Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


επικοινωνία και πολιτική ως τέχνη (ορισμένες σκέψεις)

«…Η ιστορία γίνεται έτσι, που το τελικό αποτέλεσμα βγαίνει πάντα από τις συγκρούσεις πολλών ατομικών θελήσεων, που η καθεμιά τους πάλι γίνεται τέτοια που είναι από ένα πλήθος ιδιαίτερες συνθήκες ζωής. Υπάρχουν λοιπόν εδώ αναρίθμητες δυνάμεις που διασταυρώνονται, μια ατέλειωτη ομάδα από παραλληλόγραμμα δυνάμεων, από τα οποία βγαίνει μια συνισταμένη – δηλ. το ιστορικό αποτέλεσμα. Το ιστορικό αυτό αποτέλεσμα μπορεί πάλι να θεωρηθεί σαν το προϊόν μιας δύναμης που δρα σαν ένα σύνολο, ασυνείδητα και άβουλα. Γιατί αυτό που θέλει το κάθε άτομο, εμποδίζεται από κάθε άλλο άτομο κι αυτό που προκύπτει είναι κάτι που κανένας δεν το θέλησε. Έτσι η ως τώρα ιστορία κυλά σαν ένα φυσικό προτσές και υπόκειται κι αυτή ουσιαστικά στους ιδιους νόμους κίνησης. Όμως από το γεγονός, ότι οι ατομικές θελήσεις -που η καθεμιά τους θέλει εκείνο προς το οποίο τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες (είτε οι δικές της προσωπικές, είτε οι γενικές-κοινωνικές συνθήκες) – δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν, αλλά συγχωνεύονται σ’ έναν γενικό μέσο όρο, σε μια κοινή συνισταμένη, από το γεγονός αυτό δεν έχει κανένας το δικαίωμα να συμπεράνει ότι οι θελήσεις αυτές είναι ίσες με μηδέν. Απεναντίας, η καθεμιά συμβάλλει στη συνισταμένη και περιέχεται ανάλογα μέσα της…»

(Ένγκελς, γράμμα στον Μπλοχ, “Διαλεχτά Έργα”, 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ)

*

Αν υπάρχει λόγος να μιλάμε για τέχνη της πολιτικής, τότε ένα μέρος από το κύριο νόημά της συνίσταται στο ότι σκοπός της άσκησής της δεν είναι η παραγωγή «ασυνείδητα και άβουλα» του ιστορικού αποτελέσματος ως τυχαίας συνισταμένης, στην οποία θα έχει «συμβάλει» και θα περιέχεται ανάλογα μέσα της η ατομική θέληση του υποκειμένου που δρα πολιτικά.

Σκοπός της άσκησής της είναι το ιστορικό αποτέλεσμα, που -ως συνισταμένη «των αναρίθμητων δυνάμεων»- ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν περισσότερο στην ατομική θέληση του πολιτικού υποκειμένου.

Εφόσον είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι  για το πολιτικό υποκείμενο και την ατομική του θέληση δεν αρκεί να επαφίεται στην κατεύθυνση   «προς [την οποία] τη σπρώχνουν η σωματική της διάπλαση και οι εξωτερικές, σε τελευταία ανάλυση οικονομικές συνθήκες», κι ότι, ακόμα περισσότερο, σε τελευταία ανάλυση όχι απλώς δεν αρκεί να επαφίεται αλλά ότι στην περίπτωση αυτή συγκεντρώνει στον εαυτό της τους όρους και τις προϋποθέσεις της μετατροπής της σε έναν από όλους αυτούς τους παράγοντες των οποίων τη συνισταμένη θα αποτελέσει το ιστορικό αποτέλεσμα «ασυνείδητα και άβουλα»: Όσο πιο «ασυνείδητα» και όσο πιο «άβουλα» θα είναι αυτό δυνατό στη βάση των πραγματικών εξωτερικών και σε τελευταία ανάλυση οικονομικών συνθηκών…

Σημαίνει επίσης ότι, αντίθετα, το πολιτικό υποκείμενο οφείλει στην έκφραση της ατομικής θέλησής του (στο περιεχόμενό της που εκφράζεται και στη μορφή της με την οποία μπορεί αυτό το περιεχόμενο να εκφραστεί) να συνυπολογίζει το σύνολο των δυνάμεων, των «ατομικών θελήσεων» που επιδρούν,  ώστε αυτός ο «γενικός μέσος όρος», η «κοινή συνισταμένη» στην οποία θα συγχωνευτούν, το ιστορικό αποτέλεσμα, να ανταποκρίνεται στην ατομική θέληση του δρώντος υποκειμένου, συνειδητά και θεληματικά…

*

Εφόσον, παραπέρα, πριν την οποιασδήποτε μορφής πραγματική υλική δύναμη, ο κρισιμότερος παράγοντας καθορισμού των πολιτικών συσχετισμών και των αποκρυσταλλώσεών τους είναι η κοινωνική συνείδηση, οι ατομικές συνειδήσεις στο σύνολό τους παρμένες, οι συνειδήσεις που πραγματώνονται με τη μορφή ατομικών θελήσεων και με τη μορφή της έκφρασης αυτών των ατομικών θελήσεων, τότε λοιπόν πλάι στην τέχνη της πολιτικής και σαν μέρος της τέχνης της πολιτικής αποκτά κρίσιμη σημασία η τέχνη της επικοινωνίας, η οποία μπορεί να εξασκηθεί είτε με τη μια είτε με την άλλη μέθοδο: Είτε δηλαδή να αποτελέσει την έκφραση της ατομικής θέλησης που επαφίεται στη σωματική της διάπλαση και τις εξωτερικές συνθήκες, είτε να μην «επαφίεται» αλλά να ασκείται με γνώμονα το «ιστορικό αποτέλεσμα» που πρόκειται να επιφέρει η άσκησή της και το οποίο αποτέλεσμα συνίσταται εδώ σε μια ασυνείδητη ή συνειδητή, άβουλη ή θεληματική, κοινωνική και ατομική συνειδησιακή μεταβολή.

Το γενικό σχήμα της επικοινωνίας έχει την ακόλουθη μορφή:

πρόθεση –> πομπός –> μήνυμα (+συμπεριέχον) –> δέκτης –> διαφορικό αποτέλεσμα [*]

Στην περίπτωση που ο πομπός επαφίεται και ακολουθεί παθητικά την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν η «σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες», τότε στην πραγματικότητα, ουσιαστικά, καταργεί αν όχι την πρόθεση την ίδια , σίγουρα όμως καταργεί κάθε συνειδητή σχέση του με την πρόθεση, και αλυσιδωτά καταργεί επίσης κάθε συνειδητή σχέση ανάμεσα στην πρόθεση και στο διαφορικό αποτέλεσμα (το περιεχομενο της συνειδησιακής μεταβολής), καταργεί επομένως και κάθε συνειδητή σχέση του μηνύματος με τον δέκτη, αγνοεί τον ίδιο τον δέκτη και τους όρους που καθορίζουν την ατομικότητά του και τη θέληση αυτής της ατομικότητας, αγνοεί το συμπεριέχον δηλαδή το κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον που επιδρά στη σχέση μεταξύ μηνύματος και δέκτη πέρα από την ατομική υλική υπόσταση και μορφή του μηνύματος και τον αντίστοιχο ατομικό καθορισμό του δέκτη, και εν τέλει το μήνυμα καθορίζεται σε μορφή και περιεχόμενο αποκλειστικά απ’ την εξάρτησή του από τον πομπό, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια χειρότερη ή καλύτερη επανάληψη αυτού που «είναι» ο πομπός.

