Το λάδι και το γάλα

Πρόκειται για αναδημοσίευση παλιότερων άρθρων, με αφορμή την είδηση για σχεδιαζόμενο λουκέτο σε 2750 ελαιοτριβεία της χώρας προκειμένου, για τις ανάγκες ανάπτυξης του χρηματιστικού κεφαλαίου,  να «αντικατασταθούν» από μερικά ελαιοτριβικά «μεγαθήρια», μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Το πρώτο άρθρο, «το λάδι», γράφτηκε και αναρτήθηκε σε αυτό το ιστολόγιο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, και το δεύτερο, «το γάλα» δυο περίπου μήνες νωρίτερα από το πρώτο.

Προκαταλαμβάνοντας εισαγωγικά την ανάγνωση των δυο άρθρων, σημειώνω πως το κεντρικό νόημά τους είναι, ότι ενώ από τη μια, η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη (την ανάπτυξη του κεφαλαίου), από την άλλη: Καθόλου κατ’ ανάγκη δεν συμπίπτει ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής ο υποταγμένος στην ανάπτυξη του κεφαλαίου, με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσής της  που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ανάπτυξης της κοινωνίας. Ότι, αντίθετα, και χωρίς να απαιτούνται μαθηματικοί τύποι γι’ αυτό το συμπέρασμα,  ο βαθμός μεγέθυνσης και συγκέντρωσης του κεφαλαίου (και μαζί και της παραγωγής) ως συνέπεια της δικής του ανάπτυξης μπορεί να έρχεται, και εν προκειμένω έρχεται, σε αντίθεση, σε σύγκρουση με το βαθμό μεγέθυνσης και συγκέντρωσης τον αναγκαίο από την άποψη της ειδικά κοινωνικής ανάπτυξης. Και ότι επομένως, την ίδια στιγμή που ο σοσιαλισμός «εμφανίζεται ως (αναγκαία και δυνατή) συνέπεια του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής που είναι σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη», εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως ανάγκη αποτροπής και αναστροφής αυτού του βαθμού μεγέθυνσης και συγκέντρωσης της παραγωγής στο μέτρο που αυτός ο βαθμός υπερβαίνει τον αναγκαίο στη βάση των αναγκών της κοινωνικής ανάπτυξης και όχι της ανάπτυξης του κεφαλαίου.

Ακολουθούν τα δυο άρθρα.

—————————————————————-

Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

ΥΓ Θα ήταν ακόμα πιο ανάγλυφο το παραπάνω σκεπτικό αν η «οικονομία κλίμακος» και οι ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού επέβαλαν την λειτουργία όχι δυο μόνο ελαιοτριβείων στην Ελλάδα, αλλά, αντί γι’ αυτά, ενός μόνο ελαιοτριβείου στην Κίνα ή στην Ινδία…

Το ότι στην πραγματικότητα αυτή η υπόθεση επαληθεύεται -αν όχι στο λάδι- στην κλωστοϋφαντουργία και σε άλλους κλάδους της μεταποίησης, κάνει φανερή την απόσταση που χωρίζει τους ορους της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης, όχι μόνο σε ό,τι αφορά την απόσπαση της υπεραξίας, αλλά και σε ό,τι αφορά τις γενικές κοινωνικές αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές.

Από αυτή την άποψη λοιπόν η ανάγκη του σοσιαλισμού προβάλλει όχι μόνο σαν αντικειμενική συνέπεια της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής αλλά και σαν συνέπεια της αντίθεσης απέναντι στην «ανάπτυξη» που επιβάλλει η κυριαρχία των μονοπωλίων, η οποία αντιστρατεύεται την ικανοποίηση των αναγκαιων όρων της κοινωνικής ανάπτυξης, καταστρέφοντας επίσης την υλική βάση ακόμα και του δοσμένου επίπεδου ανάπτυξης της κοινωνίας.

—————————————————————-

το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.

 


Το λάδι

Εδώ και εδώ γράφει για το σχέδιο που υπέβαλε ο Στουρνάρας στο Γιούρογκρουπ, λίγο πριν τη λήξη της υπουργικής του θητείας και τη μεταπήδησή του στην ΤτΕ.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο τα 1500 λιοτρίβια που λειτουργούν σήμερα στην επικράτεια θα πρέπει μέχρι το 2024 να αντικατασταθούν από δυο ελαιοτριβεία που θα καλύπτουν τις συνολικές «ανάγκες» της χώρας. Όπως επίσης προβλέπεται και η λειτουργία, για όλη τη χώρα,  τριών συσκευαστήριων φρούτων και λαχανικών.

Προβαλλόμενος λόγος, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, είναι να «πετύχουμε «οικονομίες κλίμακος» και έτσι να μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε με χαμηλές τιμές την Ισπανία».

Οι όροι του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, λοιπόν, εμφανίζονται ως αξεχώριστοι από τους όρους της μονοπωλιακής συγκέντρωσης της παραγωγής. Κι η ίδια η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής εμφανίζεται ως όρος «εκ των ουκ άνευ»  της οικονομικής ανάπτυξης υπό αυτούς τους όρους ανταγωνισμού, δηλαδή σαν αναγκαίος όρος της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Προτού, όμως, κλείσουμε το θέμα «ανακαλύπτοντας» την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως συνέπεια της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, της μονοπώλησης της παραγωγής και της «ανάπτυξης» που συμβαδίζει με αυτή τη συγκέντρωση και αυτή τη μονοπώληση, θα πρέπει να επισημάνουμε τη διάσταση ανάμεσα σε αυτή την «ανάπτυξη» που οι όροι της υποτάσσονται στις ανάγκες του κεφαλαίου και την «ανάπτυξη» που τους όρους της καθορίζουν οι κοινωνικές ανάγκες.

Φαινομενικά βέβαια αυτή η «παρένθεση» ανάμεσα στο γεγονός και την «αποκάλυψη» θέτει προσκόμματα στη δεύτερη, θίγει την μεταξύ τους θεωρητική «αρμονία», τον «αυτοματισμό» της σχέσης ανάμεσα σε πρόβλημα και συμπέρασμα. «Άρα»;

Πριν όμως φτάσουμε στο «άρα», το θέμα είναι ότι έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η καπιταλιστική ανάπτυξη, έστω στρεβλά, έστω στην πλάτη του προλεταριάτου, έστω σε βάρος της εργατικής τάξης, συνέπιπτε στα γενικά ποσοτικά της μεγέθη με τις κοινωνικές οικονομικές ανάγκες, έχει δηλαδή περάσει αρκετός καιρός από τον καπιταλισμό στο στάδιο του τού «ελεύθερου συναγωνισμού».

