Κοιμήσου ήσυχος

Στα «Νέα», την εφημερίδα του «μέσου άνθρωπου», κατά τη διάρκεια του φετινού αντικομμουνιστικού μήνα Αύγουστου, εμφανίστηκαν ορισμένες οδηγίες ασφαλούς επιβίωσης αυτού του «μέσου άνθρωπου» υπό ναζιστικό καθεστώς κατά το πρότυπο που ίσχυε στη ναζιστική Γερμανία (πηγή).

Σύμφωνα λοιπόν με τις αντιλήψεις του συντάκτη:  «Στη ναζιστική Γερμανία σε γενικές γραμμές, μπορούσες να κοιμάσαι σχετικά «ήσυχος», αν δεν είχες τέσσερις ιδιότητες, εκ των οποίων η πρώτη αποκτάτο αυτοβούλως, ενώ οι άλλες ήταν, λίγο – πολύ, γονιδιακά προκαθορισμένες: Αφενός μεν, δηλαδή, αν δεν ήσουν δημόσια αντιφρονών, αφετέρου δε αν δεν ήσουν Εβραίος, Τσιγγάνος ή ομοφυλόφιλος».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, κάτω από ένα ναζιστικό καθεστώς ο «μέσος άνθρωπος» δεν χρειάζεται παρά να παραμείνει «μέσος άνθρωπος» προκειμένου να «κοιμάται σχετικά ήσυχος».

Γιατί, ίσως δεν το πρόσεξε ο συντάκτης, αλλά οι ιδιότητες που περιγράφει, δεν είναι παρά ιδιότητες του (παροιμιώδους) «μέσου άνθρωπου», ο οποίος είναι τέτοιος («μέσος») εφόσον, αφενός, «αυτοβούλως» φροντίζει να μην είναι «δημόσια αντιφρονών» και, αφετέρου, δεν έχει την «λίγο-πολύ γονιδιακά προκαθορισμένη» ατυχία να ανήκει σε κάποια κατηγορία που να τον αποκλείει από την κατηγορία του «μέσου άνθρωπου»: Εβραίος, τσιγγάνος, ομοφυλόφιλος τότε, όπως κατηγοριοποιεί ο συντάκτης τους «γονιδιακά» ανασφαλείς, μετανάστης και πρόσφυγας θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σήμερα, χωρίς με αυτά να εξαντλείται ο κατάλογος ούτε ως προς το τότε ούτε ως προς το σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον συντάκτη των οδηγιών, ο «μέσος άνθρωπος» με αυτές τις ιδιότητες μπορούσε κάτω από το ναζιστικό καθεστώς «να κοιμάται σχετικά ήσυχος». Άλλωστε μόνο «σχετικά ήσυχος» μπορεί να κοιμάται ο «μέσος άνθρωπος» γενικά: Το όνειρο τού «εντελώς ήσυχου» ύπνου για τον «μέσο άνθρωπο», γνωστό αυτό, δεν αφορά αυτήν εδώ τη ζωή… Κι έπειτα, είναι τόσο πολλοί αυτοί (οι άλλοι) και τόσο πολλά τα κοινωνικά ερεθίσματα που θέλουν να σου χαλάσουν την ησυχία, ώστε και μόνο εξαιτίας της προσπάθειας να τα αποφύγεις είναι αδύνατον να κοιμηθείς «εντελώς ήσυχος». Αλλά μήπως, στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι ο φασισμός αυτός που σου υπόσχεται να πατάξει κάθε είδους «άλλον» και κάθε είδους κοινωνικό ερέθισμα, όλα αυτά που σου χαλάνε την ησυχία και τα δείχνει κι η τηλεόραση,  έτσι ώστε για σένα τον «μέσο άνθρωπο» να γίνει πράξη ο «εντελώς ήσυχος ύπνος» και μάλιστα σε αυτήν εδώ τη ζωή…;;;

*

Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς.

«Γονιδιακοί λίγο-πολύ προκαθορισμοί» που να αποκλείουν έναν «σχετικά ήσυχο ύπνο» μπορούν να ανευρεθούν και στο σύγχρονο «δημοκρατικό» πολίτευμα, τουλάχιστον αν κρίνουμε από τον αριθμό των έγκλειστων στα σημερινά «δημοκρατικά» στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, ακόμα κι αν δεν επεκταθούμε στον «ύπνο» που επιφυλάσσει το σημερινό «δημοκρατικό» καθεστώς, γενικά σε όσους διαθέτουν κάποιο από τα χίλια πρόσωπα της «λίγο – πολύ γονιδιακά προκαθορισμένης» ιδιότητας της φτώχιας.