Στην περίπτωση, αντίθετα, που ο πομπός στοχεύει όχι σε ένα λίγο-πολύ τυχαίο αλλά σε ένα συνειδητό διαφορικό αποτέλεσμα, τότε οφείλει να ξεκινήσει όχι από την κατεύθυνση όπου τον σπρώχνουν  η σωματική του διάπλαση και οι εξωτερικές συνθήκες, αλλά από την πρόθεσή του που τότε αναγκαστικά αναφέρεται στο διαφορικό αποτέλεσμα, το οποίο (αντικειμενικά) επέρχεται  από τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον δέκτη και το μήνυμα, το οποίο μήνυμα οφείλει  λοιπόν να καθορίζεται σαν «υλικό» αντικείμενο (σε περιεχόμενο και μορφή) από τις ατομικές ιδιότητες του δέκτη που η σχέση τους με το μήνυμα θα είναι ικανή να τις οδηγήσει προς το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα.

Η παραπάνω δεύτερη «περίπτωση» ειναι γνωστή σε όσους  ασχολούνται επαγγελματικά με τον κλάδο της «επικοινωνίας», ανώτατη μορφή «αστικής» έκφρασης της οποίας δεν είναι παρά η διαφήμιση είτε με τη μορφή της «ρεκλάμας» ενός καταναλωτικού προϊόντος είτε με τη μορφή του λεγόμενου «ίματζ μέικινγκ» ενός προϊόντος πολιτικού (ισως όμως όχι και λιγότερο καταναλωτικού – αν και αυτό το ζήτημα υπερβαίνει τα θεματολογικά όρια της ανάρτησης). Σε αυτή την μορφή της επικοινωνίας ο πομπός επιδιώκει βέβαια συνειδητά από την πλευρά του ένα συγκεκριμένο (και όχι «τυχαίο») διαφορικό αποτέλεσμα (τη συνειδησιακή μεταβολή του δέκτη που μπορεί να εκφραστεί με εμπορικές πωλήσεις, δημοσκοπικά ποσοστά, ψήφους, μια ορισμένη στα χαρακτηριστικά της ενεργητικότητα ή παθητικότητα κ.ά.), όμως ταυτόχρονα κατά κανόνα επιδιώκει το διαφορικό αυτό αποτέλεσμα (πρωταρχικά η επιδιωκόμενη συνειδησιακή μεταβολή) να επέρχεται ασυνείδητα από την άποψη του δέκτη: Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή χειραγώγηση όπως λόγου χάρη όταν μια μάρκα αυτοκινήτου ασύνειδα ταυτίζεται με ένα θελκτικό γυναικείο σώμα, μια μάρκα απορρυπαντικού με την οικογενειακή ευτυχία,  ένα πολιτικό πρόσωπο με διαφόρων ειδών διαδεδομένα κοινωνικά ή ατομικά στερεότυπα κλπ.

Για εμάς, που ως «πομποί» οφείλουμε να επιδιώκουμε την επέλευση ενός ορισμένου διαφορικού αποτελέσματος συνειδητά  όχι μόνο  από την πλευρά μας αλλά συνειδητά και από την άποψη του δέκτη, ώστε λοιπόν συστατικό του διαφορικού αποτελέσματος (της συνειδησιακής μεταβολής) που επιδιώκουμε καθίσταται και η συνειδητότητα της επέλευσής της από την πλευρά του «δέκτη» (και που επίσης δεν ξεχνάμε ότι στη διαδικασία της διαπαιδαγώγησης διαπαιδαγωγείται και ο παιδαγωγός, πόσο μάλλον όταν οι ιδιότητες του πομπού και του δέκτη εναλλάσσονται συνεχώς), για εμάς λοιπόν η παραπάνω μορφή, η μορφή της επικοινωνιακής χειραγώγησης, είναι  συνολικά ακατάλληλη. Δεν είναι όμως το (αντικειμενικά ισχύον) «γενικό σχήμα» της επικοινωνίας που αλλάζει εδώ, αλλά μόνο το ποιοτικό περιεχόμενο του διαφορικού αποτελέσματος (στο οποίο προστίθεται και η συνειδητότητα του δέκτη) και σ’ αυτό (σ’ αυτό από μόνο του) βρίσκεται η καθοριστική (ή μια καθοριστική) ειδοποιός διαφορά.

Για εμάς, είπα. Πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει αποκλειστικά «εμάς». Αντίθετα, όσο σημαίνει «εμάς» άλλο τόσο σημαίνει και τους «άλλους», στο βαθμό που η κοινότητα δεν καθορίζεται από διαχωρισμούς οι οποίοι ως προερχόμενοι από διαφορετικά πραγματικά και εννοιολογικά πεδία είναι στο εξεταζόμενο πεδίο διαχωρισμοί τεχνητοί, στο βαθμό δηλαδή που η κοινότητα καθορίζεται (αν πράγματι καθορίζεται) από το επιδιωκόμενο διαφορικό αποτέλεσμα και τα καθήκοντα που αυτό επιβάλλει σε όλη την έκταση του «γενικού σχήματος», από το αποτέλεσμα έως και την πρόθεση με όλη την καθημερινή ζωή και επικαιρότητα ανάμεσά τους.

[*] Χρήσιμο ίσως να επισημανθεί το ίσως αυτονόητο, ότι ο πομπός και ο δέκτης στο παραπάνω σχήμα δεν είναι βέβαια συσκευές αλλά ανθρώπινα άτομα ή σύνολα ανθρώπινων ατόμων και ότι η υλική μορφή του μηνύματος εξαρτάται από το χρησιμοποιούμενο κάθε φορά μέσο επικοινωνίας: κινηματογράφος, τηλεόραση, ραδιόφωνο, βιβλίο, εφημερίδα είναι μερικά από αυτά. Κι επίσης ο άμεσος προφορικός λόγος (λ.χ. σε μια συζήτηση «δια ζώσης») ή το διαδίκτυο (με τα απρόσωπα και αφηρημένα ατομικά χαρακτηριστικά πομπού και δέκτη, τόσο ώστε το άτομο είτε σαν πομπός είτε σαν δέκτης να εμφανίζεται σαν αφηρημένη γενίκευση) που παρουσιάζουν την ιδιομορφία της διάδρασης μεταξύ πομπού και δέκτη και της συνεχούς μεταξύ τους εναλλαγής αυτών των ιδιοτήτων.


Τα 10 άμεσα μέτρα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1847)

«…Όσο πολύ κι αν έχουν αλλάξει οι συνθήκες στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, οι γενικές αρχές που εκτέθηκαν σ’ αυτό το «Μανιφέστο» διατηρούν σε γενικές γραμμές και σήμερα όλη τους την ορθότητα. Μερικά σημεία θα μπορούσαν εδώ κι εκεί να διορθωθούν. Η πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών, εξηγεί το ίδιο το «Μανιφέστο», θα εξαρτηθεί παντού και πάντα από τις υπάρχουσες συνθήκες και γι’ αυτό δεν αποδίδεται καθόλου ιδιαίτερη σημασία στα επαναστατικά μέτρα, που προτείνονται στο τέλος του ΙΙ μέρους. Αυτό το μέρος θα το παρουσιάζαμε σήμερα από πολλές απόψεις διαφορετικά. Μπρος στην τεράστια ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας στα τελευταία 25 χρόνια και στην κομματική οργάνωση της εργατικής τάξης που προοδεύει μαζί της, μπρος στην πρακτική πείρα, πρώτα της επανάστασης του Φλεβάρη, και πολύ περισσότερο ακόμα της Κομμούνας του Παρισιού, όπου για πρώτη φορά το προλεταριάτο κράτησε την πολιτική εξουσία δύο ολόκληρους μήνες, το πρόγραμμα αυτό πάλιωσε σε μερικά σημεία. Η Κομμούνα ιδίως, απέδειξε ότι «δεν μπορεί η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς» …»

(Από τον πρόλογο των Μαρξ – Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1872 του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, ΣΕ σελ. 8)

*

«…Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για ν’ αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το κεφάλαιο, να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου που είναι οργανωμένο σαν κυρίαρχη τάξη, και να αυξήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων.

Αυτό, φυσικά, στην αρχή μπορεί να γίνει μονάχα με δεσποτικές επεμβάσεις στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και στις αστικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή με μέτρα που οικονομικά φαίνονται ανεπαρκή και αστήρικτα, αλλά που στην πορεία του κινήματος ξεπερνούν τον εαυτό τους και γίνονται αναπόφευκτα το μέσο για να ανατραπεί ολόκληρος ο τρόπος παραγωγής.