Ο βαθμός της μονοπωλιακής συγκέντρωσης του κεφαλαίου δεν είναι ποσοτικό μέγεθος ειδικά κοινωνικό. Δεν είναι ποσοτικό μέγεθος που προσδιορίζει την ανάπτυξη της κοινωνίας, που προέρχεται από την ειδικά δική της ανάπτυξη. Είναι ποσοτικό μέγεθος της ανάπτυξης του κεφαλαίου, η οποία πραγματώνεται χάρη στην ιδιοποίηση, χάρη στη μονοπώληση των όρων ανάπτυξης της κοινωνίας. Ποσοτικό μέγεθος που προέρχεται από την αντίφαση, και που αυξάνει την αντίφαση, ανάμεσα στην κοινωνική φύση των μέσων παραγωγής και την ατομική τους ιδιοποίηση.  Είναι, σαν μέγεθος, συνέπεια αυτής της αντίφασης, που από ποσότητα έχει μετατραπεί σε ποιότητα μετατρέποντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό από καπιταλισμό του «ελεύθερου συναγωνισμού» σε μονοπωλιακό καπιταλισμό, σε ιμπεριαλισμό: τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα.

Με άλλα λόγια η ανάπτυξη του κεφαλαίου αφήνει ποσοτικά πίσω της την ανάπτυξη της κοινωνίας. Με άλλα επίσης λόγια οι δυνατότητες και ταυτόχρονα οι ανάγκες του κεφαλαίου που προκύπτουν από την δική του ποσοτική ανάπτυξη, δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τις δυνατότητες και ανάγκες του δοσμένου επίπεδου κοινωνικής ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια επίσης, παίρνοντας σαν πρόσφατο παράδειγμα το γάλα, τα μεγέθη της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και οι ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ τέτοιων μεγεθών μπορεί να επιβάλλουν την κατάργηση του φρέσκου γάλακτος, αλλά αντίθετα σκοπός  της ανάπτυξης της κοινωνίας είναι να μπορεί να έχει ένα ποτήρι φρέσκο γάλα κάθε παιδί και οι όροι της κοινωνικής ανάπτυξης οφείλουν να υποτάσσονται σε αυτό το σκοπό.

Σε ό,τι αφορά το λάδι (ή τα φρούτα και τα λαχανικά) περιοριζόμαστε στο ότι -εκτός από το αυτονόητο (;), την ικανοποίηση σε ποσότητα και ποιότητα των λαϊκών διατροφικών αναγκών- σε μια ισόρροπη κοινωνική ανάπτυξη η παραγωγική δραστηριότητα κλιμακώνεται προοδευτικά, ενώ αντιθετα τα μεγέθη της μονοπωλιακής συσσώρευσης είναι τέτοια που στην «οικονομία κλίμακός» τους καταπίνουν μονομιάς κάθε προοδευτική κλιμάκωση αφήνοντας πίσω τους, αντί για μια κοινωνία που αναπτύσσεται, μια κοινωνία που σαπίζει.

Πρόκειται δηλαδή για μια από τις περιπτώσεις, όπου η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού δεν πρέπει να κατανοείται τόσο σαν «αντικειμενική συνέπεια» ενός «αντικειμενικού» βαθμού οικονομικής ανάπτυξης, αλλά κυρίως  ως συνέπεια της αντίθεσης ανάμεσα στους αντικειμενικά αναγκαίους όρους ανάπτυξης του κεφαλαίου και τους αντικειμενικά αναγκαίους όρους της κοινωνικής ανάπτυξης και ως επιλογή απέναντι στο δίλημμα που προκύπτει από αυτή την αντίθεση.

 


Ευρωπαϊκή Ένωση: Τώρα βουρ για μεταλλαγμένα

Για «συμβιβαστική συμφωνία» ως προς τα μεταλλαγμένα, ή επί το επιστημονικότερο την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος, κάνει λόγο η «Αυγή» του ΣΥΡΙΖΑ, σε ρεπορτάζ γύρω από τη σχετική συμφωνία των χωρών-μελών της ΕΕ που «θα επικυρωθεί στις 12 Ιουνίου, στη σύνοδο των υπουργών Περιβάλλοντος στο Λουξεμβούργο» και στη συνέχεια «θα πρέπει να εγκριθεί και από το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέχρι το τέλος του έτους».

Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ της «Αυγής», με τη «συμβιβαστική» συμφωνία «θα επιτρέπεται στο εξής το έγκλημα της καλλιέργειας γενετικά τροποποιημένων ειδών στο ευρωπαϊκό έδαφος», ενώ «τα κράτη που διαφωνούν με την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων ειδών στο έδαφός τους θα πρέπει να προσφεύγουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα ζητεί από τις εταιρείες να τα αποκλείουν όταν καταθέτουν αιτήματα για νέες καλλιέργειες».

Με άλλα λόγια ο «συμβιβασμός» συνίσταται στην απελευθέρωση της καλλιέργειας των μεταλλαγμένων, συνοδευόμενη από μια διαδικασία με την οποία το κάθε κράτος ανάλογα με το αν έχει βασιλιά, βενιζέλο ή χούντα στην κυβέρνηση, θα μπορεί να «προσφεύγει» για τον α ή τον β σπόρο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της «θα ζητεί» από τις εταιρείες να τον «εξαιρέσουν».

«Τελικά νίκησαν οι εταιρείες παραγωγής σπόρων», διαπιστώνει περίλυπη η «Αυγή», «στο εξής το έγκλημα θα επιτρέπεται». Χαρακτηριστικός τρόπος τοποθέτησης: Αφενός «οι εταιρίες νίκησαν», αλλά ποιόν; Τις «κυβερνήσεις» που εξυπηρετούν τα σμφέροντά τους προβληματιζόμενες μόνο για τον τρόπο που θα «ξεγελάσουν» και θα κάμψουν τις λαϊκές αντιδράσεις στις αποφάσεις τους – αποφάσεις που, ας σημειωθεί λαμβάνονται όχι 3 μέρες πριν αλλά 3 μόνο μέρες μετά τις ευρωεκλογές και με την «Ελλάδα» να προωθεί τον «συμβιβασμό» ως προεδρεύουσα χώρα;  Και αφετέρου, «έγκλημα» μεν, αλλά πάντως «οι εταιρίες νίκησαν»: Οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν έχουν παρά να περιμένουν την «έντιμη συμφωνία» του Τσίπρα «με τους θεσμούς και λαούς» της ΕΕ, προκειμένου να αναθεωρηθεί αυτός ο «συμβιβασμός» με κάποιον άλλο «συμβιβασμό», και όταν η εφαρμογή των αποφάσεων θα έχει κάνει την κατάσταση και τις βλάβες μη αναστρέψιμες… Ούτε σκέψη φυσικά δεν περνά από το μυαλό της «Αυγής» για αντίσταση, για ανυπακοή και απειθαρχία «των λαών» της ΕΕ απέναντι «στους θεσμούς» της ΕΕ, ούτε σκέψη για συνολική αποδέσμευση από τους ευρωενωσιακούς καταναγκασμούς και για χάραξη μιας στρατηγικής υποταγμένης αποκλειστικά στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών εργατικών αναγκών.

Στην πιο «ριζοσπαστική» συριζαϊκή εκδοχή, το πολύ να εξαντλείται το θέμα σε συλλογές υπογραφών, και στην υπόσχεση ότι η «κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ» θα «προσφύγει» στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ώστε αυτή «να ζητήσει» από τις εταιρίες την «εξαίρεση» του τάδε ή του δείνα σπόρου, και ποιος ξέρει, ίσως μετά την έφεση και την αναίρεση ευδοκιμήσει και η προσφυγή.

