Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 

Advertisements

επικοινωνία και πολιτική ως τέχνη (ορισμένες σκέψεις)

«…Η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλ. το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ιδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις -που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές, είτε οι γενικές-κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ’ έναν γενικό μέσο όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της…»

(Ένγκελς, γράμμα στον Μπλοχ, “Διαλεχτά Έργα”, 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ)

*

Αν υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέχνη της πολιτικής, τότε ένα μέρος από το κύριο νόημά της συνίσταται στο ότι σκοπός της άσκησής της δεν είναι η παραγωγή «ασυνείδητα και άβουλα» του ιστορικού αποτελέσματος ως τυχαίας συνισταμένης, στην οποία θα έχει «συμβάλει» και θα περιέχεται ανάλογα μέσα της η ατομική θέληση του υποκειμένου που δρα πολιτικά.

Σκοπός της άσκησής της είναι το ιστορικό αποτέλεσμα, που -ως συνισταμένη «των αναρίθμητων δυνάμεων»- ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην ατομική θέληση του πολιτικού υποκειμένου.

Εφόσον είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι  για το πολιτικό υποκείμενο και την ατομική του θέληση δεν αρκεί να επαφίεται στην κατεύθυνση   «προς [την οποία] τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες», κι ότι, ακόμα περισσότερο, σε τελευταία ανάλυση όχι απλώς δεν αρκεί να επαφίεται αλλά ότι στην περίπτωση αυτή συγκεντρώνει στον εαυτό της τους όρους και τις προϋποθέσεις της μετατροπής της σε έναν από όλους αυτούς τους παράγοντες των οποίων τη συνισταμένη θα αποτελέσει το ιστορικό αποτέλεσμα «ασυνείδητα και άβουλα»: Όσο πιο «ασυνείδητα» και όσο πιο «άβουλα» θα είναι αυτό δυνατό στη βάση των πραγματικών εξωτερικών και σε τελευταία ανάλυση οικονομικών συνθηκών…

Σημαίνει επίσης ότι, αντίθετα, το πολιτικό υποκείμενο οφείλει στην έκφραση της ατομικής θέλησής του (στο περιεχόμενό της που εκφράζεται και στη μορφή της με την οποία μπορεί αυτό το περιεχόμενο να εκφραστεί) να συνυπολογίζει το σύνολο των δυνάμεων, των «ατομικών θελήσεων» που επιδρούν,  ώστε αυτός ο «γενικός μέσος όρος», η «κοινή συνισταμένη» στην οποία θα συγχωνευτούν, το ιστορικό αποτέλεσμα, να ανταποκρίνεται στην ατομική θέληση του δρώντος υποκειμένου, συνειδητά και θεληματικά…

*

Εφόσον, παραπέρα, πριν την οποιασδήποτε μορφής πραγματική υλική δύναμη, ο κρισιμότερος παράγοντας καθορισμού των πολιτικών συσχετισμών και των αποκρυσταλλώσεών τους είναι η κοινωνική συνείδηση, οι ατομικές συνειδήσεις στο σύνολό τους παρμένες, οι συνειδήσεις που πραγματώνονται με τη μορφή ατομικών θελήσεων και με τη μορφή της έκφρασης αυτών των ατομικών θελήσεων, τότε λοιπόν πλάι στην τέχνη της πολιτικής και σαν μέρος της τέχνης της πολιτικής αποκτά κρίσιμη σημασία η τέχνη της επικοινωνίας, η οποία μπορεί να εξασκηθεί είτε με τη μια είτε με την άλλη μέθοδο: Είτε δηλαδή να αποτελέσει την έκφραση της ατομικής θέλησης που επαφίεται στη σωματική της διάπλαση και τις εξωτερικές συνθήκες, είτε να μην «επαφίεται» αλλά να ασκείται με γνώμονα το «ιστορικό αποτέλεσμα» που πρόκειται να επιφέρει η άσκησή της και το οποίο αποτέλεσμα συνίσταται εδώ σε μια ασυνείδητη ή συνειδητή, άβουλη ή θεληματική, κοινωνική και ατομική συνειδησιακή μεταβολή.