Αυτά τα μέτρα, φυσικά, θα είναι διαφορετικά ανάλογα με τις διάφορες χώρες.

Ωστόσο, για τις πιο προχωρημένες χώρες θα μπορούν να μπουν σε εφαρμογή, σχεδόν παντού, τα παρακάτω μέτρα:

1. Απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για να αντιμετωπιστούν οι κρατικές δαπάνες.

2. Γερή προοδευτική φορολογία.

3. Κατάργηση του κληρονομικού δικαίου.

4. Κατάσχεση της περιουσίας όλων των φυγάδων και των στασιαστών.

5. Συγκέντρωση της πίστης στα χέρια του κράτους, μέσω μιας εθνικής τράπεζας, που τα κεφάλαιά της θα ανήκουν στο κράτος και που θα έχει το αποκλειστικό μονοπώλιο.

6. Συγκέντρωση στα χέρια του κράτους όλων των μέσων μεταφοράς.

7. Αύξηση του αριθμού των εθνικών εργοστασίων και των εργαλείων παραγωγής. Εκχέρσωση και βελτίωση των γαιών, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο.

8. Ίση υποχρεωτική δουλειά για όλους. Οργάνωση βιομηχανικών στρατών, ιδιαίτερα για τη γεωργία.

9. Συνδυασμός της γεωργίας και της βιομηχανίας. Μέτρα που τείνουν στο να εξαφανίσουν βαθμιαία τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

10. Δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά. Κατάργηση της δουλειάς στο εργοστάσιο με τη σημερινή της μορφή. Συνδυασμός της εκπαίδευσης με την υλική παραγωγή κλπ. κλπ.

Όταν στην πορεία της εξέλιξης θα έχουν εξαφανιστεί οι ταξικές διαφορές, κι όταν θα έχει συγκεντρωθεί όλη η παραγωγή στα χέρια των οργανωμένων ατόμων, τότε η δημόσια εξουσία θα χάσει τον πολιτικό της χαρακτήρα. Η πολιτική εξουσία στην ουσία της είναι οργανωμένη βία μιας τάξης για την καταπίεση μιας άλλης. Όταν το προλεταριάτο στην πάλη του ενάντια στην αστική τάξη συγκροτείται αναγκαστικά σε τάξη, όταν γίνεται με μια επανάσταση κυρίαρχη τάξη και σαν κυρίαρχη τάξη καταργεί βίαια τις παλιές σχέσεις παραγωγής, τότε μαζί μ’ αυτές τις σχέσεις παραγωγής καταργεί τους όρους ύπαρξης της ταξικής αντίθεσης, τις τάξεις γενικά και έτσι και την ίδια τη δικιά του κυριαρχία σαν τάξη.

Στη θέση της παλιάς αστικής κοινωνίας με τις τάξεις και τις ταξικές της αντιθέσεις έρχεται μια ένωση, όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων…»

(Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος εκδ. ΣΕ, σελ. 50-51)

*

Αφορμή γι’ αυτή την ανάρτηση στάθηκε για μένα η ανάγκη διόρθωσης μιας φραστικής μου παραδρομής σε άλλη πρόσφατη ανάρτηση του μπλογκ με τίτλο «νέο ΕΑΜ;».

Η παραδρομή εκεί, βρίσκεται στη φράση «…Συγκεντρώνει όλες τις τραπεζικές υποθέσεις αποκλειστικά στην κεντρική τράπεζα, που εκδίδει το εθνικό νόμισμα της χώρας», στην οποία άλλωστε και «ηχεί» ως αντίφαση η «αποκλειστικότητα», από τη μια, και ο χαρακτηρισμός της ως «κεντρικής», από την άλλη. Πάντως όταν έγραφα τη φράση αυτή το νόημα που είχα στο μυαλό μου, και στο οποίο συνίσταται το ζήτημα, είναι το νόημα του «μέτρου 5» από τα παραπάνω που απαριθμούνται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο  σαν δυνατά να μπουν σε εφαρμογή άμεσα στις πιο προχωρημένες χώρες τον καιρό που γράφτηκε, και το οποίο δε νομίζω ότι έχει «παλιώσει» από τότε – μάλλον η σημασία του έχει βαθύνει και το περιεχόμενο του έχει διευρυνθεί σε τομείς πέρα κι από την απλή «πίστη»:  Συγκέντρωση της πίστης στα χέρια του κράτους, μέσω μιας εθνικής τράπεζας, που τα κεφάλαιά της θα ανήκουν στο κράτος και που θα έχει το αποκλειστικό μονοπώλιο. Έτσι σωστότερη διατύπωση είναι όχι «…Συγκεντρώνει όλες τις τραπεζικές υποθέσεις αποκλειστικά στην κεντρική», αλλά «στην κρατική τράπεζα, που εκδίδει το εθνικό νόμισμα της χώρας».

Φυσικά δεν θα προχωρούσα σε αυτήν εδώ την ανάρτηση μόνο και μόνο για να διορθώσω ένα δικό μου λάθος, αν το θέμα της δεν παρουσίαζε συνολικότερο ενδιαφέρον, αν δεν αποτελούσε έτσι κι αλλιώς «τροφή» για σκέψη, τόσο για την επικαιρότητά του όσο και για το «πάλιωμά» του, όσο επίσης και για το περιεχόμενο το οποίο πρέπει να προσδίδουμε στο «πάλιωμα» αυτό από την άποψη των όσων αναφέρει ο πρόλογος του 1872 αλλά και από την άποψη του επιπέδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης σήμερα, μετά από 166 χρόνια, καθώς και από την άποψη της συσσωρευμένης συνολικής ιστορικής πείρας του κομμουνιστικού κινήματος από τότε ως σήμερα.


Ένγκελς: αναπόφευκτο και βούληση

TUengels

«…η σύγχρονη μεγάλη βιομηχανία εχει δημιουργήσει μαζύ με τις τόσες αδικίες, και το προλεταριάτο, μια τάξη που μόνο αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία, μπορεί να βάλει το αίτημα της κατάργησης όχι αυτής ή της άλλης αδικίας, ή αυτής ή εκείνης της ταξικής οργάνωσης, ή αυτού ή εκείνου του ιδιαίτερου ταξικού προνομίου, αλλά το ζήτημα της κατάργησης κάθε τάξης γενικά, και που ΄χει περιέλθει σε μια τέτοια κατάσταση, που είναι αναγκασμένη να πραγματοποιήσει αυτό το αίτημα οπωσδήποτε α ν δ ε ν θ έ λ ε ι να ξεπέσει στην κατάσταση των Κινέζων κούληδων. (…) Επίσης … αυτή η μεγάλη βιομηχανία έχει δημιουργήσει στο πρόσωπο της αστικής τάξης, μια τάξη που κατέχει το μονοπώλιο όλων των μέσων παραγωγής και των μέσων ύπαρξης, αλλά που, σε κάθε περίοδο οικονομικής εμπλοκής και σε κάθε κραχ που την ακολουθεί, αποδείχνει πως έχει γίνει ανίκανη πλέον να κυριαρχεί και να κατευθύνει τις παραγωγικές δυνάμεις, που δεν υπακούουν στη θέλησή και στη δύναμή της˙ μια τάξη που κάτω από την καθοδήγησή της η κοινωνία τρέχει προς την καταστροφή της, όπως μια ατμομηχανή τρέχει προς το γκρεμό όταν ο μηχανοδηγός δεν μπορεί να πειθαρχήσει τα χαλασμένα φρένα της. Με λίγα λόγια: η βεβαιότητα και η σιγουριά των μαζών οφείλεται στο γεγονός, ότι τόσο οι παραγωγικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν από τον σύγχρονο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως και το σύστημα κατανομής των αγαθών που δημιούργησε ο τρόπος αυτός, έχουν έρθει σε οξύτατη αντίφαση με τον ίδιο αυτό τρόπο παραγωγής, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που κάνει αναπόφευχτη την ανατροπή αυτού του τρόπου παραγωγής και κατανομής, μια ανατροπή που θα έχει σαν αποτέλεσμα να καταργήσει όλες τις διαφορές των τάξεων, α ν δ ε ν θ έ λ ο υ μ ε να εξαφανιστεί όλη η σύγχρονη κοινωνία.»