*

Το όλο ζήτημα πάντως των μεταλλαγμένων, προκειμένου να γίνει κατανοητή η στρατηγική για χάρη της οποίας προωθούνται, η σημασία της και η επιμονή της υλοποίησής της, πρέπει να κατανοηθεί από μια γενικότερη σκοπιά: Δεν πρόκειται μόνο για τα «στενά» οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών που παράγουν κι εμπορεύονται τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Δεν πρόκειται επίσης μόνο για τον ολοκληρωτικό έλεγχο της γεωργικής παραγωγής μέσω της αποκλειστικότητας των σπόρων από τα ίδια αυτά μονοπώλια που, επιπλέον, σύμφωνα με κάποια δημοσιεύματα ήδη κατά τις παραμονές της καπιταλιστικής κρίσης, δηλαδή πριν το 2008, είχαν προβεί σε αγορές εκατομμυρίων εκταρίων καλλιεργήσιμης γης στην Ανατολική Ευρώπη και την Αφρική, μέσω των τραπεζών τους που την επόμενη μέρα παρουσίασαν και «έλλειψη ρευστοτητας».

Αλλά, πέρα από αυτά, πρόκειται και για την γενική μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης και συνακόλουθα τη γενική αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας, κοινώς του κέρδους που ιδιοποιείται το κεφάλαιο σε βάρος του μέρους του κοινωνικού προϊόντος που πληρώνεται σε μισθούς, μέσω της γενικής μείωσης της αξίας των μέσων συντήρησης της εργατικής τάξης από τη στιγμή που αυτά τα μέσα συντήρησης θα προέρχονται από την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Ένα μάλλον σημαντικό για τα μονοπώλια αντιστάθμισμα στην τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους, την σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη και την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας.

Το ίδιο είχε συμβεί και με τη λεγόμενη «πράσινη επανάσταση» της δεκαετίας του ’60 που «εισήγαγε» σε πλατιά κλίμακα τη μονοκαλλιέργεια, τις λεγόμενες γενετικές βελτιώσεις, τη βιομηχανική παραγωγή και κατανάλωση λιπασμάτων και ζιζανιοκτόνων

…Και τότε, όπως και τώρα, το κόστος στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον, δικαιολογούνταν με τον «ιερό» στοχο της διατροφικής επάρκειας. Ομως τα όρια της ανάπτυξης του κεφαλαίου δεν ταυτίζονται με τα όρια ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών, αλλά με τα όρια της ζήτησης της ικανής να αποφέρει ικανοποιητικό κέρδος. Και δεκάδες και εκατοντάδες εκατομμύρια των πεινασμένων της γης παραμένουν δεκάδες και εκατοντάδες, όχι γιατί δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν οι υλικές προϋποθέσεις της διατροφικής επάρκειας, αλλά γιατί η εκ μέρους τους «ζήτησή» με χρηματοοικονομικούς όρους δεν δημιουργεί προϋποθέσεις αντίστοιχης «προσφοράς» με επίσης χρηματοοικονομικούς όρους καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Αλλά και γιατί η καπιταλιστική συγκέντρωση της αγροτικής γης, που έλαβε χώρα με εργαλείο και αυτές τις τεχνικές «επαναστάσεις», μαζί με την προλεταριοποίηση μεγάλων πληθυσμών, αποξένωσε τους άμεσους παραγωγούς από τις παραδοσιακές μεθόδους με τις οποίες παρήγαγαν και διασφάλιζαν τα μέσα της ύπαρξής τους, εξακολουθώντας παράλληλα μέχρι και σήμερα κάτω από τους δικούς της όρους να οδηγεί την εργαζόμενη αγροτιά στο οικονομικό αδιέξοδο.

Κι αυτή η πραγματικότητα στο σύνολό της δεν «τροποποιείται γενετικά» αλλά ανατρέπεται επαναστατικά, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις κοινωνικού σχεδιασμού της παραγωγής -και της γεωργικής- που θα ικανοποιεί τις ανάγκες των εργαζόμενων παραγωγών και τις διατροφικές ανάγκες των λαών με τις πιο υγιεινές για τον άνθρωπο και το περιβάλλον μεθόδους.


το γάλα

Σε παλιότερη ανάρτηση (την πρώτη του μπλογκ πριν 1,5-2 χρόνια) με τον τίτλο «υπερεθνικότητα» vs έθνους και διεθνισμού, είχα χρησιμοποιήσει τον «αδόκιμο» όρο «υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου», τον οποίο σε υποσημείωση εκείνης της ανάρτησης δικαιολογούσα ως εξής:

«Μπορεί ορισμένους να ξενίζει η χρήση του όρου «υπερσυγκέντρωση», σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου.

Όμως από τη στιγμή κι έπειτα, όπου η ανάπτυξη του κεφαλαίου, και συνακόλουθα ο βαθμός της συγκέντρωσής του, άρχισε να αποτελεί μέγεθος ολωσδιόλου ξεχωριστό από τα μεγέθη που αφορούν την ανάπτυξη της κοινωνίας, από τη στιγμή που επίσης η ανάπτυξη του κεφαλαίου άρχισε να αποτελεί όρο που αντιστρατεύεται την ανάπτυξη της κοινωνίας και τους όρους αυτής της ανάπτυξης, από τη στιγμή που τα ποσοτικά μεγέθη της αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική φύση των παραγωγικών δυνάμεων και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησής τους μεταβλήθηκαν σε μια «νέα ποιότητα», από τη στιγμή δηλαδή που ο «παλιός» καπιταλισμός του ελεύθερου συναγωνισμού έδωσε οριστικά τη θέση του στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, από τότε κι έπειτα μπορεί κατά τη γνώμη μου να γίνεται λόγος για καπιταλισμό που αναπτύσσεται με όρους υπερσυγκέντρωσης του κεφαλαίου».

Το πρόβλημα που με απασχολεί δεν είναι βέβαια καθόλου το να γίνει αποδεκτός ο όρος «υπερσυγκέντρωση». Το ζήτημα δεν είναι αυτό, αλλά η εκτίμηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου στο στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, που -ας μην το ξεχνάμε- όσο κι αν εμφανίζεται σαν φορέας της «τελευταίας λέξης» της τεχνικής προόδου, είναι στην πραγματικότητα φορέας της ιστορικής αντίδρασης σε όλη τη γραμμή, και η ίδια του η ανάπτυξη μπορεί να νοηθεί μόνο σαν ανάπτυξη της ιστορικής αντίδρασης: όσο περισσότερο αναπτύσσεται και «προοδεύει» ο μονοπωλιακός καπιταλισμός, τόσο περισσότερο ιστορικά αντιδραστικός γίνεται. Και τόσο περισσότερο οι ανάγκες της ανάπτυξής του έρχονται σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες και τους όρους ικανοποίησής τους.

