τα καθορίζει όλα» και ποιο είναι «χωρίς σοβαρή σημασία» για τον καθορισμό της συνολικής, της γενικής κατάστασης.

3. Παίρνοντας μαζί το (1) και το (2), φτάνουμε σε μια πιο σύνθετη κατάσταση: Έχουμε, από τη μια, τη δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο και αντίστροφα. Έχουμε, από την άλλη, τη δυνατότητα συνύπαρξης σ’ έναν πόλεμο χαρακτηριστικών ιμπεριαλιστικού και εθνικού πολέμου, όπου το ζήτημα συνίσταται στην αναγνώριση του κύριου (που «τα καθορίζει όλα») και του δευτερεύοντος (που είναι «χωρίς σοβαρή σημασία»). Τέλος, μες στη γενική δυνατότητα μετατροπής του ενός πολέμου στον άλλο, δεν μπορεί παρά να εντάσσεται κι η δυνατότητα μετατροπής του κύριου σε δευτερεύον και αντίστροφα. Ένας συνδυασμός δυνατοτήτων και πιθανοτήτων που η πραγμάτωσή τους εξαρτάται «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά» και την επέλευσή τους ή όχι.

(Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αν πάρουμε το κάθε «είδος» στην θεωρητικά καθαρή του μορφή, θα δούμε ότι σε έναν «καθαρά» ιμπεριαλιστικό πόλεμο λείπει εντελώς το περιεχόμενο του εθνικού πολέμου: Ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με τους συνασπισμούς τους πολεμούν μεταξύ τους «για τις αποικίες» -στην τυπική ή όποια άλλη τους μορφή,- πολεμούν για το μοίρασμα των πρώτων υλών και των αγορών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου. Αντίθετα σε έναν «καθαρά» εθνικό πόλεμο είναι φανερό ότι αυτός είναι εθνικός από τη μια πλευρά και ιμπεριαλιστικός από την άλλη. Μια, όμως, που κατά κανόνα δεν υπάρχουν «καθαρές» μορφές, η συνύπαρξη των δυο στοιχείων θέτει θέμα αναγνώρισης του κύριου από αυτά για τον καθορισμό της στάσης απέναντι στη συνολική κατάσταση: Αν, λ.χ. στην περίπτωση που, το 1914, το κύριο στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν ήταν το ιμπεριαλιστικό που καθόριζε όλο τον πόλεμο, αλλά το εθνικό, τότε το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ της Σερβίας και εναντίον της Αυστρίας, εκτιμώντας τη στάση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς σαν δευτερεύον στοιχείο. Αν, απ’ την άλλη, στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας το κύριο ήταν ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γαλλο-Ισπανών, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να παραμερίσει ως δευτερεύον στη δοσμένη φάση το ζήτημα της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ και να ταχθεί συνολικά εναντίον αυτού του πολέμου με το σύνθημα της μετατροπής του σε εμφύλιο ταξικό – παρόλο που, βέβαια, η συγκεκριμένη υπόθεση, όταν τίθεται με αυτόν τον τρόπο, αποτελεί σαφώς ιστορικό αναχρονισμό. Αν πάρουμε τη σημερινή ιστορική φάση, είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγκρουση πχ στη Συρία αποτελεί γι’ αυτήν εθνικό πόλεμο (ενάντια, όχι μόνο στις δυνάμεις κρούσης του «θρησκευτικού φανατισμού» κλπ αλλά και κατ’ επέκταση ενάντια στο συνασπισμό ΗΠΑ, ΕΕ, Ισραήλ. Τουρκίας, μοναρχιών της περιοχής που είτε τις στήριξαν και τις στηρίζουν είτε τις αξιοποιούν) και ταυτόχρονα εντάσσεται, αποτελεί μέρος, «επεισόδιο» του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ του παραπάνω συνασπισμού ή της «δύσης» (παρότι, ας πούμε, Ισραήλ, μοναρχίες, Τουρκία είναι «ανατολή») και της Ρωσίας. Αποτελεί, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα μεταβατικό «επεισόδιο», μια μεταβατική «στιγμή» αυτού του γενικότερου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, και η έκβαση αυτού του επεισοδίου, η έκβαση της «στιγμής», θα επηρεάσει και το γενικότερο συσχετισμό των δυνάμεων στο πλαίσιο του, λόγου χάρη θα επηρεάσει τη «διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών», το κατά πόσο αυτή θα είναι ή δε θα είναι «πολύ σημαντική», θα επηρεάσει άρα και τις προϋποθέσεις ταχύτερης ή όχι μετατροπής των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ανοιχτό ιμπεριαλιστικό πόλεμο, όπως επίσης θα επηρεάσει και το κατά πόσο ο αμυντικός εθνικός πόλεμος που διεξάγει αυτή τη στιγμή η Συρία αποτελεί κύριο στοιχείο της συνολικής κατάστασης ή στοιχείο δευτερεύον μέσα στην ανοιχτή πολεμική γενίκευση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών).

4. Ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο παράγοντα μετατροπής των «αναπόφευκτων και προοδευτικών, επαναστατικών» εθνικών πολέμων «ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» σε δευτερεύον στοιχείο, αλλά μπορεί επίσης, φυσικά σε εξάρτηση «από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά», να αποτελέσει και παράγοντα επιτυχίας αυτών των πολέμων: Παράγοντα τέτοιο με τη μορφή «ενός εξαιρετικά ευνοϊκού συνδυασμού των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυσης της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.)». Άλλοι παράγοντες επιτυχίας τέτοιων πολέμων, ανεξάρτητοι από τους τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, είναι είτε η εκπλήρωση της απαίτησης για τη συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών είτε (περίπτωση τελευταία στην απαρίθμηση και πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου) η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη.

5. Ο Λένιν, αναφερόμενος στο απίθανο της μετατροπής του «σημερινού» (1916) ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εθνικό αλλά και, στην παρ’ όλα αυτά, υποθετική δυνατότητα ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη μετά από «καμιά εικοσαριά χρόνια», έδωσε ένα παράδειγμα απαρίθμησης γενικών όσο και συγκεκριμένων προϋποθέσεων, από την εκπλήρωση των οποίων μπορεί να εξαρτηθεί ο χαρακτήρας του πολέμου σαν ιμπεριαλιστικός ή σαν εθνικός, η πιθανότητα κι η δυνατότητα μετατροπής του ενός στον άλλο. Χωρίς πρόθεση μετατροπής αυτών των προϋποθέσεων σε «πίνακα προπαίδειας», όπου ο χ συνδυασμός θα έδινε μηχανικά το ψ αποτέλεσμα, και με την επισήμανση ότι ανάλογα με τα εκάστοτε συγκεκριμένα περιστατικά ο «κατάλογος» αυτός μπορεί να μικραίνει, να μεγαλώνει ή να τροποποιείται, τις απαριθμούμε ενδεικτικά:

α) Ποιά τάξη αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, ποιά αντικειμενική τάση παρουσιάζει αυτή η τάξη στον δοσμένο, τον συγκεκριμένο πόλεμο σε σχέση με την ανταγωνιστική ή την κυρίαρχη τάξη.

Λ.χ., Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο 1914-1916 (δηλαδή τη στιγμή που ο Λένιν γράφει αυτές τις γραμμές αναφερόμενος στην Ευρώπη), «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

β) Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των εμπόλεμων συνασπισμών, πόσο πολύ σημαντική είναι ή δεν είναι αυτή η διαφορά.

γ) Ποιά είναι η ιστορική θέση, η ιστορική τάση (αντιδραστική ή όχι) της άρχουσας, της αστικής τάξης που παίρνει μέρος στον δοσμένο πόλεμο. Ποιός είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής της στο (ή, κατά την ακριβέστερη έκφραση του Λένιν, ο βαθμός κατά τον οποίο είναι δημιουργημένη από το) διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο.

Λ.χ., το 1916 και σε σχέση με την Ευρώπη το ζήτημα τίθεται από τον Λένιν ως εξής: «Το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη».

δ) Πόσο ισχυρό είναι το προλεταριάτο της περιοχής όπου τίθεται το ζήτημα του πολέμου.

ε) Ο δοσμένος πόλεμος αποσκοπεί («τελειώνει») σε «νίκες όπως οι ναπολεόντειες», αποσκοπεί ή τελειώνει με την «υποδούλωση μιας σειράς βιώσιμων εθνικών κρατών» ή (όπως μπορούμε διαζευκτικά να συμπληρώσουμε παίρνοντας το παράδειγμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918) αποτελεί μια πολεμική σύρραξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων «για τις αποικίες», για την αναδιανομή των αγορών, των πρώτων υλών, των σφαιρών εξαγωγής κεφαλαίου κλπ.