(Αντι – Ντυρινγκ, εκδ. Αναγνωστίδη, σελ 234, 235 – οι υπογραμμίσεις δικές μου).


οικονομία, εποικοδόμημα, προσωπικότητα – γράμμα του Ένγκελς στον Στάρκενμπουργκ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 591-594, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_starkenmpurgk_1engels_ston_starkenmpurgk_2engels_ston_starkenmpurgk_3engels_ston_starkenmpurgk_4engels_ston_starkenmpurgk_5engels_ston_starkenmpurgk_6engels_ston_starkenmpurgk_7


ιδεολογία και ιστορία – γράμμα του Ένγκελς στον Μέρινγκ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 583-588, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_mering_1engels_ston_mering_2engels_ston_mering_3engels_ston_mering_4engels_ston_mering_5engels_ston_mering_6


βάση και εποικοδόμημα – γράμμα του Ένγκελς στον Μπλοχ

Από Μαρξ-Ένγκελς «Διαλεχτά Έργα», 2ος τόμος, σελ. 572-575, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ

engels_ston_mplox_1engels_ston_mplox_2engels_ston_mplox_3engels_ston_mplox_4engels_ston_mplox_5engels_ston_mplox_6


σχετικά με την αντίθεση πνευματικής – σωματικής εργασίας

ergasia_large

Με αφορμή μια αναφορά σε σχόλιο παλιότερου ποστ στο μπλογκ σφυροδρέπανο, διάβασα το βιβλίο του Περικλή Παυλίδη «Το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ» (εκδόσεις Προσκήνιο, 2001).

Πρόκειται για βιβλίο πολύ ενδιαφέρον και καίριο, κατά τη γνώμη μου, σε μεγάλη έκταση της αντίληψής του, χωρίς αυτό ν’ αναιρεί ορισμένες διαφοροποιήσεις ή επιφυλάξεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν στο πλαίσιο μιας πιο εκτεταμένης βιβλιοπαρουσίασης – βιβλιοκριτικής.

Με αφορμή, πάντως, την ανάγνωσή του διατυπώνονται οι παρακάτω σκέψεις που εν μέρει προήλθαν από αυτήν:

Ενώ βέβαια το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων έχει αντικειμενικά καθοριστική σημασία για τον βαθμό και τις μορφές ύπαρξης και άρσης της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και σωματική εργασία [*], εμφανίζεται μια τάση (εν μέρει μάλιστα θεωρητικά κυρίαρχη σήμερα), υπερτίμησης και απολυτοποίησης της σημασίας αυτής. Και μάλιστα η απολυτοποίηση αυτή παίρνει, ως προς την άρση της συγκεκριμένης αντίθεσης, τη μορφή του ξεπεράσματός της χάρη στην κατάργηση της μιας πλευράς της (της σωματικής εργασίας) μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής.

Το θέμα όμως δεν είναι να εξαφανιστεί η «σωματική» εργασία ώστε έτσι να εξαφανιστεί και η αντίθεσή της με την πνευματική. Το θέμα είναι η άρση της αντίθεσής τους ενόσω υπάρχουν και οι δυο της πλευρές. Το δε επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι το καθοριστικό ούτε για την ύπαρξη της αντίθεσης ούτε για την εν γένει δυνατότητα άρσης της, αλλά απλώς για τους όρους με τους οποίους αυτή υπάρχει και -μέσα από μια διαδικασία-αίρεται.

Λχ, στην φάση της αυτοματοποίησης, όπου η σωματική εργασία παραμένει με τη μορφή του απλού χειρισμού και της επίβλεψης ρομποτικών συσκευών κλπ, εκτός από την αυξημένη δυνατότητα άρσης της ίδιας αντίθεσης εμφανίζεται και η αντίστροφη δυνατότητα της ακόμα βαθύτερης όξυνσής της…

…Απ’ την άλλη στο Αντι-Ντύρινγκ (που μας θύμισε ο «Ρ» με το κυριακάτικο ιστορικό ένθετο για την «αξία»), υπάρχει το παράδειγμα (σελ. 14) μιας πολύ απλούστερης και «τραχύτερης» μορφής άρσης της αντίθεσης (σωματικής – πνευματικής εργασίας), ανεξάρτητη από το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων: «Στον τροπο σκέψης των μορφωμένων τάξεων, ο οποίος παραδόθηκε, πρέπει να φαίνεται οπωσδήποτε τερατώδες ότι κάποτε δε θα υπάρχει πια χειραμαξάς ούτε αρχιτέκτονας του επαγγέλματος και οτι ο άνθρωπος, που σαν αρχιτέκτονας έχει δώσει υποδείξεις, για μισή ώρα σπρώχνει και το αμάξι για ένα χρονικό διάστημα έως ότου πάλι να αξιοποιηθει η δραστηριότητά του ως αρχιτέκτονα. Τι ωραίος σοσιαλισμός που διαιωνίζει το επάγγελμα του χειραμαξά!»

Κατά τη γνώμη μου πάλι, η αντίθεση πνευματικής – σωματικής εργασίας και η άρση της, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί θεωρητικά και πρακτικά εφόσον δεν κατανοείται με τη μορφή στην οποία συγκεντρώνεται η ουσία του περιεχομένου της, κι αυτή η μορφή έγγειται στην αντίθεση ανάμεσα σε διευθυντική και εκτελεστική εργασία: όχι μόνο με την γενική πολιτική έννοια των όρων, αλλά και με την καθαρά οικονομική-παραγωγική, όπως στο παράδειγμα του αρχιτέκτονα και του χειραμαξά. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από την οριστική μορφή επίλυσης σε σχέση προς το συγκεκριμένο παράδειγμα (όπου, όμως, η τοποθέτηση του Ένγκελς είναι σαφής ως προς την ουσία και της αντίθεσης και της άρσης της), το καθοριστικό δεν βρίσκεται στην παραγωγική δύναμη αλλά στην παραγωγική σχέση.

Ο «σωματικός» χαρακτήρας της εργασίας δεν καθορίζεται από το αν αυτή είναι βαριά η ελαφριά, ενδιαφέρουσα ή ανιαρή, «πρωτόγονη» ή τεχνολογικά αναπτυγμένη. Καθορίζεται σε σχέση με το βαθμό απόσπασής της από τις δημιουργικές πνευματικές λειτουργίες του εργαζόμενου, σε σχέση με το βαθμό ενεργοποίησης ενός μόνο μέρους αυτών των λειτουργιών που απαιτούνται για την ατομική εργασία και τον βαθμό εξαναγκασμού των υπόλοιπων σε «απονέκρωση», σε σχέση με το βαθμό απόσπασης των ίδιων αυτών ατομικών πνευματικών λειτουργιών από τις πνευματικές λειτουργίες που καθορίζουν το κοινωνικό και ειδικό περιεχόμενο της ατομικής εργασίας, σε σχέση με  την οριοθέτηση των πνευματικών λειτουργιών του εργάτη αποκλειστικά εντός του κύκλου της στενά ατομικής εργασίας του και την αποξένωσή τους από τη σφαίρα των πνευματικών λειτουργιών απ’ τις οποίες η ατομική του εργασία καθορίζεται. Στο πλαίσιο αυτής της οριοθέτησης – αποξένωσης και η ίδια η «πνευματική» εργασία καθίσταται σε τελική ανάλυση  «σωματική», «βαριά», «ανιαρή», κουραστική και μηχανική: η νόηση σε τελική ανάλυση είναι και η ίδια αποτέλεσμα μιας σωματικής (εγκεφαλικής) λειτουργίας, και είναι δυνατό η λειτουργία της στην παραγωγική διαδικασία να περιορίζεται στα με αυτή την έννοια «σωματικά» της χαρακτηριστικά με αποκλεισμό των λειτουργιών της που ξεπερνούν τα στενά όρια, εντός των οποίων εκτελείται μια ατομική εργασία.

