Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


ΝΑΙ ή ΟΥ, ρε;

Επειδή η κυβέρνηση του «διαπραγματευτικού» όχι, συνεπικουρούμενη από την «αντιπολίτευση» του «ξεκάθαρου» ναι, εμφανίζει σαν ανώτατη έκφραση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας τη διαταγή της προς το λαό όπως εντός 7 ημερών προσέλθει αμελλητί στους ενδεδειγμένους τόπους προσελεύσεως προκειμένου να απαντήσει μονολεκτικά, με «ναι» ή «όχι» για τη ζωή του στην ερώτηση που αποφάσισε πριν από αυτόν γι’ αυτόν.

Επειδή είναι η κυβέρνηση αυτή, και μόνο αυτή, που πέντε μόνο μήνες μετά την εκλογή της έφερε στο άμεσο πολιτικό προσκήνιο την επιλογή μιας «κυρίαρχης» απάντησης υπέρ όλων όσων πριν πέντε μήνες απόρριψε ο λαός, υπέρ των μνημονίων, της «πρότασης των δανειστών» κλπ, αντιπαραθέτοντάς της μια «δημιουργικά ασαφή» τυπική άρνηση προορισμένη αμέσως μετά να μετατραπεί  σε σαφή και ουσιαστική κατάφαση σ’ αυτό που τυπικά φέρεται να αρνείται.

Επειδή είτε με το «ναι» τους είτε με το «όχι» τους κυβέρνηση και «αντιπολίτευση» μεταχειρίζονται το λαό σαν το βόδι που σέρνει κυρίαρχα το κάρο του ως τον τόπο της σφαγής του, για να επέλθει αυτή σαν αποτέλεσμα της δικής του «κυρίαρχης» επιλογής είτε με το «όχι» είτε με το «ναι».

Επειδή η κυβέρνηση σέρνει το λαό σε μια τέτοια «ιστορική επιλογή» κάτω από όρους  ενός κοινωνικού – οικονομικού – συνειδησιακού αυτοματισμού, τους οποίους η ίδια διαμόρφωσε όλο το προηγούμενο διάστημα και για τους οποίους ευθύνεται αποκλειστικά  αυτή και οι προκάτοχοί της, κι όχι οι συνταξιούχοι που για το ένα 50άρικο στήνονται στις ουρές εξαναγκασμένοι ταυτόχρονα να συλλογίζονται αν σε αυτό το δημοψήφισμα – μπαρμπούτι είναι η ζαριά του «ναι» ή η ζαριά του «όχι»  εκείνη που θα εξασφαλίσει την λιγότερη δυνατή οδύνη στη ζωή των ίδιων, των παιδιών τους και των εγγονιών τους.

Επειδή η διαμόρφωση αυτών των όρων «αυτοματισμού», δεν αποτελεί αποτέλεσμα κυβερνητικής «αστοχίας» ή «απειρίας», δεν είναι κυβερνητικό «πάθημα» που έγινε «μάθημα», αλλά μαθηματικά αναγκαία συνέπεια των πολιτικών της αντιλήψεων και της κυβερνητικής στρατηγικής, της υπηρέτησης και στο όνομα του «όχι» και στο όνομα του «ναι» του αντιλαϊκού μονόδρομου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αναγκαία συνέπεια της υπηρέτησης των ετερόκλητων εκμεταλλευτικών συμφερόντων που συσπειρώνουν στους κόλπους τους κυβέρνηση και «αντιπολίτευση».

Επειδή για να φτάσει η κυβέρνηση ως τη διαμόρφωση αυτών των όρων εκβιαστικού «αυτοματισμού» στο 5μηνο – 4μηνο από την εκλογή της και την παράταση του μνημονίου με τη συμφωνία της 20 Φλεβάρη, σκόρπισε απλόχερα στα πόδια των «χορευτών» όλη τη χαρτούρα των κρατικών ταμείων, κι ας μη «χόρεψαν», κι ας μην επρόκειτο να «χορέψουν» παρόλο που μαζέψανε χαρτούρα (δόσεις) γύρω στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ από τις εκλογές μέχρι σήμερα, διεκδικώντας η κυβέρνηση και χειροκρότημα γι’ αυτή της τη «συνέπεια» προς τους δανειστές, τους «θεσμούς» και δε συμμαζεύεται, και γι’ αυτή τη μονομερή της καταδίκη κάθε άμεσης κι απότερης ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών.