Εδώ θα προσπαθήσω να δείξω ότι από την παραπάνω διαπίστωση δεν εξαιρείται η «καθαρά» οικονομική πλευρά, η πλευρά που συνήθως νοείται σαν μια απλώς «αντικειμενική», και απλώς ποσοτική εξέλιξη, η οποία καταδείχνει την ανάγκη της αντικατάστασης του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό. Το τελευταίο είναι βέβαια σωστό. Όμως αν δεν κατανοηθεί ότι, πια, και αυτή η «αντικειμενική» οικονομική εξέλιξη, τα ίδια τα «ποσοτικά» της μεγέθη είναι συναρτημένα όχι με την οικονομική εξέλιξη γενικά αλλά με την εξέλιξη του καπιταλισμού που από καιρό αντιστρατεύεται την εξέλιξη της κοινωνίας, τότε είναι δυνατόν να βγούνε λαθεμένα συμπεράσματα  για μια σειρά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα της ταξικής πάλης.

Για να γίνω σαφέστερος, το ζήτημα που τίθεται με αφορμή την πρόσφατη νομοθεσία για το γάλα, δεν είναι μόνο ότι ως «εξέλιξη» μεν προχωράει όμως μέσω της καταστροφής των μικρών αγροτών. Το ζήτημα που τίθεται είναι  επίσης, ότι οι όροι της μονοπωλιακής συγκέντρωσης κεφαλαίου δεν συμπίπτουν με τους όρους συγκέντρωσης της παραγωγής που θα υπαγόρευαν οι κοινωνικές ανάγκες σε μια κοινωνικά σχεδιασμένη οικονομία.

*

Για το γεγονός ότι η κατάργηση της ετικέτας «φρέσκο γάλα» (μια που το φρέσκο γάλα έχει καταργηθεί αρκετό καιρό πριν την ετικέτα του) υπαγορεύτηκε από τις ανάγκες του μονοπωλιακού ανταγωνισμού που είναι καταδικασμένος  να ανεβαίνει τις αναβαθμίδες του (καταδικάζοντας και την κοινωνία να ανεβαίνει το γολγοθά της) μέσω μιας όλο και πιο μεγάλης συγκέντρωσης κεφαλαίου στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, δεν είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν αποδείξεις.

Στη σχετική έκθεση του «Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης» (από την περίφημη «εργαλειοθήκη» του οποίου  προήλθε η κατάργηση του «φρέσκου γάλακτος») αναφέρεται ότι:

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα το «φρέσκο» παστεριωμένο γάλα κυκλοφορεί με διάρκεια ζωής 5 ημερών, αποτελεί «μια αυστηρή απόκλιση από τις συνήθεις πρακτικές της ΕΕ, που προκύπτουν από τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. Η απόκλιση αυτή ενδεχομένως να βλάπτει τον ανταγωνισμό στη σχετική αγορά σε σημαντικό βαθμό».

«Η κατάργηση του ορίου των πέντε ημερών θα δώσει επαρκή χρόνο στη βιομηχανία για την εισαγωγή γάλακτος από άλλες, φθηνότερες χώρες της ΕΕ, μειώνοντας έτσι το κόστος των πρώτων υλών»

«Η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού θα καταστήσει πολύ δύσκολο για τα τοπικά μικρά αγροκτήματα να λειτουργήσουν σύμφωνα με το ισχύον επιχειρηματικό τους μοντέλο και θα περίμενε κανείς ότι ορισμένα από αυτά θα αγοραστούν από τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις»

Από τα παραπάνω, εκτός από το ότι η κατάργηση έστω και του κατ’ όνομα φρέσκου γάλακτος υπαγορεύεται από τις ανάγκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, εκτός και από την κυνική ομολογία των επιπτώσεων στους μικρομεσαίους κτηνοτρόφους αυτού του ανταγωνισμού και των μέτρων που παίρνονται για την εξυπηρέτησή του, γίνεται φανερό και το ότι το ίδιο αυτό μέτρο που νομοθετήθηκε αποτελεί προσαρμογή στις «συνήθεις πρακτικές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που «προκύπτουν από τη σχετική της νομοθεσία», καθώς άλλωστε με την ιδρυτική της πράξη του Μάαστριχτ η ΕΕ έχει προσδώσει στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό (δηλαδή την κυριαρχία των μονοπωλίων) νομικό κύρος με ισχύ για όλα τα κράτη – μέλη της.

Ήρθε λοιπόν η στιγμή που και το «φρέσκο γάλα» αναγνωρίστηκε σαν περιορισμός ή σαν καταστρατήγηση της «αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων [!!!]«  την οποία προβλέπει το άρθρο 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Και σίγουρα δεν είναι δική μας δουλειά να παραστήσουμε τον «κριτή» για το αν την «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό» την παραβιάζει πράγματι το «φρέσκο γάλα» ή αντίθετα η κατάργησή του, για τον αν «αθέμιτος» ανταγωνισμός σε βάρος των μονοπωλίων είναι η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών ή αν, αντίθετα, «αθέμιτος» ανταγωνισμός είναι η χρησιμοποίηση από τα μονοπώλια της νομοθετικής ισχύος που αποκτούν χάρη στην ψήφο των μικρομεσαίων κτηνοτρόφων με σκοπό την εξαφάνισή τους. Ούτε, επίσης, να παραστήσουμε τον κρίτη για το αν η «αποτελεσματική κατανομή των πόρων ευνοείται» περισσότερο με το γάλα των 5 ή με το γάλα των 10 ημερών. Ούτε για το αν η ημερομηνία λήξης των 5 ημερών αποτελεί ή όχι «μέσο αυθαίρετων διακρίσεων» ή «συγκεκαλυμμενο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (πράγμα που «απαγορεύει» το άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ):  Πόσο μάλλον που το γάλα μετατρέπεται σε «ελεύθερα κινούμενο» κεφάλαιο όταν βρίσκεται στα χέρια των καπιταλιστών και των μονοπωλίων, ενώ στα χέρια του αυτοαπασχολούμενου κτηνοτρόφου το γάλα δεν είναι καν κεφάλαιο…

*

Όλα αυτά όμως είναι η μισή αλήθεια, όσο δεν τίθεται και δεν απαντιέται το ζήτημα γύρω από τη σχέση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής όπως αυτή πραγματοποιείται από την άποψη των αναγκών του κεφαλαίου («μεταφραζόμενη» από την άποψη αυτή σε συγκέντρωση κεφαλαίου), από τη μια, και του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής από την άποψη των αναγκών της κοινωνίας, από την άλλη.

Από την άποψη του κεφαλαίου (και ιδίως του μονοπωλιακού που αποτελεί πια την κυρίαρχη μορφή του) η συγκέντρωση της παραγωγής στα χέρια του πραγματοποιείται με γνώμωνα τις ανάγκες του ανταγωνισμού μεταξύ των μονοπωλίων, τις συνακόλουθες ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας και του ποσοστού κέρδους, και επίσης πραγματοποιείται πάνω στη βάση μιας ήδη πραγματοποιημένης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου (σαν αποτέλεσμα του πληθωρισμού κερδών, που προγήθηκε κατά τη φάση της «ανάπτυξης»), το οποίο γυρεύει νέα πεδία επένδυσης και κερδοφορίας. Ιδίως όμως σε ό,τι αφορά τους κλάδους παραγωγής μέσων συντήρησης, πρέπει επίσης εμφατικά να υπογραμμιστεί ότι η μείωση του συνολικού κόστους παραγωγής τους, η μείωση δηλαδή της ανταλλακτικής αξίας τους, αποτελεί πρωταρχικό όρο αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας, καθώς φτηνότερα μέσα συντήρησης φτηναίνουν την εργατική δύναμη μειώνοντας έτσι το μερίδιο που αποσπά αυτή από την συνολική αξία του κοινωνικού προϊόντος και αυξάνοντας την μάζα της υπεραξίας που σφετερίζεται το κεφάλαιο.