Το γενικό σχήμα της επικοινωνίας έχει την ακόλουθη μορφή:

πρόθεση –> πομπός –> μήνυμα (+συμπεριέχον) –> δέκτης –> διαφορικό αποτέλεσμα [*]

Στην περίπτωση που ο πομπός επαφίεται και ακολουθεί παθητικά την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν η «σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες», τότε στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, καταργεί αν όχι την πρόθεση την ίδια , σίγουρα όμως καταργεί κάθε συνειδητή σχέση του με την πρόθεση, και αλυσιδωτά καταργεί επίσης κάθε συνειδητή σχέση ανάμεσα στην πρόθεση και στο διαφορικό αποτέλεσμα (το περιεχομενο της συνειδησιακής μεταβολής), καταργεί επομένως και κάθε συνειδητή σχέση του μηνύματος με τον δέκτη, αγνοεί τον ίδιο τον δέκτη και τους όρους που καθορίζουν την ατομικότητά του και τη θέληση αυτής της ατομικότητας, αγνοεί το συμπεριέχον δηλαδή το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον που επιδρά στη σχέση μεταξύ μηνύματος και δέκτη πέρα από την ατομική υλική υπόσταση και μορφή του μηνύματος και τον αντίστοιχο ατομικό καθορισμό του δέκτη, και εν τέλει το μήνυμα καθορίζεται σε μορφή και περιεχόμενο αποκλειστικά απ’ την εξάρτησή του από τον πομπό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια χειρότερη ή καλύτερη επανάληψη αυτού που «είναι» ο πομπός.

Στην περίπτωση, αντίθετα, που ο πομπός στοχεύει όχι σε ένα λίγο-πολύ τυχαίο αλλά σε ένα συνειδητό διαφορικό αποτέλεσμα, τότε οφείλει να ξεκινήσει όχι από την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν  η σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά από την πρόθεσή του που τότε αναγκαστικά αναφέρεται στο διαφορικό αποτέλεσμα, το οποίο (αντικειμενικά) επέρχεται  από τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον δέκτη και το μήνυμα, το οποίο μήνυμα οφείλει  λοιπόν να καθορίζεται σαν «υλικό» αντικείμενο (σε περιεχόμενο και μορφή) από τις ατομικές ιδιότητες του δέκτη που η σχέση τους με το μήνυμα θα είναι ικανή να τις οδηγήσει προς το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα.

Η παραπάνω δεύτερη «περίπτωση» ειναι γνωστή σε όσους  ασχολούνται επαγγελματικά με τον κλάδο της «επικοινωνίας», ανώτατη μορφή «αστικής» έκφρασης της οποίας δεν είναι παρά η διαφήμιση είτε με τη μορφή της «ρεκλάμας» ενός καταναλωτικού προϊόντος είτε με τη μορφή του λεγόμενου «ίματζ μέικινγκ» ενός προϊόντος πολιτικού (ισως όμως όχι και λιγότερο καταναλωτικού – αν και αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τα θεματολογικά όρια της ανάρτησης). Σε αυτή την μορφή της επικοινωνίας ο πομπός επιδιώκει βέβαια συνειδητά από την πλευρά του ένα συγκεκριμένο (και όχι «τυχαίο») διαφορικό αποτέλεσμα (τη συνειδησιακή μεταβολή του δέκτη που μπορεί να εκφραστεί με εμπορικές πωλήσεις, δημοσκοπικά ποσοστά, ψήφους, μια ορισμένη στα χαρακτηριστικά της ενεργητικότητα ή παθητικότητα κ.ά.), όμως ταυτόχρονα κατά κανόνα επιδιώκει το διαφορικό αυτό αποτέλεσμα (πρωταρχικά η επιδιωκόμενη συνειδησιακή μεταβολή) να επέρχεται ασυνείδητα από την άποψη του δέκτη: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή χειραγώγηση όπως λόγου χάρη όταν μια μάρκα αυτοκινήτου ασύνειδα ταυτίζεται με ένα θελκτικό γυναικείο σώμα, μια μάρκα απορρυπαντικού με την οικογενειακή ευτυχία,  ένα πολιτικό πρόσωπο με διαφόρων ειδών διαδεδομένα κοινωνικά ή ατομικά στερεότυπα κλπ.

Για εμάς, που ως «πομποί» οφείλουμε να επιδιώκουμε την επέλευση ενός ορισμένου διαφορικού αποτελέσματος συνειδητά  όχι μόνο  από την πλευρά μας αλλά συνειδητά και από την άποψη του δέκτη, ώστε λοιπόν συστατικό του διαφορικού αποτελέσματος (της συνειδησιακής μεταβολής) που επιδιώκουμε καθίσταται και η συνειδητότητα της επέλευσής της από την πλευρά του «δέκτη» (και που επίσης δεν ξεχνάμε ότι στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης διαπαιδαγωγείται και ο παιδαγωγός, πόσο μάλλον όταν οι ιδιότητες του πομπού και του δέκτη εναλλάσσονται συνεχώς), για εμάς λοιπόν η παραπάνω μορφή, η μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, είναι  συνολικά ακατάλληλη. Δεν είναι όμως το (αντικειμενικά ισχύον) «γενικό σχήμα» της επικοινωνίας που αλλάζει εδώ, αλλά μόνο το ποιοτικό περιεχόμενο του διαφορικού αποτελέσματος (στο οποίο προστίθεται και η συνειδητότητα του δέκτη) και σ’ αυτό (σ’ αυτό από μόνο του) βρίσκεται η καθοριστική (ή μια καθοριστική) ειδοποιός διαφορά.

