Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 

Advertisements

Ευρωπαϊκή Ένωση: Τώρα βουρ για μεταλλαγμένα

Για «συμβιβαστική συμφωνία» ως προς τα μεταλλαγμένα, ή επί το επιστημονικότερο την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος, κάνει λόγο η «Αυγή» του ΣΥΡΙΖΑ, σε ρεπορτάζ γύρω από τη σχετική συμφωνία των χωρών-μελών της ΕΕ που «θα επικυρωθεί στις 12 Ιουνίου, στη σύνοδο των υπουργών Περιβάλλοντος στο Λουξεμβούργο» και στη συνέχεια «θα πρέπει να εγκριθεί και από το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέχρι το τέλος του έτους».

Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ της «Αυγής», με τη «συμβιβαστική» συμφωνία «θα επιτρέπεται στο εξής το έγκλημα της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος», ενώ «τα κράτη που διαφωνούν με την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο έδαφός τους θα πρέπει να προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα ζητεί από τις εταιρείες να τα αποκλείουν όταν καταθέτουν αιτήματα για νέες καλλιέργειες».

Με άλλα λόγια ο «συμβιβασμός» συνίσταται στην απελευθέρωση της καλλιέργειας των μεταλλαγμένων, συνοδευόμενη από μια διαδικασία με την οποία το κάθε κράτος ανάλογα με το αν έχει βασιλιά, βενιζέλο ή χούντα στην κυβέρνηση, θα μπορεί να «προσφεύγει» για τον α ή τον β σπόρο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της «θα ζητεί» από τις εταιρείες να τον «εξαιρέσουν».

«Τελικά νίκησαν οι εταιρείες παραγωγής σπόρων», διαπιστώνει περίλυπη η «Αυγή», «στο εξής το έγκλημα θα επιτρέπεται». Χαρακτηριστικός τρόπος τοποθέτησης: Αφενός «οι εταιρίες νίκησαν», αλλά ποιόν; Τις «κυβερνήσεις» που εξυπηρετούν τα σμφέροντά τους προβληματιζόμενες μόνο για τον τρόπο που θα «ξεγελάσουν» και θα κάμψουν τις λαϊκές αντιδράσεις στις αποφάσεις τους – αποφάσεις που, ας σημειωθεί λαμβάνονται όχι 3 μέρες πριν αλλά 3 μόνο μέρες μετά τις ευρωεκλογές και με την «Ελλάδα» να προωθεί τον «συμβιβασμό» ως προεδρεύουσα χώρα;  Και αφετέρου, «έγκλημα» μεν, αλλά πάντως «οι εταιρίες νίκησαν»: Οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν έχουν παρά να περιμένουν την «έντιμη συμφωνία» του Τσίπρα «με τους θεσμούς και λαούς» της ΕΕ, προκειμένου να αναθεωρηθεί αυτός ο «συμβιβασμός» με κάποιον άλλο «συμβιβασμό», και όταν η εφαρμογή των αποφάσεων θα έχει κάνει την κατάσταση και τις βλάβες μη αναστρέψιμες… Ούτε σκέψη φυσικά δεν περνά από το μυαλό της «Αυγής» για αντίσταση, για ανυπακοή και απειθαρχία «των λαών» της ΕΕ απέναντι «στους θεσμούς» της ΕΕ, ούτε σκέψη για συνολική αποδέσμευση από τους ευρωενωσιακούς καταναγκασμούς και για χάραξη μιας στρατηγικής υποταγμένης αποκλειστικά στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών εργατικών αναγκών.

Στην πιο «ριζοσπαστική» συριζαϊκή εκδοχή, το πολύ να εξαντλείται το θέμα σε συλλογές υπογραφών, και στην υπόσχεση ότι η «κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» θα «προσφύγει» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ώστε αυτή «να ζητήσει» από τις εταιρίες την «εξαίρεση» του τάδε ή του δείνα σπόρου, και ποιος ξέρει, ίσως μετά την έφεση και την αναίρεση ευδοκιμήσει και η προσφυγή.

*

Το όλο ζήτημα πάντως των μεταλλαγμένων, προκειμένου να γίνει κατανοητή η στρατηγική για χάρη της οποίας προωθούνται, η σημασία της και η επιμονή της υλοποίησής της, πρέπει να κατανοηθεί από μια γενικότερη σκοπιά: Δεν πρόκειται μόνο για τα «στενά» οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών που παράγουν κι εμπορεύονται τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Δεν πρόκειται επίσης μόνο για τον ολοκληρωτικό έλεγχο της γεωργικής παραγωγής μέσω της αποκλειστικότητας των σπόρων από τα ίδια αυτά μονοπώλια που, επιπλέον, σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα ήδη κατά τις παραμονές της καπιταλιστικής κρίσης, δηλαδή πριν το 2008, είχαν προβεί σε αγορές εκατομμυρίων εκταρίων καλλιεργήσιμης γης στην Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική, μέσω των τραπεζών τους που την επόμενη μέρα παρουσίασαν και «έλλειψη ρευστοτητας».