Αλλά και η σύγχρονη ελληνική ιστορία, από το βενιζελικό ιδιώνυμο του 1929 μέχρι έστω την μεταπολίτευση του 1974, υποδεικνύει ότι και η «αυτόβουλη» ιδιότητα «να μην είσαι δημόσια αντιφρονών» μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν υποτιθέμενο «σχετικά ήσυχο ύπνο» τόσο κάτω από φασιστικό δικτατορικό καθεστώς όσο και κάτω από καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: Ήταν «δημοκρατική» η βία, οι απαγορεύσεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι δολοφονίες του βενιζελικού ιδιώνυμου. Όπως «δημοκρατικές» ήταν και οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης που επί δεκαετίες αρκούσαν για να γλιτώσει κανείς «αυτοβούλως» από το εκτελεστικό απόσπασμα, τις γιούρες και τα μακρονήσια  ή απαιτούνταν για μια θέση εργασίας.

Ο συντάκτης της εφημερίδας, ατυχώς γι’ αυτόν, περιγράφει με τις οδηγίες του την «δημοκρατία» του παρελθόντος της. Αυτήν την «δημοκρατία» που τόσο στην προπολεμική όσο και στην μεταπολεμική φάση της εγκαινιάστηκε  από τους ίδιους της τους ταγούς: Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως πρωθυπουργό του «ιδιώνυμου» και τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό της σφαγής των δεκάδων άοπλων διαδηλωτών στις 3 και στις 4 Δεκέμβρη του 1944. Από τους εμβληματικούς ταγούς της αστικής δημοκρατίας, οι οποίοι κήρυξαν τον πόλεμο σε όσους δεν φρόντισαν «αυτοβούλως» να αποκτήσουν την ιδιότητα «να μην είναι δημόσια αντιφρονούντες». Και οι οποίοι, πάντοτε, απέναντι στην «εξίσωση των άκρων» και απέναντι στην «εξομοίωση φασισμού – κομμουνισμού» ήξεραν πάντοτε τι να διαλέξουν και με ποιο «άκρο» να πάνε.

(Έως και πρόσφατα άλλωστε, οπότε περίσσεψαν οι «αστικοδημοκρατικές» ευχαριστίες προς την ναζιστική ΧΑ, οι επικλήσεις μιας «σοβαρής» ναζιστικής ΧΑ, μέχρι και οι απόπειρες συγκάλυψης των νεοναζιστικών εγκλημάτων της παρουσιαζόμενων πότε σαν «αντιποίηση αρχής» και πότε σαν καυγάδες για το ποδόσφαιρο…)

*

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται, λοιπόν, και μια ουσιαστική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον φασιναζισμό και την αστική δημοκρατία. Μια διαφορά που ο συντάκτης των οδηγιών αδυνατεί να αναγνωρίσει, λόγω της (όχι εντελώς παράδοξης) σύγχυσής του των ειδικών χαρακτηριστικών   του ναζισμού και των χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας, που είτε υποβόσκουν σε αυτήν είτε βρίσκονται άμεσα στο προσκήνιό της. Κι η διαφορά βρίσκεται στο ότι, εκεί που η αστική δημοκρατία για τον «σχετικά ήσυχο ύπνο» του «μέσου πολίτη» αρκείται στην φροντίδα της για το πώς αυτός «αυτοβούλως» δεν θα εκδηλώνεται δημόσια ως αντιφρονών εναντίον του συστήματος της εκμετάλλευσης και των συνεπειών του, ο ναζισμός για τον «σχετικά ήσυχο» ύπνο του «μέσου ανθρώπου» απαιτεί από αυτόν την πολιτική στράτευσή του στην υπηρεσία του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Αλλά ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς φαντάζεται, ονειρεύεται, τον ναζισμό σαν την αστική δημοκρατία. Προκειμένου να εξομοιώσει τον ναζισμό με τον κομμουνισμό, προκειμένου μάλιστα να αποδείξει τον κομμουνισμό σαν «χειρότερο», εξομοιώνει εν τέλει τον ναζισμό με την «δημοκρατία» του. Εξομοιώνει το να «κάθεσαι στ’ αυγά σου» όσο επικρατεί η «κανονικότητα» των κατεστημένων εκμεταλλευτικών σχέσεων, με το «να κάθεσαι στ’ αυγά» σου όταν επικρατεί η πιο ωμή εγκληματική έκφραση αυτών των σχέσεων, η οποία άλλωστε αποτελεί μόνιμο συστατικό τού πυρήνα τους. Μόνο που τότε, το «να κάθεσαι στα αυγά σου» σημαίνει και απαιτεί τη δημόσια συνενοχή σου στο έγκλημα.