Όμως αυτά (ο ανταγωνισμός, η κερδοφορία, η συσσώρευση,  η υπεραξία κλπ), το τελευταίο πράγμα με το οποίο έχουν σχέση, είναι το γάλα, και πόσο μάλλον το φρέσκο. Και σε ό,τι αφορά το γάλα καθαυτό, η μοναδική του σχέση με αυτές τις «οικονομικές» ανάγκες και κριτήρια, περιορίζεται στο μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να καταναλώνεται χωρίς να παύει και τυπικά να είναι πια «γάλα», ως όριο πέρα από το οποίο δεν μπορούν άλλο να παραμεριστούν τα εμπόδια που βάζουν οι έσχατες φυσικές του ιδιότητες  στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό», στην «αποτελεσματική κατανομή των πόρων», στην «ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων και των πληρωμών».

Δεν ισχύει όμως το ίδιο από την άποψη της κοινωνίας, με τις ανάγκες της οποίας η κυριαρχία των μονοπωλίων από καιρό βρίσκεται σε αντίθεση, και για την οποία από καιρό το σύστημα της μονοπωλιακής κυριαρχίας έχει καταστεί πια «ξένο σώμα».

Φυσικά και από την άποψη της κοινωνίας δεν είναι αδιάφορη η εξοικονόμηση πόρων, είτε φυσικών είτε ανθρώπινων, δεν είναι αδιάφορο το να απαιτούνται και να ξοδεύονται για το κοινωνικό προϊόν οι ελάχιστες δυνατές ποσότητες φυσικών πόρων και ανθρώπινης εργασίας. Όμως σε ό,τι αφορά για παράδειγμα το γάλα, η εξοικονόμηση αυτή βρίσκει το εκάστοτε όριό της στην ανάγκη το γάλα να παράγεται με τις υγιεινότερες δυνατές φυσικές και τεχνικές μεθόδους και να καταναλώνεται, με μια λέξη, φρέσκο. Κι αυτή η ανάγκη οφείλει να καθορίζει, από κοινωνική άποψη, το βαθμό συγκέντρωσης της παραγωγής, την κατανομή της, την ισόμετρη ανάπτυξή της υπό όρους που δεν εντείνουν αλλά σταδιακά αναιρούν τη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.

Πρόκειται όμως για καθορισμό που στην πραγματικότητα απέχει όσο η μέρα και η νύχτα από την «εξέλιξη» που συνιστά η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη βάση της συσσώρευσής του, των αναγκών της ανταγωνιστικότητάς του, και της πολιτικής του κυριαρχίας. Για καθορισμό υπό το φως του οποίου αυτή δεν συνιστά καν «εξέλιξη», αλλά μάλλον τερατογένεση. Μια διάσταση που οι συνέπειες της (αλλά και οι συνέπειες της παραγνώρισής της) αφορούν τόσο τους υλικούς – οικονομικούς όρους επαναστατικής μετάβασης από την καπιταλιστική στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή αύριο, όσο και τους όρους οικοδόμησης της συμμαχίας της εργατικής τάξης με τα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα σήμερα. Διάσταση, επίσης, που θεωρητικά παραπέμπει στο  «ηθικό συμπέρασμα», ότι «η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών» (Μάρξ, Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157): δυο πράγματα που -καθαυτά- δεν έρχονται μεταξύ τους σε αντίθεση.


Τι είναι και τι επιδιώκει η «συμβολαιακή γεωργία»

Τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις, θα ελέγχουν τι και πόσο παράγεται σε βάρος των φτωχομεσαίων αγροτών και των πραγματικών λαϊκών αναγκών

agroths-trakter

Η ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή των τραπεζών στην εγχώρια αγροτική παραγωγή, μέσω της «συμβολαιακής γεωργίας», που προωθεί η ελληνική κυβέρνηση, κινούμενη πάνω στους άξονες που χαράσσει η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ, μόνο μεγαλύτερα δεινά προμηνύει για τους μικρομεσαίους παραγωγούς.

Παρά τα όσα υποστηρίζουν τα στελέχη της τράπεζας «Πειραιώς» (εξαγόρασε το «υγιές» κομμάτι της πρώην «Αγροτικής»), καθώς περιφέρουν την πραμάτεια τους στις αγροτικές περιοχές και υπόσχονται «λαγούς με πετραχήλια», η επέκταση της «συμβολαιακής γεωργίας» αποτελεί ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αντίστροφα, η γενίκευσή της, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα που περιέχονται στη νέα ΚΑΠ, θα επιταχύνει την προλεταριοποίηση χιλιάδων φτωχομεσαίων παραγωγών.

Όλο το προηγούμενο διάστημα, ο αρμόδιος υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Αθ. Τσαυτάρης έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει το σημαντικό ρόλο που θα παίξει η συμβολαιοποίηση της αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής στη «νέα εποχή» που ξεκινά για την ελληνική γεωργία, στο πλαίσιο της ΚΑΠ για την περίοδο 2014 – 2020.

Η σύναψη συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και τραπεζών, έχει χαρακτηριστεί σε παλιότερη συνέντευξη του υπουργού ως ενέργεια που είναι «προς το συμφέρον όλων», καλώντας ουσιαστικά τους παραγωγούς να αποδεχτούν τις προτάσεις της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον μικρό και πολυδιάσπαρτο κλήρο, ως το κατ’ εξοχήν διαρθρωτικό πρόβλημα» του εγχώριου πρωτογενούς τομέα, πρόβλημα που θα ξεπερνιέται στο βαθμό που θα επεκτείνεται η καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, στην οποία στοχεύει και η συμβολαιοποίηση.

Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα;

Πώς λειτουργεί η συμβολαιακή γεωργία; Σύμφωνα με όσα αναφέρουν εκπρόσωποι της τράπεζας στους αγρότες, η Πειραιώς προσφέρει «την απαιτούμενη ρευστότητα τη στιγμή που τη χρειάζονται», αλλά και «εγγυημένη πληρωμή της παραγωγής» σε προσυμφωνημένη τιμή, στην ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος. Πρακτικά, το σύστημα προχρηματοδότησης για την έναρξη της παραγωγικής δραστηριότητας λειτουργεί ως ένα κλασικό σύστημα δανεισμού, με ιδιαίτερα υψηλό επιτόκιο, που κυμαίνεται από 4% έως και 8%, αναλόγως με το προϊόν και το χρόνο αποπληρωμής του ποσού από τον παραγωγό.