Αλλά, πέρα από αυτά, πρόκειται και για την γενική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και συνακόλουθα τη γενική αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, κοινώς του κέρδους που ιδιοποιείται το κεφάλαιο σε βάρος του μέρους του κοινωνικού προϊόντος που πληρώνεται σε μισθούς, μέσω της γενικής μείωσης της αξίας των μέσων συντήρησης της εργατικής τάξης από τη στιγμή που αυτά τα μέσα συντήρησης θα προέρχονται από την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Ένα μάλλον σημαντικό για τα μονοπώλια αντιστάθμισμα στην τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους, την σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.

Το ίδιο είχε συμβεί και με τη λεγόμενη «πράσινη επανάσταση» της δεκαετίας του ’60 που «εισήγαγε» σε πλατιά κλίμακα τη μονοκαλλιέργεια, τις λεγόμενες γενετικές βελτιώσεις, τη βιομηχανική παραγωγή και κατανάλωση λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων

…Και τότε, όπως και τώρα, το κόστος στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, δικαιολογούνταν με τον «ιερό» στοχο της διατροφικής επάρκειας. Ομως τα όρια της ανάπτυξης του κεφαλαίου δεν ταυτίζονται με τα όρια ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών, αλλά με τα όρια της ζήτησης της ικανής να αποφέρει ικανοποιητικό κέρδος. Και δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια των πεινασμένων της γης παραμένουν δεκάδες και εκατοντάδες, όχι γιατί δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν οι υλικές προϋποθέσεις της διατροφικής επάρκειας, αλλά γιατί η εκ μέρους τους «ζήτησή» με χρηματοοικονομικούς όρους δεν δημιουργεί προϋποθέσεις αντίστοιχης «προσφοράς» με επίσης χρηματοοικονομικούς όρους καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Αλλά και γιατί η καπιταλιστική συγκέντρωση της αγροτικής γης, που έλαβε χώρα με εργαλείο και αυτές τις τεχνικές «επαναστάσεις», μαζί με την προλεταριοποίηση μεγάλων πληθυσμών, αποξένωσε τους άμεσους παραγωγούς από τις παραδοσιακές μεθόδους με τις οποίες παρήγαγαν και διασφάλιζαν τα μέσα της ύπαρξής τους, εξακολουθώντας παράλληλα μέχρι και σήμερα κάτω από τους δικούς της όρους να οδηγεί την εργαζόμενη αγροτιά στο οικονομικό αδιέξοδο.

Κι αυτή η πραγματικότητα στο σύνολό της δεν «τροποποιείται γενετικά» αλλά ανατρέπεται επαναστατικά, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις κοινωνικού σχεδιασμού της παραγωγής -και της γεωργικής- που θα ικανοποιεί τις ανάγκες των εργαζόμενων παραγωγών και τις διατροφικές ανάγκες των λαών με τις πιο υγιεινές για τον άνθρωπο και το περιβάλλον μεθόδους.


το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.


Τι είναι και τι επιδιώκει η «συμβολαιακή γεωργία»

Τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις, θα ελέγχουν τι και πόσο παράγεται σε βάρος των φτωχομεσαίων αγροτών και των πραγματικών λαϊκών αναγκών

agroths-trakter

Η ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή των τραπεζών στην εγχώρια αγροτική παραγωγή, μέσω της «συμβολαιακής γεωργίας», που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση, κινούμενη πάνω στους άξονες που χαράσσει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, μόνο μεγαλύτερα δεινά προμηνύει για τους μικρομεσαίους παραγωγούς.

Παρά τα όσα υποστηρίζουν τα στελέχη της τράπεζας «Πειραιώς» (εξαγόρασε το «υγιές» κομμάτι της πρώην «Αγροτικής»), καθώς περιφέρουν την πραμάτεια τους στις αγροτικές περιοχές και υπόσχονται «λαγούς με πετραχήλια», η επέκταση της «συμβολαιακής γεωργίας» αποτελεί ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αντίστροφα, η γενίκευσή της, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα που περιέχονται στη νέα ΚΑΠ, θα επιταχύνει την προλεταριοποίηση χιλιάδων φτωχομεσαίων παραγωγών.

Όλο το προηγούμενο διάστημα, ο αρμόδιος υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Αθ. Τσαυτάρης έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει το σημαντικό ρόλο που θα παίξει η συμβολαιοποίηση της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής στη «νέα εποχή» που ξεκινά για την ελληνική γεωργία, στο πλαίσιο της ΚΑΠ για την περίοδο 2014 – 2020.

Η σύναψη συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και τραπεζών, έχει χαρακτηριστεί σε παλιότερη συνέντευξη του υπουργού ως ενέργεια που είναι «προς το συμφέρον όλων», καλώντας ουσιαστικά τους παραγωγούς να αποδεχτούν τις προτάσεις της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον μικρό και πολυδιάσπαρτο κλήρο, ως το κατ’ εξοχήν διαρθρωτικό πρόβλημα» του εγχώριου πρωτογενούς τομέα, πρόβλημα που θα ξεπερνιέται στο βαθμό που θα επεκτείνεται η καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, στην οποία στοχεύει και η συμβολαιοποίηση.

Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα;

Πώς λειτουργεί η συμβολαιακή γεωργία; Σύμφωνα με όσα αναφέρουν εκπρόσωποι της τράπεζας στους αγρότες, η Πειραιώς προσφέρει «την απαιτούμενη ρευστότητα τη στιγμή που τη χρειάζονται», αλλά και «εγγυημένη πληρωμή της παραγωγής» σε προσυμφωνημένη τιμή, στην ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος. Πρακτικά, το σύστημα προχρηματοδότησης για την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας λειτουργεί ως ένα κλασικό σύστημα δανεισμού, με ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, που κυμαίνεται από 4% έως και 8%, αναλόγως με το προϊόν και το χρόνο αποπληρωμής του ποσού από τον παραγωγό.

Με την υπογραφή του συμβολαίου, ο παραγωγός παραδίδει υποχρεωτικά το προϊόν του στον αντίστοιχο έμπορο ή μεταποιητή, που επίσης συμμετέχει στο πρόγραμμα της τράπεζας Πειραιώς, σε προσυμφωνημένη τιμή. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα προωθείται σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, σε βαθμό τέτοιο που με ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία ξεκινά η κάθε νέα καλλιεργητική περίοδος για τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά. Ειδικά φέτος, με το πρόσθετο «χαράτσι» από το φόρο στην αγροτική γη, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα.

Το ίδιο πρόβλημα της ρευστότητας αντιμετωπίζουν επίσης μικροί και μεσαίοι έμποροι, αλλά και μικρές μεταποιητικές βιομηχανίες στην επαρχία, όπως και συνεταιριστικές μονάδες συσκευασίας, επεξεργασίας και τυποποίησης αγροτικών προϊόντων. Υπάρχει δηλαδή δυσκολία ακόμη και όσοι αγρότες ξεκινήσουν να καλλιεργούν, είτε να μην μπορούν να παραδώσουν τη σοδειά τους, είτε αν την πουλήσουν να περιμένουν για διάστημα που μπορεί να ξεπεράσει και τους 12 μήνες για να εξοφληθούν, όπως άλλωστε συνέβαινε πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Μόνο που σήμερα, με το αγροτικό εισόδημα να είναι έτσι κι αλλιώς διαλυμένο, 12μηνη καθυστέρηση εξόφλησης της παραδοθείσας σοδειάς, ισοδυναμεί με καταστροφή.

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι υπό αυτές τις συνθήκες η «προσφορά» της τράπεζας Πειραιώς προς τους αγρότες είναι «δελεαστική», αφού φαίνεται να τους εξασφαλίζει ρευστότητα, για να συνεχίσουν να καλλιεργούν, σε μια περίοδο που οι «στρόφιγγες» της δανειακής χρηματοδότησης είναι γενικά κλειστές. Τους προσφέρει ακόμα εγγυημένη απορρόφηση της σοδειάς από συγκεκριμένους μεταποιητές αλλά και έγκαιρη εξόφληση από την τράπεζα σε μία σχετικά «ανεκτή» τιμή, μαζί με άλλα «μπόνους».

Στην πραγματικότητα, όμως, μεγαλέμποροι και τράπεζες καθορίζουν τι και σε ποια ποσότητα θα καλλιεργηθεί. Η τράπεζα παίζει ταυτόχρονα το ρόλο του μεσάζοντα με τον παραγωγό και παρεμβαίνει στην αλυσίδα της παραγωγής. Χρηματοδοτώντας τους παραγωγούς, αλλά και τους μεταποιητές που θα αγοράσουν τα προϊόντα για να τα διοχετεύσουν στην αγορά, ενθαρρύνει τη δημιουργία καθετοποιημένων μονάδων παραγωγής, τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, με εξαγωγικό μάλιστα προσανατολισμό. Δημιουργείται δηλαδή ένα ακόμα εργαλείο για την παραπέρα καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής.

Τα πρώτα συμβόλαια

Λίγους μήνες μετά την παράδοση του κερδοφόρου τμήματος της παλιάς (κρατικής) «Αγροτικής Τράπεζας» στην Τράπεζα Πειραιώς, ξεκίνησαν οι περιοδείες στελεχών της στην ύπαιθρο και οι επαφές με τις ηγεσίες συνεταιριστικών οργανώσεων και ενώσεις ομάδων παραγωγών. Η ίδια η τράπεζα έχει χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα «στρατηγικής σημασίας» για την είσοδό της στον αγροτικό τομέα.