στ) Ποια είναι η γενική κατάσταση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το «βάθος χρόνου» διατήρησης του ιμπεριαλισμού, ο χρονικός ορίζοντας περάσματός του στο σοσιαλισμό.

5. Ο Λένιν κάνει λόγο για τον «σοβινισμό των μεγάλων εθνών της Ευρώπης», σαν έκφραση της «παράλογης και άμεσα αντιδραστικής αδιαφορίας απέναντι στα εθνικά κινήματα»

«Μια τέτοια αδιαφορία –συνεχίζει- καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν»…».

Πρόκειται για χαρακτηριστικό το οποίο στην εποχή μας γίνεται ακόμη πιο έντονο. Όπως και στην εποχή του Λένιν (και τηρουμένων των ποσοτικών και ποιοτικών αναλογιών στις σχέσεις των μεγεθών, στις σχέσεις και στην εξέλιξη της ανισομετρίας στην ανάπτυξη των διαφόρων χωρών, και στις μορφές «αποικιοποίησης»), αυτού του είδους ο σοβινισμός στρέφεται και σήμερα εναντίον των «περισσότερο μικρών και αποικιακών λαών», εναντίον λαών της ίδιας της Ευρώπης και του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού κόσμου.

Εντός της Ευρώπης αυτός ο «σοβινισμός των μεγάλων εθνών» παίρνει τη μορφή του αντιδραστικού δήθεν ξεπεράσματος της εθνικής βαθμίδας κοινωνικής οργάνωσης των λαών από την «νέα», «ανώτερη» (και στην πραγματικότητα αντιδραστική) βαθμίδα της συνενωμένης ταξικής κυριαρχίας του ευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου που αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο έδαφος όλων ανεξαίρετα των τυπικών νομοτελειών της εποχής του ιμπεριαλισμού.

Απέναντι στους εξωευρωπαϊκούς καταπιεζόμενους λαούς ο ίδιος αυτός «σοβινισμός των μεγάλων εθνών της Ευρώπης» επενδύεται τη μορφή του «ευρωπαϊκού», και για την ακρίβεια, του ευρωενωσιακού σοβινισμού.

Ας προσεχτεί αυτό ιδιαίτερα και σε σχέση με τη στάση όσων νομίζουν ή παριστάνουν πως «νομίζουν», ότι δήθεν ξεπερνάνε τον εθνικό σοβινισμό, αντικαθιστώντας την εθνική «μεγάλη ιδέα» με την πιο… πλατιά «μεγάλη ιδέα» του ευρωενωσιακού ιμπεριαλισμού, τον αντιδραστικό εθνικό σοβινισμό με τον αντιδραστικό ευρωπαϊκό σοβινισμό, τον εθνικισμό τους με τον ευρωπαϊκισμό τους. Όχι μόνο στην πραγματικότητα δεν «ξεπερνούν» τον εθνικό σοβινισμό, αλλά σαν σοβινισμό τον πολλαπλασιάζουν σε νιοστή δύναμη, τον ανυψώνουν σε ανώτερη βαθμίδα της ιστορικής αντίδρασης και, ταυτόχρονα, τον ανατροφοδοτούν εντός του πυρήνα της «νέας» ιδεολογικής τους «αφήγησης»…

6. «…Ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (τα έντονα στοιχεία δικά μου).

Δεν αφορούν μόνο την εθνική αυτοδιάθεση τα παραπάνω λόγια του «Γιούνιους» (της Ρόζας Λούξεμπουργκ), που παραθέτει ο Λένιν με το σχόλιο: «παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας».

Αφορούν όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει». Όλα όσα για τα οποία «το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης», όχι ως αντίστροφη όψη του νομίσματος που στην καθημερινή όψη του φέρει την παροιμιώδη φράση: «τι να κάνουμε, στον καπιταλισμό ζούμε…», όχι ως παράκαμψη των άμεσων στόχων της πάλης για όλα όσα «μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει», αλλά ως κίνητρο της πάλης για αυτά που μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να τα πραγματοποιήσει και επειδή μόνο ο σοσιαλισμός μπορεί να πραγματοποιήσει. Αφορούν όλα όσα για τα οποία το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού χρησιμεύει «ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου».

Αφορούν επίσης, αντίστροφα, την αποποίηση, την άρνηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και της πάλης για το σοσιαλισμό, τη συκοφάντηση του συνθήματος του σοσιαλισμού και του ίδιου του σοσιαλισμού ως «δευτέρα παρουσία», την –μέσω αυτής της άρνησης και αποποίησης- «δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης» αλλά και ενεργητική στράτευση για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης ενάντια σε κάθε επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου, ενάντια ακόμα και σε κάθε κίνητρο για μια τέτοια δραστήρια πολιτική…

συνεχίζεται εδώ


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;


Λένιν: Ένα απίθανο όχι όμως αδύνατο πισωγύρισμα

Αρχικά ήθελα ο τίτλος αυτής της ανάρτησης να είναι: «Προφητικά λόγια: Ο Λένιν για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», κατ’ αντιστοιχία της ανάρτησης εδώ. Όμως για να μη δημιουργηθεί έστω η υπόνοια της θεωρητικής αυθαιρεσίας προς χάρη της «επισκεψιμότητας» ή του «εντυπωσιασμού», τελικά για τον τίτλο της ανάρτησης διάλεξα από το κείμενο του Λένιν μια φράση, η οποία αφορούσε το τότε «απίθανο αλλά δυνατό» μελλοντικό ενδεχόμενο ενός μεγάλου εθνικού πολέμου στην Ευρώπη…  . Όσο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσέγγιση θα επιχειρηθεί κατά την πορεία του άρθρου. Το οποίο, όμως,  δεν περιορίζεται σε αυτό το ζήτημα, αλλά επεκτείνεται στις θεωρητικές επεξεργασίες του Λένιν γύρω από τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού, επεξεργασίες στις οποίες προχώρησε κατά τη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου 1914-1918, και ενώ το κεντρικό ζήτημα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ήταν ακριβώς ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου. Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Λένιν, στο πλαίσιο της συντροφικής ιδεολογικής αντιπαράθεσης, δεν θυσίαζε τη θεωρητική ακριβολογία και ορθότητα στο όνομα των «επικαιρικών» αναγκών. Ανάλογη είναι και η περίπτωση της «απάντησης στον Κίεβσκι» που γραμμένη  επίσης μέσα στη φωτιά του ιμπεριαλιστικού πολέμου και έξι μόνο μήνες πριν την επανάσταση του Φλεβάρη ή  δεκατέσσερις μόλις μήνες πριν την επανάσταση του Οκτώβρη, κατέκρινε με θεωρητική σφοδρότητα την παραίτηση από την πάλη για τη δημοκρατία και για την εθνική αυτοδιάθεση σαν σύμπτωμα «εξουθένωσης από τον πόλεμο» και σαν «ολοκληρωτική παράδοση στον οπορτουνισμό». Ας μη γελαστεί κανείς νομίζοντας ότι η επιμονή αυτή του Λένιν είχε σαν κίνητρο την εμμονή του σε κάποια θεωρητική «ορθότητα» και «καθαρολογία». Αντίθετα, η ιδεολογική αυτή επιμονή  ενάντια στις «αριστερές» θέσεις, ακριβώς τη στιγμή που σε πρώτο πλάνο βρισκόταν η ανάγκη της πιο πραγματικά «αριστερής» απάντησης ενάντια στον σοσιαλσοβινισμό και τον οπορτουνιστικό συμβιβασμό, αποτελούσε απαραίτητο θεωρητικό – ιδεολογικό συστατικό του εξοπλισμού της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης στη γη και της νικηφόρας έκβασής της την επόμενη κιόλας «μέρα». 

Εν προκειμένω, η ανάρτηση αυτή αποτελείται από την παράθεση ολόκληρου του εκτεταμένου αποσπάσματος για τους εθνικούς πολέμους στην εποχή του ιμπεριαλισμού από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους», γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, και παρμένο από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197).