Είναι αδιόρατα εκλεπτυσμένη η ιδεολογική του υπηρεσία προς τον φασισμό εκ μέρους και στο όνομα της «δημοκρατίας», και αδιόρατα ολοκληρωμένες οι ιδεολογικές προϋποθέσεις του για μια επίσης αδιόρατη ιδεολογική μετάβαση από την δεύτερη προς τον πρώτο. Όσο «αδιόρατα» αποσκοπεί εξ ορισμού και η ιδεολογική εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού στην ιδεολογική και πολιτική ποινικοποίηση του πρώτου και στη νομιμοποίηση του δεύτερου, σε συνθήκες όπου η καπιταλιστική δημοκρατία αντιμετωπίζει ένα φάσμα αβεβαιότητας σχετικά με τον «μέσο άνθρωπο» και την «αυτόβουλη» ιδιότητα του «να μην είναι δημόσια αντιφρονών».

 

Advertisements

μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


ξεχάσατε να πανηγυρίσετε χθες

Τι έγινε παληκάρια; Πώς και σας ξέφυγε μια επαίτιος σαν την χθεσινή;

Αντιγράφω από τη στήλη «ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ» του χθεσινού Ριζοσπάστη:

1991 Στο Συμβούλιο Κορυφής στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας υιοθετείται η περιβόητη Συνθήκη του Μάαστριχτ που δημιούργησε την ΕΕ στη θέση της ΕΟΚ. Υιοθετείται, επίσης, το κείμενο για την Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ). Την ίδια μέρα, η Ελλάδα γίνεται μέλος της Δυτικοευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ). Το ΚΚΕ ήταν το μόνο κόμμα που τάχθηκε κατά της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Στην απόφαση της ευρείας Συνόδου της ΚΕ του ΚΚΕ (16 – 17 Μάη 1992) αναφέρεται: «Το όραμα της «Ενωμένης Ευρώπης», της Ευρώπης των μονοπωλίων, που συνενώνει και εμπνέει βιομηχάνους, εφοπλιστές, μεγαλέμπορους, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, «ΣΥΝ» και ο συγκεκριμένος στόχος «να μπούμε στο σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ» δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων».

*

24 χρόνια μετά, λοιπόν, προσθέτω εγώ, αποδεικνύεται ότι η Ευρώπη των μονοπωλίων, ο «σκληρός πυρήνας» της ΕΕ και του ευρώ, ο υπαρκτός ευρωενωσιακός καπιταλισμός, το «όραμα που συνενώνει και εμπνέει βιομηχάνους, εφοπλιστές, μεγαλέμπορους, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ», όχι απλώς «δεν έχει καμία σχέση με τα οράματα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων», αλλά αποτελεί εφιάλτη των εργαζομένων και δήμιο των αναγκών τους. ΄Οτι όχι απλώς  «δεν έχει καμία σχέση», αλλά ότι αντιστρατεύεται άμεσα τα οράματα και τις ανάγκες τους, ότι τα τσακίζει κάτω απ’ τη φτέρνα της ταξικής δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που μηχανισμός της είναι και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οπότε, χθες, βιομήχανοι, εφοπλιστές, μεγαλέμποροι, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και λοιποί παρατρεχάμενοι προτιμήσανε να κάνουν την επαίτιό τους γαργάρα. Τουμπεκί.

 

 


σας ληστέψαμε και καλό ψόφο

Και τι δεν είπε χθες στη ραδιοφωνική του εκπομπή ο Ν Χατζηνικολάου!

Τα ασφαλιστικά ταμεία βουλιάζουν! Και ποιος δεν θυμάται το PSI και τα δομημένα ομόλογα! Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο!

Πολύ ωραία…

Και στο δια ταύτα;

Στο δια ταύτα: Το κράτος, είπε, είναι ανίκανο, η ασφάλιση πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, «θέλω το δικαίωμα να αγοράζω την ασφάλιση που επιλέγω», κι όσο για τους «αδύναμους», ας κόψουμε γι’ αυτούς ένα επίδομα ελεημοσύνης (εμείς οι δυνατοί)…

*

Δεν είναι πολιτικά (και κατ’ επέκταση ούτε και δημοσιογραφικά) έντιμες αυτές οι θέσεις.

