συνέχεια ποιάς πολιτικής;

Ποιάς πολιτικής «συνέχιση με άλλα μέσα» είναι ο «πόλεμος» που διαφημίζει η ΤιΒι;

Ποιάς πολιτικής συνέχιση είναι η – αποκαλούμενη από την κυβέρνηση – «εθνική προσπάθεια» εναντίον της μάζας των μεταναστών και προσφύγων που χειραγωγούμενοι από την τουρκική κυβέρνηση έχουν συγκεντρωθεί στον Έβρο έξω από τα ελληνικά σύνορα;

Ποιά πολιτική συνεχίζει, εναλλασσόμενη  από το πρωί ως το βράδυ με δόσεις κορωνοϊού,  η επιχείρηση χειραγώγησης τής  λαϊκής συνείδησης και δραστηριότητας από τα μμε των  «ευϋπόληπτων» εθνικών εργολάβων και μεγαλοεπιχειρηματιών, σε πλήρη εναρμόνιση με τις γενικές επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και τη θέση της εντός των ιμπεριαλιστικών  ανταγωνισμών;

Σε ποιόν «πόλεμο» καλείται να ενσωματωθεί και ενσωματώνεται η λαϊκή ανησυχία, η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτήν, η δραστηριότητα που εργαλειοποιεί τη λαϊκή ανησυχία για την υλοποίηση αντιλαϊκών στόχων;

Το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος» αποτελεί επουσιώδη λεπτομέρεια για μια χώρα και έναν λαό που μόλις συμπλήρωσε μια δεκαετία «κατοχής» που δεν ήταν (που δεν είναι) «κατοχή» και που, όπως «αντιστάθηκε» σε αυτή, «αντιστέκεται» τώρα σε μια «εισβολή» που δεν είναι «εισβολή»…

Επουσιώδη λεπτομέρεια αποτελεί (το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος») και για τον λόγο ότι, κι αν δεν είναι «πόλεμος», η έμπρακτη κρατική ανάμιξη της μιας και της άλλης πλευράς, με το συγκεκριμένο τους περιεχόμενο, επιτρέπουν την «ταξινόμηση» των εκτυλισσόμενων γεγονότων αν όχι βέβαια στην ομοταξία του «πολέμου» πάντως, όμως, στην ομοταξία της «τριβής» και, πάντως, όχι ακριβώς στην άσκηση πολιτικής που παραμένει οριστικά περιορισμένη στα συνήθη «ειρηνικά» μέσα. Πρόκειται λοιπόν, από αυτή την άποψη, για γεγονότα που αποτελούν συνέχιση, προέκταση, με άλλα μέσα, της συνηθισμένης (…) «ειρηνικής» πολιτικής. Αλλά ποιάς;

Την πλάνη όσων  – ψυχικά ή έμπρακτα – θεωρούν τους εαυτούς τους «υπερασπιστές των συνόρων της πατρίδας», μπορεί να την διαφωτίσει η πριν από ενάμιση μήνα δήλωση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη εξονόματος όχι της Ελλάδας αλλά, με μια μεγαλοστομία απεχθή και «διάφανη» ως προς τους στόχους της και ως προς τον πολιτικό ρόλο του ίδιου του πρωθυπουργού, εξονόματος ολόκληρης της «Ευρώπης»: «Δεν θέλουμε η Ελλάδα να είναι μαγνήτης για πρόσφυγες και μετανάστες… Οι οικονομικοί μετανάστες δεν έχουν θέση ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη»

Ανεξάρτητα από το σχήμα της λεκτικής διατύπωσης το νόημα είναι σαφές: Μετανάστες και πρόσφυγες που με μια εκτελεστική πράξη βαφτίζονται μετανάστες, τα θύματα του ιμπεριαλισμού, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της ιμπεριαλιστικής «οικονομίας» και των ιμπεριαλιστικών πολέμων, πρέπει είτε να παραμείνουν έξω από τις παρυφές [1] της Ευρωένωσης είτε να εγκλωβιστούν και να φυλακιστούν σε ανοιχτά και κλείστα στρατόπεδα συγκέντρωσης [2] εντός των παρυφών  του ευρωενωσιακού «ράιχ», δηλαδή στην Ελλάδα. Στην οποία Ελλάδα, – παρά την, κατά Μητσοτάκη, απαρέσκειά της να αποτελεί «μαγνήτη» (αν είναι δυνατόν!) για πρόσφυγες και μετανάστες -, έχει λόγω της γεωγραφικής της θέσης ανατεθεί ρόλος «υποδοχής» και ευρωενωσιακής φυλακής για τα ανθρώπινα κύματα των ξεριζωμένων μεταναστών και προσφύγων. Σε αυτόν τον ανατεθειμμένο και διατεταγμένο ρόλο οφείλεται, βέβαια, η μεγάλη συγκέντρωση  μεταναστών και προσφύγων στη χώρα και ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα «επιλεγμένα» σημεία της και όχι στο ότι δήθεν η Ελλάδα «μανητίζει» (!) μετανάστες και πρόσφυγες… 

Ας μην αυταπατώνται και ας μην βαυκαλίζονται, όσοι εξακολουθούν να το πράττουν, με την ιδέα, εν προκειμένω, της «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας».  Η χρησιμότητά τους δεν συνίσταται σε αυτό, η χρησιμότητά τους συνίσταται πρώτα απ’ όλα στην «φρούρηση» των ιμπεριαλιστών της ευρωένωσης από τα θύματα της πολιτικής τους. Και αν η «χρησιμότητα» αυτή εμφανίζεται σαν μέρος ενός επεισοδίου περιορισμένου μεταξύ δυο μόνο «πρωταγωνιστών», Ελλάδας – Τουρκίας, αυτό είναι αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι τα δυο αυτά κράτη βρίσκονται μεταξύ άλλων σε αντίθεση για των επωμισμό των (ανθρώπινων) συνεπειών της ευρω-ΝΑΤΟϊκής πολιτικής, στην οποία και τα δυο κράτη – το καθένα με τη δική του ιδιαίτερη πολιτική, που υπηρετεί τη δική του άρχουσα τάξη – συμμετέχουν ενεργά. 