Σε δεύτερο μέρος (ελπίζω σύντομα…), ακολουθεί η δική μου προσέγγιση στις επεξεργασίες του Λένιν. Κι αν από την δική μου αυτή προσέγγιση μπορεί ενδεχομένως κανείς να ζημιωθεί, μέχρι τότε από την μελέτη του αποσπάσματος του Λένιν κανείς δεν πρόκειται να χάσει, αντίθετα έχει να κερδίσει πάρα πολλά:

***

Από το άρθρο του Λένιν «Για τη μπροσούρα  του Γιούνιους» γραμμένο τον Ιούλιο και δημοσιευμένο τον Οκτώβριο του 1916, από τη συλλογή της Σ.Ε. «Β.Ι.ΛΕΝΙΝ Για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση», σελ. 185-207 (το απόσπασμα είναι από τις σελίδες 189-197)

«…Ο Γιούνιους έχει απόλυτο δίκιο όταν υπογραμμίζει την αποφασιστική επίδραση των «ιμπεριαλιστικών συνθηκών» στο σημερινό πόλεμο, όταν λέει ότι πίσω από τη Σερβία στέκεται η Ρωσία, ότι «πίσω από το σερβικό εθνικισμό στέκεται ο ρώσικος ιμπεριαλισμός», ότι η συμμετοχή, λ.χ., της Ολλανδίας στον πόλεμο θα ήταν επίσης ιμπεριαλιστική, γιατί, πρώτο, θα υπεράσπιζε τις αποικίες της και, δεύτερο, θα ήταν σύμμαχος ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού.  Αυτό είναι αναμφισβήτητο σχετικά με το σημερινό πόλεμο. Κι όταν ο Γιούνιους υπογραμμίζει εδώ ιδιαίτερα ότι γι’ αυτόν την πρώτιστη σημασία την έχει η πάλη ενάντια στο «φάντασμα του εθνικού πολέμου», «που δεσπόζει σήμερα πάνω στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική» (σελ. 81), δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι οι συλλογισμοί του είναι και σωστοί και απόλυτα στη θέση τους.

Θα ήταν λάθος μόνο αν υπέρβαλε κανείς αυτή την αλήθεια, αν παρέκκλινε από τη μαρξιστική απαίτηση να είμαστε συγκεκριμένοι, αν μετέφερε την εκτίμηση του σημερινού πολέμου σε όλους τους πιθανούς μέσα στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού πολέμους, αν ξεχνούσε τα εθνικά κινήματα ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το μοναδικό επιχείρημα για την υπεράσπιση της θέσης: «Δεν μπορούν να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» είναι το γεγονός ότι ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα «μεγάλες»  ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, ότι γι’ αυτό το λόγο κάθε πόλεμος, έστω κι αν στην αρχή είναι εθνικός, μετατρέπεται σε ιμπεριαλιστικό, θίγοντας τα συμφέροντα μιας από τις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις ή ενός από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς (σελ. 81 της μπροσούρας του Γιούνιους).

Είναι ολοφάνερο ότι το επιχείρημα αυτό είναι λαθεμένο. Φυσικά μια από τις βασικές θέσεις της μαρξιστικής διαλεκτικής συνίσταται στο ότι όλα τα όρια στη φύση και στην κοινωνία είναι συμβατικά και κινητά, ότι δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο που να μην μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να μετατραπεί στην αντίθεσή του. Ο εθνικός πόλεμος μπορεί να μετατραπεί σε ιμπεριαλιστικό και αντίστροφα. Παράδειγμα: Οι πόλεμοι της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης άρχισαν ως εθνικοί και ήταν τέτοιοι. Οι πόλεμοι αυτοί ήταν επαναστατικοί: Υπεράσπιση της μεγάλης επανάστασης ενάντια στο συνασπισμό των αντεπαναστατικών μοναρχιών. Όταν όμως ο Ναπολέοντας δημιούργησε τη γαλλική αυτοκρατορία, υποδουλώνοντας μια σειρά από καιρό συγκροτημένα, μεγάλα, βιώσιμα, εθνικά κράτη της Ευρώπης, τότε οι εθνικοί πόλεμοι της Γαλλίας μετατράπηκαν σε ιμπεριαλιστικούς, που γέννησαν με τη σειρά τους εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους ενάντια στον ιμπεριαλισμό του Ναπολέοντα.

Μόνο ένας σοφιστής θα μπορούσε να σβήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό και στον εθνικό πόλεμο, στηριζόμενος στο ότι ο ένας μπορεί να μετατραπεί στον άλλο. Η διαλεκτική χρησίμευε πολλές φορές -και στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας- ως γέφυρα προς τη σοφιστική. Εμείς όμως παραμένουμε διαλεκτικοί καταπολεμώντας τις σοφιστείες, όχι με την άρνηση της δυνατότητας κάθε μετατροπής γενικά αλλά με τη συγκεκριμένη ανάλυση της δοσμένης μετατροπής στις συνθήκες της και στην ανάπτυξή της.

Είναι σε μεγάλο βαθμό απίθανο ότι ο σημερινός ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-1916 θα μετατραπεί σε εθνικό, επειδή η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο, που αντικειμενικά τείνει να μετατρέψει τον πόλεμο αυτό σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη και έπειτα ακόμα επειδή η διαφορά ανάμεσα στις δυνάμεις των δυο συνασπισμών δεν είναι πολύ σημαντική και επειδή το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη. Δεν μπορούμε όμως να λέμε ότι είναι αδύνατη μια τέτοια μετατροπή: Αν το προλεταριάτο της Ευρώπης γινόταν ανίσχυρο για καμιά εικοσαριά χρόνια.. αν ο σημερινός πόλεμος τελείωνε με νίκες όπως οι ναπολεόντειες και με την υποδούλωση μιας σειρά βιώσιμων εθνικών κρατών.. αν ο εξωευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός (ο ιαπωνικός και ο αμερικανικός κατά πρώτο λόγο) διατηρούνταν επίσης καμιά εικοσαριά χρόνια χωρίς να περάσει στο σοσιαλισμό, λόγου χάρη, ύστερα από έναν ιαπωνοαμερικανικό πόλεμο, τότε θα ήταν δυνατός ένας μεγάλος εθνικός πόλεμος στην Ευρώπη. Αυτό θα σήμαινε γύρισμα της Ευρώπης προς τα πίσω για αρκετές δεκαετίες. Αυτό είναι απίθανο. Δεν είναι όμως αδύνατο, γιατί είναι αντιδιαλεκτικό και θεωρητικά όχι σωστό να φαντάζεται κανείς ότι η παγκόσμια ιστορία τραβάει ομαλά και κανονικά προς τα μπρος, χωρίς να κάνει κάποτε γιγάντια άλματα προς τα πίσω.

Παρακάτω. Οι εθνικοί πόλεμοι, από μέρους των αποικιών και μισοαποικιών, δεν είναι απλώς πιθανοί αλλά και αναπόφευκτοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Στις αποικίες και τις μισοαποικίες (Κίνα, Τουρκία, Περσία) ζουν περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, δηλαδή πάνω από το μισό πληθυσμό της Γης. Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα εδώ είτε είναι ήδη πολύ ισχυρά είτε αναπτύσσονται και ωριμάζουν. Κάθε πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Η συνέχιση της εθνικοαπελευθερωτικής πολιτικής των αποικιών θα είναι αναπόφευκτα εθνικοί πόλεμοι από μέρους τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Παρόμοιοι πόλεμοι μπορούν να οδηγήσουν σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο των σημερινών «μεγάλων» ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων, μπορούν όμως και να μην οδηγήσουν, αυτό εξαρτάται από πολλά περιστατικά.

Παράδειγμα: Η Αγγλία και η Γαλλία έκαναν τον επταετή πόλεμο για τις αποικίες, δηλαδή διεξήγαγαν ιμπεριαλιστικό πόλεμο (που είναι δυνατός και στη βάση της δουλείας και στη βάση του πρωτόγονου καπιταλισμού, όπως και στη σύγχρονη βάση του πολύ αναπτυγμένου καπιταλισμού). Η Γαλλία νικήθηκε και έχασε ένα μέρος των αποικιών της. Ύστερα από μερικά χρόνια αρχίζει ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος των Πολιτειών της Βόρειας Αμερικής μόνο ενάντια στην Αγγλία. Η Γαλλία και η Ισπανία, που και οι ίδιες εξακολουθούσαν να κατέχουν εδάφη των σημερινών Ηνωμένων Πολιτειών, από εχθρότητα προς την Αγγλία, δηλαδή ξεκινώντας από τα ιμπεριαλιστικά τους συμφέροντα, συνάπτουν σύμφωνο φιλίας  με τις Πολιτείες που ξεσηκώθηκαν ενάντια στην Αγγλία. Τα γαλλικά στρατεύματα μαζί με τα αμερικανικά χτυπούν του Άγγλους. Έχουμε μπροστά μας έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο, στον οποίο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός είναι ένα στοιχείο δευτερεύον, χωρίς σοβαρή σημασία – το αντίθετο από εκείνο που βλέπουμε στον πόλεμο 1914- 1916 (το εθνικό στοιχείο στον αυστροσερβικό πόλεμο δεν έχει σοβαρή σημασία σε σύγκριση με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό που τα καθορίζει όλα). Από δω φαίνεται πόσο ανόητο θα ήταν να εφαρμόζει κανείς την  έννοια του ιμπεριαλισμού σχηματικά, βγάζοντας απ’ αυτήν  το συμπέρασμα ότι είναι «αδύνατοι» οι εθνικοί πόλεμοι. Ο εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος, λ.χ., μιας συμμαχίας της Περσίας, της Ινδίας και της Κίνας ενάντια σε τούτες ή εκείνες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι απόλυτα δυνατός και πιθανός, γιατί απορρέει από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα αυτών των χωρών και η μετατροπή ενός τέτοιου πολέμου σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανάμεσα στις σημερινές ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις θα εξαρτηθεί από πάρα πολλά συγκεκριμένα περιστατικά και θα ήταν αστείο να δίνει εγγύηση κανείς ότι θα επέλθουν οπωσδήποτε αυτά τα περιστατικά.