Με την υπογραφή του συμβολαίου, ο παραγωγός παραδίδει υποχρεωτικά το προϊόν του στον αντίστοιχο έμπορο ή μεταποιητή, που επίσης συμμετέχει στο πρόγραμμα της τράπεζας Πειραιώς, σε προσυμφωνημένη τιμή. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα προωθείται σε μια περίοδο που η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγών αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας, σε βαθμό τέτοιο που με ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία ξεκινά η κάθε νέα καλλιεργητική περίοδος για τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά. Ειδικά φέτος, με το πρόσθετο «χαράτσι» από το φόρο στην αγροτική γη, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα.

Το ίδιο πρόβλημα της ρευστότητας αντιμετωπίζουν επίσης μικροί και μεσαίοι έμποροι, αλλά και μικρές μεταποιητικές βιομηχανίες στην επαρχία, όπως και συνεταιριστικές μονάδες συσκευασίας, επεξεργασίας και τυποποίησης αγροτικών προϊόντων. Υπάρχει δηλαδή δυσκολία ακόμη και όσοι αγρότες ξεκινήσουν να καλλιεργούν, είτε να μην μπορούν να παραδώσουν τη σοδειά τους, είτε αν την πουλήσουν να περιμένουν για διάστημα που μπορεί να ξεπεράσει και τους 12 μήνες για να εξοφληθούν, όπως άλλωστε συνέβαινε πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση. Μόνο που σήμερα, με το αγροτικό εισόδημα να είναι έτσι κι αλλιώς διαλυμένο, 12μηνη καθυστέρηση εξόφλησης της παραδοθείσας σοδειάς, ισοδυναμεί με καταστροφή.

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι υπό αυτές τις συνθήκες η «προσφορά» της τράπεζας Πειραιώς προς τους αγρότες είναι «δελεαστική», αφού φαίνεται να τους εξασφαλίζει ρευστότητα, για να συνεχίσουν να καλλιεργούν, σε μια περίοδο που οι «στρόφιγγες» της δανειακής χρηματοδότησης είναι γενικά κλειστές. Τους προσφέρει ακόμα εγγυημένη απορρόφηση της σοδειάς από συγκεκριμένους μεταποιητές αλλά και έγκαιρη εξόφληση από την τράπεζα σε μία σχετικά «ανεκτή» τιμή, μαζί με άλλα «μπόνους».

Στην πραγματικότητα, όμως, μεγαλέμποροι και τράπεζες καθορίζουν τι και σε ποια ποσότητα θα καλλιεργηθεί. Η τράπεζα παίζει ταυτόχρονα το ρόλο του μεσάζοντα με τον παραγωγό και παρεμβαίνει στην αλυσίδα της παραγωγής. Χρηματοδοτώντας τους παραγωγούς, αλλά και τους μεταποιητές που θα αγοράσουν τα προϊόντα για να τα διοχετεύσουν στην αγορά, ενθαρρύνει τη δημιουργία καθετοποιημένων μονάδων παραγωγής, τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, με εξαγωγικό μάλιστα προσανατολισμό. Δημιουργείται δηλαδή ένα ακόμα εργαλείο για την παραπέρα καπιταλιστικοποίηση της αγροτικής παραγωγής.

Τα πρώτα συμβόλαια

Λίγους μήνες μετά την παράδοση του κερδοφόρου τμήματος της παλιάς (κρατικής) «Αγροτικής Τράπεζας» στην Τράπεζα Πειραιώς, ξεκίνησαν οι περιοδείες στελεχών της στην ύπαιθρο και οι επαφές με τις ηγεσίες συνεταιριστικών οργανώσεων και ενώσεις ομάδων παραγωγών. Η ίδια η τράπεζα έχει χαρακτηρίσει το συγκεκριμένο πρόγραμμα «στρατηγικής σημασίας» για την είσοδό της στον αγροτικό τομέα.

Εκπρόσωποι της τράπεζας έχουν ξεκαθαρίσει ότι τα προϊόντα που τους ενδιαφέρουν να ενταχθούν σε προγράμματα συμβολαιοποίησης, είναι κατ’ αρχήν εκείνα που έχουν εξαγωγική προοπτική. Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι σε ποσοστό που φτάνει το 90% όσα προϊόντα έχουν ενταχθεί σε κάποιο τέτοιο πρόγραμμα καταλήγουν σε αγορές του εξωτερικού. Επαληθεύεται δηλαδή ότι η τράπεζα επενδύει σε καλλιέργειες που μπορούν να αποφέρουν κέρδος και όχι κριτήριο τις διατροφικές ανάγκες του λαού που μπορεί να καλύψει με επάρκεια η εγχώρια παραγωγή.

Η τράπεζα «στόχευσε» τον περασμένο Απρίλη τους παραγωγούς της Ημαθίας και της Πέλλας και το συμπύρηνο ροδάκινο, ένα κατ’ εξοχήν εξαγώγιμο εγχώριο προϊόν, με ιδιαίτερη δυναμική κερδοφορίας, εξαιτίας των ποιοτικών του χαρακτηριστικών, που το καθιστούν από τα καλύτερα στις παγκόσμιες αγορές.

Ακολούθησε η συμφωνία με καπνοκαλλιεργητές από τους νομούς Σερρών, Καβάλας, Δράμας και Πιερίας και την μεταποιητική εταιρεία «ΜΙΣΣΙΡΙΑΝ ΑΕ», η οποία έχει συνάψει πρόσφατα συμφωνία συνεργασίας με την αμερικανική πολυεθνική «Philip Morris», τριετούς διάρκειας. Ακολούθησαν συμφωνίες με βαμβακοπαραγωγούς των νομών Ροδόπης και Ξάνθης, σε συνεργασία με τα «Εκκοκκιστήρια – Κλωστήρια Βορείου Ελλάδος ΑΕ», παραγωγούς βρώσιμης ελιάς στην Αιτωλοακαρνανία, κτηνοτρόφους της Θεσσαλίας και γαλακτοβιομηχανίες του ομίλου «ΤΥΡΑΣ ΑΕ».

Στο χαρτοφυλάκιό της προστέθηκε τον περασμένο Αύγουστο και συμφωνία στον τομέα των ενεργειακών φυτών. Συγκεκριμένα, για την καλλιέργεια ηλίανθου, με την εταιρεία «ΠΑΥΛΟΣ Ν. ΠΕΤΤΑΣ ΑΒΕΕ». Η πιο πρόσφατη συμφωνία συμβολαιακής γεωργίας για την τράπεζα, αφορά στον τομέα των θερμοκηπιακών κηπευτικών και του επιτραπέζιου σταφυλιού στο Ηράκλειο Κρήτης. Τα αρχικά πλάνα στόχευαν στην υπέρβαση των 30 συμβολαίων και τους 20.000 αγροτοκτηνοτρόφους, αριθμός που, όπως λένε ανεπίσημες πληροφορίες, είναι πολύ κοντά στο να καλυφθεί.