Ευρωένωση, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, θα είχαν ολοκληρωτικά ηττηθεί στην Συρία αν δεν υπήρχε η Τουρκία, αν αυτή με την πολεμική επεκτατική πολιτική της (και τα παζάρια της με τη Ρωσία) δεν διατηρούσε το καθεστώς τής αστάθειας σε βάρος της συριακής εθνικής κυριαρχίας. Τα ισχυρά κράτη της ΕΕ, αυτά που συμμετέχουν στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία και που οδηγούν σε αυτόν τον ανταγωνισμό όλη την ΕΕ σαν διακρατική ένωση, επιθυμούν τη συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή, δεν επιθυμούν όμως τις συνέπειές της με τη μορφή των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων που κατευθύνονται, όπως πάντα, από τις «φτωχές» προς τις «πλούσιες» χώρες, «ακολουθώντας στην πραγματικότητα τη ροή των κεφαλαίων». Οι ιμπεριαλιστές πασχίζουν με όλα τα μέσα για τη συμφέρουσα γι’ αυτούς ροή των κεφαλαίων, απεχθάνονται όμως τις μεταναστευτικές και προσφυγικές «ροές» – όπως τις ονομάζουν – που την ακολουθούν…

…Σε αυτούς τους συσχετισμούς διατηρεί ενεργό ρόλο και η Ελλάδα καθώς, πριν από λίγες μόνο ημέρες στην σύνοδο των πρέσβεων του ΝΑΤΟ, όταν η Τουρκία ζήτησε τη ΝΑΤΟϊκή συνδρομή για να διατηρήσει την κατοχή σε συριακά εδάφη, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε ως μόνο θέμα το σεβασμό από μέρους της Τουρκίας της συμφωνίας της με την ΕΕ για το προσφυγικό, και έτσι ουσιαστικά αποδέχθηκε την επιθετική στάση της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών, την παραβίαση των συνόρων τους και των συνθηκών που τα καθορίζουν.

Αλλά τότε, εν μέσω αυτών των συσχετισμών, γιατί η Τουρκία να «σεβαστεί» και τη συμφωνία για το προσφυγικό, εφόσον η ίδια δρα και διαιωνίζει την εμπόλεμη κατάσταση στη Συρία όχι μόνο για δικό της λογαριασμό, αλλά και για το λογαριασμό και με τη στήριξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης; Και τι άλλο απομένει τότε στην Ελλάδα του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού ευρωμονόδρομου, από το να παριστάνει τον «ακρίτα» της Μέρκελ και του Μακρόν και να βαφτίζει «υπεράσπιση των συνόρων της πατρίδας» την «με άλλα μέσα συνέχιση» της πολιτικής των κρατικών και οικονομικών κέντρων του ευρωενωσιακού μονοπωλιακού κεφαλαίου;

Δεν υπάρχει εδώ περιθώριο παρερμηνειών: Η δικαιολογημένη ανησυχία των κατοίκων στις ακριτικές περιοχές χρησιμοποιείται σαν όργανο αυτής της πολιτικής, την οποία υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση στις κατευθύνσεις που χαράσσει ο ευρωενωσιακός ιμπεριαλισμός. Και η ίδια η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτή την ανησυχία (και, μάλιστα, στο βαθμό που πηγάζει από αυτή την ανησυχία και που δεν αποτελεί προϊόν της ανάμιξης εγχώριων και εισαγόμενων ναζιφασιστικών στοιχείων), θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο ενταγμένη σε μια πολιτική αντιστρατευόμενη τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ενταγμένη πραγματικά σε μια πολιτική φύλαξης των συνόρων της πατρίδας, σε μια πολιτική απεγκλωβισμού των προσφύγων και των μεταναστών από τα ευρωενωσιακά συρματοπλέγματα, σε μια πολιτική μαχητικής εξόδου από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς… Πρακτικά, τότε, και αυτή η δραστηριότητα δεν θα ήταν καθόλου «η ίδια» [3].

Δεν πρόκειται για «προσφυγική κρίση». Πρόκειται για ένα «κρίσιμο» επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, κάτω από την επιφάνειά του οποίου επεισοδίου διαμείβονται παζάρια και κυοφορούνται «διευθετήσεις», και από το οποίο επεισόδιο, – όσο στοιχίζονται πίσω από τη στρατηγική, τα συμφέροντα και τις «ορέξεις» του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του -, θα αποδειχθούν χαμένοι οι λαοί, και ο ελληνικός λαός ιδιαίτερα.

 

*********************************************

[1] Γιατί «παρυφές» και όχι «σύνορα» της ΕΕ; Η απάντηση με μια διαφορετική ερώτηση: Γιατί πότε η ΕΕ (και το ΝΑΤΟ, με το οποίο βρίσκεται σε αξεδιάλυτη στρατηγική «διαπλοκή») αντιμετώπισαν τα ανατολικά ελληνικά  σύνορα πραγματικά σαν τέτοια; Πότε, εκτός από την περίπτωση των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων, που αποτελούν συνέπεια της πολιτικής τους και για τα οποία προορίζουν την Ελλάδα σαν φυλακή, προκειμένου να διαφυλαχθεί ο ιμπεριαλιστικός «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής»; Πότε άλλοτε, εκτός από αυτή την περίπτωση, με όλες τις αποκρουστικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειές της, τις οποίες επιμελώς υλοποιούν οι κυβερνήσεις των μονοπωλίων; Σε κάθε άλλη περίπτωση ας διαβεβαιώσουν οι ίδιοι οι απολογητές του ευρωατλαντισμού το πόσο σίγουροι νιώθουν από τους «εταίρους» τους εν μέσω των αχαλίνωτων ιμπεριαλιστικών παζαριών που στο προσκήνιό τους ή στην «εφεδρεία» τους περιλαμβάνουν όλη τη γραμμή που αρχίζει από τον Έβρο, διασχίζει το Αιγαίο και καταλήγει στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη. Πότε, άλλωστε, η ΕΕ αναγνώρισε το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου σαν «δικό της» κατεχόμενο έδαφος; Και πότε η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τις τουρκικές «αμφισβητήσεις» στο Αιγαίο σαν παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός «εταίρου» τους; Πώς λοιπόν, όταν πρόκειται για τα ελληνικά σύνορα,  μπορεί να γίνεται λόγος για «σύνορα της ΕΕ», τη στιγμή που η ίδια η ΕΕ δεν τα αντιμετωπίζει σαν τέτοια; 