Οι πολιτικές ευθύνες για την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων είναι τεράστιες και διαχρονικές. δεν αφορούν μόνο το μνημονιακό PSI και τα καραμανλικά δομημένα ομόλογα, ούτε και μόνο (μαζί μ’ αυτά) το τζογάρισμα των αποθεματικών στο χρηματιστήριο κατά τα μέσα της οκταετίας Σημίτη. Αφορούν, οι τεράστιες και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες,  τη συστηματική καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων σε ολη τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, έως και τη χαριστική βολή που δέχθηκαν με το PSI.

Δεν είναι ούτε δημοσιογραφικά ούτε πολιτικά έντιμη η συγκάλυψη αυτών των πολιτικών ευθυνών και η αναγόρευση των συνεπειών τους ως τετελεσμένων μέσω αφορισμών περί δήθεν ανικανότητας του «κράτους» γενικά και αόριστα. Κι ακόμη περισσότερο που οι πολιτικές ευθύνες και οι συνέπειές τους αξιοποιούνται προς το σκοπό της κατάργησης της κοινωνικής ασφάλισης, της ιδιωτικοποίησής της, της μετατροπής της ασφάλισης σε εμπόρευμα.

Για να είμαστε συγκεκριμένοι.

1] Με τον αναγκαστικό  νόμο 1611/1950, η ισχύς του οποίου έληξε το 1994, επιβλήθηκε η κατάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας και ο ο καθορισμός του τόκου από την αρμόδια Νομισματική Επιτροπή. Οι τόκοι που ορίζονταν επί δεκαετίες ήταν αρκετά χαμηλότεροι του πληθωρισμού και του επιτοκίου τραπεζικών καταθέσεων.

Το επιτόκιο που ορίστηκε για τα αποθεματικά των ασφαλιστικών Ταμείων από την Νομισματική Επιτροπή για το χρονικό διάστημα 1955-1973 ήταν 4%, όταν τα επιτόκια των καταθέσεων κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 9,5%.

Τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας 1967-1974 το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των Ασφαλιστικών Ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους.

Παρομοίως, οι μεγαλύτερες απώλειες των Ταμείων προκλήθηκαν στην περίοδο 1974-1994, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε δραστικά στο επίπεδο του 20% περίπου. Σε όλη αυτή την περίοδο, τα ειδικά επιτόκια της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν κατώτερα των τρεχόντων επιτοκίων καταθέσεων

Υπολογίζεται ότι μόνο για την περίοδο 1951-1975 οι απώλειες των ασφαλιστικών Ταμείων από αυτό το νομοθετικό – οικονομικό καθεστώς ανέρχονται σε 58 δισ. ευρώ.

Ταυτόχρονα όλες αυτές τις δεκαετίες, -και σε αυτό ακριβώς αποσκοπούσε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς,- τα αποθεματικά των Ταμείων χρησιμοποιούνταν από τις αστικές κυβερνήσεις για την κρατική χρηματοδότηση (χαμηλότοκα θαλασσοδάνεια, δανεικά και αγύριστα) ιδιωτικών και δημόσιων «επενδύσεων». Με άλλα λόγια, για τη γιγάντωση μιας σειράς επιχειρήσεων που τα βάρη τους ως «προβληματικών» φορτώθηκαν στη συνέχεια  και πάλι οι εργαζόμενοι, με τους έως τότε ιδιοκτήτες τους ελεύθερους να επενδύουν κατ’ επιλογή τα συσσωρευμένα τους κεφάλαια: Τα πλούτη που σωρεύουν στην κάθε Ελβετία, είναι η ληστεία απ’ τα Ταμεια… Με άλλα λόγια επίσης, για την γιγάντωση του κρατικού παραγωγικού τομέα, που παραδίδεται σήμερα βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, τέλος, συνολικά για την μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη: Όχι για την «ανάπτυξη» γενικά. Για την ανάπτυξη του κεφαλαίου σε βάρος των κοινωνικών αποθεμάτων των εργαζομένων (υπό τύπο «εσωτερικού δανεισμού» για την στήριξη της «εθνικής παραγωγής», όπως θα έλεγε και ο ηγετίσκος της νεοναζιστικής συμμορίας κατ’ ευφημισμό της καταλήστευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο). .

