Μια μικρή ιστορία θεωρίας και πράξης

ο ένας πάντα πιο φτωχός κι ο άλλος πλουταίνει

γρανάζια του εμπορεύματος κι οι δυο

μόνο που του ενός του αρέσει να χοντραίνει

ενώ τον άλλονε τον σκιάζει το χτικιό

*******************************************************

Το θέμα αυτής της ανάρτησης φαίνεται εκ πρώτης όψεως αδιάφορο. Όμως παλιότερα με έχει απασχολήσει ιδεολογικά. Και φαντάζομαι ότι μάλλον δεν είμαι ο μόνος κι ότι η ενασχόληση με αυτό όλο και αναπαράγεται.

Το θέμα ανάγεται σε αυτό, δηλαδή στο κόμμα, που ο Λένιν όριζε σαν συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό:

«…Σοσιαλδημοκρατία είναι η συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό και καθήκον της είναι όχι να υπηρετεί παθητικά το εργατικό κίνημα σε κάθε ξεχωριστό στάδιό του, αλλά να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλου του κινήματος στο σύνολό του, να υποδείχνει σ’ αυτό το κίνημα τον τελικό του σκοπό, τα πολιτικά του καθήκοντα, να περιφρουρεί την πολιτική και ιδεολογική του αυτοτέλεια. Αποσπασμένο από τη σοσιαλδημοκρατία, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται κι αναπόφευχτα πέφτει στον αστισμό: διεξάγοντας μόνο οικονομική πάλη, η εργατική τάξη χάνει την πολιτική της αυτοτέλεια, γίνεται ουρά άλλων κομμάτων, προδίνει τη μεγάλη υποθήκη: «η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργατών»…» [1]

Συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοσιαλισμό. Δηλαδή συνένωση του αυθορμητισμού και της πρακτικής πάλης, που εκπροσωπείται «εξ ορισμού» από το εργατικό κίνημα, με την επιστήμη του σοσιαλισμού, που «εξ ορισμού» εκπροσωπείται από τμήμα της – αστικής στην αρχική προέλευσή της – διανόησης. Δηλαδή, με μια εντελώς αφαιρετική και εντελώς σχηματική διατύπωση, συνένωση της πράξης με τη θεωρία. Μια συνένωση που, υποθέτω, δεν «ολοκληρώνεται» στην αφετηριακή στιγμή της πραγμάτωσής της αλλά αποτελεί προτσές. Το οποίο θα πρέπει να περνά μια σειρά διακυμάνσεων, μια σειρά ακόμα και αντιστροφών σε πλευρές των όρων του, και θα πρέπει να τείνει σε μια μορφή συγχώνευσής τους έστω και μόνο για τον αντικειμενικό λόγο, ότι το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης τείνει να ανεβαίνει ενώ η διανόηση τείνει να προλεταριοποιείται. Δυο τάσεις, βέβαια, οι οποίες περιέχουν χαρακτηριστικά που με διάφορους τρόπους τείνουν κι αυτά να τις αντισταθμίζουν, αλλά ας μείνουμε σε αυτά τα γενικά, και στο ότι η ίδια αυτή συνένωση συνιστά μια «ενότητα αντιθέτων» κι ότι έχει τη δική της κίνηση.

Μια μικρή προσωπική, βιωματική περιγραφή της στιγμής όπου αυτή η συνένωση πραγματώνεται, δίνει ο Ένγκελς (τα έντονα στοιχεία δικά μου): [2]

«…Ο Χάινριχ Μπάουερ, από τη Φραγκονία, ήταν τσαγκάρης. Ηταν ένας ζωηρός, ξύπνιος, καλαμπουρτζής, μικρόσωμος άντρας. Στο μικρό του σώμα όμως κρυβόταν πολύ μυαλό και αποφασιστικότητα. Οταν έφτασε στο Λονδίνο, όπου ο Σάπερ, που ήταν στοιχειοθέτης στο Παρίσι, προσπαθούσε να συντηρηθεί δίνοντας μαθήματα ξένων γλωσσών, ξανασύνδεσαν πάλι οι δυο τους τα κομμένα νήματα της Ενωσης και έκαναν τώρα το Λονδίνο κέντρο της Ενωσης. Σ’ αυτούς τους δυο προστέθηκε εδώ, αν όχι από νωρίτερα κιόλας στο Παρίσι, ο Γιόσεφ Μολ, ρολογάς από την Κολωνία… Γνώρισα και τους τρεις το 1843 στο Λονδίνο. Ηταν οι πρώτοι επαναστάτες προλετάριοι που είδα. Και όσο και αν απέκλιναν τότε οι απόψεις μας στις λεπτομέρειες – γιατί τότε αντιπαρέθετα στο δικό τους στενοκέφαλο ισοπεδωτικό κομμουνισμό ακόμα μια γερή δόση από εξίσου στενοκέφαλη δική μου φιλοσοφική οίηση – δε θα ξεχάσω όμως ποτέ την επιβλητική εντύπωση που έκαναν σε μένα αυτοί οι τρεις αληθινοί άντρες, σε μένα που τότε μόλις πάσχιζα να γίνω άντρας…»

…Και αναζητώντας μια πλευρά αυτής της «φιλοσοφικής οίησης», για την οποία κάνει λόγο ο Ένγκελς, μπαίνουμε και στο κυρίως θέμα μας. Όχι ακόμα στην «οίηση» καθαυτή, αλλά πρώτα στη φιλοσοφική της βάση, που από μόνη της δεν συνιστά καμιά «οίηση». Και για να (προσπαθήσω να) είμαι… εμβριθέστερος: Σε μια πρόσφατη συζήτηση σε άλλο διαδικτυακό χώρο συνειδητοποίησα την πλευρά από την οποία μπορεί να προέρχεται ο χαρακτηρισμός του μηχανιστικού, του μη-διαλεκτικού υλισμού ως «μεταφυσικού υλισμού»: Η μηχανική μετάβαση από τη φύση και από τα επιστημονικά διδάγματα που την αφορούν, στην ανθρώπινη κοινωνία και ιστορία, και η μηχανική εφαρμογή τους  σε αυτήν, ίσως δικαιώνει αυτόν τον αρχικό χαρακτηρισμό.Όμως το περιεχόμενό του, από εκεί και πέρα, εκτείνεται και σε άλλων ειδών ανάλογες μηχανικές «μεταβάσεις»: π.χ. από τη φιλοσοφία στην πολιτική θεωρία και στην πρακτική πάλη. Μια τέτοιου είδους μετάβαση είναι αυτή που πρέπει να συνιστά και τη «φιλοσοφική οίηση», για την οποία μιλά ο Ένγκελς, και που ένα δείγμα της θα αποτελέσει και το κυρίως θέμα μας στη συνέχεια, μετά από αυτή τη μεγάλη εισαγωγή.

Και ξεκινάμε από την φιλοσοφική βάση του θέματος και της μετέπειτα «οίησης»:

Το 1844, έναν χρόνο μετά από την παραπάνω πρώτη συνένωση του εργατικού κινήματος με το σοασιαλισμό, όπως την περιγράφει σε προσωπικό επίπεδο ο Ένγκελς, ο ίδιος μαζί με τον Μαρξ δημοσιεύουν την «Αγία Οικογένεια». Από αυτήν αντιγράφω το παρακάτω μικρό απόσπασμα του Μαρξ, όπως παρατίθεται από τον Λένιν στα «Φιλοσοφικά τετράδιά» του: [3]

«…Η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη σ’ αυτή την αυτοαλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της ικανοποιημένο κι εδραιωμένο, δέχεται την αλλοτρίωση σαν απόδειξη της δικής της δύναμης και αποκτάει μέσα σ’ αυτή την αλλοτρίωση την επίφαση μιας ανθρώπινης ζωής. Η δεύτερη τάξη σ’ αυτή την αλλοτρίωση αισθάνεται τον εαυτό της αφανισμένο, βλέπει σ’ αυτή την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ζωής. Η τάξη αυτή, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Χέγγελ, είναι μέσα στα πλαίσια της αθλιότητας η εξέγερση ενάντια σ’ αυτή την αθλιότητα, η εξέγερση που προκαλείται αναγκαστικά μέσα σ’ αυτή την τάξη από την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση της και στις συνθήκες ζωής αυτής της τάξης, οι οποίες αποτελούν μια καθαρή, αποφασιστική και ολοκληρωτική άρνηση αυτής της ίδιας της φύσης.  Έτσι στα πλαίσια γενικά του ανταγωνισμού ο ατομικός ιδιοκτήτης αποτελεί τη συντηρητική πλευρά και ο προλετάριος την καταστρεπτική. Από τον πρώτο πηγάζει η δράση που αποσκοπεί στη διατήρηση του ανταγωνισμού, από το δεύτερο η δράση που αποσκοπεί στην εξάλειψη του ανταγωνισμού…»

Αυτή είναι η φιλοσοφική βάση του θέματος. Και συγκεκριμένα η φιλοσοφική βάση συνίσταται στο γεγονός ότι και οι δυο πόλοι της ταξικής  αντίθεσης «αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση». Και στο ότι στα ιστορικά καθήκοντα του προλεταριάτου ανήκει η εξάλειψη του ταξικού ανταγωνισμού και, μέσω αυτής, η εξάλειψη της ανθρώπινης αυτοαλλλωτρίωσης γενικά.