[2] Επιτάξεις για κλειστά κέντρα «φιλοξενίας» (φυλάκισης), απερίγραπτες συνθήκες εξαθλίωσης στις «ανοιχτές» Μόριες, τροχιοδεικτικές βολές για εκτοπισμό μεταναστών και προσφύγων σε ξερονήσια, εγκαινιαζόμενες μέθοδοι όπως ο περιορισμός των προσφύγων σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού και η αποστέρηση του δικαιώματος αίτησης ασύλου, σκιαγραφούν με αδρότητα τις ακραία αντιδραστικές επιδιώξεις της εξουσίας του κεφαλαίου και τον ρόλο δεσμοφύλακα που προορίζουν για τον ελληνικό λαό οι «έμποροι των εθνών», οι υποκινητές των ιμπεριαλιστικών πολέμων όπου γης.

[3] Στο μεταξύ, πίσω από το παραπέτασμα της φιλολογίας για τον κορωνοϊό, ο οποίος εκτός των άλλων διέλυσε και τα φληναφήματα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας της χώρας», πίσω από τις λεκτικές «κορώνες» περί «εισβολής» και «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας», η γη της πατρίδας (κατοικήσιμη και άλλη) συνεχίζει χάρη στον «αυθορμητισμό της αγοράς» να ξεπουλιέται στους επιχειρηματικούς ομίλους, έμπρακτα προχωρούν τα κυβερνητικά σχέδια για ξεπούλημα και διάλυση πραγματικά «βαριών» στρατηγικών παραγωγικών μονάδων της πατρίδας (απολιγνιτοποίηση, ΛΑΡΚΟ κλπ), το φάσμα της οικονομικής εξαθλίωσης παραμένει βαρύ πάνω από όλα τα εργαζόμενα στρώματα, τους μοναδικούς παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου… Ο εχθρός επελαύνει από μέσα. Ο έχθρος δεν κυκλοφορεί με τρύπιες βάρκες αλλά με ιδιωτικά τζετ και θαλαμηγούς. 

============================================

edit 14-3-2020: Μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη τέθηκε σε ισχύ ο νέος κανονισμός της Frontex, που την καθιστά την πιο ισχυρή και καλύτερα χρηματοδοτούμενη υπηρεσία στην ιστορία της ΕΕ, γιγαντώνει το επιχειρησιακό της σκέλος και της «λύνει τα χέρια», ώστε ουσιαστικά να μη δίνει λογαριασμό ακόμα και για ζητήματα που άπτονται της κυριαρχίας των χωρών – μελών της ΕΕ. Με τον επικεφαλής της να λέει ότι πρόκειται για τη δημιουργία ενός «νέου είδους διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» και ότι «για πρώτη φορά θα έχουμε αξιωματούχους που θα επιβάλλουν το νόμο, οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή».

Και δυο-τρεις μήνες μετά, διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για να αναλάβει δράση στον Έβρο, με πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης, αυτό το «νέο είδος διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» με τα «λυμένα χέρια», τους αξιωματούχους «οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή» και θα «επιβάλλουν το νόμο»…

Αλλά ποιον «νόμο» θα επιβάλλει το σιδερένιο αυτό χέρι της Ευρωένωσης στα ελληνικά σύνορα; Το «νόμο» που εγκλωβίζει πρόσφυγες και μετανάστες και μετατρέπει την Ελλάδα σε φυλακή της ΕΕ, που τους αξιοποιεί στα διάφορα γεωπολιτικά «παιχνίδια». Το «νόμο» των ιμπεριαλιστικών παζαριών που υπονομεύει σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα…

…Από το επικίνδυνο αυτό σπιράλ της εμπλοκής διέξοδο μπορεί να δώσει μόνο ο λαός, δυναμώνοντας την πάλη του απέναντι στην πολιτική εγκλωβισμού προσφύγων και μεταναστών, στην εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, για την αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές αυτές ενώσεις, με το λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

*

Στο μεταξύ, παρά το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει αξιολογήσει την εξάπλωση του Κορονοϊού ως «πανδημία», οι ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ δείχνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν κανονικά την στρατιωτική άσκηση «Defender 2020» σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ σχεδιάζουν να μειώσουν τον αριθμό των αμερικανών που θα συμμετάσχουν στην άσκηση, έπειτα από το ξέσπασμα της πανδημίας.

Παρ’ όλα αυτά το ΝΑΤΟ θα πραγματοποιήσει την στρατιωτική άσκηση (η οποία αποτελεί «επίδειξη δύναμης» απέναντι στη Ρωσία), όπως δήλωσε ο γεν. γραμματέας της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας Γ. Στόλτενμπεγκ. Φαίνεται πως ακόμη και μια πανδημία, που έχει προκαλέσει ήδη το θάνατο 1.016 ανθρώπων στην Ιταλία, 87 νεκρούς στην Ισπανία και 61 στη Γαλλία, δεν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια των ΝΑΤΟικών φονιάδων.

Με τα κρούσματα του κορονοϊού να αυξάνονται καθημερινά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, η ΝΑΤΟική άσκηση αποτελεί σαφώς έναν επιπλέον κίνδυνο για την εξάπλωση του ιού.

Σε ανακοίνωση του, το Ουγγρικό Εργατικό Κόμμα (Munkaspart) εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για την πραγματοποίηση της ΝΑΤΟικής άσκησης την οποία χαρακτηρίζει ως «φορέα θανάτου για τους λαούς», ιδιαίτερα υπό συνθήκες πανδημίας.