Εκπρόσωποι της τράπεζας έχουν ξεκαθαρίσει ότι τα προϊόντα που τους ενδιαφέρουν να ενταχθούν σε προγράμματα συμβολαιοποίησης, είναι κατ’ αρχήν εκείνα που έχουν εξαγωγική προοπτική. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι σε ποσοστό που φτάνει το 90% όσα προϊόντα έχουν ενταχθεί σε κάποιο τέτοιο πρόγραμμα καταλήγουν σε αγορές του εξωτερικού. Επαληθεύεται δηλαδή ότι η τράπεζα επενδύει σε καλλιέργειες που μπορούν να αποφέρουν κέρδος και όχι κριτήριο τις διατροφικές ανάγκες του λαού που μπορεί να καλύψει με επάρκεια η εγχώρια παραγωγή.

Η τράπεζα «στόχευσε» τον περασμένο Απρίλη τους παραγωγούς της Ημαθίας και της Πέλλας και το συμπύρηνο ροδάκινο, ένα κατ’ εξοχήν εξαγώγιμο εγχώριο προϊόν, με ιδιαίτερη δυναμική κερδοφορίας, εξαιτίας των ποιοτικών του χαρακτηριστικών, που το καθιστούν από τα καλύτερα στις παγκόσμιες αγορές.

Ακολούθησε η συμφωνία με καπνοκαλλιεργητές από τους νομούς Σερρών, Καβάλας, Δράμας και Πιερίας και την μεταποιητική εταιρεία «ΜΙΣΣΙΡΙΑΝ ΑΕ», η οποία έχει συνάψει πρόσφατα συμφωνία συνεργασίας με την αμερικανική πολυεθνική «Philip Morris», τριετούς διάρκειας. Ακολούθησαν συμφωνίες με βαμβακοπαραγωγούς των νομών Ροδόπης και Ξάνθης, σε συνεργασία με τα «Εκκοκκιστήρια – Κλωστήρια Βορείου Ελλάδος ΑΕ», παραγωγούς βρώσιμης ελιάς στην Αιτωλοακαρνανία, κτηνοτρόφους της Θεσσαλίας και γαλακτοβιομηχανίες του ομίλου «ΤΥΡΑΣ ΑΕ».

Στο χαρτοφυλάκιό της προστέθηκε τον περασμένο Αύγουστο και συμφωνία στον τομέα των ενεργειακών φυτών. Συγκεκριμένα, για την καλλιέργεια ηλίανθου, με την εταιρεία «ΠΑΥΛΟΣ Ν. ΠΕΤΤΑΣ ΑΒΕΕ». Η πιο πρόσφατη συμφωνία συμβολαιακής γεωργίας για την τράπεζα, αφορά στον τομέα των θερμοκηπιακών κηπευτικών και του επιτραπέζιου σταφυλιού στο Ηράκλειο Κρήτης. Τα αρχικά πλάνα στόχευαν στην υπέρβαση των 30 συμβολαίων και τους 20.000 αγροτοκτηνοτρόφους, αριθμός που, όπως λένε ανεπίσημες πληροφορίες, είναι πολύ κοντά στο να καλυφθεί.

Με την πλάτη στον τοίχο οι αγρότες

Η συμβολαιοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της εγχώριας αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής μεσοπρόθεσμα, στην πραγματικότητα συνιστά άμεση εξάρτηση του πρωτογενούς τομέα από τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αυτά επιθυμούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, σε συγκεκριμένες ποσότητες και τιμές, με προκαθορισμένη ποιότητα που θα προκύπτει από τυποποιημένες καλλιεργητικές πρακτικές.

Η σύναψη συμβολαίου μεταξύ αγροτών και τράπεζας, σε καμία περίπτωση δε συνιστά «ισότιμη σχέση», όπου όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει σχέση ισοτιμίας μεταξύ μίας ομάδας παραγωγών που δεν μπορεί να προμηθευτεί καύσιμα και άλλα καλλιεργητικά εφόδια για να συνεχίσει να παράγει και ενός τραπεζικού ιδρύματος;

Μια τέτοια πλευρά αναδεικνύει και η έκθεση για τη συμβολαιακή γεωργία της «Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας» (FAO)1. Παρά τη διπλωματικά γλώσσα που χρησιμοποιείται, αποκαλύπτονται όλες οι «πλάγιες» μέθοδοι που μετέρχονται εταιρείες και τράπεζες για την παραβίαση στην πράξη των κατά τ’ άλλα δεσμευτικών συμβολαίων που συνάπτουν με παραγωγούς, σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτήν την έκθεση, αναφέρονται, για παράδειγμα, οι δυνατότητες που διαθέτουν οι εταιρείες να προβλέπουν τη διακύμανση των τιμών των προϊόντων στις αγορές, σε αντίθεση με τους αγρότες και κτηνοτρόφους, οι οποίοι όντας εξαρτημένοι πια από μία συγκεκριμένη εταιρεία, τόσο για την έναρξη, όσο και για τη διάθεση της παραγωγής τους, βρίσκονται εν τέλει σε χειρότερη θέση απ’ όταν υπέγραψαν τα συμβόλαια.