Στη βάση του εκάστοτε ιστορικά καθορισμένου επιπέδου ανάπτυξής των παραγωγικών δυνάμεων, η άρση της αντίθεσης ανάμεσα στις δυο αυτές πλευρές της ανθρώπινης εργασίας, η συνένωσή τους στο προσωπο του ατομικού εργάτη, δεν προϋποθέτει την συγχώνευσή τους ως πλευρών της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά την μεταβολή του καταμερισμού της εργασίας έτσι ώστε να εξαλείφεται, και να εξαλειφθεί οριστικά, η κοινωνική διάσπαση των «πνευματικών» και «σωματικών» λειτουργιών της γενικής ανθρώπινης δραστηριότητας. Και ανεξάρτητα από το γενικό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων και την ανάπτυξή του, αρχή και τέλος αυτής της διαδικασίας μεταβολής, αποτελεί επίσης ως διαδικασία η άρση του καταμερισμού ανάμεσα σε διευθυντική και εκτελεστική εργασία. [**]

Ο «προκαπιταλιστικός» ανεξάρτητος παραγωγός είναι ο ίδιος ταυτόχρονα διευθυντής και εκτελεστής, οργανωτικός νους και ταυτόχρονα χειρωνακτικός εργάτης της συνολικής και πολύπλευρης παραγωγικής του δραστηριότητας μες στον περιορισμένο χώρο τον οποίο καταλαμβάνει αυτή. Στη βάση του ίδιου επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων η θέση του ως άμεσου παραγωγού είναι εντελώς διαφορετική στο πλαίσιο λ.χ. σχέσεων φεουδαρχικής ή δουλοκτητικής εξάρτησής του: στο πλαίσιο αυτό «αυτόματα» ανακύπτει με οξεία μορφή η αντίθεση ανάμεσα στη σωματική εργασία, την οποία εκτελεί, και την πνευματική εργασία, από την οποία αποξενώνεται. Κι αυτή η διαφορά, ανάμεσα στην ύπαρξη και την εξάλειψη της αντίθεσης, υφίσταται εντός του ίδιου επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, καθορισμένη ουσιαστικά οχι από αυτές, αλλά από την παραγωγική σχέση που πραγματώνεται εντός αυτών.

Κατ’ αναλογία, η συνένωση των πνευματικών και σωματικών λειτουργιών του συλλογικού εργάτη της βιομηχανικής παραγωγής, σχετίζεται πρώτιστα με το βαθμό ανάπτυξης των συλλογικών μορφών διεύθυνσης της κοινωνικής παραγωγής, των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων  που έχουν περιέλθει στην κατοχή της κοινωνίας. Πάνω στη βάση αυτής της οικονομικής προϋπόθεσης αυτός ο βαθμός ανάπτυξης είναι πρώτα απ’ όλα ζήτημα πολιτικό και πολιτισμικό.

[*] «Σε μιάν ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στην σωματική δουλιά…» (Κ. Μαρξ, Κριτική του προγράμματος της Γκότα, ΣΕ, σελ.  14): Όπως είναι φανερό λόγος γίνεται όχι για εξαφάνιση του καταμερισμού εργασίας, αλλά της υποδουλωτκής υποταγής των ατόμων σε αυτόν. Και, επίσης, όχι για εξαφάνιση της σωματικής εργασίας, αλλά για εξαφάνιση της αντίθεσης ανάμεσα σε αυτήν και στην πνευματική εργασία.

[**] (μεταγενέστερη προσθήκη 13/12/12 7:08μμ) Σε αυτήν την παράγραφο, ακριβέστερο να διαβαστεί: Αντί » δεν προϋποθέτει την συγχώνευσή τους ως πλευρών της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά την μεταβολή του καταμερισμού της εργασίας έτσι ώστε να εξαλείφεται…»: » δεν προϋποθέτει την συγχώνευσή τους ως πλευρών της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά την μεταβολή της σχέσης των ατόμων προς τον καταμερισμό της εργασίας έτσι ώστε να εξαλείφεται…». Και αντί «…αρχή και τέλος αυτής της διαδικασίας μεταβολής, αποτελεί επίσης ως διαδικασία η άρση του καταμερισμού ανάμεσα σε διευθυντική και εκτελεστική εργασία»: «… αρχή και τέλος αυτής της διαδικασίας μεταβολής, αποτελεί επίσης ως διαδικασία η οικειοποίηση από την δραστηριότητα των ατόμων των λειτουργιών του καταμερισμού ανάμεσα σε διευθυντική και εκτελεστική εργασία».      


«διαβάζοντας τη διακήρυξη»: επιλεγόμενα

Σε σχέση με προηγούμενη ανάρτηση, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη ορισμένων παρατηρήσεων, που διατυπώνονται παρακάτω:

1] Το περιεχόμενο της παρέκβασης της σχετικής με την «καθοδήγηση» της Κομμούνας, έχει μια γενικότερη σημασία για την κατανοηση της σχέσης ανάμεσα σε αυτό που ο Ένγκελς ονομάζει «πνευματικό παιδί» και στην πρακτική του καθοδήγηση.

Εννοείται, νομίζω, ότι γενικά η δεύτερη απαιτεί την άμεση παρουσία εκεί όπου διαδραματίζονται τα καθημερινά γεγονότα, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους όπως αυτή της Κομμούνας όπου οι ανάγκες της αντιμετώπισης κατάστασεων, οι συσχετισμοί της πάλης κλπ μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα και αρκετές φορές καθημερινά. Κι είναι φυσικό ότι πολύ περισσότερο με τα επικοινωνιακά μέσα της εποχής μια τέτοια συμβολή από απόσταση στην πρακτική καθοδήγηση των καθημερινών εξελιξεων θα ήταν ακόμα πιο δυσχερής απ’ ό,τι σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που έχει γενική σημασία είναι η κατανοηση της διαφοράς ανάμεσα στις δυο αυτές «λειτουργίες», από τις οποίες η πρώτη αποτελεί καρπό μιας μακρόχρονης δουλειάς, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη συγχρονισμένη παρέμβαση στην εξέλιξη των γεγονότων.

2] Η Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ. Πάνω σ’ αυτό αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απλότητα, την κατανοητή στον πιο «αμόρφωτο» άνθρωπο με την οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ο πολιτικός λόγος όσο πιο βαθιά είναι η γνώση και η αφομοίωση της επαναστατικής – επιστημονικής θεωρίας. Στις φράσεις για το κεντρικό περιεχόμενο της αστικής και της εργατικής πολιτικής οικονομίας (ζήτημα που αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο ατελείωτων θεωρητικών έως σχολαστικών αντιπαραθέσεων), ή για τους «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη» κλπ, δεν υπάρχει ίχνος «υψηλής» θεωρίας, είναι διατυπωμένες έτσι που μπορεί «να τις καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα … και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου» (Λένιν, Τα κομμουνιστικά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός).

Είναι διδακτικό το πώς από τη μια μεριά για την τέτοια απλότητα των διατυπώσεων απαιτείται ένα τεράστιο επιστημονικό – θεωρητικό υπόβαθρο, και το πώς από την άλλη μεριά το ίδιο αυτό υπόβαθρο  δεν «προδίδεται» ούτε σε μια συλλαβή, το πώς η διατύπωση των θέσεων δεν επιτρέπει ούτε στιγμή στην αναλυτική διαδικασία να επικυριαρχήσει πάνω στο τελικό συμπέρασμα και την απλότητα της έκφρασής του που το καθιστά οικειοποιήσιμο.