Αυτή η πολιτική, που με την συγκεκριμένη μορφή της διήρκεσε 44 χρόνια, υπηρετήθηκε από ολες τις αστικές κυβερνήσεις -«δημοκρατικές» και δικτατορικές- αυτών των δεκαετιών και οι πολιτικοί, ιδεολογικοί  (και δημοσιογραφικοί) εκπρόσωποι της αστικής τάξης δεν δικαιούνται να ομιλούν ούτε περί τετελεσμένων ούτε περί «ανικανότητας» ούτε περί του «κράτους» γενικώς και αορίστως…

2] Η δεύτερη πράξη της (ικανοτατης) κρατικής καταλήστευσης των ασφαλιστικών Ταμείων για την εξυπηρέτηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και «ανάπτυξης», υλοποιήθηκε με τη μέθοδο της τοποθέτησης των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Πρώτα με το νόμο 2076/1992 η κυβέρνηση  της ΝΔ (το «ανίκανο κράτος», κύριε Χατζηνικολάου!) έδωσε τη δυνατότητα να τοποθετούν οι διοικήσεις των ασφαλιστικών Ταμείων μέχρι και το 20% των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με το νόμο 2676/1999 αύξησε το ποσοστό στο 23%. Επίσης, με μια σειρά άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις, διευρύνθηκε το τζογάρισμα των αποθεματικών και διευκολύνθηκε η ανάμειξη των τραπεζών στη «διαχείρισή» τους.

Υπολογίζεται ότι, εξαιτίας αυτού του νομοθετικού καθεστώτος, οι ζημιές των ασφαλιστικών Ταμείων στο χρηματιστήριο την τριετία 1999-2002 ήταν πάνω από 3,5 δισ. ευρώ, και περίπου άλλα τόσα ήταν κατά τη διετία 2008-2009, συνολικά δηλαδή περίπου 7 δισ. ευρώ,  ενώ είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μέγεθος της ζημιάς από την απομείωση της αξίας των τίτλων που διαθέτουν τα Ταμεία έως και σήμερα.

3] Τρίτη πράξη της ληστείας, το λεγόμενο PSI (στην καθαρεύουσα) ή «κούρεμα» (στην δημοτική). Είτε στη δημοτική είτε στην καθαρεύουσα, το νόημα είναι το εξής:

Στη βάση ενός πλέγματος νομοθετικών ρυθμίσεων και πολιτικής διαχείρισης, τα χρηματικά αποθέματα των ασφαλιστικών Ταμείων μετατράπηκαν σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, δηλαδή σε δάνειο των Ταμείων προς το κράτος, δηλαδή σε κρατικό χρέος προς τα ασφαλιστικά Ταμεία. Το 2012 το κρατικό χρέος «κουρεύτηκε» με τη μέθοδο της καταστροφής (μείωσης της αξίας) των ομολόγων του δημοσίου. Έτσι το κράτος απαλλάχτηκε από ένα χρέος 13 δισ. ευρώ προς τα ασφαλιστικά Ταμεία και, ταυτόχρονα, τα ασφαλιστικά Ταμεία έχασαν 13 δισεκατομμύρια ευρώ από την περιουσία τους.

*

Για να κάνουμε μια σούμα:

Χωρίς να υπολογιστούν τα δισεκατομμύρια που οι αστικές κυβερνήσεις παρέλειψαν να καταβάλουν προς τα Ταμεία παρά τις νομοθετημένες κρατικές υποχρεώσεις προς αυτά, χωρίς να υπολογίζονται τα δισεκατομμύρια των εισφοροαπαλλαγών και ανείσπρακτων οφειλών του κεφαλαίου προς τα ασφαλιστικά Ταμεία, και υπολογίζοντας μόνο: τα 24 από τα 44 χρόνια υποχρεωτικής χαμηλότοκης κατάθεσης των αποθεματικών τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, το χρηματιστηριακό τζογάρισμα των αποθεματικών τη δεκαετία 1999-2009 και το «κούρεμα» του 2012, το μέγεθος της ληστείας που πραγματοποιήθηκε από τις αστικές κυβερνήσεις σε βάρος των ασφαλιστικών Ταμειων για λογαριασμό του κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των 78 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Ληστεία 78 δισεκατομμυριων ευρώ (στην πραγματικότητα πολύ περισσότερων), για να μπορεί τώρα ο κ. Χατζηνικολάου και ο κάθε κ. Χατζηνικολάου, ο κάθε ιδεολογικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης και απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να ομιλεί για τετελεσμένα της κρατικής «ανικανότητας», για «έλλειψη βιωσιμότητας των Ταμείων», έμμεσα και κυνικά πετώντας κατάμουτρα στα ακροατήριά τους: Σας τα ληστέψαμε – καλό ψόφο νάχουνε, πάει και τέλειωσε, αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε.

πηγές: εδώ, εδώ κι εδώ


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;


Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της  με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του,  είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε.  Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα  για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν  από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση  των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις»  και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3.  Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή  ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές».  Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές  της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού,  πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της.  Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη  σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς»  αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:

Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.