Τρίτο, ακόμη και στην Ευρώπη δεν μπορεί να θεωρούνται αδύνατοι οι εθνικοί πόλεμοι στην εποχή του ιμπεριαλισμού. «Η εποχή του ιμπεριαλισμού» έκανε το σημερινό κόσμο ιμπεριαλιστικό, γεννάει αναπόφευκτα (όσο δε θα έχουμε σοσιαλισμό) νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, έκανε πέρα για πέρα ιμπεριαλιστική την πολιτική των σημερινών μεγάλων Δυνάμεων, η «εποχή» όμως αυτή δεν αποκλείει καθόλου τους εθνικούς πολέμους, λ.χ., από μέρους των μικρών (ας υποθέσουμε των προσαρτημένων ή των εθνικά καταπιεζόμενων) κρατών ενάντια στις ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, όπως δεν αποκλείει και τα εθνικά κινήματα σε μεγάλη κλίμακα στην ανατολική Ευρώπη.

Σχετικά με την Αυστρία, λόγου χάρη, ο Γιούνιους κρίνει τα πράγματα πολύ λογικά, παίρνοντας υπόψη όχι μόνο το «οικονομικό» αλλά και το ιδιόμορφο πολιτικό στοιχείο, σημειώνοντας την «εσωτερική έλλειψη βιωσιμότητας της Αυστρίας», αναγνωρίζοντας ότι «η μοναρχία των Αψβούργων δεν είναι πολιτική οργάνωση ενός αστικού κράτους αλλά απλώς ένα αδύνατα δεμένο συνδικάτο, που το σύναψαν μερικές κλίκες κοινωνικών παρασίτων» και ότι «η διάλυση της Αυστροουγγαρίας είναι ιστορικά απλώς η συνέχιση της διάλυσης της Τουρκίας και ταυτόχρονα είναι απαίτηση του ιστορικού προτσές ανάπτυξης».

Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα σχετικά με ορισμένα βαλκανικά κράτη και τη Ρωσία. Και σε περίπτωση μεγάλης εξάντλησης των «μεγάλων» Δυνάμεων στο σημερινό πόλεμο ή σε περίπτωση νίκης της επανάστασης στη Ρωσία είναι απόλυτα δυνατοί οι εθνικοί πόλεμοι, ακόμη και οι νικηφόροι. Στην πράξη η επέμβαση των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων είναι πραγματοποιήσιμη όχι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, αυτό από τη μια μεριά. Και από την άλλη, όταν κρίνουν «ασυλλόγιστα» ότι ο πόλεμος ενός μικρού κράτους ενάντια σ’ ένα γίγαντα δεν έχει ελπίδες επιτυχίας, πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ ότι κι ένας πόλεμος χωρίς ελπίδες επιτυχίας είναι επίσης πόλεμος.. έπειτα ορισμένα φαινόμενα στο εσωτερικό των «γιγάντων» -λόγου χάρη, η έναρξη της επανάστασης- μπορούν να μετατρέψουν τον πόλεμο «χωρίς ελπίδες επιτυχίας» σε πόλεμο με πολύ μεγάλες «ελπίδες επιτυχίας».

Σταθήκαμε λεπτομερειακά στο λάθος της θέσης ότι δήθεν «δεν μπορούν  στο εξής να υπάρξουν εθνικοί πόλεμοι» όχι μόνο επειδή είναι ολοφάνερα λαθεμένη από θεωρητική άποψη. Θα ήταν βέβαια πολύ λυπηρό αν οι «αριστεροί» άρχιζαν να δείχνουν αμέλεια απέναντι στη θεωρία του μαρξισμού, σε μια περίοδο που η δημιουργία της ΙΙΙ Διεθνούς είναι δυνατή μόνο πάνω στη βάση του μη εκχυδαϊσμένου μαρξισμού. Αλλά και από πρακτική-πολιτική άποψη το λάθος αυτό είναι πολύ επιζήμιο: Απ’ αυτό πηγάζει η παράλογη προπαγάνδα του «αφοπλισμού», γιατί δήθεν δεν μπορούν να υπάρχουν κανενός είδους πόλεμοι εκτός από τους αντιδραστικούς.. απ’ αυτό πηγάζει η ακόμη πιο παράλογη και άμεσα αντιδραστική αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Μια τέτοια αδιαφορία καταντά σοβινισμός όταν τα μέλη των «μεγάλων» εθνών της Ευρώπης, δηλαδή των εθνών που καταπιέζουν τους περισσότερο μικρούς και αποικιακούς λαούς, δηλώνουν με δήθεν επιστημονικό ύφος: «Εθνικοί πόλεμοι δεν μπορούν πια να υπάρχουν.» Οι εθνικοί πόλεμοι ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είναι μόνο δυνατοί και πιθανοί αλλά είναι αναπόφευκτοι και προοδευτικοί, επαναστατικοί, αν και για την επιτυχία τους απαιτείται βέβαια είτε η συνένωση των προσπαθειών ενός τεράστιου αριθμού κατοίκων των καταπιεζόμενων χωρών (εκατοντάδων εκατομμυρίων στο παράδειγμα της Ινδίας και της Κίνας που πήραμε) είτε ένας εξαιρετικά ευνοϊκός συνδυασμός των όρων της διεθνούς κατάστασης (λόγου χάρη, παράλυση της επέμβασης των ιμπεριαλιστικών Δυνάμεων εξαιτίας εξασθένισής τους, ενός πολέμου μεταξύ τους, του ανταγωνισμού τους κτλ.) είτε η ταυτόχρονη εξέγερση του προλεταριάτου μιας από τις μεγάλες Δυνάμεις ενάντια στην αστική τάξη (αυτή η περίπτωση που αναφέρεται τελευταία στην απαρίθμησή μας έρχεται πρώτη από την άποψη ποια είναι η πιο επιθυμητή και συμφέρουσα για τη νίκη του προλεταριάτου).

Πρέπει να παρατηρήσουμε ωστόσο ότι θα ήταν άδικο να κατηγορήσουμε τον Γιούνιους για αδιαφορία απέναντι στα εθνικά κινήματα. Υπογραμμίζει τουλάχιστον ως ένα από τα σφάλματα της σοσιαλδημοκρατικής κοινοβουλευτικής ομάδας τη σιωπή της σχετικά με την εκτέλεση για «προδοσία» (προφανώς για απόπειρα εξέγερσης με την ευκαιρία του πολέμου) ενός ηγέτη των ιθαγενών στο Καμερούν, υπογραμμίζοντας σε ένα άλλο σημείο ειδικά (για τους διάφορους κύριους Λέγκιν, Λενς και άλλους παλιανθρώπους που θεωρούνται «σοσιαλδημοκράτες») ότι τα αποικιακά έθνη είναι επίσης έθνη. Δηλώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι «ο σοσιαλισμός αναγνωρίζει για κάθε λαό το δικαίωμα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας, το δικαίωμα να διαχειρίζεται μόνος τις τύχες του».. ότι «ο διεθνής σοσιαλισμός αναγνωρίζει το δικαίωμα των ελεύθερων, ανεξάρτητων, ισότιμων εθνών, όμως μόνο αυτός μπορεί να δημιουργήσει τέτοια έθνη, μόνο αυτός μπορεί να πραγματοποιήσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Και το σύνθημα αυτό του σοσιαλισμού -παρατηρεί πολύ σωστά ο συγγραφέας- χρησιμεύει, όπως κι όλα τ’ άλλα, όχι ως δικαιολογία της υπάρχουσας κατάστασης αλλά ως δείκτης του δρόμου, ως κίνητρο για μια επαναστατική, μεταμορφωτική, δραστήρια πολιτική του προλεταριάτου» (σελ. 77 και 78). Συνεπώς, θα έκανε μεγάλο λάθος όποιος θα νόμιζε ότι όλοι οι αριστεροί Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες έπεσαν στη στενοκέφαλη ερμηνεία και στη γελοιογράφηση του μαρξισμού, ως την οποία έφθασαν ορισμένοι Ολλανδοί και Πολωνοί σοσιαλδημοκράτες που αρνούνται την αυτοδιάθεση των εθνών ακόμη και στο σοσιαλισμό…»