Επειδή τώρα, στην τούρλα του Σαββάτου, και μετά από αυτή την 5μηνη διαδρομή από το «σχίσιμο των μνημονίων» στο «καθεστώς των μνημονίων» κι από την «κατάργησή τους με 1 άρθρο και 1 νόμο» στο «σχήμα λόγου» η κυβέρνηση  διατάζει το λαό ν’ απαντήσει μονολεκτικά στο στημένο της ερώτημα, προτείνοντας το κάλπικο «όχι» της σε ενιαίο αντιλαϊκό μέτωπο με τους υποστηρικτές του «ναι», ώστε να βρεθεί στη συνέχεια ο λαός στη γωνία γευόμενος τις συνέπειες της πολιτικής τους σαν αποτέλεσμα της «δικής του» επιλογής και της «δικής του» κυριαρχίας.

Επειδή κανένα «τεστ» δεν έχουμε να λύσουμε την ερχόμενη Κυριακή, και μπορούμε να το επιστρέψουμε σ’ αυτούς που μας το βάζουν σβήνοντας τα ερωτήματά τους και βάζοντας στη θέση των «λύσεων» τις δικές μας ερωτήσεις.

Για αυτούς τους λόγους μοναδική δυνατή λαϊκή απάντηση στο δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής είναι να τους γυρίσουμε την πλάτη. Είτε ρίχνοντας στην κάλπη τη μοναδική έγκυρη απάντηση: ΟΧΙ στους «θεσμούς» ΟΧΙ στην κυβέρνηση ΝΑΙ στην αποδέσμευση από την ΕΕ με το λαό στην εξουσία, είτε ακυρώνοντας με κάθε τρόπο τις ερωτήσεις τους και μένοντας μακριά από την κάλπη, αρνούμενοι να νομιμοποιήσουμε τις απαντήσεις που μας ζητάνε, αρνούμενοι να βάλουμε σαν αρνιά το λαιμό μας κάτω από το μαχαίρι του χασάπη.

Και ορίζοντας για τη Δευτέρα τη συνάντησή μας στους δρόμους του αγώνα για τα λαϊκά δικαιώματα, που μόνο με αγώνα κατακτιούνται και μόνο με αγώνα σιγουρεύονται.

ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΚ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΠΟΤΑΜΙ

ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΚ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ – ΧΑ

ΕΓΚΥΡΟ «ΑΚΥΡΟ» ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

ΑΚΥΡΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΜΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΣΟ


Το «όχι» και το «ναι»

nai oxi Στον παραπάνω πίνακα μπορείτε αριστερά να δείτε το νόημα του «όχι» και δεξιά το νόημα του «ναι». Κοινός παρονομαστής και των δυο (παρόμοιων άλλωστε) νοημάτων η επισφράγιση των όσων ήδη έχουν επιβληθεί με τα ως τώρα μνημόνια που «δεν σχίζονται» γιατί είναι καθεστώς (Βούτσης) και «δεν καταργούνται με ένα νόμο και ένα άρθρο» γιατί αυτό είναι σχήμα λόγου (Κωνσταντοπούλου).

Παρακάτω επίσης, ορισμένα αποσπάσματα από την τελευταία ομιλία του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη στο Eurogroup του περασμένου Σαββάτου την οποία και δημοσιοποίησε:

«Κάποιοι ανησυχούν ότι μια ψήφος στο «ναι» θα είναι μια ψήφος μη εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή μας (μιας και θα προτείνουμε ψήφο στο «όχι»), και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα μπορούμε να υποσχεθούμε στο Eurogroup ότι θα είμαστε σε θέση να υπογράψουμε και να εφαρμόσουμε μια συμφωνία με τους Θεσμούς. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Είμαστε αφοσιωμένοι δημοκράτες. Εάν ο λαός μας δώσει καθαρή εντολή για να υπογράψουμε τις προτάσεις των Θεσμών, θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να το πράξουμε, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μια ανασχηματισμένη κυβέρνηση».