Με την πλάτη στον τοίχο οι αγρότες

Η συμβολαιοποίηση του μεγαλύτερου μέρους της εγχώριας αγροτοκτηνοτροφικής παραγωγής μεσοπρόθεσμα, στην πραγματικότητα συνιστά άμεση εξάρτηση του πρωτογενούς τομέα από τα μονοπώλια του αγροτοδιατροφικού συμπλέγματος. Αυτά επιθυμούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, σε συγκεκριμένες ποσότητες και τιμές, με προκαθορισμένη ποιότητα που θα προκύπτει από τυποποιημένες καλλιεργητικές πρακτικές.

Η σύναψη συμβολαίου μεταξύ αγροτών και τράπεζας, σε καμία περίπτωση δε συνιστά «ισότιμη σχέση», όπου όλοι μπορούν να βγουν κερδισμένοι, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να υπάρξει σχέση ισοτιμίας μεταξύ μίας ομάδας παραγωγών που δεν μπορεί να προμηθευτεί καύσιμα και άλλα καλλιεργητικά εφόδια για να συνεχίσει να παράγει και ενός τραπεζικού ιδρύματος;

Μια τέτοια πλευρά αναδεικνύει και η έκθεση για τη συμβολαιακή γεωργία της «Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας» (FAO)1. Παρά τη διπλωματικά γλώσσα που χρησιμοποιείται, αποκαλύπτονται όλες οι «πλάγιες» μέθοδοι που μετέρχονται εταιρείες και τράπεζες για την παραβίαση στην πράξη των κατά τ’ άλλα δεσμευτικών συμβολαίων που συνάπτουν με παραγωγούς, σε διεθνές επίπεδο. Σε αυτήν την έκθεση, αναφέρονται, για παράδειγμα, οι δυνατότητες που διαθέτουν οι εταιρείες να προβλέπουν τη διακύμανση των τιμών των προϊόντων στις αγορές, σε αντίθεση με τους αγρότες και κτηνοτρόφους, οι οποίοι όντας εξαρτημένοι πια από μία συγκεκριμένη εταιρεία, τόσο για την έναρξη, όσο και για τη διάθεση της παραγωγής τους, βρίσκονται εν τέλει σε χειρότερη θέση απ’ όταν υπέγραψαν τα συμβόλαια.

Σε κάθε περίπτωση, με τα συμβόλαια που προσφέρει η Τράπεζα Πειραιώς στους μικρομεσαίους παραγωγούς, στην πραγματικότητα τους αμείβει μόνο για την εργατική τους δύναμη και όχι για το κεφάλαιο που διαθέτουν κατά την παραγωγική διαδικασία (γη, αγροτικά μηχανήματα κ.λπ.). Αν σήμερα οι όροι αυτών των συμβολαίων φαντάζουν «ανεκτοί», το μόνο βέβαιο είναι ότι όσο το μοντέλο αυτό θα επεκτείνεται, τράπεζες και αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις θα επιβάλλουν ολοένα και πιο σκληρούς όρους, μεταφέροντας τα κόστη της παραγωγής στο χωράφι.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα ακόμα κανάλι προλεταριοποίησης του φτωχομεσαίου αγρότη σε ένα πλήρως εντατικοποιημένο – καθετοποιημένο μοντέλο αγροτικής παραγωγής, στο οποίο ο παραγωγός αν όχι τυπικά, σίγουρα ουσιαστικά, μετατρέπεται σε εργάτη – γης που εργάζεται και αμείβεται με όρους «Μανωλάδας»…

1. C. A. da Silva, The Growing Role Of Contract Farming in Agri – food systems development, Rome, 2005.

Αναδημοσιεύεται από τον «Ριζοσπάστη», Σάββατο 23 Νοέμβρη 2013

902


μαρξ: δυο φρασεις για την αγροτικη οικονομια, την ερημωση της υπαιθρου κ.ά. ΙΙ

Σε συνέχεια του πρώτου μικρού απανθίσματος (βλέπε όμως κι εδώ: «…οι σύγχρονες κοινωνίες μαζί παρμένες δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλώς οι κάτοχοί της, οι επικαρπωτές της, και οφείλουν σαν καλοί οικογενειάρχες να την κληροδοτήσουν βελτιωμένη στις επόμενες γενεές») , παραθέτω άλλα δυο σχετικά αποσπάσματα από το «Κεφάλαιο». Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται απλώς για ρήσεις σχετικές με την γεωργική παραγωγή. Πρόκειται για ανακάλυψη, εντοπισμό, διακήρυξη των πρωταρχικών – εγγενών στον καπιταλισμό τάσεων της αποσύνθεσής του, του σαπίσματός του, όχι όμως δυστυχώς ως καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ειδικά -αυτός δεν καταργείται με το σάπισμά του αλλά με την ανατροπή του- αλλά ως καπιταλιστικής κοινωνίας, ως δηλαδή της μόνης υπαρκτής κοινωνίας γενικά για όσο διατηρείται η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ένα παραπάνω κίνητρο  για την παράθεση: στις κεντρικές διαπιστώσεις αυτών των αποσπασμάτων μπορεί να αναγνωριστούν με σαφήνεια σημαντικές, καθοριστικές, κρίσιμες πλευρές της δικής μας σημερινής (και αυριανής…) κοινωνικής και ατομικής ύπαρξης:

«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μαζί με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού, που τον συγκεντρώνει σε μεγάλα κέντρα, από τη μια μεριά συσσωρεύει την ιστορική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, ενώ από την άλλη διαταράσσει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γη, δηλ. την επιστροφή στο έδαφος των συστατικών του εδάφους που καταναλώνει ο άνθρωπος με τη μορφή μέσων συντήρησης και ιματισμού, και επομένως τον αιώνιο φυσικό νόμο της αέναης γονιμότητας του εδάφους. Έτσι καταστρέφει ταυτόχρονα τη σωματική υγεία των εργατών των πόλεων και την πνευματική ζωή των εργατών της υπαίθρου. Ταυτοχρονα όμως με την καταστροφή των αυθόρμητα μόνο δημιουργημένων όρων αυτής της ανταλλαγής της ύλης δημιουργεί την ανάγκη ν’ αποκατασταθεί συστηματικά αυτή η ανταλλαγή της ύλης σαν ρυθμιστικός νόμος της κοινωνικής παραγωγής και με μορφή που ν’ ανταποκρίνεται ολοκληρωτικά στην πλέρια ανάπτυξη του ανθρώπου. Στη γεωργία, όπως και στη μανουφακτούρα, η κεφαλαιοκρατική μετατροπή του προτσές παραγωγής εμφανίζεται ταυτόχρονα σαν μαρτυρολόγιο του παραγωγού, το μέσο εργασίας εμφανίζεται σαν μέσο υποδούλωσης, εκμετάλλευσης και φτώχευσης του εργάτη, και ο κοινωνικός συνδυασμός των προτσές εργασίας εμφανίζεται σαν οργανωμένη καταπίεση της ατομικής του ζωντάνιας, ελευθερίας και αυτοτέλειας. Η διασπορά των εργατών της υπαίθρου πάνω σε μεγάλες επιφάνειες σπάει ταυτόχρονα τη δύναμη αντίστασής τους, ενώ η συγκέντρωση των εργατών των πόλεων μεγαλώνει τη δύναμη αντίστασής τους.  Όπως στη βιομηχανία των πόλεων, έτσι και στη σύγχρονη γεωργία η ανεβασμένη παραγωγική δύναμη και η μεγαλύτερη ρευστοποίηση της γεωργίας εξαγοράζονται με το μαράζωμα και τη διασπάθιση της ίδιας της εργατικής δύναμης. Και κάθε πρόοδος της κεφαλαιοκρατικής γεωργίας δεν είναι μόνο πρόοδος στην τέχνη καταλήστεψης του εργάτη, μα και στην τέχνη καταλήστεψης του εδάφους, κάθε πρόοδος στο ανέβασμα της γονιμότητάς του για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα είναι ταυτόχρονα και πρόοδος στην καταστροφή των μόνιμων πηγών αυτής της γονιμότητας. Και όσο περισσότερο μια χώρα, όπως λ.χ. οι Ενωμένες  Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής, ξεκινάει από τη βιομηχανία σαν το φόντο της ανάπτυξής της, τόσο πιο γρήγορο είναι αυτό το προτσές της καταστροφής. Επομένως, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής, υποσκάπτοντας ταυτόχρονα τις πηγές απ’ όπου αναβρύζει κάθε πλούτος: τη γη και τον εργάτη».  («Το κεφάλαιο», α τόμος  σελ. 522-523)  