Σε κάθε περίπτωση, με τα συμβόλαια που προσφέρει η Τράπεζα Πειραιώς στους μικρομεσαίους παραγωγούς, στην πραγματικότητα τους αμείβει μόνο για την εργατική τους δύναμη και όχι για το κεφάλαιο που διαθέτουν κατά την παραγωγική διαδικασία (γη, αγροτικά μηχανήματα κ.λπ.). Αν σήμερα οι όροι αυτών των συμβολαίων φαντάζουν «ανεκτοί», το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο το μοντέλο αυτό θα επεκτείνεται, τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις θα επιβάλλουν ολοένα και πιο σκληρούς όρους, μεταφέροντας τα κόστη της παραγωγής στο χωράφι.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα ακόμα κανάλι προλεταριοποίησης του φτωχομεσαίου αγρότη σε ένα πλήρως εντατικοποιημένο – καθετοποιημένο μοντέλο αγροτικής παραγωγής, στο οποίο ο παραγωγός αν όχι τυπικά, σίγουρα ουσιαστικά, μετατρέπεται σε εργάτη – γης που εργάζεται και αμείβεται με όρους «Μανωλάδας»…

1. C. A. da Silva, The Growing Role Of Contract Farming in Agri – food systems development, Rome, 2005.

Αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη», Σάββατο 23 Νοέμβρη 2013

902


Το φεγγάρι κάνει βόλτα στης αγάπης μου την πόρτα. Λαϊκό γλέντι στο Ανυφί μετά από 30 μέρες στο μπλόκο του αγώνα

902

 


Κ. Μαρξ, Η 18η Μπριμέρ (τρίτο)

[…]

Και μολαταύτα η κρατική εξουσία δεν κρέμεται στον αέρα. Ο Βοναπάρτης αντιπροσωπεύει μιά τάξη και μάλιστα τήν πολυαριθμότερη τάξη της γαλλικής κοινωνίας, τους μικρούς χωρικούς.

Οπως oι Βουρβώνοι ήταν η δυναστεία της μεγάλης γαιο­χτησίας, όπως ο οίκος της Ορλεάνης ήταν η δυναστεία τού χρήματος, έτσι και oι Βοναπάρτες ήταν η δυναστεία των αγρο­τών, δηλ. τής μάζας του γαλλικού λαού. Ο εκλεκτός των αγρo­τών δέν ήταν ο Βοναπάρτης που υποτασσόταν στο αστικό κοινοβούλιο, αλλά ο Βοναπάρτης που το διάλυσε. Τρία χρόνια oι πόλεις κατόρθωναν να πλαστογραφούν την έννοια των εκλογών της 10 του Δεκέμβρη και να εξαπατούν τους αγρότες στο ζήτημα της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας. Οι εκλογές της 10 του Δεκέμβρη 1848 ολοκληρώθηκαν μονάχα με το πραξικόπη­μα της 2 του Δεκέμβρη 1851.

Oι μικροί χωρικοί αποτελούν μιά τεράστια μάζα, που τα μέλη της ζουν κάτω από όμοιες συνθήκες, δίχως όμως να έρ­χονται μεταξύ τους σε πολλών ειδών σχέσεις. Ο τρόπος της πα­ραγωγής τους, τούς απομονώνει τον έναν από τον άλλο, αντί να τους φέρνε σε αμοιβαία επικοινωνία. Η απομόνωση μεγα­λώνει χάρη στα άσχημα συγκοινωνιακά μέσα της Γαλλίας καί στή φτώχεια των αγροτών. Το παραγωγικό τους πεδίο, ο μικρός κλήρος, δεν επιτρέπει στην καλλιέργειά του κανέναν κα­ταμερισμό της εργασίας, καμιά εφαρμογή της επιστήμης και συ­νεπώς καμιά ποικιλία ανάπτυξης, καμιά διαφορά ταλέντων, κα­νένα πλούτο κοινωνικών σχέσεων. Κάθε ξεχωριστή αγροτική oικογένεια είναι σχεδόν αυτάρκης, η ίδια παράγει σχεδόν το μεγα­λύτερο μέρος της κατανάλωσής της και έτσι αποχτά τα μέσα συν­τήρησής της περισσότερο από την ανταλλαγή με τη φύση, παρά από την επικοινωνία με την κοινωνία. Ο μικρός κλήρος, ο αγρότης και η oικoγένεια, δίπλα ένας άλλος μικρός κλήρος, ένας άλλος αγρότης και μιά άλλη οικογένεια. Μιά χούφτα απ’ αυ­τές τις μονάδες κάνουν ένα χωριό και μιά χούφτα χωριά κά­νουν ένα νομό. Έτσι σχηματίζεται η μεγάλη μάζα του γαλλικού έΘνους με απλή άθροιση ομώνυμων μεγεθών, το ίδιο περίπου όπως ένα σακί  πατάτες κάνει ένα σακί πατάτες. Εφό­σον εκατομμύρια οικογένειες ζουν κάτω από οικονομικές συν­θήκες ύπαρξης, που ξεχωρίζουν τον τρόπο της ζωής τους, τα συμφέροντά τους και τή μόρφωσή τους από τον τρόπο της ζωής, τα συμφέροντα και τη μόρφωση των άλλων τάξεων και τις αν­τιπαραθέτουν απέναντι σ’ αυτές, αποτελούν μιά τάξη. Εφόσον όμως ανάμεσα στούς μικρούς αγρότες υπάρχει μόνο μιά τοπική συνάφεια και η ομοιότητα των συμφερόντων τους δε δημιουργεί καμιά κοινότητα, κανένα εθνικό σύνδεσμο, και καμιά πολιτική οργάνωση, δεν αποτελούν τάξη. Γι’ αυτό είναι ανίκανοι να επιβάλουν εξ ονόματός τους τα ταξικά τους συμφέροντα, είτε με μιά βουλή, είτε με μιά συμβατική συνέλευση. Δε μπορούν ν’ αν­τιπροσωπεύουν τον εαυτό τους, πρέπει να αντιπροσωπεύονται από άλλους. Ο αντιπρόσωπός τους πρέπει ταυτόχρονα να πα­ρουσιάζεται σαν κύριός τους, σαν μιά έξουσία πάνω από αυτούς, σαν μιά απεριόριστη κυβερνητική δύναμη, που τους προστατεύει από τίς άλλες τάξεις και τούς στέλνει από πάνω τη βροχή και τον ήλιο. Η πολιτική επιροή των μικρών αγροτών βρίσκει συνεπώς την τελευταία της έκφραση στην υποταγή της  ίδιας της κοινωνίας στην εκτελεστική εξουσία.