«Οι ΗΠΑ απαγόρευσαν στους ευρωπαίους πολίτες την είσοδο στη χώρα τους εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, αλλά στέλνουν 20 χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες στην Ευρώπη ώστε να συμμετάσχουν στην πολυεθνική άσκηση «Defender 2020», αναφέρει η ανακοίνωση.

Σημειώνει ότι η ΝΑΤΟική άσκηση ενδέχεται να εξαπλώσει τον κορονοϊό και απαιτεί την ακύρωση της, ζητώντας ταυτόχρονα από την ουγγρική κυβέρνηση να μην επιτρέψει την συμμετοχή ουγγρικών στρατευμάτων.

Αλήθεια, η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Άμυνας τι θα κάνει; Θα στείλει έλληνες στρατιώτες, εκθέτοντας τους σε περαιτέρω κινδύνους;


Κάτω η κατοχή σε Παλαιστίνη, Κύπρο, Συρία

Η είδηση από το Ριζοσπάστη (6-12-2019):  87 χώρες ψήφισαν στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 3 Δεκέμβρη, το Ψήφισμα για το Τμήμα Δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, που προέβλεπε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων και υπερασπιζόταν τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής (έγγραφο A/74/L.14). 23 χώρες καταψήφισαν και 54 απείχαν. Μεταξύ των 23 χωρών που καταψήφισαν και η Ελλάδα, για πρώτη φορά.

«Η κίνηση αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της όλο και μεγαλύτερης αναβάθμισης των σχέσεων με το Ισραήλ, που προωθούν όλες οι κυβερνήσεις υπέρ των συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης», λέει το ρεπορτάζ του «Ρ».

***

Από εδώ θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι η συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική επιλογή, έρχεται σε μια «συγκυρία» όπου η ίδια η ελληνική κυβέρνηση υψώνει τους τόνους της ρητορικής της σχετικά με την τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου… Ρητορική την οποία η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή υποσκάπτει και ακυρώνει, την αποκαλύπτει σαν ρητορική απλώς τυχάρπαστη.

Η ίδια αυτή κυβερνητική πολιτική επιλογή καταδείχνει την ουσία και το μέγεθος ολόκληρου του εν εξελίξει ιμπεριαλιστικού παζαριού, στο οποίο συμμετέχει η ελληνική άρχουσα τάξη έχοντας για κάβα τα εθνικά θέματα και επιδιώκοντας από αυτά να εισπράξει τα μέγιστα δυνατά ανταλλλάγματα για λογαριασμό της. Μιλώντας ωμά, το «μήνυμα» της κυβερνητικής ψήφου στη ΓΣ του ΟΗΕ δεν είναι στην ουσία του και στο βάθος του άλλο από το ότι: α) Ισραηλινή κατοχή στην Παλαιστίνη και τουρκική κατοχή στην Κύπρο αποτελούν αντικείμενα και «ανταλλακτικά ισοδύναμα» του παζαριού (συγκρούσεων και συμβιβασμών) μεταξύ – καταρχήν – των εμπλεκόμενων κατοχικών δυνάμεων, Ισραήλ και Τουρκίας, και αντικείμενο – παραπέρα – των γενικών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Και β) ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι πρόθυμη να συμμετέχει σε αυτό το παζάρι, «δίνοντας» με την ψήφο της την Παλαιστίνη στο Ισραήλ.

Στο σημείο αυτό, το προφανές σχήμα (αλλά μόνο «σχήμα») θα ήταν ότι η κυβέρνηση ψηφίζει υπέρ της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης για να αποκομίσει, σε αντάλλαγμα, μια ισραηλινή υποστήριξη εναντίον της τουρκικής κατοχής της Κύπρου: στη διαιώνιση της κατοχής στην Παλαιστίνη η κυβερνητική ψήφος εξαρτά (ως προς το σχήμα και μόνο) την καταδίκη της κατοχής στην Κύπρο…  Αλλά πίσω από το σχήμα η πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερη: Ενώ το ίδιο το «σχήμα» είναι νομιμοποιητικό και της μιας και της άλλης κατοχής, ταυτόχρονα στη διατήρηση της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης η κυβερνητική ψήφος εξαρτά ουσιαστικά μια ολόκληρη σειρά εθνικών θεμάτων, που το καθένα τους μπορεί ν’ αποτελέσει κι ένα αντικείμενο παζαριού και συμβιβασμού ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του «διαλυμένου» τραστ Τουρκίας – Ισραήλ, με αντάλλαγμα  προς την ελληνική αστική τάξη μια υποστήριξη π.χ. για το «όνομα της Μακεδονίας» (έτσι για να πούμε και κάτι  για να γελάσουμε) ή τέλος πάντων μια αναγνώριση για την επίδραση της Εύβοιας στην ελληνική ΑΟΖ μαζί και μ’ ένα ελκυστικό πακέτο στο χ ή το ψ ελληνικό μονοπώλιο για συνεκμετάλλευση  των υδρογονανθράκων στα παράλια της λωρίδας της Γάζας…

Η ψήφος της κυβέρνησης κατά της Παλαιστίνης στη ΓΣ του ΟΗΕ αποτελεί δυνητικά διεθνή ψήφο κατά της Κύπρου. Ως απαρχή ελληνικής νομιμοποίησης της ισραηλινής κατοχής στην Παλαιστίνη αποτελεί σύνθημα διεθνούς νομιμοποίησης της τουρκικής κατοχής στην Κύπρο. Η ψήφος αυτή αποκαλύπτει ότι την κυβερνητική εξωτερική πολιτική δεν την υπαγορεύει η υπηρέτηση των «εθνικών θεμάτων», αλλά την υπαγορεύουν τα οφέλη που  – με μοχλό τα «εθνικά θέματα» – προσδοκά για δικό του λογαριασμό το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο παίρνοντας την συμφέρουσα γι’ αυτό θέση στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, στο «υλικό» των οποίων πρόθυμα εντάσσει και Παλαιστίνη και Κύπρο και κάθε «εθνικό θέμα». 