Σε αυτό συνίσταται η φιλοσοφική βάση. Σε τι, όμως, συνίσταται η «φιλοσοφική οίηση»;

Το 1845, έναν χρόνο μετά την «Αγία Οικογένεια», τυπώνεται το βιβλίο του Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» (ένα έργο που, παρεμπιπτόντως, μάς λείπει το σύγχρονο αντίστοιχό του για την κατάσταση της εργατικής τάξης είτε στην Αγγλία είτε στην Ελλάδα είτε παντού). Στις τελευταίες σελίδες αυτού του βιβλίου ο Ένγκελς γράφει: [4]

«…Από την άποψη αρχών, ο κομμουνισμός τοποθετείται πάνω απ’ τον ανταγωνισμό της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Αναγνωρίζει στον ανταγωνισμό την ιστορική του σημασία για τη σύγχρονη περίοδο, μα δεν τον θεωρεί δικαιολογημένο για το μέλλον. Θέλει να καταργήσει αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό. Κατά συνέπεια όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση, αναγνωρίζει ασφαλώς σαν αναγκαία την οργή του προλεταριάτου ενάντια στους καταπιεστές του, αναγνωρίζει σ’ αυτήν τον ισχυρότερο μοχλό του εργατικού κινήματος στο ξεκίνημά του. Ξεπερνά όμως αυτή την αγανάκτηση, γιατί εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας κι όχι μονάχα την υπόθεση των εργατών. Άλλωστε δεν έρχεται στη σκέψη κανενός κομμουνιστή ν’ ασκήσει μια προσωπική εκδίκηση ή να πιστέψει κατά γενικό τρόπο, ότι ο αστός μπορεί ατομικά στις σύγχρονες συνθήκες να ενεργήσει διαφορετικά απ’ ό,τι κάνει. Ο αγγλικός σοσιαλισμός, (δηλαδή ο κομμουνισμός), στηρίζεται ακριβώς σ’ αυτή την αρχή της ανευθυνότητας του ατόμου. Όσο περισσότερο οι Άγγλοι εργάτες θ’ αφομοιώνουν τις σοσιαλιστικές ιδέες, τόσο περισσότερο η τωρινή έξαψή τους, που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα, θα καθίσταται περιττή, και τόσο περισσότερο τα επιχειρήματά τους ενάντια στην αστική τάξη θα χάνουν σε βιαιότητα και αγριότητα. Γενικά, αν θα ήταν δυνατό να καταστεί κομμουνιστικό το σύνολο του προλεταριάτου προτού ξεσπάσει η πάλη, η τελευταία θα εξελισσόταν πολύ ήρεμα, αλλά αυτό δεν είναι πια δυνατό. Είναι ήδη πολύ αργά για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Πιστεύω ωστόσο ότι, προσμένοντας πως δεν θα εκραγεί εντελώς ανοιχτά και άμεσα αυτός ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους (που στο εξής είναι αναπόφευκτος στην Αγγλία), στο μεταξύ θα συντελεστεί στο προλεταριάτο αρκετό ξεκαθάρισμα αντιλήψεων πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, ώστε με τη βοήθεια των γεγονότων το κομμουνιστικό κόμμα να είναι σε θέση μέσα στην πορεία να υπερισχύσει των θηριώδικων στοιχείων της επανάστασης και να μπορέσει έτσι ν’ αποφύγει μια ενάτη Θερμιδόρ. Άλλωστε η πείρα των Γάλλων δεν πήγε χαμένη, η πλειοψηφία των Άγγλων χαρτιστών είναι από κιόλας τώρα κομμουνιστές. Και καθώς ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, θα είναι πιο εύκολο στην καλύτερη φράξια της αστικής τάξης – που δυστυχώς είναι τρομακτικά περιορισμένη και δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα μπορέσει να στρατολογήσει νέες δυνάμεις έξω απ’ τη νέα γενιά – να συνενωθεί με τον κομμουνισμό παρά με το χαρτισμό, που είναι αποκλειστικά προλεταριακός. (…)  Όμως συνεχίζω να το υποστηρίζω: ο πόλεμος των φτωχών ενάντια στους πλούσιους, που ξετυλίγεται τώρα κατά τρόπο σποραδικό και έμμεσο, θα διεξαχτεί κατά τρόπο γενικό, ολοκληρωτικά γενικό, και άμεσο σ’ όλη την Αγγλία. Είναι πολύ αργά για μια ειρηνική λύση. Η άβυσσος που χωρίζει τις τάξεις σκάβεται όλο και πιο πολύ, το πνεύμα αντίστασης διεισδύει όλο και πιο πολύ στους εργάτες, και ο ερεθισμός γίνεται όλο και πιο έντονος. Οι απομονωμένες αψιμαχίες των ατάκτων συγκεντρώνονται για να μετατραπούν σε σημαντικότερες μάχες και διαδηλώσεις, και σε λίγο θα είναι αρκετή μια ελαφριά σύγκρουση για να ξαπολυθεί η χιονοστιβάδα. Και τότε στ’ αλήθεια θ’ αντηχήσει πάνω απ’ όλη τη χώρα η πολεμική κραυγή: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στις καλύβες!» Θα είναι όμως τότε πολύ αργά για να μπορέσουν οι πλούσιοι να προφυλαχτούν.»

Σχετικά με το παραπάνω απόσπασμα, θα είχα να παρατηρήσω, ότι η αποκάλυψη της «φιλοσοφικής οίησης» που το διαπερνά, θεμελιωμένη στη θέση ότι ο κομμουνισμός «εκπροσωπεί την υπόθεση ολόκληρης της ανθρωπότητας», στη θέση ότι (αφού «η εύπορη τάξη και η τάξη του προλεταριάτου αποτελούν μιά και την αυτή ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση»… «άρα» λοιπόν) «ο κομμουνισμός τοποθετείται υπεράνω του ανταγωνισμού ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη», δεν θεμελιώνει θεωρητικά, με τη σειρά της, την αντικατάστασή της από κάποια αντίστροφη «οίηση», όπως π.χ. από την οίηση «της έξαψης» εκείνου του είδους ή της μορφής «που σε τίποτα δε θα οδηγούσε αν θα παράμενε τόσο βίαιη όσο σήμερα», δηλ. όσο τότε που διατυπώθηκαν τα παραπάνω με αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο απόσπασμα.

Δεύτερη παρατήρηση, ωστόσο, ότι δεν μπορεί παρά «κάτι» να υπάρχει σ’ αυτή την αποκάλυψη που να αποτελεί δίδαγμα, τουλάχιστον ως προς τη σχέση θεωρίας και πράξης, αν και δεν θα επιχειρήσω εδώ αυτό το κάτι να το ανακαλύψω…  Και τρίτη παρατήρηση: Καλώς ή κακώς, δεν θα υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσω ο ίδιος αυτή την αποκάλυψη του περιεχομένου – ή μιας του πλευράς – της «φιλοσοφικής οίησης» για την οποία γίνεται λόγος από την εισαγωγή ακόμα αυτού του κειμένου. Δεν θα την αποτολμούσα και μάλλον δεν θα είχα οδηγηθεί σε αυτή την αποκάλυψη, αν δεν είχε προβεί ο ίδιος ο Ένγκελς σ’ αυτήν, μισό αιώνα αργότερα από την πρώτη έκδοση της «Κατάστασης της εργατικής τάξης στην Αγγλία».

Από τον πρόλογο λοιπόν του Ένγκελς στη γερμανική έκδοση του 1892 του ίδιου βιβλίου, αντιγράφω και τελειώνω μ’ αυτό:

«…Ίσως να μη χρειάζεται να σημειώσω ότι η γενική θεωρητική άποψη αυτού του βιβλίου – στο φιλοσοφικό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο – δε συμπίπτει ακριβώς με τη σημερινή μου θέση. Στα 1844 δεν υπήρχε ακόμα ο νεώτερος διεθνής σοσιαλισμός, που κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά τα έργα του Μαρξ θα τον μετάτρεπαν  στο αναμεταξή σε αληθινή επιστήμη. Το βιβλίο μου δεν εκπροσωπεί παρά μια απ’ τις φάσεις της εμβρυακής ανάπτυξης αυτού του σοσιαλισμού. Κι όπως το ανθρώπινο έμβρυο, στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, συνεχίζει πάντα ν’ αναπαράγει τις σειρές τα βράγχια των προγόνων μας των ψαριών, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει παντού μια απ’ τις πηγές του σύγχρονου σοσιαλισμού, έναν απ’ τους προγόνους του: την κλασική γερμανική φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο επιμένω – κυρίως στο τέλος – στη βεβαίωση ότι ο κομμουνισμός δεν είναι μονάχα απλά η θεωρία του κόμματος της εργατικής τάξης, μα μια θεωρία που η τελική της επιδίωξη είναι ν’ απελευθερώσει το σύνολο της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των καπιταλιστών, απ’ τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες που την πνίγουν. Αυτό είναι αλήθεια στο θεωρητικό πεδίο, στο πρακτικό όμως είναι ολότελα άχρηστο και καμιά φορά κάτι χειρότερο. Όσο οι κατέχουσες τάξεις, όχι μονάχα δε θα νιώθουν οποιαδήποτε ανάγκη απελευθέρωσης, μ’ ακόμα θ’ αντιταχθούν με όλες τους τις δυνάμεις στην απελευθέρωση των εργαζομένων με τις ίδιες τους τις δυνάμεις, η εργατική τάξη θα βρεθεί αναγκασμένη ν’ αναλάβει και να πραγματοποιήσει μόνη την κοινωνική επανάσταση. Οι Γάλλοι αστοί του 1789 κήρυσσαν κι αυτοί, ότι η απελευθέρωση της αστικής τάξης εσήμαινε τη χειραφέτηση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, όμως η τάξη των ευγενών και  ο κλήρος το αρνιόταν.  Αυτή η βεβαίωση – μ’ όλο που υπήρξε σ’ αυτή την εποχή, σχετικά με τη φεουδαρχία μια αδιαμφισβήτητη αφηρημένη ιστορική αλήθεια – θα εκφυλιστεί σε λίγο σε μια καθαρά συναισθηματική διατύπωση και θα εξατμιστεί ολοκληρωτικά μέσα στην έκρηξη των επαναστατικών αγώνων. Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι που, απ’ το ύψος μιας αμερόληπτης άποψης, κηρύσσουν στους εργάτες ένα σοσιαλισμό που υψώνεται πάνω από τις αντιθέσεις των τάξεων και των ταξικών αγώνων. Είναι όμως είτε νεοφώτιστοι που έχουν ακόμα να μάθουν πάρα πολλά, ή διαφορετικά οι χειρότεροι εχθροί των εργαζομένων, λύκοι μεταμορφωμένοι σε πρόβατα…»

===========================================================================

[1] Β. Ι. Λένιν: «Τα ζωτικά καθήκοντα του κινήματος», από τη μπροσούρα «Για το Προλεταριακό Κόμμα Νέου Τύπου», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»  Ριζοσπάστης 25 Γενάρη 2004

[2] Φ. Ένγκελς: «Για την ιστορία της Ενωσης των Κομμουνιστών», Ριζοσπάστης 9 Γενάρη 2011

[3] Λένιν, άπαντα, τόμος 29, σελ 11-13, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

[4] Φ. Ένγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία», Μέρος Β΄, δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1989, εκδόσεις Δημιουργία, σελ. 232-234

[5] στο ίδιο, σελ. 275-277. Στον ίδιο πρόλογο του 1892 ο Ένγκελς στη συνέχεια γράφει επίσης (και το παραθέτω εν μέρει λόγο του ενδιαφέροντός του κι εν μέρει λόγω συνάφειας με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω):

«…Στο κείμενο, η διάρκεια του κύκλου των μεγάλων βιομηχανικών κρίσεων καθορίζεται σε πέντε χρόνια. Αυτή ήταν πραγματικά η περιοδικότητα που φαινόταν να προκύπτει απ’ την πορεία των γεγονότων ανάμεσα στα χρόνια 1825 ως το 1842. Η ιστορία όμως της βιομηχανίας απ’ τα 1842 ως τα 1868 απόδειξε ότι η πραγματική περίοδος είναι μιας δεκαετίας, ότι οι ενδιάμεσες κρίσεις ήσαν δεύτερης κατηγορίας, που όλο και πιο πολύ εξαφανίστηκαν απ’ το 1842. Απ’ τα 1868 τα πράγματα άλλαξαν ξανά, και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια.    