Η ιστορική παράδοση γέννησε την πίστη τών γάλλων αγροτών στο θαύμα ότι ένας άνθρωπος με το όνομα Ναπολέων θά τούς ξανάφερνε κάθε μεγαλείο. Και βρέθηκε κάποιο υποκεί­μενο, που λέει ότι είναι αυτός ο άνθρωπος, γιατί έχει το όνο­μα Ναπολέων και γιατί ο ναπολεόντειος κώδικας ορίζει ότι «Απαγορεύεται η αναζήτηση της πατρότητας». Ύστερα από είκοσι χρόνια αλητείας και ύστερα από μιά σειρά γελοίες περιπέτειες, πραγματοποιείται ο μύθος και ο άνθρωπος γίνεται αυτοκράτορας τών γάλλων. Η έμμονη ιδέα του ανηψιού πραγματοποιήθηκε, γιατί συνέπιπτε με την έμμονη ιδέα της πιο πο­λυάριθμης τάξης του γαλλικού λαού.

Μα, θα μου αντιτάξει κανείς, και oι εξεγέρσεις των αγρο­τών στή μισή Γαλλία, το κυνήγι του στρατού ενάντια στους αγρότες, oι μαζικές φυλακίσεις και εξορίες των αγροτών;

Από τόν καιρό του Λουδοβίκου XIV η Γαλλία δέ γνώρι­σε παρόμοιο διωγμό των αγροτών «γιά δημαγωγικές μηχανο­ραφίες».

Πρέπει όμως νά μέ καταλάβετε καλά. Η δυναστεία τού Βοναπάρτη δέν αντιπροσωπεύει τόν επαναστάτη αλλά το συντη­ρητικό αγρότη, δεν αντιπροσωπεύει τον αγρότη που θέλει νά βγει έξω από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής του, από τό μικρό κλήρο, αλλά αντίθετα τόν αγρότη που θέλει νά σταθεροποιήσει αυτές τις συνθήκες κι αυτό τόν κλήρο, δέν αντιπροσω­πεύει το λαό της υπαίθρου που ενωμένος με τις  πόλεις θέλει νά ανατρέψει με τη δική του δραστηριότητα το παλιό καθεστώς, αλλά αντίθετα, το λαό της υπαίθρου που, γερά κλεισμένος σ’ αυτό το παλιό καθεστώς, θέλει να δει τόν εαυτό του μαζί με τό μικρό κλήρο του νά σώζεται καί νά ευνοείται από τό φάντασμα της αυτοκρατορίας. Η δυναστεία του Βοναπάρτη δεν αντιπροσωπεύει τό διαφωτισμό, αλλά τη δεισιδαιμoνία του αγρότη, δεν αντι­προσωπεύει την κρίση του, αλλά την πρόληψή του, δεν αντι­προσωπεύει το μέλλον του, αλλά το παρελθόν του, δεν αντιπρο­σωπεύει τη σύγχρονη Σεβέν αλλά τη σύγχρονη Βανδέα του.