Το κυβερνητικό αφήγημα είναι αρκετά εύπεπτο: Το Ισραήλ βρίσκεται σε αντίθεση με την Τουρκία, η Τουρκία βρίσκεται σε αντίθεση με την Ελλάδα, άρα Ελλάδα και Ισραήλ είναι σύμμαχοι, άρα στον ΟΗΕ η κυβέρνηση καταψηφίζει τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής της Παλαιστίνης. Το αφήγημα παραβλέπει ότι Ισραήλ και Τουρκία ήδη μοιράζονται τις αντιθέσεις τους με τη μορφή αμοιβαίας κατοχής συριακών εδαφών. Παραβλέπει την πιθανότητα (αν όχι τη βεβαιότητα) ότι το σύνολο ουσιαστικά των ελληνικών εθνικών θεμάτων μπορεί να αποτελέσει αντίτιμο διαδοχικών συμβιβασμών στο πλαίσιο των αντιθέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας, ώσπου να «ξανασμίξουνε πάλι και να φτιάξουνε τραστ». Και εκτός από όσα «παραβλέπει», το ίδιο αυτό «αφήγημα» αποτελεί κρίκο πρόσδεσης της Ελλάδας (πολιτικά, διπλωματικά, στρατιωτικά) σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς εναντίον λαών και κρατών της ευρύτερης περιοχής, οι οποίοι σχεδιασμοί έχουν τόση σχέση με τα ελληνικά εθνικά θέματα όση σχέση είχε (και όση σχέση αποδείχτηκε ότι είχε) ο «δρόμος προς την Πόλη» μέσω Ουκρανίας το 1919.

***

Μπορεί εκ πρώτης όψεως αυτή η κριτική να φαντάξει «ωφελιμιστική». Η στάθμιση βέβαια της ωφέλειας είναι εντός ορισμένων ορίων αναπόφευκτη σε κάθε πολιτική, όμως «ωφελιμισμό» και μάλιστα της χυδαιότερης μορφής αποτελεί η πολιτική προδοσίας του παλαιστινιακού λαού προκειμένου τάχα ένα κράτος-δολοφόνος όπως το Ισραήλ να προσαρμόσει τους σχεδιασμούς του στην υπεράσπιση των ελληνικών εθνικών θεμάτων και όχι στην κυνική υπεράσπιση των συμφερόντων της δικής του άρχουσας τάξης…

«Ωφελιμισμό» αποτελεί η δωρεάν επίκληση των «κανόνων του διεθνούς δικαίου» από όλους εναντίον όλων, την ίδια στιγμή που έχουν τεθεί στο γενικό στόχαστρο οι μόνοι κανόνες και αρχές που μπορούν να αποτελούν πραγματικά διεθνές δίκαιο: η αναγνώριση των απλών νόμων της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, ως υπέρτατων νόμων των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη [*]. Άλλο διεθνές δίκαιο από αυτό δεν υπάρχει. Έξω από αυτό το διεθνές δίκαιο, που είναι και το μόνο διεθνές δίκαιο, κανένα εθνικό θέμα δεν βρίσκει νομιμοποίηση. Όσο κι αν πασχίζουν στη θέση του να επιβάλλουν σαν «δίκαιο» την ισχύ των βομβαρδιστικών και των κανονιοφόρων, το ιμπεριαλιστικό κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους. 

Αντίστροφα, κανένα εθνικό θέμα δεν νομιμοποιεί ιμπεριαλιστικές συμμαχίες βαμμένες με το αίμα του κάθε λαού και όλων των λαών. Η κυβερνητική συμμαχία με το Ισραήλ είναι συστατικό του ιμπεριαλιστικού πολέμου κατά των λαών, και ανάγλυφα αναδείχτηκε αυτό με την κυβερνητική ψήφο κατά του παλαιστινιακού λαού στη ΓΣ του ΟΗΕ [**].

=================

[*]Από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών.

[**] Μια κριτική σαν αυτή που προηγήθηκε, αν και «από μόνη» δίνει την εντύπωση «μετωπικής αντιπαράθεσης», δεν παύει «από μόνη» να είναι  και αξιοποιήσιμη από την άρχουσα τάξη στο βαθμό που μέσω παρόμοιων κριτικών η ελληνική αστική τάξη είναι ικανή να εμφανίζει και να «οικειοποιείται» εχέγγυα φίλιας του ελληνικού λαού με άλλους λαούς, τους οποίους ταυτόχρονα βάζει έτσι πιο αποτελεσματικά στο στόχαστρο με την «πραγματιστική» συμμετοχή της στις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Στο βαθμό, δηλαδή, που μια τέτοια κριτική δεν κατατείνει στη συνολική ανατροπή της πολιτικής της και στη συνολική ήττα της ελληνικής αστικής τάξης από την λαϊκή πάλη, στον ίδιο βαθμό μπορεί να της επιφυλαχθεί ρόλος ιεραπόστολου που προηγείται σαν εμπροσθοφυλακή των αποικιακών στρατευμάτων, τα οποία και θα συμπληρώσουν το κήρυγμά του με τη σφαγή… (Η φιλία προς τον κουρδικό λαό αποτέλεσε εργαλείο για την παράδοση του Οτσαλάν στο τουρκικό κράτος, η αλληλεγγύη προς τον «ομόδοξο σερβικό λαό» χρησιμοποιήθηκε σαν διπλωματικό συστατικό της ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο κατά της Σερβίας, οι φιλικές σχέσεις με τα αραβικά κράτη αποτέλεσαν όχημα των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών καταστροφής αυτών των κρατών. Το «γεωγραφικό σταυροδρόμι» είναι εκτός των άλλων και εύφορο για ένα κράτος-ρουφιάνο σαν το ελληνικό. Θα επιτρέψουμε να αντικρίσουμε στον καθρέφτη μας το δικό του πρόσωπο;).