Δε διανοήθηκα ν’ αφαιρέσω απ’ το κείμενο τις πολυάριθμες προφητείες, ιδιαίτερα εκείνη που προφήτευε μια άμεση κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία, και που τότε μού ενέπνεε η νεανική μου φλόγα.  Δεν έχω κανένα λόγο να ζητήσω να στολιστούμε – εγώ και το έργο μου – με προτερήματα που τότε δεν τα είχαμε. Εκείνο που είναι το εκπληκτικό, δεν είναι το ότι πολλές απ’ αυτές τις προφητείες δεν πραγματοποιήθηκαν, μα πιότερο ότι μια σειρά άλλες αποδείχτηκαν σωστές κι ότι η περίοδος κρίσης για την αγγλική βιομηχανία – συνέπεια του ηπειρωτικού συναγωνισμού και ιδίως του αμερικανικού – που προέβλεπα τότε σε ένα πολύ κοντινό μέλλον, έφτασε πραγματικά…» 


ξεχάσατε να πανηγυρίσετε χθες

Τι έγινε παληκάρια; Πώς και σας ξέφυγε μια επαίτιος σαν την χθεσινή;

Αντιγράφω από τη στήλη «ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ» του χθεσινού Ριζοσπάστη:

1991 Στο Συμβούλιο Κορυφής στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας υιοθετείται η περιβόητη Συνθήκη του Μάαστριχτ που δημιούργησε την ΕΕ στη θέση της ΕΟΚ. Υιοθετείται, επίσης, το κείμενο για την Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ). Την ίδια μέρα, η Ελλάδα γίνεται μέλος της Δυτικοευρωπαϊκής Ενωσης (ΔΕΕ). Το ΚΚΕ ήταν το μόνο κόμμα που τάχθηκε κατά της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Στην απόφαση της ευρείας Συνόδου της ΚΕ του ΚΚΕ (16 – 17 Μάη 1992) αναφέρεται: «Το όραμα της «Ενωμένης Ευρώπης», της Ευρώπης των μονοπωλίων, που συνενώνει και εμπνέει βιομηχάνους, εφοπλιστές, μεγαλέμπορους, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, «ΣΥΝ» και ο συγκεκριμένος στόχος «να μπούμε στο σκληρό πυρήνα της ΕΟΚ» δεν έχει καμιά σχέση με τα οράματα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων».

*

24 χρόνια μετά, λοιπόν, προσθέτω εγώ, αποδεικνύεται ότι η Ευρώπη των μονοπωλίων, ο «σκληρός πυρήνας» της ΕΕ και του ευρώ, ο υπαρκτός ευρωενωσιακός καπιταλισμός, το «όραμα που συνενώνει και εμπνέει βιομηχάνους, εφοπλιστές, μεγαλέμπορους, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ», όχι απλώς «δεν έχει καμία σχέση με τα οράματα και τις ανάγκες της εργατικής τάξης, των εργαζομένων», αλλά αποτελεί εφιάλτη των εργαζομένων και δήμιο των αναγκών τους. ΄Οτι όχι απλώς  «δεν έχει καμία σχέση», αλλά ότι αντιστρατεύεται άμεσα τα οράματα και τις ανάγκες τους, ότι τα τσακίζει κάτω απ’ τη φτέρνα της ταξικής δικτατορίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που μηχανισμός της είναι και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οπότε, χθες, βιομήχανοι, εφοπλιστές, μεγαλέμποροι, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και λοιποί παρατρεχάμενοι προτιμήσανε να κάνουν την επαίτιό τους γαργάρα. Τουμπεκί.

 

 


σας ληστέψαμε και καλό ψόφο

Και τι δεν είπε χθες στη ραδιοφωνική του εκπομπή ο Ν Χατζηνικολάου!

Τα ασφαλιστικά ταμεία βουλιάζουν! Και ποιος δεν θυμάται το PSI και τα δομημένα ομόλογα! Η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο!

Πολύ ωραία…

Και στο δια ταύτα;

Στο δια ταύτα: Το κράτος, είπε, είναι ανίκανο, η ασφάλιση πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί, «θέλω το δικαίωμα να αγοράζω την ασφάλιση που επιλέγω», κι όσο για τους «αδύναμους», ας κόψουμε γι’ αυτούς ένα επίδομα ελεημοσύνης (εμείς οι δυνατοί)…

*

Δεν είναι πολιτικά (και κατ’ επέκταση ούτε και δημοσιογραφικά) έντιμες αυτές οι θέσεις.

Οι πολιτικές ευθύνες για την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων είναι τεράστιες και διαχρονικές. δεν αφορούν μόνο το μνημονιακό PSI και τα καραμανλικά δομημένα ομόλογα, ούτε και μόνο (μαζί μ’ αυτά) το τζογάρισμα των αποθεματικών στο χρηματιστήριο κατά τα μέσα της οκταετίας Σημίτη. Αφορούν, οι τεράστιες και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες,  τη συστηματική καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων σε ολη τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, έως και τη χαριστική βολή που δέχθηκαν με το PSI.

Δεν είναι ούτε δημοσιογραφικά ούτε πολιτικά έντιμη η συγκάλυψη αυτών των πολιτικών ευθυνών και η αναγόρευση των συνεπειών τους ως τετελεσμένων μέσω αφορισμών περί δήθεν ανικανότητας του «κράτους» γενικά και αόριστα. Κι ακόμη περισσότερο που οι πολιτικές ευθύνες και οι συνέπειές τους αξιοποιούνται προς το σκοπό της κατάργησης της κοινωνικής ασφάλισης, της ιδιωτικοποίησής της, της μετατροπής της ασφάλισης σε εμπόρευμα.

Για να είμαστε συγκεκριμένοι.

1] Με τον αναγκαστικό  νόμο 1611/1950, η ισχύς του οποίου έληξε το 1994, επιβλήθηκε η κατάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας και ο ο καθορισμός του τόκου από την αρμόδια Νομισματική Επιτροπή. Οι τόκοι που ορίζονταν επί δεκαετίες ήταν αρκετά χαμηλότεροι του πληθωρισμού και του επιτοκίου τραπεζικών καταθέσεων.

Το επιτόκιο που ορίστηκε για τα αποθεματικά των ασφαλιστικών Ταμείων από την Νομισματική Επιτροπή για το χρονικό διάστημα 1955-1973 ήταν 4%, όταν τα επιτόκια των καταθέσεων κυμαίνονταν μεταξύ 5% και 9,5%.

Τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας 1967-1974 το επιτόκιο έμεινε στο 4%, ενώ ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε στο 15,5% το 1973 και στο 26,8% το 1974. Μόνο στα δύο αυτά έτη τα πλεονάσματα των Ασφαλιστικών Ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας τους.

Παρομοίως, οι μεγαλύτερες απώλειες των Ταμείων προκλήθηκαν στην περίοδο 1974-1994, όταν ο πληθωρισμός αυξήθηκε δραστικά στο επίπεδο του 20% περίπου. Σε όλη αυτή την περίοδο, τα ειδικά επιτόκια της Τράπεζας της Ελλάδος ήταν κατώτερα των τρεχόντων επιτοκίων καταθέσεων

Υπολογίζεται ότι μόνο για την περίοδο 1951-1975 οι απώλειες των ασφαλιστικών Ταμείων από αυτό το νομοθετικό – οικονομικό καθεστώς ανέρχονται σε 58 δισ. ευρώ.

Ταυτόχρονα όλες αυτές τις δεκαετίες, -και σε αυτό ακριβώς αποσκοπούσε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς,- τα αποθεματικά των Ταμείων χρησιμοποιούνταν από τις αστικές κυβερνήσεις για την κρατική χρηματοδότηση (χαμηλότοκα θαλασσοδάνεια, δανεικά και αγύριστα) ιδιωτικών και δημόσιων «επενδύσεων». Με άλλα λόγια, για τη γιγάντωση μιας σειράς επιχειρήσεων που τα βάρη τους ως «προβληματικών» φορτώθηκαν στη συνέχεια  και πάλι οι εργαζόμενοι, με τους έως τότε ιδιοκτήτες τους ελεύθερους να επενδύουν κατ’ επιλογή τα συσσωρευμένα τους κεφάλαια: Τα πλούτη που σωρεύουν στην κάθε Ελβετία, είναι η ληστεία απ’ τα Ταμεια… Με άλλα λόγια επίσης, για την γιγάντωση του κρατικού παραγωγικού τομέα, που παραδίδεται σήμερα βορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, τέλος, συνολικά για την μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη: Όχι για την «ανάπτυξη» γενικά. Για την ανάπτυξη του κεφαλαίου σε βάρος των κοινωνικών αποθεμάτων των εργαζομένων (υπό τύπο «εσωτερικού δανεισμού» για την στήριξη της «εθνικής παραγωγής», όπως θα έλεγε και ο ηγετίσκος της νεοναζιστικής συμμορίας κατ’ ευφημισμό της καταλήστευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο). .