[…]

Αφού η πρώτη επανάσταση μετέβαλε τούς αγρότες από μισοδουλοπάροικους σε ελεύθερους ιδιοχτήτες της γης, ο Ναπολέων στερέωσε και ρύθμισε τις συνθήκες που θα τούς επιτρέπανε νά εκμεταλλεύονται ανενόχλητα τη γη της Γαλλίας που πριν λίγο είχε περάσει στά χέρια τους και νά ικανοποιούν το νεανικό πάθος τους γιά ιδιοχτησία. Αυτό όμως που προκαλεί τώρα την καταστροφή του γάλλου αγρότη είναι ο ίδιος ο μικρός του κλήρος, ο τεμαχισμός τής γης, η μορφή τής ιδιοχτησίας που σταθεροποίησε ο Ναπολέων στη Γαλλία. Οι υλικές συνθήκες είναι ακριβώς εκείνες που μετάτρεψαν το φεουδαρχικό αγρό­τη σε μικρό αγρότη και το Ναπολέοντα σε αυτοκράτορα. Δυό γενιές στάθηκαν αρκετές γιά να δημιουργήσουν τό αναπόφευγο αποτέλεσμα: την προοδευτική χειροτέρευση της γεωργίας και τήν προοδευτική καταχρέωση του γεωργού. Η «ναπολεόντεια» μορφή ιδιοκτησίας, που στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η προϋ­πόθεση γιά την απελευθέρωση και τον πλουτισμό τού γαλλικού αγροτικού πληθυσμού, εξελίχτηκε στή διάρκεια αυτού του αιώνα σε νόμο της υποδούλωσης και τής εξαθλίωσής του. Και ακριβώς αυτό το νόμο είναι υποχρεωμένος να διατηρήσει ο δεύ­τερος Βοναπάρτης γιατί αποτελεί τήν πρώτη από τις «ναπολεόντειες ιδέες».

[…]

Η οικονομική εξέλιξη της τεμαχισμένης μικροιδιοχτησίας ανάτρεψε από τις βάσεις τους τις σχέσεις τών αγροτών πρός τις άλλες τάξεις της κοινωνίας. Τον καιρό του Ναπολέοντα, ο τε­μαχισμός της γης στην ύπαιθρο συμπλήρωνε τόν ελεύθερο συναγωνισμό και την απαρχή της μεγάλης βιομηχανίας στις πόλεις. Η αγροτική τάξη ήταν η πανταχού παρούσα διαμαρτυρία ενάντια στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων που μόλις είχε γκρεμιστεί. Οι ρίζες που η τεμαχισμένη αυτή μικροϊδιοχτησία άπλωσε στο γαλλικό έδαφος στέρησαν το φεουδαλισμό από κάθε τροφή. Tα ορόσημά της αποτέλεσαν τα φυσικά οχυρά της αστικής τάξης ενάντια σε κάθε εγχείρημα των παλιών της αφεν­τικών. Μα στήν πορεία του 19ου αιώνα τη θέση του φεουδάρχη, την πήρε ο τοκογλύφος των πόλεων, τη θέση των φεουδαρχικών υποχρεώσεων του αγρότη που συνδέονταν με τη γη την πήρε η υποθήκη, τη θέση της αριστοκρατικής γαιοχτησίας την πή­ρε το αστικό κεφάλαιο. 

[…]

Έτσι, τα συμφέροντα των αγροτών δε βρί­σκονται πιά, όπως τον καιρό του Nαπολέοντα, σε αρμονία, αλ­λά σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης, με το κε­φάλαιο. Συνεπώς, οι αγρότες βρίσκουν το φυσικό τους σύμμα­χο και καθοδηγητή στο προλεταριάτο των πόλεων που καθήκον του είναι η ανατροπή του αστικού καθεστώτος. Μα η ισχυρή και με απεριόριστα δικαιώματα κυβέρνηση -και αυτή είναι η δεύτερη «ναπολεόντεια ιδέα» που ο δεύτερος Ναπολέοντας  πρέπει να εφαρμόσει- καλείται να υπερασπίσει με τη βία αυτή την «υλική» τάξη. Kι αυτή η «υλική τάξη» χρησιμεύει σαν σύνθημα σέ όλες τις διακηρύξεις του Βοναπάρτη ενάντια στους εξεγερμένους αγρότες.

[…]

Mιά άλλη «ναπολεόντεια ιδέα» είναι η κυριαρχία των παπάδων σαν ένα μέσο διακυβέρνησης. Αν όμως ο νεοδημιουργη­μένος μικρός κλήρος, στην αρμονία του με την κοινωνία,στην εξάρτησή του από τις φυσικές δυνάμεις και την υποταγή του στην εξουσία που τον προστατεύει από τα πάνω ήταν φυσικά θρήσκος, ο μικρός κλήρος που έχει τσακιστεί από τα χρέη, που βρίσκεται σε διάσταση με την κoινωνία και την εξουσία, και που βγαίνει πέρα από την ίδια τη στενότητά του, γίνεται φυσικά άθρησκος.