συμπυκνωμένη η εθνική μας ανυποληψία

Η είδηση από τον Ριζοσπάστη:

Τον περασμένο Οκτώβρη ο πρέσβης των ΗΠΑ Τζέφρι Πάιατ, επισκεπτόμενος την Αλεξανδρούπολη, είχε συναντηθεί με τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου Εβρου και τού είχε εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για το θέμα της αδελφοποίησης με το Επιμελητήριο της Συμφερόπολης στην Κριμαία. Η συμφωνία αυτή είχε υπογραφεί το 2016 και ο Αμερικανός πρέσβης την είχε χαρακτηρίσει «απαράδεκτη», προσθέτοντας μάλιστα ότι «είναι ένα θέμα που πρέπει να λυθεί». Στη φετινή τους συνάντηση, ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου ανακοίνωσε στον Πάιατ πως το ζήτημα λύθηκε, με τον πρέσβη να δηλώνει στον προσωπικό του λογαριασμό στο «Twitter» ικανοποιημένος «για την απόφαση του Επιμελητηρίου να διαλύσει τη σχέση του με το Επιμελητήριο της Συμφερόπολης στην παράνομα κατεχόμενη Κριμαία».

*

Ποιοί ιστορικοί δεσμοί; ποιά συμφωνία; ποιά αδελφοποίηση και ποια φιλία; Τι είδους θέση στη διεθνή πολιτική, τι διεθνή αξιοπιστία, τι είδους διεθνή υπόληψη της Ελλάδας καθρεφτίζει και συμπυκνώνει αυτό το μικρό περιστατικό, όπου ένα τοπικό ελληνικό επιμελητήριο υπόσχεται το 2016 αμοιβαία αδελφοσύνη με το αντίστοιχο μιας ξένης χώρας, ακολουθεί το 2018 η «κατσάδα» του πρέσβη των ΗΠΑ, και το 2019 «το ζήτημα λύνεται» με τη διάλυση της «αδελφοσύνης» του Επιμελητηρίου Έβρου με το Επιμελητήριο Συμφερόπολης…

Η «τοπική» διάσταση των γεγονότων δεν συσκοτίζει την ουσία των φαινομένων. Στην πραγματικότητα η διάσταση μόνο τοπική δεν είναι, και το «τοπικό» περιστατικό συμπυκνώνει όλη τη διεθνή «μας» ανυποληψία, την ανυποληψία της διεθνούς πολιτικής της ελληνικής αστικής  τάξης για να ακριβολογούμε, μόνο που η κυριαρχία της τελευταίας καθιστά την ανυποληψία αυτή «εθνική», και είτε εντός είτε εκτός εισαγωγικών σε ανυποληψία δική μας για όσο η αστική τάξη είναι κυρίαρχη τάξη της ελληνικής κοινωνίας και για όσο ο ελληνικός λαός παραμένει ζεμένος στο άρμα αυτής της κυριαρχίας.

Δεν έχει υπόληψη, βρίσκεται στα κατώτατα επίπεδα του εξευτελισμού του ένας άνθρωπος είτε ένας λαός ολόκληρος, που τη μια μέρα δίνει το χέρι σε μια συμφωνία αμοιβαίας αδελφότητας και την άλλη μέρα παίρνει το λόγο του πίσω συμμορφούμενος με τις υποδείξεις του προαγωγού του, εν προκειμένω του πρέσβη των ΗΠΑ.

Και βέβαια το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη διοίκηση του Επιμελητηρίου του Έβρου, παρά τις δικές της ευθύνες για αυτή την ντροπιαστική μεθόδευση. Το πρόβλημα στην ολότητά του αφορά την ίδια την κυβέρνηση  που ανέχεται τέτοιες παρεμβάσεις του πρέσβη των ΗΠΑ. Αφορά τη σημερινή κυβέρνηση που «επί των ημερών της» ολοκληρώθηκε αυτό το «μικρό» αισχρό περιστατικό. Αφορά την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που τον Οκτώβρη του 2018, αν διατηρούσε ίχνος στοιχειώδους αξιοπρέπειας, όφειλε δημόσια να χαρακτηρίσει ανεπιθύμητες αυτού του είδους τις δραστηριότητες και παρεμβάσεις του πρέσβη των ΗΠΑ, τις υποδείξεις του για το ποια και ποια φιλία θα έχει και δεν θα έχει το κάθε τοπικό επιμελητήριο της χώρας, όφειλε να χαρακτηρίσει ανεπιθύμητο και τον ίδιο τον πρέσβη που ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητα μέσα στην ελληνική επικράτεια.

Και στο κάτω-κάτω για ποιον πρέσβη μιλάμε; Μιλάμε για αυτόν τον πρέσβη που πριν έρθει να αξιοποιήσει την επαγγελματική του εμπειρία στην Ελλάδα, υπήρξε ο διπλωματικός προϊστάμενος όλης της ιμπεριαλιστικής ραδιουργίας που οδήγησε στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης ουκρανικής κυβέρνησης, με χρησιμοποίηση ελεύθερων σκοπευτών-δολοφόνων στην υπηρεσία του κατοπινού «νέου συνασπισμού εξουσίας», με την ανάδειξη του φασιστικού πολιτικού συρφετού στο πολιτικό προσκήνιο, με ειδεχθή εγκλήματα όπως η μαζική δολοφονία δεκάδων ανθρώπων στην Οδησσό, με διεθνείς συνέπειες που οδήγησαν μια περιοχή της ευρωπαϊκής ηπείρου σε συνθήκες πολέμου ικανού ανά πάσα στιγμή να ενταθεί και να γενικευθεί σαν συστατικό της παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…

…Μιλάμε για την ανεπιθύμητη πολιτική των ΗΠΑ και για ένα πρόσωπο που στην σταδιοδρομία του συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ανεπιθύμητη την παρουσία του και τη δραστηριότητά του, όπως εκφράστηκε και με τις απαράδεκτες και «αναρμόδιες» αξιώσεις του προς το Επιμελητήριο Έβρου.