Αυτή η πολιτική, που με την συγκεκριμένη μορφή της διήρκεσε 44 χρόνια, υπηρετήθηκε από ολες τις αστικές κυβερνήσεις -«δημοκρατικές» και δικτατορικές- αυτών των δεκαετιών και οι πολιτικοί, ιδεολογικοί  (και δημοσιογραφικοί) εκπρόσωποι της αστικής τάξης δεν δικαιούνται να ομιλούν ούτε περί τετελεσμένων ούτε περί «ανικανότητας» ούτε περί του «κράτους» γενικώς και αορίστως…

2] Η δεύτερη πράξη της (ικανοτατης) κρατικής καταλήστευσης των ασφαλιστικών Ταμείων για την εξυπηρέτηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και «ανάπτυξης», υλοποιήθηκε με τη μέθοδο της τοποθέτησης των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Πρώτα με το νόμο 2076/1992 η κυβέρνηση  της ΝΔ (το «ανίκανο κράτος», κύριε Χατζηνικολάου!) έδωσε τη δυνατότητα να τοποθετούν οι διοικήσεις των ασφαλιστικών Ταμείων μέχρι και το 20% των αποθεματικών τους στο χρηματιστήριο. Στη συνέχεια η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με το νόμο 2676/1999 αύξησε το ποσοστό στο 23%. Επίσης, με μια σειρά άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις, διευρύνθηκε το τζογάρισμα των αποθεματικών και διευκολύνθηκε η ανάμειξη των τραπεζών στη «διαχείρισή» τους.

Υπολογίζεται ότι, εξαιτίας αυτού του νομοθετικού καθεστώτος, οι ζημιές των ασφαλιστικών Ταμείων στο χρηματιστήριο την τριετία 1999-2002 ήταν πάνω από 3,5 δισ. ευρώ, και περίπου άλλα τόσα ήταν κατά τη διετία 2008-2009, συνολικά δηλαδή περίπου 7 δισ. ευρώ,  ενώ είναι δύσκολο να υπολογιστεί το μέγεθος της ζημιάς από την απομείωση της αξίας των τίτλων που διαθέτουν τα Ταμεία έως και σήμερα.

3] Τρίτη πράξη της ληστείας, το λεγόμενο PSI (στην καθαρεύουσα) ή «κούρεμα» (στην δημοτική). Είτε στη δημοτική είτε στην καθαρεύουσα, το νόημα είναι το εξής:

Στη βάση ενός πλέγματος νομοθετικών ρυθμίσεων και πολιτικής διαχείρισης, τα χρηματικά αποθέματα των ασφαλιστικών Ταμείων μετατράπηκαν σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, δηλαδή σε δάνειο των Ταμείων προς το κράτος, δηλαδή σε κρατικό χρέος προς τα ασφαλιστικά Ταμεία. Το 2012 το κρατικό χρέος «κουρεύτηκε» με τη μέθοδο της καταστροφής (μείωσης της αξίας) των ομολόγων του δημοσίου. Έτσι το κράτος απαλλάχτηκε από ένα χρέος 13 δισ. ευρώ προς τα ασφαλιστικά Ταμεία και, ταυτόχρονα, τα ασφαλιστικά Ταμεία έχασαν 13 δισεκατομμύρια ευρώ από την περιουσία τους.

*

Για να κάνουμε μια σούμα:

Χωρίς να υπολογιστούν τα δισεκατομμύρια που οι αστικές κυβερνήσεις παρέλειψαν να καταβάλουν προς τα Ταμεία παρά τις νομοθετημένες κρατικές υποχρεώσεις προς αυτά, χωρίς να υπολογίζονται τα δισεκατομμύρια των εισφοροαπαλλαγών και ανείσπρακτων οφειλών του κεφαλαίου προς τα ασφαλιστικά Ταμεία, και υπολογίζοντας μόνο: τα 24 από τα 44 χρόνια υποχρεωτικής χαμηλότοκης κατάθεσης των αποθεματικών τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, το χρηματιστηριακό τζογάρισμα των αποθεματικών τη δεκαετία 1999-2009 και το «κούρεμα» του 2012, το μέγεθος της ληστείας που πραγματοποιήθηκε από τις αστικές κυβερνήσεις σε βάρος των ασφαλιστικών Ταμειων για λογαριασμό του κεφαλαίου ανέρχεται στο ποσό των 78 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Ληστεία 78 δισεκατομμυριων ευρώ (στην πραγματικότητα πολύ περισσότερων), για να μπορεί τώρα ο κ. Χατζηνικολάου και ο κάθε κ. Χατζηνικολάου, ο κάθε ιδεολογικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης και απολογητής της κυβερνητικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, να ομιλεί για τετελεσμένα της κρατικής «ανικανότητας», για «έλλειψη βιωσιμότητας των Ταμείων», έμμεσα και κυνικά πετώντας κατάμουτρα στα ακροατήριά τους: Σας τα ληστέψαμε – καλό ψόφο νάχουνε, πάει και τέλειωσε, αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε.

πηγές: εδώ, εδώ κι εδώ


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;


Έλαβαν: Χαμένη ψήφος 94,5%

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο λαός θα βρεθεί, από Δευτέρα, αντιμέτωπος με την ψήφο του της Κυριακής.

Είναι, όμως, η πρώτη φορά που η λαϊκή «εκλογική συμπεριφορά» έχει τέτοια χαρακτηριστικά υπεκφυγής από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής πραγματικότητας.

Η «υπεκφυγή», σαν λέξη, μπορεί ν’ ακούγεται λίγο καθαρεύουσα… Και ο συσχετισμός της  με την ειδικά «εκλογική» συμπεριφορά μπορεί και να προκαλεί την παρεξήγηση ότι η σημασία της περιορίζεται σε αυτό και μόνο το «εκλογικό» πεδίο. Όμως στην πραγματικότητα η «υπεκφυγή» αφορά κάτι το πολύ πιο εκτεταμένο από τις εκλογές και κάτι το πολύ πιο βαθύ από την μια ψήφο της προχθεσινής Κυριακής.

Αφορά το φιλότιμο, για να το γυρίσουμε λοιπόν στη δημοτική: Γιατί, ψήφος αντί για φιλότιμο, αυτό είναι το νόημα της προχθεσινής ψήφου. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει καμία αφηρημένη οντότητα που να λέγεται «λαός» και που στη βούλησή της υποτάσσεται ο καθένας ατομικά. Αυτό που ονομάζουν λαϊκή βούληση το συνθέτει η προσωπική θέση και στάση του καθενός, κι επομένως την «υπεκφυγή» μ’ όλη της τη σημασία δεν την χρεώνεται καμία αφηρημένη οντότητα, αλλά ο καθένας ατομικά.

Η επιβράβευση του αριβισμού, στην απόλυτη τιμή του, που εκπροσωπεί κομματικά ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο Τσίπρας σαν «αρχηγός» του,  είναι -στην καθαρεύουσα- μια από τις πλευρές, μια από τις σημασίες, της προχθεσινής λαϊκής «υπεκφυγής». Η μετάφραση αυτής της σημασίας στη δημοτική, δείχνει ένα λαό, μερικά εκατομμύρια άτομα, πρόθυμα θύματα της κατάμουτρης κοροϊδίας, να λένε κι «ευχαριστώ», που δήθεν δεν καταλαβαίνουν ότι τους φτύνουν κι ανοίγουν ομπρέλα γιατί τάχα ψιχαλίζει, που τους προσβάλλουν στα σοβαρά κι απαντούν «ευτυχώς, γιατί εγώ αστεία δεν σηκώνω», που τους ξεφτιλίζουν στ’ αστεία τάχα κι απαντάνε «ωρέ τι θα πάθαινες αν μιλούσες στα σοβαρά», που για να μην παραδεχτούν αυτό που ξέρουν, δηλαδή ότι τους εξαπατούν στεγνά, εξαπατούν (δήθεν) κι οι ίδιοι τον εαυτό τους, που τους κουρελιάζουν την απαίτησή τους (;) για σεβασμό και κουρελιάζουν γι’ αυτό κι οι ίδιοι τον αυτοσεβασμό τους, που λένε για τους άλλους ότι «είναι όλοι ίδιοι» μόνο και μόνο για να είναι τέτοιοι κι αυτοί.

Μη γελιέται κανείς ότι πρόκειται για συμπεριφορά, για υπεκφυγή, απλώς «εκλογική». Όχι. Πρόκειται για εκλογική συμπεριφορά που εν προκειμένω αποκαλύπτει τη συμπεριφορά γενικά. Συμπεριφορά που δείχνει ότι οι άνθρωποι χαλάνε, και τότε…

Δε χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις… Περάσαμε μια χρονική περίοδο που στη διάρκειά της ο τραχανάς απλώθηκε για τα καλά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε – δε γνώριζε.  Κι ό,τι απομένει από τους τελευταίους επτά μήνες και τα τελευταία επτά χρόνια που πέρασαν, είναι το ντιβιντί της Αλεξανδράτου την ώρα που ο Ανίβας της καπιταλιστικής κρίσης είχε περάσει τις πύλες για μην τις ξαναδιαβεί ποτέ πίσω, -μιλώντας στην καθαρεύουσα, – είναι μια τσόντα (μιλώντας) στη δημοτική) που τη διαδέχτηκαν κάποια άθλια κλαψουρίσματα από όσους δήθεν «προδόθηκαν» από τους «πολιτευτές» – διαφθορείς τους των περασμένων δεκαετιών, κλαψουρίσματα  για όσα τους πήρανε και που δίκαια τα είχαν μόνο που τ’ αποκτήσανε χωρίς ποτέ τους οι ίδιοι ν’ αγωνιστούνε γι’ αυτά, κλαψουρίσματα από όσους ζητάνε απ’ τους… προγόνους τους να (ξανα)αγωνιστούνε γι’ αυτούς, κλαψουρίσματα από εκείνους που γυρεύουν  από άλλους να βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα και τα κάστανα απ’ τη φωτιά, κλαψουρίσματα άθλια όπως αποδείχτηκαν τώρα που το μόνο που τους μένει είναι όχι να μουτζώσουν αλλά να μουτζωθούνε. Και δεν «σώζονται» ούτε με την επικλήση  των «εκβιασμών», ούτε με το γελοίο δίλημα ανάμεσα στην «αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, την «αριστερά» αυτή που το τελευταίο οκτάμηνο ψόφησε και πρόλαβε κιόλας να βρωμίσει, και στην «δεξιά» του Μεϊμαράκη με το μπεγλέρι, ούτε με τις καραμελίτσες των προηγούμενων χρόνων για τις «χωριστές συγκεντρώσεις»  και τις κυβερνητικές συνεργασίες της συνενοχής στο φόνο, ούτε με το κουστουμάκι της αντιπολίτευσης στη… Μέρκελ, ούτε σώζονται, τέλος, με την επίκληση του «αναπόφευκτου», ότι δηλαδή «δε γίνεται αλλιώς»: Η επίκληση ότι δε γίνεται «αλλιώς», είναι άκυρη από όσους συναινούνε να γίνει «έτσι», όπως άκυρη είναι κι η επίκληση ότι «με τις εκλογές έτσι κι αλλιώς δε γίνεται τίποτα» από όσους στις εκλογές ψηφίσανε αυτό το «κάτι» που έγινε και που θα γίνει δίνοντας στους εμπόρους των πλαστογραφημένων ελπίδων τη συγκατάθεσή τους να τους εμπορευτούν εν λευκώ.