Έπεται η συνέχεια


Ξανά για την «ανισότιμη αλληλεξάρτηση» (ερωτήματα)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Η ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. Ο Τσίπρας σκύβει το κεφάλι και προωθεί ένα σχέδιο 12 δισ. περικοπών και φόρων, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή των αντιλαϊκών πολιτικών. ΤΕΡΜΑ ΣΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ. Μόνο ο σοσιαλισμός και η ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ μπορούν να εγγυηθούν ένα διαφορετικό μέλλον και το τέλος της εκμετάλλευσης για τους λαούς. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας (Ιταλία)

Δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματά του, δίνεται όμως η αφορμή για τα παρακάτω από την ανάγνωση του άρθρου με τον τίτλο «Για τη διαπάλη στο εξωτερικό γύρω από τις εξελίξεις στην Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε στον Κυριακάτικο Ριζοσπάστη (19-7-2015, σελ. 13). Η αφορμή βρίσκεται στη φράση: «…Μέσα σ’ αυτές τις ενώσεις, όπως και συνολικά στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι διαμορφωμένες σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης κι όχι σχέσεις αποικίας – μητρόπολης…» Και οδηγεί η φράση αυτή στα εξής ερωτήματα: α) Τι μας μαθαίνει για το πραγματικό περιεχόμενο των καπιταλιστικών σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, η θεωρητική τους προσέγγιση από τη σκοπιά της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης»; και β) καλύπτει όλο το φάσμα αυτών των πραγματικών σχέσεων η αντιδιαστολή της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» προς τη σχέση αποικίας – μητρόπολης;

Είναι εντελώς κατανοητή η ιδεολογική πάλη ενάντια στις απόψεις που εμφανίζουν την Ελλάδα σαν «αποικία». Η Ελλάδα, πράγματι, δεν είναι «αποικία», αλλά το κρατικό χρέος (καθώς και άλλες πλευρές των διεθνών σχέσεων στα πλαίσια του ιμπεριαλισμού), όσο κι αν δεν σηματοδοτεί αποικιοκρατικές σχέσεις, δεν παύει να αποτελεί μορφή εγκλωβισμού στα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Είναι, λοιπόν, ανύπαρκτα αυτά τα δεσμά; είναι ανύπαρκτες οι σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα σε δυο (και περισσότερες) χώρες οι οποίες και οι δυο, όλες, βρίσκονται πια για τα καλά, αλλά όμως εντελώς ανισόμετρα, στο στάδιο του μονοπωλιακού τους καπιταλισμού; Μπορεί να αποδειχθεί αυτό; Κι αν όχι, τότε ποιές οι οικονομικές, πολιτικές κλπ συνέπειες; Κι επίσης, μπορεί άραγε να γίνει κατανοητό, το ότι στη βάση της (συνεπαγόμενης από την παραπάνω φράση- αφορμή) θεωρητικής – δογματικής εξίσωσης «εξάρτηση = σχέση αποικίας – μητρόπολης»  η αναγνώριση της εξάρτησης ως πραγματικότητας οδηγεί αυτόματα σε λαθεμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν θα ευθυνόταν η «εξάρτηση» αλλά η παραπάνω «εξίσωση»;

Αλλά και μήπως η «σχέση αποικίας μητρόπολης» δεν θα μπορούσε να περιγραφεί «αλάνθαστα» σαν σχέση «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» σύμφωνα με τους όρους αυτού του θεωρητικού νεολογισμού που «ντρέπεται» για τη φύση, δηλαδή αποφεύγει να περιγράψει τη φύση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων ως σχέσεων (εκτός των άλλων χαρακτηριστικών του ιμπεριαλισμού, τους ανταγωνισμούς κλπ) μεταξύ μιας ομάδας ισχυρών και εξαιρετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στο «άρμα» των οποίων είναι προσδεμένες, εξαρτημένες, ένα πλήθος άλλων χωρών.. ως ένα «πλέγμα» (μια «αλυσίδα», μια «πυραμίδα», αδιάφορο!) τέτοιων σχέσεων αναπαραγόμενων και μεταβαλλόμενων σε όλη την έκταση του «πλέγματος», της «αλυσίδας», της «πυραμίδας»; Και «ντρέπεται»  από θεωρητικό φόβο (!) για τις δήθεν «αυτόματες» συνέπειες αυτής της παραδοχής, από φόβο για τις θεωρητικές, πολιτικές κλπ συνέπειες της «εξάρτησης», λες κι η οπισθοχώρηση προς τη θεωρητική αφαίρεση «εξασφαλίζει», τάχα, από τέτοιες συνέπειες…

Μήπως, λοιπόν, δεν θα μπορούσε στο (θετικιστικό) θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» να ενταχθούν κι οι τυπικές, οι κλασικές αποικιοκρατικές ιμπεριαλιστικές σχέσεις του περασμένου αιώνα; Η Ινδία είναι εξαρτημένη πολιτικά κλπ από την Αγγλία, αλλά και η Αγγλία εξαρτάται από την Ινδία ως αγορά των βιομηχανικών της προϊόντων κλπ… Άρα; Ανισότιμη αλληλεξάρτηση! Μέσα σ’ αυτήν, όμως, έχουν ήδη σβηστεί οι σχέσεις εξουσίας, οι σχέσεις της στρατιωτικής, πολιτικής, οικονομικής επιβολής, έχει σβηστεί το πραγματικό περιεχόμενο των αποικιοκρατικών σχέσεων… Και το ίδιο δεν μπορεί παρά να συμβαίνει και στην περίπτωση των σχέσεων του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, γιατί αυτό το ίδιο το θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης» αποτελεί αφαίρεση από το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων, αφαίρεση πέρα από το όριο εντός του οποίου θα μπορούσε αυτό το πραγματικό περιεχόμενο να περιγραφεί θεωρητικά, αφαίρεση ως το βαθμό θεωρητικής μετατροπής σχέσεων ανισότητας σε σχέσεις ισότητας: Η Ελλάδα είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» π.χ. με τη Γερμανία… Η Γερμανία επίσης είναι «ανισότιμα αλληλεξαρτημένη» με την Ελλάδα… Η Ελλάδα κι η Γερμανία είναι μεταξύ τους «ανισότιμα αλληλεξαρτημένες»… Τι μάθαμε, όμως, έτσι, για το πραγματικό περιεχόμενο των σχέσεων Ελλάδας – Γερμανίας; Τι  μάθαμε για τις σχέσεις πραγματικής οικονομικής και πολιτικής υποταγής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού σε ποιόν μονοπωλιακό καπιταλισμό; Τι μάθαμε για την υποταγή της στρατηγικής ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού στην στρατηγική ποιού μονοπωλιακού καπιταλισμού; Τι μάθαμε για τις μορφές, τους όρους, τα μέσα αυτής της υποταγής;