Κι είναι αυτή η απλότητα που διασφαλίζει την ικανότητα «γονέων» όπως η Διεθνής να γεννάνε «πνευματικά παιδιά» σαν την Κομμούνα…

3] Στην ανάρτηση εκείνη, υπάρχει ηλεκτρονική παραπομπή σε άρθρο του Ριζοσπάστη σχετικό με τη διάλυση της Διεθνούς (1876)…

…Η αποστολή της, πράγματι, «είχε πια επιτελεστεί – και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» όπως αναφέρεται στο άρθρο του «Ρ», και «με την παλιά της μορφή, είχε πια ξεπεραστεί» (στο ίδιο, γράμμα του Ένγκελς στον Ζόργκε), εφόσον δούμε την αποστολή της από την άποψη ενός ιστορικού κύκλου. Ένας, όμως, σημαντικός πρακτικός, άμεσος λόγος της διάλυσής της (εντός των γενικότερων συνθηκών που είχαν σχέση με την τοτινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη) ήταν και η αδυναμία συνέχισης της ενιαίας λειτουργίας της εξαιτίας  των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών τάσεων που αναδύθηκαν στο εσωτερικό της. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η «αποστολή της θα επιτελούνταν», μέχρι τέλους, αν ακριβώς δεν ήταν αναγκασμένη να διαλυθεί, αν ήταν σε θέση να συνεχίσει τη λειτουργία της συμβάλλοντας με αυτή και στην στερέωση σε εθνικό επίπεδο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο «νομιμοποιούμαι» ιστορικά-θεωρητικά, παρ’ όλα αυτά «αποτολμώ» την εκτίμηση, ότι αποτελώντας η ίδια η Α΄Διεθνής ως κόμμα της εργατικής τάξης τη συνένωση της επιστημονικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, υπό τους συγκεκριμένους (αλλά και πρακτικά αναγκαστικούς) όρους με τους οποίους πραγματώθηκε η (και γι’ αυτό αναπόφευκτη) διάλυση της Α΄Διεθνούς, η διάλυση αυτή συνιστούσε σε έναν βαθμό και ορισμένο ρήγμα σε αυτήν ακριβώς τη συνένωση, ρήγμα που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να κατανοηθεί ως ταυτόσημο με το «σχίσμα» ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες που κατά ένα επιπόλαιο «τεκμήριο» θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «εκφραστές» της μιας και της άλλης πλευράς της διαλεκτικής αυτής ενότητας. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε το όποιο «ρήγμα» ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική επιστημονική θεωρία να γίνει αντιληπτό ως ταυτόσημο με το πολιτικό-οργανωτικό «σχίσμα» ανάμεσα στον κομμουνισμό του Μαρξ και τον αναρχισμό του Μπακούνιν ή τον προυντονισμό ή τον τρεϊντγιουνισμό, λόγου χάρη: Το πολύ-πολύ, το δεύτερο («σχίσμα») να αποτελούσε «διαθλασμένη» έκφραση του πρώτου («ρήγμα»), όμως είναι αυτονόητο πως δεν χωρά οποιαδήποτε μηχανική ταύτιση λ.χ. της «θεωρίας» με τον Μαρξ και του «κινήματος» με τον Μπακούνιν κλπ.

Εξακολουθώντας να μην είμαι βέβαιος για την ιστορική-θεωρητική μου «νομιμοποίηση», θα προεκτείνω την παραπάνω σκέψη ως το σημείο της ίδρυσης της Β΄Διεθνούς, που ναι μεν αποτέλεσε την διεθνή επανένωση του εργατικού κινήματος από οργανωτική άποψη, όμως δεν στάθηκε ικανή να κλείσει το παραπάνω «ρήγμα» σε όλη του την έκταση. Το μαρτυρεί αυτό, με τον τρόπο της, η συνεχής προσπάθεια του Ένγκελς να αντιπαλέψει τον οπορτουνισμό τον αναπτυσσόμενο στους κολπους της Β΄Διεθνούς, ο οποίος όσο κι αν εξέφραζε σε ορισμένο βαθμό τη σύνθεση και το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής, τότε, εργατικής τάξης, επικυριαρχούνταν και εκπροσωπούνταν πρώτιστα από θεωρητικές κορυφές του «ακαδημαϊκού μαρξισμού». Η ίδια, άλλωστε, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, σαν κύρια δύναμη της Β΄Διεθνούς, είχε στην  ιδρυτική της βάση το «Προγραμα της Γκότα» (1875), από το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήσαν «ολότελα αμέτοχοι (…) και [δεν είχαν] καμία σχέση μ’ αυτό (…)», μη αναγνωρίζοντας (κατά την τοποθέτηση του Μαρξ) «έστω και με διπλωματική σιωπή, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου πρέπει να αποριφθεί ολοκληρωτικά και που διαφθείρει το κόμμα» (Μαρξ, Γράμμα στον Μπράκε, από Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, σελ. 4-5, ΣΕ).

Θα χρειαστεί η ιστορική εξέλιξη να φτάσει ως την «κόψη» των διλημμάτων του  παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης να συνενωθούν πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στην τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή με την ηγεσία του Λένιν, κάνοντας ένα νέο μεγάλο βήμα στη διαδικασία συνένωσης του εργατικού κινήματος με την επαναστατική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό η ιστορία για μια ακόμα φορά την αντιφατικότητα της πραγματικής κίνησής της όπου απότομα άλματα προς τα εμπρός διαδέχονται μικρότερα ή μεγαλύτερα βήματα πότε προς την πρόοδο και πότε προς την οπισθοχώρηση, βήματα στα οποία κάποτε αυτή η ίδια αντίφαση αποτελεί συστατικό τους στοιχείο.


Διαβάζοντας την Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών

Paris-Commune-II

     Η Διεθνής Ένωση των Εργατών (που αργότερα έμεινε γνωστή σαν η «1η διεθνής») ιδρύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1864 στο Λονδίνο. Η Ιδρυτική Διακήρυξή της συντάχθηκε από τον Κ. Μαρξ. Ολόκληρο το κείμενό της μπορεί κανείς να το δει εδώ, όπως επίσης εδώ μπορεί να δει το καταστατικό της. Στο ίδιο αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη», από όπου προέρχονται και τα κείμενα αυτά, υπάρχει και μια ιστορική περιγραφή – αποτίμηση της ίδρυσης και του έργου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, με ενδιαφέροντα στοιχεία, αν και σε σχέση με κάποιες θέσεις της αποτίμησης θα μπορούσαν να διατυπωθούν επιφυλάξεις τουλάχιστον με την έννοια της αναγκαίας τεκμηρίωσής τους. Λόγου χάρη, σε σχέση με την θέση ότι: «…Η Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871 και την Κομμούνα, την εγκαθίδρυση της πρώτης ιστορικά εργατικής κυβέρνησης, ήταν δηλαδή η πρώτη δοκιμή εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου και την οποία αναλύει ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία». Ο ίδιος ο Μαρξ από τη Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομμούνας…»

     Πάνω σε αυτή την τοποθέτηση, η επιφύλαξη δεν αφορά μόνο την (με μια ορισμένη μεταφυσική απόχρωση) αναγωγή ενός καρπού της ιστορικής ανάπτυξης όπως η δικτατορία του προλεταριάτου  σε πρώτη «δοκιμή». Αφορά επίσης και τα αναφερόμενα, ότι η «Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871και την Κομούνα […] Ο ίδιος ο Μαρξ από την Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομούνας», η οποία μάλλον χρειάζεται τεκμηρίωση ιδίως αντιπαραβαλλόμενη με τα παρακάτω εισαγωγικά λόγια του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (σελ. 17-18 ΣΕ):

     «…Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν.  Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε τον γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παράλειψε αρκετά πράγματα που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πύλες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας –αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μόλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν  κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις, η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε –όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται την εξουσία οι δογματικοί- να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους…» [1].

     Μάλλον λοιπόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Μαρξ (με αλληλογραφία κλπ) και η Διεθνής δεν παρακολουθούσαν και δεν είχαν ανάμιξη στην εξέλιξη των γεγονότων της Κομμούνας, η σχέση ανάμεσα στην Κομμούνα και την Διεθνή Ένωση των Εργατών είναι πλησιέστερη προς την φράση από το γράμμα του Ένγκελς προς τον Ζόργκε (που μπορεί κανείς να το δει εδώ), σύμφωνα με την οποία η Κομμούνα «ήταν αναντίρρητα το πνευματικό παιδί της Διεθνούς, αν και η Διεθνής δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι της για να τη φτιάξει. Έτσι η Διεθνής θεωρήθηκε ως ένα βαθμό, κι αυτό πέρα για πέρα δικαιολογημένα, υπεύθυνη για την Κομμούνα…».