Είναι φανερό ότι τα παραπάνω αποτελούν σχολιασμό για τη λαϊκή ψήφο που κατευθύνθηκε στο ΣΥΡΙΖΑ. Χαμένη ψήφος είναι αυτή, η λαϊκή ψήφος που πήγε στο ΣΥΡΙΖΑ, κι όχι οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ από όσους έχουν συμφέρον στην αντιλαϊκή πολιτική, στην ευρωενωσιακή «εγγύηση» της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, στο μνημόνιο 1, στο μνημόνιο 2, στο μνημόνιο 3.  Όμως κι η χαμένη λαϊκή ψήφος, κι η ψήφος αυτών των άλλων, η κερδισμένη γι’ αυτούς και μόνο γι’ αυτούς, είναι εξίσου αντιλαϊκή. Η μόνη διαφορά: άλλος ακονίζει το μαχαίρι του για τους άλλους, κι άλλος κάνει μόνος του χαρακίρι (κάθε άλλο, όμως, παρά ηρωικό).

Δεν είναι βέβαια, μόνο η ψήφος που πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ χαμένη για το λαό. Χαμένη είναι κάθε λαϊκή  ψήφος που χαραμίστηκε στους κάθε είδους απολογητές της κυριαρχίας των μονοπωλίων, στους κάθε είδους απολογητές και εξωραϊστές του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης – είτε αυτοί το παίζουν ανοιχτοί οπαδοί του είτε το παίζουν απλώς «ικανοί διαχειριστές».  Η μόνη τους ξεχωριστή διαχειριστική ικανότητα είναι να παγιδεύουν το λαό στον κάλπικο πραγματισμό της υποταγής του.

Χαμένη για το λαό είναι κι η ψήφος στη ΛΑΕ του Λαφαζάνη, όχι γιατί δε στάθηκε αρκετή να τον βάλει στη βουλή, αλλά γιατί εξαρχής αυτοπροτάθηκε σαν υποκατάστατο της «υπεκφυγής» που απαίτησε και κέρδισε από το λαό ο ΣΥΡΙΖΑ, σαν λαθραία υπεκφυγή για όσους δεν ήταν έτοιμοι να υπεκφύγουν ανοιχτά μπροστά στους άλλους και μπροστά στον ίδιο τους τον εαυτό.

Χαμένη είναι και η «ψήφος» της αποχής: Φαίνεται πως για πολλούς (και δε γίνεται λόγος για όσους δεν θέλησαν να ξοδευτούν για να πάνε στους τόπους της καταγωγής τους), η ακύρωση μιας «ελπίδας» που είχε όλες τις πολιτικές προδιαγραφές  της ακύρωσής της και της ενσωμάτωσής της στο σύστημα της δυνάστευσης του λαού,  πολιτικές προδιαγραφές τέτοιες που έχουν κατονομαστεί με σαφήνεια, δεν στάθηκε ικανή να τους φέρει αντιμέτωπους, και χωρίς προφάσεις, με αυτήν ακριβώς τη σαφήνεια και τις συνέπειές της.  Τις πολιτικές τους αυταπάτες τις μεταφράσανε σε αυταπάτες «εκλογικές» για να διατηρήσουν τις πολιτικές τους αυταπάτες στο ακέραιο. Και αντί για τη  σαφήνεια των προδιαγραφών της «ήττας» τους που είναι και προδιαγραφές της ανασύνταξής τους, προτιμήσανε την ασάφεια την δοκιμασμένη στο καλοκαιρινό τους «ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών», για να την ξαναδοκιμάσουν σαν ασάφεια της αποχής τώρα. Κι όπως μόλις χθες βρήκαν «ελπίδα» στο 62% αυτού του ακαθόριστου μεγάλου «ΟΧΙ» που είχε και απέδειξε τις προδιαγραφές του να μετατραπεί σ’ ένα αντίθετο, μεγαλύτερο «ΝΑΙ», έτσι και τώρα βρίσκουν -ή και δεν βρίσκουν- «ελπίδα» στο ακαθόριστο 43% της αποχής μαζί με ένα 20% ηλικιωμένων που δεν μπορούν να πάνε να ψηφίσουν, πεθαμένων που παραμένουν στους εκλογικούς καταλόγους, πολιτικά αδιάφορων που στηρίζουν τις ελπίδες τους στο θεό, και άλλων, που όλοι μαζί δεν είναι σε θέση να φέρουν στο προσκήνιο οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό λόγο μπορεί να δώσει μορφή άλλη από την ατομική επιλογή του καθενός τους στην αποχή. Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο οι αυταπάτες τούς κάνουν να νιώθουν εξοπλισμένοι πολιτικά…

Μόνη κερδισμένη ψήφος ήταν εκείνη που, και πάλι, έμεινε «στο 5%». Η ψήφος όσων αψηφήσανε και τους ψευτοπραγματισμούς και τα γελοία ψευτοδιλήματα, η ψήφος όσων χρόνια τώρα τους πρήζονταν τα συκώτια από όλους εκείνους που αποδείχτηκαν έτοιμοι από καιρό και «θαρραλέοι» να συνυπογράψουν την εξαπάτησή τους και να κατακυρώσουν την αυτοεξαπάτησή τους, η ψήφος όσων απέναντι στους «εκβιασμούς»  αντιπαραθέτουνε τη δύναμη της οργάνωσης και της πάλης των εργαζομένων για την πατρίδα και τον κόσμο που αντικειμενικά τους αξίζει.

*

Άφησα για το τέλος την χαμένη ψήφο στη «ΧΑ»:

Το να προτιμά κανείς από τη σημερινή «λαμογιοδημοκρατία» μια λαμογιοδικτατορία σαν «του Παπαδόπουλου» μπορεί και να σημαίνει απλώς ότι είναι, άνθρωπος πολιτικά αμόρφωτος και ανιστόρητος.

Το να νομίζει ότι η «ΧΑ» δεν είναι φασιστική, γιατί κατά τη γνώμη του κι ο ίδιος δεν είναι φασίστας, είναι κι αυτό, ας πούμε, μια πιθανότητα: Και στη Γερμανία του 1930 οι «μάζες» που παρασυρμένες από τη ναζιστική δημαγωγία έφεραν το Χίτλερ στην εξουσία μπορεί να μην είχαν συνείδηση ούτε ότι οι ίδιοι είναι ναζί ούτε για την βαθιά εγκληματική και εχθρική απέναντι στον άνθρωπο φύση του ναζισμού.

Το να θέλουν όμως να απευθύνονται σε μαλάκες και να έχουν από τους άλλους την απαίτηση να παριστάνουν τους μαλάκες είναι εντελώς διαφορετικό.

Και το να υπερψηφίζουν την «πολιτική ευθύνη» της δολοφονίας του Φύσσα, και κατ’ επέκταση την «πολιτική» ευθύνη για τη συνολική δολοφονική, εγκληματική και φασιστική – τρομοκρατική δραστηριότητα της «ΧΑ», είναι ταυτόσημο με το ότι αυτή την ευθύνη την αναλαμβάνουν οι ίδιοι. Ταυτόσημο με το ότι οι ίδιοι είναι χαλασμένοι και είναι δικό τους πρόβλημα το αν είναι χαλασμένοι απλώς αρκετά ή είναι χαλασμένοι εντελώς.


πώς το παίζει η ΧΑ;

Δεν θα ασχολιόμουν με το θέμα του τίτλου, αν το ερώτημα δεν ξέφευγε από την ειδική περίπτωση της νεοναζιστικής συμμορίας και δεν αφορούσε, στην πραγματικότητα, την αξιοποίησή της ύπαρξής της στο πλαίσιο των γενικότερων αστικών σχεδιασμών. Ένδειξη για τους οποίους σχεδιασμούς αποτελεί πχ η αποστροφή Καμμένου ύστερα από τη συνάντηση των αρχηγών των κομμάτων με τον πρόεδρο ότι «τα δημοκρατικά κόμματα συμφώνησαν…».

…Ή να το πούμε αλλιώς, η αποστροφή Καμμένου ότι «τα δημοκρατικά κόμματα συμφώνησαν» εκείνη τη Δευτέρα 6/7, που μαζεύτηκε η μαγγιά κι αποφάσισε «δημοκρατικά» ότι όσοι ρίξαν «όχι» και φέραν 62 στο δημοψήφισμα-μπαρμπούτι χάσανε και κέρδισαν όσοι έφεραν 38 και ρίξανε «ναι».

Κι αφού γελάσαμε, ένδειξη επίσης αποτελεί η επανάληψη της ίδιας αποστροφής από τον … Ολάντ, ότι «τα δημοκρατικά κόμματα της Ελλάδας συμφώνησαν…»

Το υπονοούμενο είναι προφανές: Τα μη δημοκρατικά κόμματα είναι το ΚΚΕ και η ΧΑ, να η εξίσωση κομμουνισμού φασισμού, να και το εγχείρημα  -με έναν σμπάρο- «ποινικοποίησης» της κομμουνιστικής ιδεολογίας και «νομιμοποίησης» του φασισμού, για την ταυτόχρονη παγίδευση της πολιτικής αντιμετώπισης του φασισμού στα όρια της  «εξομοίωσης» της πρωτοπορίας του εργατικού – λαϊκού κινήματος και των δημίων του.