Παραπέρα: Το ότι η αποικιοκρατική εξάρτηση π.χ. της Ινδίας αφορούσε κύρια μια ινδική αστική τάξη που είχε το συμφέρον και ιστορικό καθήκον,  και σε συμμαχία με τις υπόλοιπες καταπιεζόμενες τάξεις και στρώματα, της εθνικής απελευθέρωσης της δικής της και της χώρας «της».. το ότι -καθόλου ταυτόσημα- η σύγχρονη οικονομική και πολιτική, ιμπεριαλιστική εξάρτηση της Ελλάδας αφορά τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό της, ότι αποτελεί για αυτόν -και σήμερα και μάλλον για πολύ καιρό ακόμη- συστατικό όρο της ύπαρξής του και της κυρίαρχης κοινωνικο-οικονομικής τάξης του, ότι απέναντι σε αυτόν τον αναπτυγμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό μπαίνει για την εργατική τάξη και τους συμμάχους της το ιστορικό καθήκον της ανατροπής του, σε σύγκρουση με την κυριαρχία του κεφαλαίου, και της αντικατάστασής του από τον σοσιαλισμό.. το ότι για την ινδική – κατά το παράδειγμά μας- αστική τάξη η αποικιοκρατική εξάρτηση της Ινδίας αποτελούσε φραγμό στη δική της ανάπτυξη και στην ανάπτυξη του ινδικού καπιταλισμού, ενώ για την ελληνική αστική τάξη και πρώτιστα την μονοπωλιακή η σύγχρονη ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας αποτελεί όρο της δικής της ανάπτυξης και του δικού της οικονομικού – πολιτικού επεκτατισμού.. το ότι το ίδιο «φαινόμενο», η «εξάρτηση», μπορεί να έχει και έχει εντελώς διαφορετικές πραγματικές και θεωρητικές συνέπειες κάτω από εντελώς διαφορετικούς όρους εκδήλωσής του, ότι είναι εντελώς διαφορετικοί οι όροι εκδήλωσής της «εξάρτησης»  στην περίπτωση μιας πολιτικά και οικονομικά ανερχόμενης αστικής τάξης και εντελώς διαφορετικοί εφόσον, πιά, «η τάξη που αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη προς τα μπρος, είναι το προλεταριάτο» και εφόσον, πιά, «το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο έχει δημιουργήσει παντού μια αντιδραστική αστική τάξη» (Λένιν, Για τη μπροσούρα του Γιούνιους).. επιτρέπουν, λοιπόν, αυτά τα τόσο διαφορετικά πράγματα, που μοιράζονται μεταξύ τους σαν «κοινό» την «εξάρτηση», την αφαίρεση του πραγματικού περιεχομένου των πραγματικών σχέσεων, προκειμένου, τάχα, να μην υπάρξει σύγχυση ανάμεσα στα ιστορικά καθήκοντα π.χ. της Ινδίας πριν 100 χρόνια και της σημερινής Ελλάδας

Ήδη στην αρχή αυτού του κειμένου γράφεται ότι δεν τίθεται θέμα διαφωνίας με τα συμπεράσματα του άρθρου του Ριζοσπάστη. Τότε, προς τι όλα αυτά; μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος. Όλα αυτά, λοιπόν, για το λόγο ότι το συγκεκριμένο θεωρητικό σχήμα της «ανισότιμης αλληλεξάρτησης», ως αφαίρεση πέρα από τα όρια της πραγματικής περιγραφής πραγματικών σχέσεων, ως έκφραση κατά τη γνώμη μου θεωρητικού ωφελιμισμού, συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις να αποτελέσει το κύτταρο  ανάπτυξης του οπορτουνισμού στη θεωρία, όλες τις προϋποθέσεις ώστε μια δεδομένη στιγμή να πηγάσουν από αυτό ακόμα και τα εντελώς αντίστροφα συμπεράσματα. Μήπως δεν θα αρκούσε η ενδεχόμενη «αποκάλυψη» μιας σειράς συμπτωμάτων εξάρτησης της Ελλάδας από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία κ.ο.κ., για να οδηγηθούμε αυτόματα, πάνω σε αυτήν ακριβώς τη θεωρητική βάση, στο «συμπέρασμα» ότι πρόκειται για «μια ανισότιμη αλληλεξάρτηση» που επιβάλλει αντιμετώπιση αντίστοιχη των σχέσεων αποικίας – μητρόπολης; Και αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή ή πιθανή αρνητική θεωρητική συνέπεια.


Η «Αυγή» και ο «βιομηχανικός αφανισμός»

aygh19-2-2014Ας υποθέσουμε ότι στον τίτλο του πρόσφατου φύλλου της «Αυγής» συμφωνούμε με κλειστά μάτια, παρά το εντυπωσιοθηρικό της φρασεολογίας του περί «αφανισμού» – ο οποίος μάλιστα εντοπίζεται στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο κι όχι λόγου χάρη στη χρονική περίοδο της «ανάπτυξης», της οποίας συστατικό στοιχείο ήταν η (έως και επιδοτούμενη) μετακίνηση σημαντικού αριθμού βιομηχανιών σε παραδείσους φθηνής εργατικής δύναμης. Εκείνο τον καιρό βέβαια οι συνδικαλιστές του «ΣΥΝ» μαζί με αυτούς του ΠΑΣΟΚ ασχολούνταν με τα προγράμματα «επανακατάρτισης» των «ακριβών» εργατών που απολύονταν από τους υγιείς επιχειρηματίες.

Κάτω από τον «ξύλινο τίτλο» της «Αυγής» σημειώνεται και η υποτιθέμενη αιτία αυτού που αποκαλεί «αφανισμό»: Το ενεργειακό κόστος και η ύφεση.

Οι βιομήχανοι έχουν «κόστος» και πρωταρχικό μέλημα της «Αυγής» του ΣΥΡΙΖΑ είναι να απαλλάξει τους βιομήχανους από το «κόστος». Εν προκειμένω από το ενεργειακό κόστος, εφόσον από το εργατικό «κόστος» έχουν σε μεγάλο βαθμό απαλλαγεί (σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα το έχουν μηδενίσει) χάρη και στις μειώσεις μισθών που αποτελούν βασικό παράγοντα «ταλαντεύσεων»  των συριζαϊκών συνδικαλιστικών παρατάξεων, χάρη στις ατομικές συμβάσεις εργασίας και σε μια σειρά άλλα μέτρα εξαιτίας των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται να χτυπήσει την καμπάνα του «εργατικού κόστους» ως λόγου «βιομηχανικού αφανισμού».

Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται (στην μπροστινή σελίδα του «προγράμματός» του) επιστροφή στα 750 ευρώ όταν το επιτρέψει η «ανάπτυξη», μέχρι όμως η «ανάπτυξη» να το επιτρέψει μπορεί να διασφαλίσει ότι η βιομηχανία δεν θα «αφανιστεί», λόγω «εργατικού κόστους» τουλάχιστον, εφαρμόζοντας την πίσω σελίδα του «προγράμματος» όπου κάνει λόγο για «πάγωμα της μείωσης μισθών» και κοινωνικών παροχών. Κι όσο περισσότερο μειώνονται οι μισθοί μέχρι να έρθει η ώρα της «κυβέρνησης της αριστεράς και λοιπών αντιμνημονιακών δυνάμεων – μνημονιακών συνεργαζομένων» , τόσο χαμηλότερα θα «παγώσει και η μείωση», τόσο περισσότερο θα αναπτύσσεται η «ωραία φιλία» που έχει αρχίσει ανάμεσα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και τα ιδρύματα και εκπροσώπους της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας στην Καζαμπλάνκα του «βιομηχανικού αφανισμού».

Το ζήτημα όμως είναι ότι στον παραμικρό κόπο δεν μπαίνει και ούτε πρόκειται να μπει η «Αυγή» και το κόμμα της, για να ανακαλύψουν όχι τους παράγοντες του «βιομηχανικού αφανισμού» αλλά τις αιτίες αυτών των παραγόντων και να βγάλουν ορισμένα συμπεράσματα από τις αιτίες και όχι από τους παράγοντες.

Η ύφεση «αφανίζει» τη βιομηχανία. Η βιομηχανία «αφανίζεται» άρα υπάρχει ύφεση. Τι στο καλό προκαλεί αυτή την ύφεση; Γιατί άραγε τη μια ο καιρός κάνει ανάπτυξη και την άλλη μέρα το γυρνάει στην ύφεση, τι ξέρουμε και τι θα μπορούσαμε να μάθουμε για το βαμβάκι, το ψωμί, την ενέργεια πέρα από την τιμή τους;  Το ενεργειακό κόστος είναι ακριβό, άρα η βιομηχανία χρειάζεται ενεργειακό κόστος φτηνό. Η επιστήμη ολοκληρώνει τη διαδρομή της ανάμεσα στο ακριβό και το φτηνό κόστος και, αμέσως, έρχεται η σειρά των πολιτικών «προτάσεων»:

Να έχουν οι βιομήχανοι φτηνό ενεργειακό κόστος. Πώς θα έχουν φτηνό κόστος αφού η ενέργεια κοστίζει ακριβά; Να την παίρνουν σε τιμές μειωμένες. Και ποιος θα πληρώσει τη διαφορά στην τιμή; Άλλος από το λαό δεν υπάρχει. Τότε να απαλλαγούν οι βιομήχανοι από μέρος της φορολόγησής τους. Και ποιος θα  πληρώσει τη διαφορά του ελλειματικού «πρωτογενούς πλεονάσματος»; Άλλος από το λαό δεν υπάρχει.  Ε τότε να επιδοτηθούν οι βιομήχανοι για την ενέργεια που καταναλώνουν. Και ποιος θα πληρώσει το «κόστος» των επιδοτήσεων; Άλλος από το λαό δεν υπάρχει.