«Αυτό που δείχνει γενικά η πείρα στον κεφαλαιοκράτη είναι ένας μόνιμος υπερπληθυσμός, δηλ. υπερπληθυσμός σε σχέση με τις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου στην κάθε συγκεκριμένη στιγμή, μόλο που ο υπερπληθυσμός αυτος αποτελείται από μαραγκιασμένες γεννεές ανθρώπων που πεθαίνουν γρήγορα και που διαδέχονται γρήγορα η μια την άλλη, σα να πούμε από ανθρώπινες γενεές που τις έχουν δρέψει πρόωρα. Πάντως η πείρα δείχνει στο λογικό κεφαλαιοκράτη από την άλλη πλευρά, πόσο γρήγορα και βαθιά η κεφαλαιοκρατική παραγωγή που, άμα την εξετάσουμε ιστορικά, χρονολογείται μόλις από χθες, χτύπησε στη ζωτική της ριζα τη δύναμη του λαού, πώς ο εκφυλισμός του βιομηχανικού πληθυσμού επιβραδύνεται μόνο χάρη στη διαρκή απορρόφηση άθιχτων ζωτικών στοιχείων από την ύπαιθρο και πώς ακόμα αρχίζουν να ξεκληρίζονται και οι εργάτες γης (…). Το κεφάλαιο όμως που έχει τόσο «σοβαρούς λόγους» να αρνιέται τα βάσανα της εργατικής γενεάς που το περιβάλλει σήμερα, καθορίζεται τόσο λίγο στην πρακτική κίνησή του από την προοπτική του μελλοντικού σαπίσματος της ανθρωπότητας, δηλ. σε τελευταία ανάλυση από το ασυγκράτητο ξεκλήρισμα του πληθυσμού, όσο κι από την ενδεχόμενη πτώση της γης πάνω στον ήλιο. Κάθε φορά που γίνεται κάποια χρηματιστηριακή απάτη με τις μετοχές όλοι ξέρουν ότι κάποτε θα ξεσπάσει οπωσδήποτε η μπόρα, όμως ο καθένας ελπίζει ότι θα ξεσπάσει στο κεφάλι του διπλανού του, αφού ο ίδιος προηγούμενα θα’χει συλλέξει τη χρυσή βροχή και θα την έχει μεταφέρει σε ασφαλές μέρος. Ύστερα από μένα ας έρθει ο κατακλυσμός είναι το σύνθημα κάθε κεφαλαιοκράτη και κάθε κεφαλαιοκρατικού έθνους. Γι’ αυτό το λόγο το κεφάλαιο είναι ανελέητο απέναντι στην υγεία και στη διάρκεια ζωής του εργάτη, παντού όπου δεν το υποχρεώνει η κοινωνία να τις υπολογίζει. (…)»  («Το κεφάλαιο», α τόμος σελ. 281-282)

(τα έντονα στοιχεία είναι της ανάρτησης)


μαρξ: δυο φρασεις για την αγροτικη οικονομια και την ερημωση της υπαιθρου

«…Το ηθικό συμπέρασμα αυτής της ιστορίας, που μπορεί κανείς να το βγάλει επίσης, εξετάζοντας την αγροτική οικονομία από άλλη σκοπιά, είναι ότι (…) η ορθολογικά οργανωμένη αγροτική οικονομία δεν συμβιβάζεται με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα (…) και χρειάζεται είτε το χέρι του μικροαγρότη, που εργάζεται ο ίδιος, ή τον έλεγχο των συνεταιρισμένων παραγωγών». (Το κεφάλαιο, τ.3, σελ. 157)

     «…η μεγάλη γαιοκτησία περιορίζει τον αγροτικό πληθυσμό σε ένα διαρκώς μειωνόμενο κατώτατο όριο και αντιπαραθέτει σ’ αυτόν ένα διαρκώς αυξανόμενο βιομηχανικό πληθυσμό, στριμωγμένο σε μεγάλες πόλεις. Έτσι δημιουργεί όρους  που προκαλούν ένα αγιάτρευτο ρήγμα στη συνοχή της κοινωνικής και υπαγορευμένης από τους φυσικούς νόμους της ζωής ανταλλαγής της ύλης, με αποτέλεσμα να σπαταλάται η δύναμη του εδάφους και αυτή η σπατάλη να εξάγεται με το εμπόριο μακρυά έξω από τα σύνορα της χώρας.

     Αν η μικρή ιδιοκτησία στη γη δημιουργεί μια τάξη από βαρβάρους που μισοστέκει έξω από την κοινωνία και που συνενώνει όλη την χοντροκοπιά των πρωτόγονων κοινωνικών σχηματισμών με όλα τα βάσανα και την αθλιότητα των πολιτισμένων χωρών, η μεγάλη γαιοκτησία υποσκάφτει την εργατική δύναμη στην τελευταία περιοχή, στην οποία καταφεύγει η φυσική της ενέργεια και όπου αποταμιεύεται σαν εφεδρικό κεφάλαιο για την ανανέωση της ζωτικής δύναμης των εθνών: στο χωριό. Η μεγάλη βιομηχανία και η γεωργία που ασκείται με βιομηχανικό τρόπο δρουν από κοινού. Αν στην αρχή χωρίζονται η μια από την άλλη, γιατί η πρώτη αφανίζει και καταστρέφει περισσότερο την εργατική δύναμη και επομένως τη φυσική δύναμη των ανθρώπων, ενώ η δεύτερη αφανίζει και καταστρέφει τη φυσική δύναμη του εδάφους – αργότερα, στην παραπέρα πορεία, δίνουν το χέρι μεταξύ τους: το βιομηχανικό σύστημα στο χωριό αποδυναμώνει επίσης τους εργάτες, ενώ η βιομηχανία και το εμπόριο από την πλευρά τους προμηθεύουν στη γεωργία τα μέσα για την εξάντληση του εδάφους». (Το κεφάλαιο, τ.3 σελ. 999)

(τα έντονα στοιχεία είναι της ανάρτησης)