Ένδειξη επίσης αποτελεί η επαναλαμβανόμενη «ουδέτερη» ειδησεογραφική διατύπωση  (τι; ψέματα είναι;) του είδους: «όχι από το ΚΚΕ και την ΧΑ στη συμφωνία που φέρνει η κυβέρνηση».

Ένδειξη αποτελεί και η απόπειρα διάχυσης στο πολιτικό σκηνικό των εσωκομματικών προβλημάτων του ΣΥΡΙΖΑ με επιδείξεις τυχοδιωκτισμού όπως αυτή του Φίλη που «πίεσε» την Κωσταντοπούλου να πει «ναι» ή να παραιτηθεί παίζοντας για το σκοπό αυτό το χαρτί της ΧΑ. Αν σκαλίσουμε λιγάκι τη μνήμη μας θα θυμηθούμε το πώς με παρόμοιο τρόπο οι διάφοροι τηλεπεριπλανώμενοι ΣΥΡΙΖαίοι είχαν αναλάβει στις δημοτικές εκλογές την προεκλογική εκστρατεία της ΧΑ με αφορμή την απόφαση του ΚΚΕ να μην στηρίξει τους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ την δεύτερη Κυριακή…

Από ό,τι φαίνεται λοιπόν είναι αρκετοί εκείνοι που «υποκύπτουν» στο πειρασμό να αξιοποιούν τη ΧΑ σαν άλλοθι των επιλογών τους, αρκετοί εκείνοι που εξυπηρετούνται από την ύπαρξή της για την ανάπτυξη των σχεδιασμών τους και που ήδη επιχειρούν να θέσουν τις βάσεις αυτού του είδους της αξιοποίησης σε αυτού του είδους τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς. Κι από την πλευρά της η ΧΑ γνωρίζει ότι αποτελεί αντικείμενο τέτοιας αξιοποίησης  και προσαρμόζει την «παρουσία» της σε αυτή τη διαδικασία. Άλλωστε διατηρεί -παρά τα «στραπάτσα»- τη φιλοδοξία να επιλεγεί ως αποτελεσματικότερος διαχειριστής του εκμεταλλευτικού συστήματος  όταν η αστική εξουσία διαπιστώσει ότι έχει πιά κάψει ένα-ένα τα εναλλακτικά της χαρτιά της εξαπάτησης, της χειραγώγησης, της ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων στη στρατηγική της. Ως τότε, το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο μαζί το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης,

Για τους πιο δύσπιστους ανατρέχουμε, μέσω της ιστοσελίδας  fadomduck, στην πρόσφατη συνέντευξη Μιχαλολιάκου στο σάιτ bankingnews, στην οποία ο επίδοξος φύρερ απλώνει, θα λέγαμε, τον τραχανά του δυο μόλις μέρες πριν την προκήρυξη του περιβόητου δημοψηφίσματος, δηλαδή στις 23/6/2015, και περιγράφει – δεν θα μπορούσαμε να πούμε: τις θέσεις του, κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπει η δημαγωγική φύση του ναζιστικού μορφώματος (κάτι που βέβαια δεν αφορά αποκλειστικά την ΧΑ), αλλά μάλλον: πώς το παίζει.

Επίκεντρο αυτής της συνέντευξης, θεμέλιο της τοποθέτησης Μιχαλολιάκου, είναι λοιπόν η εξής δογματική παραδοχή:

«Για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς «όρους».

Μπορεί κανείς 20 μέρες μετά να αναγνωρίσει ότι αυτή η φράση αποτέλεσε την κατευθυντήρια γραμμή σύσσωμων των εκπροσώπων του οικονομικού και πολιτικού συστήματος, να αναγνωρίσει επίσης την ταύτιση του αρχηγού της ΧΑ με αυτή την κατευθυντήρια γραμμή, να αναγνωρίσει επίσης ότι η «συμφωνία των δημοκρατικών κομμάτων» του κ. Καμμένου στις 6/7 συμπληρωνόταν και από την προκαταβολική συμφωνία ενός «μη-δημοκρατικού» κόμματος, ότι η συμφωνία αυτή αποτελούσε στην πραγματικότητα συμφωνία όλων των κομμάτων του πολιτικού καπιταλιστικού «τόξου», ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η «ντροπή» αυτού του «τόξου» το διευκόλυνε με την απουσία της επιλέγοντας να μείνει απ’ έξω από την αίθουσα και να απαγγείλει τη δεκάρικη τοποθέτησή της για «τα γέλια και τα κλάματα».  Μπορεί επίσης να αναγνωρίσει κανείς την ίδια κατευθυντήρια γραμμή και την ίδια ταύτιση και σ’ αυτή την ίδια την συμφωνία που έφερε η κυβέρνηση από τας Ευρώπας, η οποία συμφωνία μπορεί άλλωστε να συνοψιστεί σε αυτήν ακριβώς τη φράση-ευαγγέλιο των  κύκλων της εγχώριας πλουτοκρατικής ολιγαρχίας: «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους».  

Αλλά ας επιστρέψουμε στις «γραφές»: Γιατί «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους»; Διότι, «εξηγεί» ο Μιχαλολιάκος,  «το ευρώ το έχουμε πληρώσει πανάκριβα, το έχουμε χρυσοπληρώσει». Πράγματι. Το έχει πληρώσει πανάκριβα, το έχει χρυσοπληρώσει ο λαός το ευρώ, για να κάνουν με το ευρώ πολύχρονα πάρτυ κερδοφορίας οι ελληνικοί καπιταλιστικοί – μονοπωλιακοί όμιλοι. Αλλά κι αν μείνουμε σε αυτό το γενικόλογο «εμείς» του Μιχαλολιάκου, δε μας εξηγεί στη συνέχεια αυτός για ποιο λόγο αυτή η «μοναδική» επιλογή του ευρώ πρέπει να συνοδεύεται «και με σκληρά μέτρα» μια που ήδη έχει πληρωθεί πανάκριβα και χρυσοπληρωθεί… Ούτε μας εξηγεί για ποιο λόγο αυτό, το ευρώ, που το πληρώσαμε πανάκριβα και το χρυσοπληρώσαμε, πρέπει να το χρυσοπληρώνουμε και να το πληρώνουμε πανάκριβα ξανά και ξανά, και εν προκειμένω να το πληρώσουμε με ακόμα 12 δισ. μέτρα περικοπών στο λαϊκό εισόδημα με «αντάλλαγμα» 35 δισ. ζεστές επιδοτήσεις για την κρατικοδίαιτη κερδοφορία του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου (από κοινού με τους «ξένους» εταίρους του) και για την κρατικοδίαιτη «ανάπτυξή» του σε βάρος της ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών, σε βάρος των όρων επιβίωσης του λαού, σε βάρος της ανάπτυξης της κοινωνίας με τους όρους που απαιτεί κάθε κοινωνία για την δική της ανάπτυξη  κι όχι για την ανάπτυξη  των οικονομικών παρασίτων που την απομυζούν…

Αντίθετα, αντί να μπει ο Μιχαλολιάκος στον κόπο τέτοιων εξηγήσεων, που άλλωστε χαλάνε την «εθνική» θαλπωρή αυτού του γενικόλογου «εμείς» που μεταχειρίζεται, διατείνεται ότι αν χάσουμε το … προνόμιο των «σκληρών μέτρων», το προνόμιο να ακριβοπληρώνουμε και να χρυσοπληρώνουμε ξανά και ξανά το ακριβοπληρωμένο και χρυσοπληρωμένο ευρώ, ε τότε «αν φύγουμε από το ευρώ τώρα θα τους κάνουμε δώρο στους ευρωπαίους δανειστές μας». Στους οποίους, μάλιστα, «δεν τους χρωστάμε αλλά μας χρωστάνε»… Γι’ αυτό προφανώς και οφείλουμε ξανά και ξανά να τους  ακριβοπληρώνουμε και να τους χρυσοπληρώνουμε.

Θα περίμενε, βέβαια κανείς, πως από μόνη της η τοποθέτηση αυτή είναι αρκετή για μια συνακόλουθη τοποθέτηση εναντίον της «ρήξης»  στο πλαίσιο της σχετικής φιλολογίας εκείνων των ημερών (πριν 20 μέρες). Όμως πίσω έχει η αχλάδα την ουρά. Κι αν αποδεικνυόταν ότι τελικά στην κατάληξη των όλων διαβουλεύσεων υπερισχύουν οι δυνάμεις που προωθούσαν το σενάριο της ελεγχόμενης εκδίωξης της Ελλάδας από την ευρωζώνη, σενάριο που η κυβέρνηση θα το εμφάνιζε σαν αποτέλεσμα της δικής της «σθεναρής» και «εθνικά υπερήφανης» στάσης  απέναντι στις αξιώσεις των δανειστών; Τότε πώς θα μπορούσε η ΧΑ να λείψει από αυτή τη γιορτή της «εθνικής υπερηφάνειας»; Πώς θα μπορούσε ταυτόχρονα να αποστασιοποιηθεί από τις άμεσες και ραγδαίες επιπτώσεις μιας τέτοιας επιλογής του κεφαλαίου σε βάρος των όρων της λαϊκής διαβίωσης; Και πώς, επίσης, θα κρατούσε ανοιχτό το δρόμο της ταύτισής της με τις διαδικασίες στρατηγικής αναπροσαρμογής της αστικής εξουσίας στα νέα δεδομένα; «Για την Ελλάδα»,  λοιπόν, «υπάρχει μόνο ευρώ  και με σκληρούς όρους», γιατί «το έχουμε χρυσοπληρώσει» και «δεν το κάνουμε  δώρο στους δανειστές», αλλά και για το ενδεχόμενο της «ρήξης» το ζήτημα δε βρίσκεται στο ακριβοπλήρωμα και στο «δώρο» στους δανειστές. Το  ζήτημα βρίσκεται στο ότι η εκδίωξη από την ευρωζώνη, το «γκρέξιτ», θα εμφανιζόταν από την κυβέρνηση σαν «έργο ΣΥΡΙΖΑ», και στο πλαίσιο της όποιας οικονομικο-πολιτικής κρίσης προκαλούνταν από τη νέα στρατηγική, η ΧΑ θα έπρεπε να δώσει «ενεργητικό» παρόν, υιοθετώντας μεν τη «ρήξη» αλλά χαρακτηρίζοντας «εγκληματική ενέργεια σε βάρος του έθνους», «εγκληματικό λάθος για τον ΣΥΡΙΖΑ, εγκληματικό λάθος των αριστερών σε βάρος της πατρίδας», το ότι «αν ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδίαζε να πάει σε ρήξη είχε την εθνική και ηθική υποχρέωση να προετοιμάσει την κοινωνία για ρήξη», «αν ο ΣΥΡΙΖΑ σχεδίαζε την ρήξη θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να επιλέξει την στρατηγική της ρήξης». Αν λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε ρήξη ας τη σχεδίαζε κι ας την προετοίμαζε «εθνικά και ηθικά». Κι αν τη «σχεδίαζε» και την «προετοίμαζε», τότε χαλάλι  και το «ακριβοπληρωμένο» ευρώ, χαλάλι και που το κάνουμε «δώρο» στους δανειστές, χαλάλι που «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο» αυτό «και με σκληρούς όρους».  Τότε θα έπρεπε αμέσως να προσαρμοστούμε στην νέα στρατηγική των «δανειστών», να υιοθετήσουμε την εμφάνιση αυτής της νέας στρατηγικής ως «ρήξης», να χαρακτηρίσουμε «εθνικό έγκλημα» των αριστερώνυμων κυβερνητικών την έλλειψη «σχεδιασμού και προετοιμασίας»  και να επιπλεύσουμε στον αφρό των ιδιαίτερα ρευστών εξελίξεων της αναγκαστικής-ή-όχι μετάβασης από τη μια στην άλλη  στρατηγική του κεφαλαίου.