*

Το τοπικό περιστατικό είναι ενδεικτικό της συνολικής εθνικής ανυποληψίας της χώρας μας. Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από μια αναδρομή σε παρόμοια «κεντρικά» κρούσματα των τελευταίων δεκαετιών. Να θυμηθούμε την ελληνική συμμετοχή στη ΝΑΤΟϊκή πολεμική μηχανή κατά του λαού της Σερβίας; Να θυμηθούμε τη διέλευση των ΝΑΤΟϊκών «χερσαίων» προς τη Σερβία για χάρη της οποίας διέλευσης τα κόμματα της πλουτοκρατίας κουρέλιασαν κι αυτό το ίδιο το σύνταγμά «τους»; Να θυμηθούμε τη φρεγάτα που από τον αποκλεισμό της Σερβίας στην Αδριατική «έσπευδε» στα Δωδεκάνησα σε μια – επιτέλους – «εθνική» αποστολή αποσώβησης των χειρότερων στα Ίμια; Να θυμηθούμε την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους πράκτορες στο Ναϊρόμπι; Να θυμηθούμε τις αλλεπάλληλες  εξοπλιστικές «αγορές του αιώνα» που για τις ΝΑΤΟϊκές επιθετικές κι όχι τις εθνικές αμυντικές ανάγκες υποθηκεύουν οικονομικά και πολιτικά τη χώρα για αιώνες;  Να θυμηθούμε τον τραγέλαφο της αγοράς των S-300 που αντί για τον προορισμό τους στην Κύπρο καταχωνιάστηκαν στην Κρήτη και σήμερα χρησιμοποιούνται σε ιμπεριαλιστικές πρόβες πολέμου κατά του… Ιράν; Να θυμηθούμε το ξεπούλημα των ναυπηγείων με έτοιμες κρατικές παραγγελίες και με αντίτιμο το «υποβρύχιο που γέρνει»; Να θυμηθούμε τη «στρατηγική» του «καλού παιδιού» των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για να «δώσουν» στην ελληνική άρχουσα τάξη το «όνομα» της Μακεδονίας και τι πήρε τελικά η ελληνική άρχουσα τάξη με αυτή της τη «στρατηγική»; Να θυμηθούμε την επανένταξη στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ πέντε μόλις χρόνια μετά την ΝΑΤΟϊκή μεθόδευση της τουρκικής εισβολής. Να θυμηθούμε την ίδια την προδοσία της Κύπρου από τα «εξαπατημένα» γιουσουφάκια των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών προστατών της αστικής τάξης;

Και είναι ακόμα μακρύς ο κατάλογος των όσων προηγήθηκαν και των όσων έπονται.

*

Την πολιτική της εθνικής μας ανυποληψίας τη «δικαιολογούν» όλα αυτά τα χρόνια, κι ακόμα περισσότερο σήμερα, σαν πανάκεια για τη λύση των «εθνικών» θεμάτων της χώρας. Αν είναι δυνατόν, οποιαδήποτε χώρα, να προασπίσει τα «εθνικά» της θέματα με μια πολιτική εξευτελισμού τέτοια που μόνο τον διεθνή εμπαιγμό θα άξιζε και όχι οτιδήποτε άλλο! Και σήμερα, καθώς τα εθνικά θέματα γίνονται αντικείμενο των μονοπωλιακών συμφερόντων που λυμαίνονται τον ορυκτό πλούτο της περιοχής, ήδη προετοιμάζουν το ιδεολογικό έδαφος της εχώρησης εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επιστρατεύοντας επιπλέον την απατηλή «επικοινωνιακή» διάχυση τυπολογικών σχημάτων περί δημογραφικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, περί συσχετισμών υπεροπλίας (παρά τις τόσες «αγορές του αιώνα» στη διάρκεια τριών-τεσσάρων μόνο δεκαετιών) κ.ο.κ.

Δεν πρόκειται για αυτά. Πρόκειται για την ίδια τους την πολιτική: τη διαρκή, σταθερή, μόνιμη, διαχρονική πολιτική τους και την μοναδική δυνατή της προέκταση, την μοναδική δυνατή της συνέχιση με οποιαδήποτε μέσα, τα μοναδικά δυνατά της αποτελέσματα… «Ο πόλεμος είναι συνεχιση της πολιτικής με άλλα μέσα», αλλά εδώ δεν γίνεται λόγος για τον πόλεμο. Γίνεται λόγος για την πολιτική, της οποίας ο πόλεμος αποτελεί συνέχιση με βίαια μέσα. Γίνεται λόγος για τις επιδιώξεις και τα αποτελέσματα της πολιτικής, που προδιαγράφουν τις επιδιώξεις και τα τα αποτελέσματα οποιασδήποτε «συνέχισής» της.  Γίνεται λόγος για τις επιδιώξεις και τα αποτελέσματα της πολιτικής μιας κοινωνικής τάξης ούτως ή άλλως ανίκανης να εμφανιστεί ότι προασπίζεται την εθνική κυριαρχία χωρίς να την έχει ήδη μετατρέψει σε εξάρτημα της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, και πάντως ικανότατης στο να ενισχύει ξανά και ξανά τους όρους κερδοφορίας της πάνω σε εθνικά συντρίμμια και σε εθνική οδύνη για το λαό.

Πρόκειται, στον «ιστορικό καθορισμό» της, για την «εθνική» πολιτική  της δικής μας ανυποληψίας  και του δικού μας εξευτελισμού, κι αυτή είναι η δική τους «εθνική» πολιτική. Ίσως φαντάζει παράδοξο μια τέτοια πολιτική να ονομάζεται «εθνική». Αλλά ποια θα μπορούσε να είναι η «εθνική» πολιτική μιας τάξης που υψώνει και υποστέλλει τη σημαία ανάλογα με τους συντελεστές της φορολόγησής της, ανάλογα με το εργατικό «κόστος» και τις διεθνείς εργολαβίες της, και που αρέσκεται στα «εθνικά» κηρύγματά της να επικαλείται το «έθνος» και τις «ανάγκες του» φορώντας  σημαία Αντίγκουα και Λιβερίας, την ίδια ώρα που απεργάζεται δεινά  για το λαό μας και τους λαούς της περιοχής; 

 

 

 

 

 


έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει.

Το δικαίωμα υπάρχει. Το αν κάνει καλά ή όχι όποιος την τοποθετεί ή δεν την τοποθετεί, είναι άλλο θέμα.