Για εμάς, είπα. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει αποκλειστικά «εμάς». Αντίθετα, όσο σημαίνει «εμάς» άλλο τόσο σημαίνει και τους «άλλους», στο βαθμό που η κοινότητα δεν καθορίζεται από διαχωρισμούς οι οποίοι ως προερχόμενοι από διαφορετικά πραγματικά και εννοιολογικά πεδία είναι στο εξεταζόμενο πεδίο διαχωρισμοί τεχνητοί, στο βαθμό δηλαδή που η κοινότητα καθορίζεται (αν πράγματι καθορίζεται) από το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα και τα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει σε όλη την έκταση του «γενικού σχήματος», από το αποτέλεσμα έως και την πρόθεση με όλη την καθημερινή ζωή και επικαιρότητα ανάμεσά τους.

[*] Χρήσιμο ίσως να επισημανθεί το ίσως αυτονόητο, ότι ο πομπός και ο δέκτης στο παραπάνω σχήμα δεν είναι βέβαια συσκευές αλλά ανθρώπινα άτομα ή σύνολα ανθρώπινων ατόμων και ότι η υλική μορφή του μηνύματος εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο κάθε φορά μέσο επικοινωνίας: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλίο, εφημερίδα είναι μερικά από αυτά. Κι επίσης ο άμεσος προφορικός λόγος (λ.χ. σε μια συζήτηση «δια ζώσης») ή το διαδίκτυο (με τα απρόσωπα και αφηρημένα ατομικά χαρακτηριστικά πομπού και δέκτη, τόσο ώστε το άτομο είτε σαν πομπός είτε σαν δέκτης να εμφανίζεται σαν αφηρημένη γενίκευση) που παρουσιάζουν την ιδιομορφία της διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη και της συνεχούς μεταξύ τους εναλλαγής αυτών των ιδιοτήτων.


Τα 10 άμεσα μέτρα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1847)

«…Όσο πολύ κι αν έχουν αλλάξει οι συνθήκες στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, οι γενικές αρχές που εκτέθηκαν σ’ αυτό το «Μανιφέστο» διατηρούν σε γενικές γραμμές και σήμερα όλη τους την ορθότητα. Μερικά σημεία θα μπορούσαν εδώ κι εκεί να διορθωθούν. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών, εξηγεί το ίδιο το «Μανιφέστο», θα εξαρτηθεί παντού και πάντα από τις υπάρχουσες συνθήκες και γι’ αυτό δεν αποδίδεται καθόλου ιδιαίτερη σημασία στα επαναστατικά μέτρα, που προτείνονται στο τέλος του ΙΙ μέρους. Αυτό το μέρος θα το παρουσιάζαμε σήμερα από πολλές απόψεις διαφορετικά. Μπρος στην τεράστια ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας στα τελευταία 25 χρόνια και στην κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης που προοδεύει μαζί της, μπρος στην πρακτική πείρα, πρώτα της επανάστασης του Φλεβάρη, και πολύ περισσότερο ακόμα της Κομμούνας του Παρισιού, όπου για πρώτη φορά το προλεταριάτο κράτησε την πολιτική εξουσία δύο ολόκληρους μήνες, το πρόγραμμα αυτό πάλιωσε σε μερικά σημεία. Η Κομμούνα ιδίως, απέδειξε ότι «δεν μπορεί η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς» …»

(Από τον πρόλογο των Μαρξ – Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1872 του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, ΣΕ σελ. 8)

*

«…Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για ν’ αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σαν κυρίαρχη τάξη, και να αυξήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτό, φυσικά, στην αρχή μπορεί να γίνει μονάχα με δεσποτικές επεμβάσεις στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και στις αστικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή με μέτρα που οικονομικά φαίνονται ανεπαρκή και αστήρικτα, αλλά που στην πορεία του κινήματος ξεπερνούν τον εαυτό τους και γίνονται αναπόφευκτα το μέσο για να ανατραπεί ολόκληρος ο τρόπος παραγωγής.