Κι όμως κανείς δεν θα αναγνωρίσει το λαό, δηλαδή την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους στο σύνολό τους, σαν στρατηγικό επενδυτή ή σαν βασικό μέτοχο της εθνικής βιομηχανίας επειδή θα πληρώσει από την τσέπη του την ενέργειά της, επειδή πληρώνει από την τσέπη του τις επιδοτούμενες προσλήψεις των εργαζομένων που αντικαθιστούν το σώμα από το σώμα τους που απολύεται γιατί αν δεν απολυθεί δεν επιδοτείται η εργασία του. Κανείς δεν θα αναγνωρίσει το λαό σαν μοναδικό δικαιούχο του παραγόμενου βιομηχανικού πλούτου, ακόμα κι αν ο λαός φτάσει να επωμιστεί κάθε «κόστος» είτε ενεργειακό είτε εργατικό είτε οποιοδήποτε άλλο. Αντίθετα ο λαός θα συνεχίσει να δουλεύει χωρίς μεροκάματο και χωρίς ωράριο και δικαιώματα, θα πετιέται κάθε τόσο στην ανεργία, θα ληστεύεται με τους φόρους και τις τιμές των αγαθών που καταναλώνει για να επιβιώνει σαν μισθωτός σκλάβος, και θα «απολαμβάνει» παιδεία και υγεία μισθωτού σκλάβου.

Θα αρκούσε λίγη ώρα σκέψης πέρα από τα όρια της διανοητικής αστυνόμευσης που επιβάλλουν στον εαυτό τους όσοι έχουν ταχθεί εντός των τειχών του καπιταλιστικού συστήματος, ώστε να αποδειχθεί ότι το «ενεργειακό κόστος» όπως και κάθε «κόστος» όπως και η «ύφεση» δεν είναι οι αιτίες του «αφανισμού της βιομηχανίας», αλλά συμπτώματα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αδιέξοδα της αναγκαστικά κακοήθους ανάπτυξης των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσων που μπορούν πια μόνο από τις σάρκες τους να τρέφονται και να «αναπτύσσονται», συμπτώματα που καταδεικνύουν την ανάγκη της αντικατάστασής τους από τις σχέσεις της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, από τον κομμουνιστικό σοσιαλισμό.

χαλαρά

χαλαρά


Ευρωπαϊκή Ένωση: «ευρωσκεπτικισμός» – αποδέσμευση

Scan1Scan10001

*

Το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ζήτημα αιχμής.

«Ζήτημα αιχμής» σημαίνει ότι σε αυτό συναντιόνται «όλα», ή σε κάθε περίπτωση: «πολλά» [*].

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ένταξη στην ΕΟΚ και την μετέπειτα ΕΕ αποτέλεσε και αποτελεί στρατηγική επιλογή της ελληνικής άρχουσας τάξης, του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Κι επειδή οι στρατηγικές επιλογές της κάθε άρχουσας τάξης δεν αφορούν αποκλειστικά τον εαυτό της αλλά συνολικά την κοινωνία επί της οποίας «άρχει», γι’ αυτό και η συγκεκριμένη στρατηγική επιλογή επενδύεται το σχήμα της «εθνικής επιλογής», με άλλα λόγια αποτελεί στρατηγική επιλογή της άρχουσας τάξης για την ελληνική κοινωνία συνολικά.

Αυτό επίσης σημαίνει, ότι δεν πρόκειται πια για «έναν» καπιταλισμό, αλλά για «αυτόν» τον καπιταλισμό. Δεν πρόκειται πια για την απομύζηση της υπεραξίας γενικά, αλλά για το καθορισμένο υλικό πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιείται αυτή η απομύζηση.

Αμφισβήτηση της στρατηγικής επιλογής ισοδυναμεί, λοιπόν, με αμφισβήτηση «αυτού» του καπιταλισμού. Αμφισβήτηση «αυτού» του καπιταλισμού, με τη σειρά της, σημαίνει αμφισβήτηση του πραγματικού, του υπαρκτού καπιταλισμού στον συγκεκριμένο ιστορικό χώρο και χρόνο: Εκτός από «αυτόν», τον υπαρκτό, τον πραγματικό καπιταλισμό, εδώ, τώρα, άλλος καπιταλισμός δεν υπάρχει. Μπορεί να υπάρξει, όμως δεν υπάρχει.

Αμφισβήτηση «αυτού» του καπιταλισμού σημαίνει, «αντικειμενικά», σαν αμφισβήτηση του μόνου υπαρκτού καπιταλισμού, αμφισβήτηση του καπιταλισμού γενικά. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο «ευρωσκεπτικισμός»: Όχι ως «σκεπτικισμός» του λαού απέναντι στην στρατηγική επιλογή  της τάξης που τον «άρχει», αλλά ως απόπειρα «προσαρμογής» της άρχουσας τάξης στο λαϊκό αυτό «σκεπτικισμό», στη λαϊκή αμφισβήτηση της επιλογής της, αφενός. Και ταυτόχρονα ως απόπειρα ανανέωσης, εντός ενός διαφορετικού πλαισίου, των αδιεξόδων στα οποία έχει οδηγήσει την άρχουσα τάξη (ή ορισμένα τμήματά της) ή ίδια της η επιλογή, αφετέρου.

Συναντιόνται, λοιπόν, στο ίδιο σημείο αιχμής τρεις διαφορετικές θέσεις:

α) Η θέση: «Αυτός» ο καπιταλισμός! Η θέση, δηλαδή, που εκφράζει την άρχουσα τάξη, το κυρίαρχο τμήμα της, το τμήμα της που εξακολουθεί να ταυτίζει την ύπαρξη του και την ύπαρξή της, την εθνική και διεθνή θέση της, με την συγκεκριμένη στρατηγική επιλογή, και που αν χαρακτηρίζεται πραγματικά από κάποιον «σκεπτικισμό» αυτός δεν αφορά παρά μόνο την υλική (οικονομική και πολιτική) ισχυροποίηση των επιλογών της. Το πλεονέκτημα αυτής της θέσης απέναντι σε διαφορετικές θέσεις άλλων μερίδων της άρχουσας τάξης είναι ότι «αυτός» ο καπιταλισμός είναι και ο μοναδικός πραγματικός, ο μοναδικός υπαρκτός…

Δεν πρέπει πάντως να παραβλέπουμε, ότι και στο πλαίσιο αυτής της θέσης μπορούν να εμφανιστούν «ευρωσκεπτικιστικές» τάσεις οι οποίες, χωρίς οι ίδιες να εκφράζουν ουσιαστική αμφισβήτηση της ΕΕ, αποσκοπούν στην ιδεολογική ενσωμάτωση της λαϊκής αμφισβήτησής της.

β) Η θέση: «Ένας άλλος» καπιταλισμός… Θέση που μπορεί να εκφράζει τμήματα της άρχουσας τάξης, τα οποία για τη μακροημέρευσή τους προσβλέπουν σε άλλες διεθνείς οικονομικές και πολιτικές συμμαχίες τους, σε άλλη διεθνή θέση του ελληνικού καπιταλισμού, σε πρόσδεση περισσότερο με το κεφάλαιο των ΗΠΑ, ή της Αγγλίας, ή της Γαλλίας, ή της Ρωσίας, ή της Κίνας, ή των Αραβικών μοναρχιών κλπ, ή ενός συνδυασμού μερικών ή όλων αυτών… Σε «άλλη» διεθνή θέση είτε εντός μιας «τροποποιημένης» ΕΕ, είτε εκτός ΕΕ (κι αυτό πάλι μπορεί να «διαιρείται»: «εκτός» μέσω μιας εξόδου από την ΕΕ, ή «εκτός» μέσω μιας ευρύτερης αποσύνθεσης της ΕΕ). Το μειονέκτημα της θέσης αυτής βρίσκεται στο ότι αποβλέπει σε έναν καπιταλισμό αυτή τη στιγμή «ανύπαρκτο», που για να υπάρξει απαιτείται μια νέα στρατηγική επιλογή από την άρχουσα τάξη συνολικά. Επίσης, στο ότι τα τμήματα της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας που υιοθετούν τη θέση αυτή έχουν συμφέροντα και διεθνείς βλέψεις αλληλοαντικρουόμενα: μπορούν να συμφωνήσουν στη θέση για «έναν άλλο» όχι όμως στη θέση για «ποιόν» καπιταλισμό. Στο ότι, τέλος, καθώς η σταθερότητα της ταξικής της κυριαρχίας αποτελεί κύριο μέλημα της άρχουσας τάξης συνολικά, μια αντιπαράθεση για την αντικατάσταση των στρατηγικών της επιλογών με άλλες (και ποιές;), και μάλιστα σε περίοδο παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης (όπου και η όποια «ανάκαμψη» των οικονομικών δεικτών για τους οποίους ενδιαφέρεται το κεφάλαιο δεν θα αποτελούσε παρά μορφή διακύμανσης των δεικτών της κρίσης και όχι δείκτη πραγματικής καπιταλιστικής «ανάπτυξης»), θα συνιστούσε κατά ένα ορισμένο βαθμό διακινδύνευση αυτής της σταθερότητας.