Ας ανακεφαλαιώσουμε ως εδώ: «Για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους», και η «ρήξη» είναι κακή, είναι «εθνικό έγκλημα», όχι όμως γιατί το ευρώ είναι «το μόνο που υπάρχει για την Ελλάδα», αλλά γιατί «αν οι αριστεροί ήθελαν ρήξη ας τη σχεδίαζαν». Αλλά κι έτσι, ακόμα και με το μόνο που υπάρχει (ευρώ) και με το εθνικό έγκλημα (ρήξη), τίποτα δεν εμποδίζει το Μιχαλολιάκο να δηλώνει την ίδια στιγμή ότι «θα πρόκειται για προδοσία αν ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνήσει σε ένα μνημόνιο». Αν είναι δυνατόν! Ένας τέτοιος «αντιμνημονιακός» του «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους» και του «ρήξη = εθνικό έγκλημα», να μην καταγγέλει σαν «προδοσία» και τη «συμφωνία σε ένα μνημόνιο»! Και μπορεί τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ να μην υπέπεσε στο «εθνικό έγκλημα» της «ασχεδίαστης» εκδίωξης της χώρας από την ευρωζώνη, που εξαρχής εμφανιζόταν σαν ενδεχόμενη «ρήξη», άντε όμως τώρα να γλυτώσει από τις κατηγορίες του Μιχαλολιάκου για «προδοσία». «Μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους», «ρήξη = έγκλημα», αλλά ο κεντρικός ρόλος της ΧΑ είναι να παγιδεύει τη δυσαρέσκεια του λαού που υφίσταται τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης και τα δυσβάστακτα, σκληρά μέτρα που τη συνοδεύουν. Πώς λοιπόν θα γίνει αυτό αν η ΧΑ δεν χαρακτηρίσει «προδοσία» τη «συμφωνία σε ένα μνημόνιο»; Αλλά και πώς να δέσει αυτός ο χαρακτηρισμός της «προδοσίας» με το δόγμα «μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους» και με τη γενικόλογη καταγγελία της «ρήξης» ως «εθνικό έγκλημα»; Μήπως η άρνηση της «συμφωνίας σε ένα μνημόνιο» δεν συνεπάγεται αναγκαστικά μια «ρήξη»; Ή μήπως δεν είναι ακριβώς «ένα μνημόνιο» οι σκληροί όροι του «μόνου που υπάρχει για την Ελλάδα», δηλαδή του ευρώ; Ποιό λοιπόν μπορεί να είναι το σωσίβιο της «συνέπειας» των όσων εκφράζει ο Μιχαλολιάκος στη συνέντευξή του;

Και πάλι «εξηγεί» ο «αρχηγός» του νεοναζιστικού μορφώματος: «Το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα», λέει, «δεν είναι η συμφωνία αλλά οι όροι του δανεισμού».  Δηλαδή; Τα «σκληρά μέτρα» που αναγκαστικά συνοδεύουν την «μοναδική» επιλογή της Ελλάδας, δηλαδή -κατά Μιχαλολιάκο- το ευρώ; Όχι. Όταν ο Μιχαλιολιάκος κάνει λόγο για το «μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα» των «όρων του δανεισμού», δεν εννοεί με αυτούς τους «όρους»  τα «σκληρά μέτρα» που συνθλίβουν το λαό για την ικανοποίηση των άμεσων και μακροπρόθεσμων αναγκών κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όταν κάνει λόγο όχι για τη «συμφωνία» αλλά για τους «όρους του δανεισμού» σαν «το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα», εννοεί το «δίκαιο» με βάση το όποιο θα συμφωνηθεί η σύνθλιψη του λαού. Το πρόβλημα για τον Μιχαλολιάκο δεν βρίσκεται στην συμφωνία οικονομικής σύνθλιψης του λαού αλλά στο ερώτημα με ποιο «δίκαιο» συμφωνιέται να συνθλιβεί οικονομικά ο λαός. Με δικά του λόγια: «Το μείζον πολιτικό και ιδεολογικό θέμα δεν είναι η συμφωνία αλλά οι όροι του δανεισμού. Όταν σε δεσμεύουν στο αγγλικό δίκαιο, αυτό δεν ονομάζεται δανεισμός αλλά εθνικός διασυρμός. Επί 200 χρόνια η Ελλάδα δανειζόταν με βάση το ελληνικό δίκαιο και μετά το 2012 η Ελλάδα δανείζεται με όρους αγγλικού δικαίου». «Ξεκάθαρα» πράγματα… Θέλει μήπως επεξήγηση το ότι το «αγγλικό δίκαιο» είναι ένας ακόμα δυσμενής όρος μέσα στο σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων, αλλά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στο σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων και όχι σε έναν από τους δυσμενείς όρους που τα διέπουν; Για τον Μιχαλολιάκο αυτό μάλλον δεν θέλει επεξήγηση. Θέλει αποσιώπηση, θέλει αντιστροφή του πραγματικού προβλήματος, θέλει απολογητική του «μόνου που υπάρχει για την Ελλάδα»: του ευρώ και των «σκληρών μέτρων» του.

Όλα αυτά θα ήταν αδύνατο να διατυπωθούν σε μια λογική σειρά εντός ενός γραπτού κειμένου.  Βοηθάει όμως η δομή της συνέντευξης, όπου στη μια ερώτηση μπορεί «άνετα» να «καταδικάζεται» σαν προδοσία η «συμφωνία σε ένα μνημόνιο» λόγω του «αγγλικού δικαίου», στην επόμενη ερώτηση να στιγματίζεται σαν «εθνικό έγκλημα» η «ρήξη» και, παρακάτω να διατυπώνεται σαν δόγμα ότι «για την Ελλάδα υπάρχει μόνο ευρώ και με σκληρούς όρους».

Υπάρχει όμως και συνέχεια: Υπάρχει η παραδοσιακή για την «εθνικοφροσύνη» (εθνοκαπηλία) επίκληση της «ψωροκώσταινας», στη σύγχρονη εκδοχή της την σύμφωνη με την ψιθυρολογία ότι «δεν παράγουμε τίποτα», και που για τον λόγο αυτό (έναν λόγο παραπάνω από το ότι «το ευρώ το έχουμε χρυσοπληρώσει» κλπ) «δεν μπορούμε να έχουμε εθνικό νόμισμα». Ίσως αργότερα… Ίσως με τη βοήθεια των δανειστών, με τη βοήθεια των «σκληρών όρων» του ευρώ, να αρχίσουμε να παράγουμε και τίποτα και να μπορέσουμε επιτέλους να γυρίσουμε στη δραχμή, τη δραχμούλα. Κι όμως, πριν έναν χρόνο η Παγκόσμια Τράπεζα κατέτασσε στην Ελλάδα σαν τη 32η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο με βάση το «κατά κεφαλήν ΑΕΠ».  Αν δεν μπορεί η 32η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο να έχει εθνικό νόμισμα, τότε ποιος μπορεί;  Πάντως όχι μια χώρα που ο λαός της οφείλει να ακριβοπληρώνει και να ξανα-ακριβοπληρώνει το ευρώ επειδή ήδη το έχει πληρώσει ακριβά…

Υπάρχει επίσης η «αισιόδοξη» αναφορά στα «κοιτάσματα υδρογονανθράκων και πολλά άλλα» που «έχει» η Ελλάδα και επομένως μπορεί να «παράγει», ώστε ν’ αποκτήσει επιτέλους «εθνικό νόμισμα». Αλλά αρκεί μια ματιά σε χώρες σαν την κοντινή μας Νιγηρία, για να διαπιστώσει κανείς ότι δεν είναι αρκετό  για το λαό μιας χώρας να «έχει» και να «παράγει». Κι ότι το ζήτημα για κάθε λαό  είναι ποιος κατέχει τον πλούτο της χώρας του, την ίδια του τη χώρα σε τελική ανάλυση, καθώς και ποιος καρπώνεται το αποτέλεσμα της παραγωγή της, σε τελική ανάλυση τον ίδιο το μόχθο του λαού: Μια χούφτα σφετεριστές του πλούτου και των παραγωγικών του καρπών ή ο ίδιος ο λαός;

Υπάρχει επίσης κι η αναφορά στο μοντέλο του «εσωτερικού δανεισμού» που τον προτείνει ο Μιχαλολιάκος σαν μοντέλο της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης: η νοσταλγία για την καταλήστευση των κάθε είδους κοινωνικών αποθεμάτων, των ασφαλιστικών ταμείων των εργαζομένων κλπ, που στήριξε κατά τις περασμένες δεκαετίες την ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου.

Υπάρχουν και τα δημαγωγικά πυροτεχνήματα περί «αναδιάρθρωσης του χρέους» και περί «καταγγελίας του χρέους» δίπλα-δίπλα στο δόγμα της «μοναδικότητας» του ευρώ και των «σκληρών όρων» του.