Αυτά τα μέτρα, φυσικά, θα είναι διαφορετικά ανάλογα με τις διάφορες χώρες.

Ωστόσο, για τις πιο προχωρημένες χώρες θα μπορούν να μπουν σε εφαρμογή, σχεδόν παντού, τα παρακάτω μέτρα:

1. Απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για να αντιμετωπιστούν οι κρατικές δαπάνες.

2. Γερή προοδευτική φορολογία.

3. Κατάργηση του κληρονομικού δικαίου.

4. Κατάσχεση της περιουσίας όλων των φυγάδων και των στασιαστών.

5. Συγκέντρωση της πίστης στα χέρια του κράτους, μέσω μιας εθνικής τράπεζας, που τα κεφάλαιά της θα ανήκουν στο κράτος και που θα έχει το αποκλειστικό μονοπώλιο.

6. Συγκέντρωση στα χέρια του κράτους όλων των μέσων μεταφοράς.

7. Αύξηση του αριθμού των εθνικών εργοστασίων και των εργαλείων παραγωγής. Εκχέρσωση και βελτίωση των γαιών, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο.

8. Ίση υποχρεωτική δουλειά για όλους. Οργάνωση βιομηχανικών στρατών, ιδιαίτερα για τη γεωργία.

9. Συνδυασμός της γεωργίας και της βιομηχανίας. Μέτρα που τείνουν στο να εξαφανίσουν βαθμιαία τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

10. Δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά. Κατάργηση της δουλειάς στο εργοστάσιο με τη σημερινή της μορφή. Συνδυασμός της εκπαίδευσης με την υλική παραγωγή κλπ. κλπ.

Όταν στην πορεία της εξέλιξης θα έχουν εξαφανιστεί οι ταξικές διαφορές, κι όταν θα έχει συγκεντρωθεί όλη η παραγωγή στα χέρια των οργανωμένων ατόμων, τότε η δημόσια εξουσία θα χάσει τον πολιτικό της χαρακτήρα. Η πολιτική εξουσία στην ουσία της είναι οργανωμένη βία μιας τάξης για την καταπίεση μιας άλλης. Όταν το προλεταριάτο στην πάλη του ενάντια στην αστική τάξη συγκροτείται αναγκαστικά σε τάξη, όταν γίνεται με μια επανάσταση κυρίαρχη τάξη και σαν κυρίαρχη τάξη καταργεί βίαια τις παλιές σχέσεις παραγωγής, τότε μαζί μ’ αυτές τις σχέσεις παραγωγής καταργεί τους όρους ύπαρξης της ταξικής αντίθεσης, τις τάξεις γενικά και έτσι και την ίδια τη δικιά του κυριαρχία σαν τάξη.

Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας με τις τάξεις και τις ταξικές της αντιθέσεις έρχεται μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων…»

(Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδ. ΣΕ, σελ. 50-51)

*

Αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση στάθηκε για μένα η ανάγκη διόρθωσης μιας φραστικής μου παραδρομής σε άλλη πρόσφατη ανάρτηση του μπλογκ με τίτλο «νέο ΕΑΜ;».

Η παραδρομή εκεί, βρίσκεται στη φράση «…Συγκεντρώνει όλες τις τραπεζικές υποθέσεις αποκλειστικά στην κεντρική τράπεζα, που εκδίδει το εθνικό νόμισμα της χώρας», στην οποία άλλωστε και «ηχεί» ως αντίφαση η «αποκλειστικότητα», από τη μια, και ο χαρακτηρισμός της ως «κεντρικής», από την άλλη. Πάντως όταν έγραφα τη φράση αυτή το νόημα που είχα στο μυαλό μου, και στο οποίο συνίσταται το ζήτημα, είναι το νόημα του «μέτρου 5» από τα παραπάνω που απαριθμούνται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο  σαν δυνατά να μπουν σε εφαρμογή άμεσα στις πιο προχωρημένες χώρες τον καιρό που γράφτηκε, και το οποίο δε νομίζω ότι έχει «παλιώσει» από τότε – μάλλον η σημασία του έχει βαθύνει και το περιεχόμενο του έχει διευρυνθεί σε τομείς πέρα κι από την απλή «πίστη»:  Συγκέντρωση της πίστης στα χέρια του κράτους, μέσω μιας εθνικής τράπεζας, που τα κεφάλαιά της θα ανήκουν στο κράτος και που θα έχει το αποκλειστικό μονοπώλιο. Έτσι σωστότερη διατύπωση είναι όχι «…Συγκεντρώνει όλες τις τραπεζικές υποθέσεις αποκλειστικά στην κεντρική», αλλά «στην κρατική τράπεζα, που εκδίδει το εθνικό νόμισμα της χώρας».