*

Η φασιστική χούντα 67-74 είχε ανακηρύξει «εθνική εορτή» την 21-4. Τα μπαλκόνια των σπιτιών ήταν για επτά χρόνια κάθε τέτοια  μέρα «σημαιοστολισμένα».  Εκτός από μερικά. Εκτός από εκείνων που έκαναν καλά.

Περιττό να ειπωθεί ότι κάθε 25-3 και 28-10, ήταν «σημαιοστολισμένα» όλα τα μπαλκόνια. Αυτό έλειπε, να μη βάζαν σημαία, τέτοιες μέρες, οι πολιτικοί επίγονοι των Νενέκων και των Ράλληδων, οι επιζώντες γερμανοτσολιάδες της κατοχής.

Εωσότου, 17-11-73, πάνω από τη σημαία πέρασαν οι ερπύστριες του ΝΑΤΟϊκού τανκ, στο πλευρό του οποίου ήταν βέβαια σταμπαρισμένη και η σημαία.

 

Τη σημαία τη βάζει ο καθένας όπου θέλει . Ιδίως στην ιδιοκτησία του.

Εκεί όπου ένα βουνό, μια θάλασσα, ανήκει σε όλους εξίσου, συνήθως δεν υπάρχει σημαία. Κι έχει κανείς εκεί, χωρίς σημαία, την αδιαπραγμάτευτη αίσθηση ότι «εκεί είναι Ελλάδα» για τον απλό λόγο ότι εκείνο το μέρος ανήκει εξίσου σε όλους.

Αν τυχόν τώρα το ίδιο μέρος εκχωρηθεί σε ένα μικρό ή μεγάλο επιχειρηματικό συμφέρον, ένα ξενοδοχείο ή μια καντίνα ας πούμε,  τότε κατά πάσα πιθανότητα θα ξεφυτρώσει εκεί και μια σημαία για να σημάνει εμφατικά, βίαια, την επιβολή του ψέμματος σαν αλήθεια. Το ξενοδοχείο μου, η καντίνα μου, η γαιοπρόσοδος του φραπέ και της ξαπλώστρας,  «είναι Ελλάδα». Εσύ, που παραμένεις εκεί όπου τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν και καθετί ανήκει εξίσου σε όλους, είσαι αλλού, είσαι ήδη εξόριστος, σε κάποιο είδος προσωρινής τοποθεσίας «τράνζιτ», και τα όρια του τόπου της εξορίας σου, ακόμα κι αυτά, στενεύουν καθημερινά, όσο η «Ελλάδα» της εκχώρησης επελαύνει με τις σημαίες της.

*

Ακόμα δεν μπήκες στο θέμα. ‘Εκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Είπαμε, εντός της ελληνικής επικράτειας καθένας μπορεί να τοποθετεί την ελληνική σημαία όπου θέλει, και το αν κάνει καλά ή όχι είναι άλλο θέμα.

Ιδίως στην περίπτωση όπου η τοποθέτηση του συμβόλου επαφίεται στην κυριαρχία πολιτικών σχέσεων και δεσμεύσεων εχθρικών, και όπου έτσι πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την επικύρωση αυτής της κυριαρχίας.

Τέτοιες, εχθρικές, είναι οι δεσμεύσεις και οι σχέσεις της εκχώρησης συνολικά, της ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των σφαιρών επιρροής και των ζωνών εκμετάλλευσης, της υπαγωγής στους όρους της μέσω της ευθυγράμμισης με τη ΝΑΤΟϊκή και ΕυρωΕνωσιακή στρατηγική, οι σχέσεις και δεσμεύσεις των «ανταλλαγμάτων», της κυριαρχίας του κεφαλαίου που «πουλά» ό,τι «δεν ανήκει σε κανέναν» κι «αγοράζει» τις πηγές της δικής του καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Σ΄αυτές, τις τελευταίες, θα σε πάνε ακόμα και με το ζόρι να τους μπήξεις τη σημαία. Τα υπόλοιπα, που «δεν ανήκουν σε κανέναν», είναι έτσι κι αλλιώς γκρίζα. Όχι τα Ίμια και οι Ανθρωποφάδες. Τα βουνά και οι (γκρίζες, όχι πια γαλάζιες) θάλασσες του ΤΑΙΠΕΔ.

*

Όμως έκαναν καλά ή όχι αυτοί;

Το ζήτημα δεν είναι ο οποιοσδήποτε άδολος ή δόλιος συναισθηματισμός. Το ζήτημα είναι ότι στο πρόσφατο παρελθόν, χωρίς την τοποθέτηση μιας σημαίας υπό τύπο «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», δεν θα είχε η κυβέρνηση την ευκαιρία να «ευχαριστήσει τις ΗΠΑ».

Επομένως, τι σημαίνει η «τοποθέτηση» της σημαίας εντός του καθεστώτος και κάτω από το καθεστώς της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της εκχώρησης, των ανταλλαγμάτων, των εχθρικών προς το λαό πολιτικών δεσμεύσεων και σχέσεων, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και του ΤΑΙΠΕΔ;

Τι σημαίνει η σημαία εντός αυτού του καθεστώτος, κάτω από το καθεστώς; Και, το ζήτημα είναι, αν υπάρχει περίπτωση να αποκτήσει και να ολοκληρώσει  η σημαία τη σημασία της, χωρίς οι σημαιοφόροι της να αναδειχθούν σαν τέτοιοι στην πρώτη γραμμή του πολέμου ενάντια σε αυτό το καθεστώς. Το καθεστώς της εξουσίας των μονοπωλίων, το καθεστώς της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

*

Το σπίτι σου «είναι Ελλάδα», είναι φανερό αυτό από τη σημαία στο μπαλκόνι. Την έβαλες εκεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να μη στο πάρουν οι Τούρκοι. Μπορεί να στο πάρουν, μαζί με τη σημαία, οι τράπεζες και η εφορία, το κεφάλαιο και το κράτος του, στο όνομα του ελληνικού λαού.

Τελικά δε μας είπες αν έκαναν καλά ή όχι αυτοί.

 


μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!


σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!