Και υπάρχει κι η «βεβαιότητα» ότι η δικαστική εξουσία θα συρθεί τόσο χαμηλά ώστε να «αθωωθούν» όλοι οι βουλευτές της ΧΑ. Πιθανό. Ακόμα όμως κι έτσι, δεν πρόκειται να αθωωθεί η εγκληματική, δολοφονική, αντιλαϊκή τους δραστηριότητα. Ούτως ή άλλως.

Αρκεί όμως. Ας είναι λοιπόν προσεκτικοί στις «εξομοιώσεις» τους οι κ. Καμμένος και … Ολάντ, οι διάφοροι ειδησεογραφικοί πομποί και κυρίως οι δέκτες τους, ας είναι προσεκτικός ο κ. Φίλης  ως προς τα όρια του «αριστερώνυμου» τυχοδιωκτισμού και της ανευθυνότητας. Μην το παίζετε έτσι. Παίχτε το αλλιώς.


σχήματα λόγου

Αν έχεις ήδη καταπιεί αμάσητο το ότι, δια στόματος Κωσταντοπούλου,  η μεγάλη εξαγγελία της «κυβέρνησης της αριστεράς», του «νέου ΕΑΜ» κλπ κλπ, για την «κατάργηση μνημονίων και εφαρμοστικών νόμων με έναν νόμο και ένα άρθρο» δεν ήταν παρά «σχήμα λόγου», τότε πλέον δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταπιείς και το ότι το «όχι» σου της Κυριακής   «κατά της πρότασης των δανειστών» μετατρέπεται τη Δευτέρα σε «όχι στη ρήξη», «ναι στην Ευρώπη», σε «εθνική ενότητα» με το «ναι στην πρόταση των δανειστών» και το ότι η «αμεσοδημοκρατική» απάντηση του 62% της Κυριακής σε ένα καθόλου «αμεσοδημοκρατικό» ερώτημα μετατρέπεται τη Δευτέρα σε «θέληση του λαού» η οποία  πλέον εκφράζεται «μέσω των αρχηγών των κομμάτων» όπως είπε ο Καμμένος εξερχόμενος από το προεδρικό μέγαρο. Και μάλιστα των «δημοκρατικών κομμάτων», θέλοντας προφανώς να υπονοήσει ότι από αυτά εξαιρούνται «εξισωτικά» το ΚΚΕ που διαχώρισε τη θέση του και η ΧΑ που «διευκόλυνε» και διευκολύνθηκε με την συνεννοημένη απουσία της από την συνάντηση: το μεν ΚΚΕ «ποινικοποιούμενο» πολιτικά  η δε ΧΑ «νομιμοποιούμενη» πολιτικά στη βάση του εξισωτικού αυτού εγχειρήματος του κ. ΥΠΕΘΑ.

Στη συνέχεια ακολούθησε από το περιστύλιο της βουλής το μικρό διάγγελμα του Μιχαλολιάκου, μια κατάφορη πρόκληση απέναντι στους συγγενείς των δολοφονημένων από την οργάνωσή του, απέναντι στους σακατεμένους και κακοποιημένους από την εγκληματική δράση της, στους οποίους πριν λίγες μέρες μια δικαστική απόφαση τούς στέρησε το δικαίωμα να εγείρουν στην ποινική δίκη αστικές αξιώσεις 44 ευρώ με επιφύλαξη ενάντια στον αρχηγό της ΧΑ για τις βλάβες που τους προξένησε η δραστηριότητα της εγκληματικής του οργάνωσης καθώς και το δικαίωμα να υποστηρίξουν στο δικαστήριο τις σε βάρος του κατηγορίες, και υποχρεώθηκαν τώρα να τον βλέπουν μπροστά στη βουλή να εκφέρει τα φτηνά λόγια του για «τα γέλια και τα κλάματα» και το «αποικιοκρατικό βρετανικό δίκαιο». Εξαιτίας του «αποικιοκρατικού βρετανικού δίκαιου» απείχε -λέει- ο Μιχαλολιάκος από το (κατά Τσίπρα) «εθνικό μέτωπο» των (κατά Καμμένο) «δημοκρατικών κομμάτων», πλην όμως είχε φροντίσει 2-3 μόνο μέρες πριν την προκήρυξη του δημοψηφίσματος να δηλώσει ότι η έξοδος από το ευρώ αποτελεί «εθνικό έγκλημα» (έγκλημα! τσ τσ). [*] Δήλωση εκ μέρους ενός «μη δημοκρατικού» κόμματος που επισφραγίστηκε από τον πρόεδρο της δημοκρατίας λίγες μέρες μετά κατά την προεκλογική εβδομάδα όταν αυτός με τη σειρά του αποφάνθηκε ότι η παραμονή στην ευρωζώνη και την ΕΕ επιβάλλεται για λόγους «εθνικής ασφάλειας».

Όταν, βέβαια, γίνεται λόγος για «εθνικό έγκλημα» και για «εθνική ασφάλεια», το υπονοούμενο είναι ότι πάει περίπατο κάθε δημοκρατία, οπότε κι αυτό του κ. Καμμένου για τα «δημοκρατικά κόμματα» πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ένα «σχήμα λόγου» παραπάνω. Σχήμα λόγου όπως ο «ένας νόμος και ένα άρθρο», σχήμα λόγου όπως το ίδιο το «όχι» του 62%, σχήμα λόγου που εν προκειμένω αποτελεί υποκατάστατο του πραγματικού γεγονότος ότι τα κόμματα του καπιταλιστικού τόξου «δημοκρατικά» και μη, μαζί τους και η ναζιστική ΧΑ, είναι ενωμένα στους στόχους της τάξης των εκμεταλλευτών, για χάρη των οποίων στόχων δεν υπολογίζουν και δεν τα σταματά καμία «δημοκρατία»: Στο όνομα του «έθνους» φυσικά. Από παλιά.

Ηθικό δίδαγμα: Ο εθισμός στα σχήματα λόγου, με αφετηρία το θρασύ χαστούκι της κας Κωσταντοπούλου στα αισθήματα και τις προσδοκίες μιας μεγάλης μάζας πρωτίστως ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, είναι εθισμός στην υποταγή. Όχι σε μια κάποια υποταγή στο ένα ή στο άλλο επιμέρους ζήτημα, αλλά στη γενική υποταγή, αυτήν η οποία επισφραγίζεται με τα γελοία «εθνικά μέτωπα» στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας» του ΠτΔ και των «εθνικών εγκλημάτων» της ΧΑ στην περίπτωση που τίθεται σε αμφιβολία η μακροημέρευση του κεφαλαίου για χάρη της οποίας απαιτείται η παραπέρα σύνθλιψη του λαού. Εθισμός στην υποταγή όχι μόνο στα προϋπάρχοντα «μνημόνια» και το «καθεστώς» τους, αλλά υποταγή και στο προετοιμαζόμενο «καθεστώς» του τρίτου «μνημονίου» πριν καλά-καλά καταλαγιάσει η λαϊκή εκτόνωση με το «όχι» της Κυριακής.

Υποταγή στο υπόβαθρο της οποίας βρίσκονται οι ιδεολογικές και πολιτικές δεσμεύσεις στον υπαρκτό καπιταλισμό του «ευρωμονόδρομου», που στην κατάληξη του 30χρονου κύκλου του έπεσε με φόρα στα βράχια της καπιταλιστικής κρίσης και των «μνημονίων», και που απεγνωσμένα το πολιτικό προσωπικό του, «δημοκρατικό» και μη, πασχίζει να συγκαλύψει την κατάληξή του και με το καλό ή με το άσχημο να τον αναστήσει στη συνείδηση του λαού.

Υποταγή στο υπόβαθρο της οποίας βρίσκονται αυτές οι δεσμεύσεις που εγκλωβίζουν  στα αδιέξοδα για το λαό διλήματα μιας αναπαλαίωσης ή μιας ανακαίνισης αυτού του ίδιου τελειωμένου αντιλαϊκού δρόμου, στα αδιέξοδα διλήματα μιας συμφωνίας ή ενός ελεγχόμενου «γκρέξιτ», στα αδιέξοδα διλήματα μεταξύ ευρωπαϊσμού και ατλαντισμού, στα αδιέξοδα διλήματα που φράζουν το δρόμο της ρήξης με την ελευθερία του κεφαλαίου, με την κυριαρχία των νόμων του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και της αγοράς, με την ελευθερία του εμπορεύματος  πάνω στην οποία σταυρώνονται τα λαϊκά στρώματα κι η εργατική τάξη, με την ίδια την καπιταλιστική ιδιοκτησία, τα οποία βρίσκουν τον εγγυητή τους στους ευρωενωσιακούς κανόνες και «θεσμούς». Οι ιδεολογικές και πολιτικές δεσμεύσεις που ευθυγραμμίζουν  την κίνηση της κάθε χώρας στην ανάπτυξη και στο με όλα τα μέσα ξεδίπλωμα των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, την ίδια ώρα που οι εκφραστές τους και οι πάσης φύσεως απολογητές τους έχουν στην άκρη της γλώσσας την απειλή του «αίματος» ενάντια στο λαό που αναζητά με αγωνία την δική του προοπτική.

Υποταγή που αποσκοπεί να ακυρώσει κάθε εν δυνάμει ριζοσπαστισμό και να τον στιχίσει ταπεινωμένο, για χρόνια, κάτω από την αντιλαϊκή κραυγή: «Ο ευρωμονόδρομος πέθανε, ζήτω ο ευρωμονόδρομος».

[*] Προσθήκη 11/7/2015: Η παράθεση των σχημάτων λόγου του φυρερισκου της ναζιστικής ΧΑ ήταν από μνήμης: Η ακριβής φράση είναι ότι αν πάμε σε «ρήξη», «θα πρόκειται για μια εγκληματική ενέργεια εις βάρος του έθνους». Αυτό δεν εμποδίζει την «συμπλήρωση» ότι ταυτόχρονα «θα πρόκειται για προδοσία αν ο ΣΥΡΙΖΑ συμφωνήσει σε ένα μνημόνιο». Η δημαγωγία δεν γνωρίζει αδιέξοδα, αλλά δεν κρύβει και την «πεμπτουσία» των μαύρων γραμμών της.