 

     Η Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς αρχίζει με τα παρακάτω λόγια:

 

     «Εργάτες!

     Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περίοδο από το 1848 ως το 1864 δε λιγόστεψε η αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών κι όμως η περίοδος αυτή είναι μοναδική στα χρονικά της ιστορίας, με την πρόοδο που σημείωσε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου…»

 

     Ακολουθεί μια λεπτομερειακή περιγραφή των άθλιων όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης και του γεωργικού πληθυσμού, βασισμένη σε επίσημες κυβερνητικές εκθέσεις –περιγραφή που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί πρόκληση για ένα σύγχρονο αντίστοιχό της που θα ξεσκέπαζε την επίφαση των σημερινών όρων κατανάλωσης στη βάση των οποίων -σχηματικά μιλώντας- μετριέται σαν ένδειξη «ευμάρειας» το ότι κάθε εργατικό σπίτι διαθέτει ψυγείο κι όχι το πόσο γεμάτο ή πόσο άδειο είναι το ψυγείο αυτό, που θα ξεσκέπαζε επίσης την επίφαση της «ευμάρειας» στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, κάτω από την οποία συγκαλύπτεται η υπερεκμετάλλευση και η εξαθλίωση των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες. Η ίδια αυτή περιγραφή καταλήγει στην πάντα επίκαιρη θεωρητική της γενίκευση:

    

      «…Έτσι για κάθε απροκατάληπτο μυαλό σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης αποτελεί σήμερα μια ολοφάνερη αλήθεια, μια αλήθεια που την αρνιούνται μονάχα εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών [2], ότι ούτε η τελειοποίηση των μηχανών ούτε οι χημικές ανακαλύψεις, ούτε η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, ούτε η καλυτέρευση των μέσων επικοινωνίας, ούτε οι νέες αποικίες, ούτε η μετανάστευση, ούτε το άνοιγμα νέων αγορών, ούτε το ελεύθερο εμπόριο, ούτε όλα αυτά τα πράγματα μαζί, θα εξαλείψουν την αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών, αλλά ότι αντίθετα, πάνω στη σημερινή ψεύτικη βάση, κάθε καινούργια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, πρέπει να τείνει αναγκαστικά να βαθαίνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και να οξύνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Σ’ αυτή την «ιλιγγιώδη εποχή» της οικονομικής προόδου στην πρωτεύουσα της βρετανικής αυτοκρατορίας ο θάνατος από την πείνα αναγορεύτηκε σχεδόν σε θεσμό. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται στα χρονικά του κόσμου με την πιο συχνή επανάληψη, με την ολοένα και πλατύτερη, έχταση και με περισσότερο θανατηφόρα αποτελέσματα της κοινωνικής πανούκλας που ονομάζεται εμπορική και βιομηχανική κρίση».

 

     Στη συνέχεια δίνεται μια (τηρουμένων των αναλογιών εξίσου επίκαιρη) περιγραφή της δυσμενούς για την εργατική τάξη πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη «ύστερα από την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848», αλλά και μιας ορισμένης αντίστροφης –μέσα στις γενικότερες δυσμενείς συνθήκες- όψης με ιδιαίτερη, και επίσης διαχρονική, πολιτική και θεωρητική σημασία που αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της Διακήρυξης:

 

      «…Και όμως η περίοδος που πέρασε από τις επαναστάσεις του 1848 ως το 1864 είχε και τα φωτεινά της σημεία, θα υπογραμμίσουμε εδώ μόνο δυο μεγάλα γεγονότα.

     Ύστερα από τριαντάχρονο αγώνα που έγινε με αξιοθαύμαστη επιμονή, η αγγλική εργατική τάξη χρησιμοποιώντας μια προσωρινή διάσταση ανάμεσα στους λόρδους της γης και τους λόρδους του χρήματος, πέτυχε την ψήφιση του νομοσχεδίου για το δεκάωρο. Τα τεράστια σωματικά, ηθικά και πνευματικά οφέλη που προέκυψαν από το μέτρο αυτό για τους εργάτες των εργοστασίων και που αναγράφονται κάθε εξάμηνο στις εκθέσεις των επιθεωρητών των εργοστασίων, έχουν σήμερα αναγνωριστεί απ’ όλες τις μεριές. Οι περισσότερες από τις ηπειρωτικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να δεχτούν με λίγο – πολύ τροποποιημένη μορφή τον αγγλικό νόμο για τα εργοστάσια, ενώ στην ίδια την Αγγλία από χρόνο σε χρόνο το κοινοβούλιο επεχτείνει τη σφαίρα της εφαρμογής του. Εκτός όμως από την πραχτική σπουδαιότητα αυτού του μέτρου για τους εργάτες, η επιτυχία του είχε και ένα ακόμα μεγάλο αποτέλεσμα. Η αστική τάξη, με τους πιο έγκυρους επιστήμονές της, όπως τον δρ Ιούρ, τον καθηγητή Σένιορ και άλλους σοφούς του ίδιου τύπου, πρόλεγε και απόδειχνε κατά βούληση ότι κάθε νομοθετικός περιορισμός των ωρών εργασίας θα σημάνει τη νεκρική καμπάνα της αγγλικής βιομηχανίας που, σαν άλλος βρικόλακας, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να ρουφά ανθρώπινο αίμα και πριν απ’ όλα αίμα παιδικό. Τον παλιό καιρό η παιδοκτονία ήταν μια μυστηριώδικη τελετή της θρησκείας του Μολόχ, εφαρμοζόταν όμως μόνον σε εξαιρετικά πανηγυρικές περιπτώσεις, ίσως μια φορά το χρόνο, και χώρια απ’ αυτό ο Μολόχ δεν είχε καμιά κλίση προς τα παιδιά των φτωχών.

     Ο αγώνας για το νομοθετικό περιορισμό των ωρών εργασίας μάνιαζε τόσο πιο άγρια, όσο ανεξάρτητα από την απληστία της τρομαγμένης αστικής τάξης εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό το νομοσχέδιο για το δεκάωρο δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πραχτική επιτυχία, ήταν η νίκη μιας αρχής. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυψε μέρα – μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

     Υπήρχε και μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας ενάντια στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου.

     Εννοούμε το συνεταιριστικό κίνημα, ιδιαίτερα τα συνεταιριστικά εργοστάσια που ιδρύθηκαν με τις προσπάθειες λίγων τολμηρών «χεριών» (hands), χωρίς καμιά υποστήριξη. Η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών πειραματισμών είναι αδύνατο να υπερεχτιμηθεί. Στην πράξη, κι όχι με επιχειρήματα, απόδειξαν ότι η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και σε αρμονία με τις επιταγές της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να πάει μπροστά χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης αφεντικών (masters) που χρησιμοποιεί μια τάξη εργατών, ότι τα μέσα εργασίας δε χρειάζεται να μονοπωληθούν σαν μέσα κυριαρχίας πάνω στον εργάτη και σαν μέσα εκμετάλλευσης του ίδιου του εργάτη, και ότι όπως η δουλειά του σκλάβου, όπως η δουλειά του δουλοπάροικου, έτσι και η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορφή, που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί μπρος στη συνεταιρισμένη εργασία, που εκπληρώνει το έργο της θεληματικά, με ρωμαλέο πνεύμα και με χαρούμενη καρδιά. Στην Αγγλία ο σπόρος του συνεταιριστικού συστήματος ρίχτηκε από τον Ρόμπερτ Οουεν. Οι πειραματισμοί των εργατών που έγιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν στην πραγματικότητα το άμεσο πραχτικό αποτέλεσμα των θεωριών που δεν εφευρέθηκαν αλλά που διακηρύχτηκαν μεγαλόφωνα το 1848.