Παρένθεση: Δεν είναι παράξενο που ενώ η πρώτη θέση εμφανίζει την ευρωενωσιακή στρατηγική επιλογή ως επιλογή «εθνική», η δεύτερη θέση επενδύει επίσης στον εαυτό της χαρακτηριστικά «εθνικά» έως και «εθνικιστικά». Πίσω από αυτού του είδους τον «εθνικό» λόγο δεν κρύβονται παρά οι βλέψεις πρόσδεσης του «έθνους» στο άρμα της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής εκμεταλλευτικής δύναμης με την οποία το ένα ή άλλο τμήμα της άρχουσας τάξης ταυτίζει τις δικές του προοπτικές καπιταλιστικής κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας. Ταυτόχρονα, ο «εθνικός λόγος» του είδους αυτού, εκτός από το να εμφανίζει την «άρχουσα» ταξική βούληση σαν βούληση «εθνική», χρησιμεύει για τον ιδεολογικό και πολιτικό εγκλωβισμό των λαϊκών στρωμάτων και τάξεων, που είναι εκπαιδευμένα να ταυτίζουν το «εθνικό» με έναν – κάποιο στοιχειώδη βαθμό συντήρησης και αναπαραγωγής της ύπαρξής τους υπό την σε βάρος τους κυριαρχία της εκμεταλλεύτριας τάξης. Πρόκειται για ρητορική που φιλοδοξεί να εγκλωβίσει τη  μάζα των «μεσαίων» στρωμάτων που καταστρέφεται από την καπιταλιστική «ανάπτυξη» και που δίκαια μεν αντιλαμβάνεται ότι η καπιταλιστική «ανάπτυξη» δεν έχει καμία σχέση με τη δική της όχι ανάπτυξη αλλά ούτε καν ύπαρξη, ανιστόρητα όμως ταυτίζει την «εθνική» πολιτική με τη σταθερότητα τη δική της ως «τάξης». Παρόμοια φιλοδοξούν τα ίδια «εθνικά» ρητορικά σχήματα  να εγκλωβίσουν στην πολιτική της τάξης των εκμεταλλευτών τους τις προλεταριακές εργατικές μάζες των εκατομμυρίων ανέργων, υποαπασχολούμενων, εργαζόμενων χωρίς ωράριο, χωρίς δικαιώματα, για ένα μισθό κάτω από τις σημερινές ανάγκες της επιβίωσης… Τις μάζες που δεν έχουν ακόμα κατανοήσει σαν άθραυστο βίωμα το γεγονός ότι «εθνικά» συμφέροντα και προοπτική είναι αποκλειστικά και μόνο τα δικά τους συμφέροντα και προοπτική, τα μόνα που μπορούν να χρησιμεύσουν για την εμπέδωση της συμμαχίας της εργατικής τάξης με όλες τις εργαζόμενες τάξεις και στρώματα ενάντια στην τάξη της εκμετάλλευσης και των εκμεταλλευτών… Της συμμαχίας που αποτελεί για τους εργαζόμενους τη μοναδική στρατηγική επιλογή που υπηρετεί την ύπαρξη και την προοπτική τους, τη μοναδική στρατηγική επιλογή που δεν στρέφεται εναντίον τους, τη μοναδική «εθνική» επιλογή που μπορεί να ανυψωθεί σε επιλογή διεθνή οικοδομώντας τη φιλία, τη συνεργασία, την πολιτιστική ενότητα ανάμεσα στους λαούς κι όχι τις βάσεις της εχθρότητας και του ανταγωνισμού τους. Κλείνει η παρένθεση.

γ) Η θέση: Κανείς καπιταλισμός! Κοινωνική κατοχή των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, κυριαρχία των εργαζομένων πάνω στον κοινωνικό πλούτο, ανάπτυξη της κοινωνίας θεμελιωμένη πάνω σε αυτή την αφετηριακή βάση! Η θέση, δηλαδή, της αποδέσμευσης  από την ΕΕ, όχι ως αποδέσμευση απλώς από μια πολιτική μορφή και ως αντικατάστασή της από μια παρόμοια, αλλά ως αποδέσμευση από τις ουσιαστικές αρχές που την συγκροτούν: από την «αρχή» της ελευθερίας του κεφαλαίου, από την «αρχή» της κυριαρχίας  (που είναι κυριαρχία «τυφλή») της αγοράς, της «προσφοράς και ζήτησης»,  από την «αρχή» του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, από την «αρχή» της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της εξουσίας του ιμπεριαλισμού με την ευρωενωσιακή και με οποιαδήποτε μορφή του. [**] Η μοναδική θέση, που μπορεί να συμβάλει στην αλλαγή των διεθνών συσχετισμών εντός και εκτός ΕΕ σε όφελος του ελληνικού λαού και όλων των λαών κι όχι σε όφελος των εκμεταλλευτών που τους δυναστεύουν. Η μοναδική θέση που αποτελεί από μόνη της απάντηση στο ερώτημα γύρω από τους διεθνείς συσχετισμούς και τη διεθνή θέση της χώρας, η μοναδική που αποτελεί από μόνη της πάλη και μάλιστα την μοναδική δυνατή μορφή πάλης για την αλλαγή αυτών των συσχετισμών, η μοναδική που η υλοποίησή της αποτελεί αλλαγή των διεθνών συσχετισμών στην πράξη, η μοναδική που η υλοποίησή της ξεκινάει στην πράξη τη διαδικασία της τέτοιας αλλαγής των διεθνών συσχετισμών.

***

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί λοιπόν ζήτημα αιχμής, καθώς σε αυτό «συναντιόνται» κάθε είδους στρατηγικές επιλογές: Τόσο οι στρατηγικές επιλογές που αποδέχονται ή που προωθούν τα διάφορα τμήματα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, τα διάφορα τμήματα της άρχουσας τάξης «ελληνικής» ή «ξένης», όσο και οι στρατηγικές επιλογές της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στις επιλογές της τάξης των εκμεταλλευτών και τις όποιες παραλλαγές τους.

Το ότι είναι ζήτημα αιχμής, με την παραπάνω έννοια, δεν αναιρεί το γεγονός ότι, «καθαυτό», είναι ένα ζήτημα απλώς «αστικοδημοκρατικό»… Και όπως είναι σε όλους γνωστό, όπως είναι γνωστό σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, γνωστό σε όλα τα κέντρα εξουσίας, χάραξης και υλοποίησης στρατηγικής και τακτικής, γνωστό σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις κάθε χρώματος ή απόχρωσης: «στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα».

*

[*] «Ζήτημα αιχμής» βέβαια και από άποψη χρονικής «συγκυρίας», εφόσον είναι ορατά σε όλους τα αποτελέσματα και η κατάληξη του «ευρωμονόδρομου» των τελευταίων τριών δεκαετιών. 

[**] Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο: Στον καιρό της η εναντίωση στην ένταξη στην ΕΟΚ, και μετά στην ΕΕ και τη νομισματική ενοποίηση, δεν αποσκοπούσε στην επιλογή κάποιας άλλης εκμεταλλευτικής – ιμπεριαλιστικής συμμαχίας, αλλά στην κοινωνική ανάπτυξη τη βασισμένη στον  κοινωνικό αυτοκαθορισμό που δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο με τον υλικό έλεγχο της κοινωνίας, των εργαζομένων, πάνω στην οικονομική της δραστηριότητα και τους καρπούς της. Αυτό που διαφέρει δεν είναι η εναλλακτική επιλογή αλλά οι όροι υλοποίησής της μετά από 30 χρόνια «ευρωμονόδρομου» και καπιταλιστικής «ανάπτυξης».