Φυσικά δεν θα προχωρούσα σε αυτήν εδώ την ανάρτηση μόνο και μόνο για να διορθώσω ένα δικό μου λάθος, αν το θέμα της δεν παρουσίαζε συνολικότερο ενδιαφέρον, αν δεν αποτελούσε έτσι κι αλλιώς «τροφή» για σκέψη, τόσο για την επικαιρότητά του όσο και για το «πάλιωμά» του, όσο επίσης και για το περιεχόμενο το οποίο πρέπει να προσδίδουμε στο «πάλιωμα» αυτό από την άποψη των όσων αναφέρει ο πρόλογος του 1872 αλλά και από την άποψη του επιπέδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης σήμερα, μετά από 166 χρόνια, καθώς και από την άποψη της συσσωρευμένης συνολικής ιστορικής πείρας του κομμουνιστικού κινήματος από τότε ως σήμερα.


Ένγκελς: αναπόφευκτο και βούληση

TUengels

«…η σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία εχει δημιουργήσει μαζύ με τις τόσες αδικίες, και το προλεταριάτο, μια τάξη που μόνο αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία, μπορεί να βάλει το αίτημα της κατάργησης όχι αυτής ή της άλλης αδικίας, ή αυτής ή εκείνης της ταξικής οργάνωσης, ή αυτού ή εκείνου του ιδιαίτερου ταξικού προνομίου, αλλά το ζήτημα της κατάργησης κάθε τάξης γενικά, και που ΄χει περιέλθει σε μια τέτοια κατάσταση, που είναι αναγκασμένη να πραγματοποιήσει αυτό το αίτημα οπωσδήποτε α ν δ ε ν θ έ λ ε ι να ξεπέσει στην κατάσταση των Κινέζων κούληδων. (…) Επίσης … αυτή η μεγάλη βιομηχανία έχει δημιουργήσει στο πρόσωπο της αστικής τάξης, μια τάξη που κατέχει το μονοπώλιο όλων των μέσων παραγωγής και των μέσων ύπαρξης, αλλά που, σε κάθε περίοδο οικονομικής εμπλοκής και σε κάθε κραχ που την ακολουθεί, αποδείχνει πως έχει γίνει ανίκανη πλέον να κυριαρχεί και να κατευθύνει τις παραγωγικές δυνάμεις, που δεν υπακούουν στη θέλησή και στη δύναμή της˙ μια τάξη που κάτω από την καθοδήγησή της η κοινωνία τρέχει προς την καταστροφή της, όπως μια ατμομηχανή τρέχει προς το γκρεμό όταν ο μηχανοδηγός δεν μπορεί να πειθαρχήσει τα χαλασμένα φρένα της. Με λίγα λόγια: η βεβαιότητα και η σιγουριά των μαζών οφείλεται στο γεγονός, ότι τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τον σύγχρονο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και το σύστημα κατανομής των αγαθών που δημιούργησε ο τρόπος αυτός, έχουν έρθει σε οξύτατη αντίφαση με τον ίδιο αυτό τρόπο παραγωγής, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που κάνει αναπόφευχτη την ανατροπή αυτού του τρόπου παραγωγής και κατανομής, μια ανατροπή που θα έχει σαν αποτέλεσμα να καταργήσει όλες τις διαφορές των τάξεων, α ν δ ε ν θ έ λ ο υ μ ε να εξαφανιστεί όλη η σύγχρονη κοινωνία.»

(Αντι – Ντυρινγκ, εκδ. Αναγνωστίδη, σελ 234, 235 – οι υπογραμμίσεις δικές μου).


οικονομία, εποικοδόμημα, προσωπικότητα – γράμμα του Ένγκελς στον Στάρκενμπουργκ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 591-594, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_starkenmpurgk_1engels_ston_starkenmpurgk_2engels_ston_starkenmpurgk_3engels_ston_starkenmpurgk_4engels_ston_starkenmpurgk_5engels_ston_starkenmpurgk_6engels_ston_starkenmpurgk_7


ιδεολογία και ιστορία – γράμμα του Ένγκελς στον Μέρινγκ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 583-588, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_mering_1engels_ston_mering_2engels_ston_mering_3engels_ston_mering_4engels_ston_mering_5engels_ston_mering_6


βάση και εποικοδόμημα – γράμμα του Ένγκελς στον Μπλοχ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_mplox_1engels_ston_mplox_2engels_ston_mplox_3engels_ston_mplox_4engels_ston_mplox_5engels_ston_mplox_6