     Ταυτόχρονα η πείρα της περιόδου 1848-1864 απόδειξε χωρίς αμφισβήτηση ότι η συνεταιριστική εργασία, όσο θαυμάσια κι αν είναι σαν αρχή και χρήσιμη στην πράξη, αν περιοριστεί μέσα στο στενό κύκλο των συμπτωματικών προσπαθειών των χωριστών εργατών, δε θα μπορέσει ποτέ να σταματήσει τη γεωμετρική ανάπτυξη του μονοπωλίου και ν’ απελευθερώσει τις μάζες, είτε ακόμα και να ελαφρύνει αισθητά το βάρος της αθλιότητάς τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καλοδιάθετοι ευγενείς, φιλάνθρωποι αστοί φαφλατάδες και μια χούφτα πονηροί πολιτικοί οικονομολόγοι μετατράπηκαν μονομιάς σε εκθειαστές του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προσπαθήσει να το πνίξουν στη γένεσή του, που το είχαν χλευάσει σαν ουτοπία ονειροπόλου και που το είχαν αναθεματίσει σαν αίρεση σοσιαλιστή. Για ν’ απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες, η συνεταιριστική εργασία πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνικές διαστάσεις και να προαχθεί με εθνικά μέσα. [3] Όμως οι αφέντες της γης και οι αφέντες του χρήματος θα χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση των οικονομικών μονοπωλίων τους. Αντίς να προωθούν τη χειραφέτηση της εργασίας, θα εξακολουθούν να βάζουν στο δρόμο της κάθε δυνατό εμπόδιο. Ο λόρδος Πάλμερστον μίλησε μέσα από την ψυχή τους, όταν στην τελευταία συνεδρίαση της Βουλής φώναζε χλευαστικά στους συνήγορους του νομοσχεδίου για τα δικαιώματα των Ιρλανδών ενοικιαστών γης ότι: «Η Βουλή των Κοινοτήτων είναι μια βουλή γαιοχτημόνων».

     Γι’ αυτό, το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης είναι σήμερα η κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτό φαίνεται να το έχει καταλάβει, γιατί στην Αγγλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στη Γαλλία συντελείται ένα ταυτόχρονο ξαναζωντάνεμα και γίνονται ταυτόχρονες προσπάθειες για την αναδιοργάνωση του εργατικού κόμματος. Κρατούν στα χέρια τους ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας – τον αριθμό. Μα οι αριθμοί βαραίνουν στη ζυγαριά, μόνον αν τους ενώνει η οργάνωση και αν τους καθοδηγεί η γνώση. Η περασμένη πείρα έχει δείξει ότι η περιφρόνηση του δεσμού της αδερφοσύνης που έπρεπε να ενώνει τους εργάτες των διαφόρων χωρών, και να τους παρακινά να παραστέκονται ο ένας τον άλλο σ’ όλους τους αγώνες τους για τη χειραφέτηση, θα τιμωρείται πάντα με την κοινή ματαίωση των ασύνδετων προσπαθειών τους. Αυτή η σκέψη παρότρυνε τους εργάτες διαφόρων χωρών, που στις 28 του Σεπτέμβρη 1864 συνάχτηκαν σε δημόσια συγκέντρωση στο Σαιντ Μάρτιν Χωλλ του Λονδίνου, να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση.

     Κι ακόμα μια πεποίθηση εμψύχωνε αυτή τη συνέλευση.

     Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού; Δεν ήταν η φρόνηση των κυρίαρχων τάξεων, αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης ενάντια στην εγκληματική τρέλα τους ήταν που έσωσε τη δυτική Ευρώπη από την περιπέτεια μιας ατιμωτικής υπερατλαντικής σταυροφορίας για τη διαιώνιση και τη διάδοση της σκλαβιάς. Η ξετσίπωτη επιδοκιμασία, η ψευτοσυμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης στάθηκαν απαθείς θεατές μπρος στη δολοφονία της ηρωικής Πολωνίας και μπρος στο άρπαγμα του ορεινού οχυρού του Καυκάσου από τη Ρωσία, οι τεράστιοι και χωρίς αντίσταση σφετερισμοί της βάρβαρης αυτής δύναμης που το κεφάλι της βρίσκεται στην Πετρούπολη και τα χέρια της σε κάθε κυβέρνηση της Ευρώπης, δίδαξαν στην εργατική τάξη το καθήκον να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

     Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

     Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

 

     [1] Το σημείο αυτό, περί δογματισμού, όπως αναλύεται στη συνέχεια, στις σελ. 18-20, αφορά πώς παρά το ότι το ότι «ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος», εν τούτοις καθώς «στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση», γι’ αυτό και «το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο, τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας». Και επίσης αφορά το ότι αν και οι μπλανκιστές ήταν «διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνομωσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν», αν και στην πολιτική-οργανωτική τους αντίληψη θα ανταποκρινόταν μια «αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης», παρ’ όλα αυτά η Κομμούνα «σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης –στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία- που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι».

  

     [2] «…εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών»: Πάνω σε αυτό θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι σε μεγάλο βαθμό ο αστικός «παράδεισος τρελών» δεν είναι μόνον ένα «εξωτερικό» προϊόν του ταξικού συμφέροντος με στόχο την ιδεολογική παραπλάνηση του λαού, αλλά αποτελεί και συστατικό χαρακτηριστικό της αστικής λογικής, εφόσον αυτή αναπτύσσεται στην στρεβλή βάση πάνω στην οποία το περιορισμένο ταξικό συμφέρον ανάγεται σε βάση της «λογικής» γενικά. Συστατικό χαρακτηριστικό της που αναπόφευκτα προσβάλλει και την αστική επιστήμη, είτε πρόκειται για την αστική οικονομική θεωρία, είτε ακόμα και για τις φυσικές επιστήμες. Διαφορετικά, λόγου χάρη, δεν θα ήταν δυνατό να αγνοηθεί ακόμη και η λογική ενός παιδιού του δημοτικού σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε χορτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα με το γνωστό προ ετών αποτέλεσμα των «τρελών αγελάδων». Πρόκειται βέβαια για παράδειγμα χειροπιαστό και γι’ αυτό κραυγαλέο. Όμως στην πραγματικότητα και η αστική οικονομική θεωρία δεν διαφέρει σε «λογική» από την επιστημονική «λογική», της οποίας οι τρελές αγελάδες υπήρξαν το τελικό προϊόν…

 

     [3] Τα σχετικά με την συνεταιριστική εργασία, στην παραπάνω βάση που αναπτύσσει η Ιδρυτική Διακήρυξη, αποτελούν σημαντικό όπλο στην ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση και εντός των γραμμών της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, σε σχέση με το αργεντίνικο κίνημα των εργατικών – συνεταιριστικών βιομηχανιών καθώς και με αντίστοιχες κινήσεις σε άλλες χώρες, και στην Ελλάδα. Όπως επίσης θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν (και να έχουν αξιοποιηθεί και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες) σαν μορφές ζύμωσης και πάλης, μορφές αντίστασης στην ελευθερία εξαγωγής κεφαλαίου που εκδηλώνεται με το κλείσιμο και τη μεταφορά βιομηχανικής υποδομής στέλνοντας τους εργάτες στην ανεργία και πλήττοντας την εθνική παραγωγική βάση της χώρας. Σε κάθε περίπτωση βέβαια πρόκειται για οικονομικές μορφές και ταυτόχρονα μορφές πάλης, που μετά την κάθε φορά αρχική απόδειξη της παραγωγής «χωρίς αφεντικά», είτε θα κατατείνουν προς το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο που επιβάλλουν οι νόμοι της αγοράς, «η τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης» σε συνθήκες «γεωμετρικής ανάπτυξης του μονοπωλίου», είτε θα αποτελούν κέντρα πάλης του εργατικού κινήματος για την «ανάπτυξη τηςσυνεταιριστικής εργασίας σε εθνικές διαστάσεις και την προαγωγή της με εθνικά μέσα» στη βάση του «έλεγχου της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη».   

     

     σημείωση: τα έντονα στοιχεία στα κείμενα που παρατίθενται, είναι της παρούσας δημοσίευσης