[…]

Τέλος, το αποκορύφωμα των «ναπολεόντειων ιδεών» είναι η υπεροχή του στρατού. Ο στρατός ήταν υπόθεση τιμής των μικρών αγροτών, ήταν οι ίδιοι τους μεταμορφωμένοι σε ήρωες, ήταν αυτοί που υπεράσπιζαν την καινούργια ιδιοχτησία τους από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτοί που δόξαζαν τη νεοαποχτη­μένη εθνική τους ενότητα, που λεηλατούσαν και επαναστατοποιούσαν τον κόσμο. Η στολή ήταν η δική τους κρατική φορεσιά, ο πόλεμος ήταν η ποίησή τους, ο μικρός κλήρος που στη φαντασία τους μεγάλωνε και στρογγύλευε ήταν η πατρίδα τους, και ο πατριωτισμός ήταν η ιδανική μορφή του αισθήματος της ιδιοχτησίας. Οι εχθροί όμως που ενάντιά τους ο γάλλος αγρότης έχει να υπερασπίσει την ιδιοχτησία του σήμερα, δεν είναι πια οι κοζάκοι, μα οι δικαστικοί κλητήρες και οι φοροεισπράχτο­ρες. Ο μικρός κλήρος δε βρίσκεται πια σ’ αυτό που λέγαται πατρίδα, αλλά στο βιβλίο υποθηκών. Ο ίδιος ο στρατός δεν είναι πιά το άνθος της αγροτικής νεολαίας, είναι το βαλτολού­λουδο του αγροτικού κουρελοπρολεταριάτου. 

[…]

Βλέπουμε ότι όλες οι «ναπολεόντειες ιδέες»    είναι ιδέες του μικρού κλήρου που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και που βρίσκεται στη φρεσκάδα της νεότητάς του, γιά το  μικρό όμως κλήρο που   έχει ζήσει τη ζωή του oι ιδέες αυτές είναι ένας παραλογισμός. Είναιoι πα­ραισθήσεις της θανάσιμης αγωνίας του, λέξεις που μετατρέπον­ται σε φράσεις, πνεύματα πού γίνονται φαντάσματα. Η παρω­δία όμως της αυτοκρατορίας ήταν αναγκαία για να απαλλάξει τη μάζα του γαλλικού έΘνους από το βάρος της παράδοσης και γιά να προβάλει σε καθαρή μορφή την αντίθεση ανάμεσα στην κρατική δύναμη και στην κοινωνία. Μαζί με την προο­δευτική συντριβή της τεμαχισμένης μικροϊδιοχτησίας, καταρέει κι ολόκληρο το θεμελιωμένο πάνω της κρατικό οικοδόμημα. Ο κρατικός συγκεντρωτισμός που χρειάζεται η σύγχρονη κοινωνία υψώνεται μονάχα πάνω στα ερείπια του στρατιωτικού γρα­φειοκρατικού κυβερνητικού μηχανισμού, που είχε σφυρηλατηθεί σε αντίθεση με τη φεουδαρχία.

Η κατάσταση του γάλλου αγρότη μας λύνει το αίνιγμα των γενικών εκλογών της 20 και 21 του Δεκέμβρη,  που οδήγησαν το δεύτερο Βοναπάρτη στο όρος Σινά όχι γιά να πάρει, αλλά γιά να υπαγορεύσει νόμους.

Ήταν ολοφάνερο ότι η αστικήτάξη δεν είχε τώρα άλλη εκλογή από το να εκλέξει το Βοναπάρτη. Όταν στη σύνοδο της Κωνσταντίας oι πουριτανοί παραπονέθηκαν γιά τήν ακόλαστη ζωή τών παπών και θρηνολογούσανε γιά την ανάγκη μιάς αναμόρφωσης των ηθών, ο καρδινάλιος Πιέρ ντ’ Αιγύ τους φώναξε: «Μονάχα ο ίδιος ο διάβολος μπορεί τώρα να σώσει την καθολική εκκλησία και σεις ζητάτε αγγέλους!» Το ίδιο και η γαλλική    αστική τάξη φώναζε  ύστερα από το πραξικόπημα: «Μονάχα ο αρχηγός της εταιρίας της 10 του Δεκέμβρη μπορεί να σώσει τώρα την αστική κoινωνία! Μονάχα η κλεψιά μπορεί να σώσει τώρα την ιδιοχτησία, η επιορκία τη θρησκεία, τα νόθα την οικογένεια, η αταξία την τάξη!».

 

Σημείωση:

Στη Σεβέν, μια ορεινή περιοχή της Γαλλίας, ξέσπασε στις αρχές του 18ου αιώνα μια μεγάλη εξέγερση διαμαρτυρομένων αγροτών (των λεγόμενων Καμιζάρ) κάτω από το σύνθημα: «Όχι πια άλλους φόρους», «Ελευθερία θρησκευτικής πίστης». Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν φεουδαρχικούς πύργους και ενωμένοι σε αντάρτικα τμήματα και κάτω από την προστασία των βουνών συνέχισαν τρία σχεδόν χρόνια τον αγώνα τους. Βανδέα: Νομός της Γαλλίας, που ήταν η εστία της αντεπανάστασης τον καιρό της αστικής γαλλικής επανάστασης στα τέλη του 18ου αιώνα. Στην πάλη της ενάντια στην επαναστατική Γαλλία η αντεπανάσταση χρησιμοποίησε την εκεί καθυστερημένη αγροτιά, που ήταν πολύ επηρεασμένη από τον καθολικό κλήρο. 

προηγούμενο