«Συνάδελφοι, η λύση του δημοψηφίσματος είναι η καλύτερη για όλους, δεδομένων των περιορισμών που αντιμετωπίζουμε. Εάν η κυβέρνησή μας δεχόταν την πρόταση των Θεσμών σήμερα, υποσχόμενη να την περάσει από το Κοινοβούλιο, θα χάναμε στο Κοινοβούλιο με το αποτέλεσμα να έφερνε νέες εκλογές μέσα σε έναν μακρύ μήνα, μετά η καθυστέρηση, η αβεβαιότητα και οι προοπτικές για μια επιτυχή επίλυση θα ήταν πολύ πολύ μηδαμινές. Αλλά ακόμη και εάν καταφέρναμε να περάσουμε την πρόταση των Θεσμών από το Κοινοβούλιο, θα αντιμετωπίζαμε ένα τεράστιο πρόβλημα εφαρμογής. Για να το θέσω απλά, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις που πίεσαν για πολιτικές που υπαγορεύθηκαν από τους Θεσμούς δεν μπόρεσαν να πάρουν το λαό με το μέρος τους, το ίδιο θα συνέβαινε και με εμάς».

«Συνάδελφοι, η άρνησή σας για επέκταση του προγράμματος για μερικές εβδομάδες ώστε να δώσουμε στον ελληνικό λαό τη δυνατότητα να μελετήσει ήσυχα και με ηρεμία την πρόταση των δανειστών, ιδιαίτερα από τη στιγμή που υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τις δεχθεί (σε αντίθεση με τη δική μας πρόταση) θα πλήξει μόνιμα την αξιοπιστία του Eurogroup ως ενός οργάνου δημοκρατικών αποφάσεων το οποίο αποτελείται από κράτη – μέλη που μοιράζονται όχι μόνο ένα κοινό νόμισμα, αλλά και κοινές αξίες»

Είναι ίσως σκληρό, αλλά πλανώνται πλάνη οικτρή όσοι θεωρήσουν τα παραπάνω λόγια, ακόμη μια φορά, «ελιγμό» της κυβέρνησης απέναντι στους δανειστές, κι όχι σαν το πραγματικό περιεχόμενο και σαν την πραγματική επιδίωξη του δημοψηφίσματος, σαν επιβεβαίωση ότι το νόημα του «όχι» και του «ναι» απεικονίζονται στις δυο στήλες του παραπάνω πίνακα και στον κοινό τους παρονομαστή: το «μνημονιακό κεκτημένο».

Σε αυτό το δημοψήφισμα ο λαός είναι υποτίθεται ελεύθερος να επιλέξει μονολεκτικά, με ένα «ναι» ή ένα «όχι» την απάντηση στο ερώτημα που του βάζουν, ένα «ναι» και ένα «όχι» προορισμένα να οδηγήσουν στον ίδιο αντιλαϊκό μονόδρομο.

Ο λαός θα είναι πραγματικά ελεύθερος όταν επιλέξει ο ίδιος τα δικά του ερωτήματα. Τότε μόνο θα δώσει τις δικές του απαντήσεις. Με δημοψηφίσματα ή χωρίς, και σε κάθε περίπτωση στους δρόμους της συσπείρωσης, της οργάνωσης και της πάλης, από την επόμενη κιόλας μέρα, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Κι αυτός είναι ο δικός του μονόδρομος.

diakhryksh-oxi

[προσθήκη 1/7/2015: Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο γεγονός ότι την ώρα της υποτιθέμενης μάχης του δήθεν «όχι» η κυβέρνηση καταθέτει στους ευρωενωσιακούς «θεσμούς» το αίτημά της για 3ο μνημόνιο…]


δεν είμαι γιατρός, αλλά…

Δεν είμαι γιατρός, αλλά ούτε ο υπουργός υγείας είναι γιατρός.

Το όλο θέμα φυσικά δεν αφορά ειδικά τον υπουργό υγείας, αλλά την κυβέρνηση και την πολιτική της, που στον τομέα της «υγείας» εκπροσωπεί ο κ. Βορίδης.

Ο κ. Βορίδης είναι νομικός. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που, πλέον, για να δικαιολογηθεί από τον «ΕΟΠΥΥ» διαγνωστική εξέταση PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρα 45-50 ετών, ο εξεταζόμενος πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικά με τα οποία θα βεβαιώνεται ότι έχει πατέρα ή αδελφό ο οποίος να έχει προσβληθεί σε ηλικία κάτω των 65 ετών από καρκίνο του προστάτη. Ομοίως, για τον ίδιο σκοπό, οι άνδρες 40-45 ετών θα πρέπει να πιστοποιούν ότι έχουν πολλαπλούς συγγενείς που να έχουν προσβληθεί από καρκίνο του προστάτη σε ηλικία κάτω των 65 ετών.

Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ενδεχομένως και ένα πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας ή μια ένορκη βεβαίωση στο ειρηνοδικείο,  όλα αυτά συνοδευόμενα από τις αντίστοιχες ιατρικές βεβαιώσεις, είναι λοιπόν φανερό ότι μπαίνει πια κάποια τάξη και η «υγεία» παύει να αποτελεί ξέφραγο αμπέλι, ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο όγκος της «γραφειοκρατίας» για μια εξέταση PSA  με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρες 40-50 ετών παραμένει σημαντικά μικρότερος από τον αντίστοιχο όγκο που απαιτείται προκειμένου κάποιος να πετύχει να βάλει πετρέλαιο θέρμανσης αν τυχόν είναι δικαιούχος του σχετικού επιδόματος.

Άλλωστε για τους άνδρες κάτω των 40 και άνω των 75 ετών η διαδικασία δικαιολόγησης διαγνωστικής εξέτασης PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη είναι εξαιρετικά απλουστευμένη: Για άνδρες που εμπίπτουν σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες δεν απαιτείται καμία ενέργεια, διότι ούτως ή άλλως τέτοια εξέταση δεν δικαιολογείται…    Προφανώς διότι όσον αφορά άνδρες κάτω των 40, θεωρείται ελάχιστα πιθανό να προσβληθούν από καρκίνο του προστάτη οπότε πάνε χαμένα και τα λεφτά με τόσα αρνητικά τεστ, ενώ όσον αφορά άνδρες άνω των 75 θεωρείται ότι κι αν προσβληθούν αυτοί τα έχουν φάει πια τα ψωμιά τους. Οι παλιότεροι ίσως θυμούνται και οι νεώτεροι μπορούν να γκουγκλάρουν την «έκθεση Σπράου» («Σπράου»: δεν είναι Γερμανός, το όνομά του δεν είναι Sprau, αλλά Σπράος, πρόκειται για γενική πτώση ενικού αριθμού) επί κυβέρνησης Σημίτη, η οποία έκθεση ξεκαθάριζε: οφείλουμε να ζούμε λιγότερο διότι διαφορετικά δημιουργούμε προσκόμματα στην μετατροπή του κοινωνικού αποθέματος σε αυτοξιοποιούμενο κεφάλαιο.

Παρόμοια άλλωστε μέριμνα, με αυτή που αφορά τους άνδρες άνω των 75 ετών, έχει προβλεφθεί και για τους άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας οι οποίοι θα ήθελαν να δικαιολογήσουν στον ΕΟΠΥΥ έξοδα  διαγνωστικής εξέτασης PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη, αν και πάσχουν από χρόνιες βαριές νόσους με προσδόκιμο επιβίωσης κάτω των 10 ετών… Η διαδικασία έχει και γι’ αυτούς απλοποιηθεί εξαιρετικά: Τέτοια εξέταση  δεν δικαιολογείται ούτε γι’ αυτούς.

Ρε «φίλε», αφού  (πρώτα ο Θεός) θα ψοφήσεις που θα ψοφήσεις μέσα στην ερχόμενη δεκαετία, τι τη θες την εξέταση, ένας καρκίνος παραπάνω σε μάρανε; Άστα αυτά τώρα και καλή ψήφ… και καλό ψόφο.

Κι εσύ τι έρχεσαι να μας πεις; Περσινά ξινά σταφύλια; Ενάμιση μηνός είδηση μας την πλασάρεις σαν καινούργια; Ή μήπως ξεχνάς ότι ο νόμος ψηφίστηκε; Δε σ’ αρέσει ο νόμος; Κατανοητό ηθικά αλλά εντελώς ακατάληπτο νομικά! Ο νόμος ψηφίστηκε, η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο!

***

Δίκαιο – δίκιο, δουλεία – δουλειά… Πώς αλλάζει άρδην το νόημα κάποιων λέξεων από μια λεπτομέρεια στην προφορά τους…

…»Υπάρχει πια δίκαιο» λοιπόν, όμως το δίκιο έχει καταργηθεί από καιρό ή, με άλλα λόγια, η «δημοκρατία» είναι νεκρή αν ο ΕΟΠΥΥ δεν δικαιολογεί  διαγνωστική εξέταση PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρες κάτω των 40, άνω των 75 και σε άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας που πάσχουν από χρόνιες βαριές νόσους με προσδόκιμο επιβίωσης κάτω των 10 ετών: Δόγμα που -για να ξαναγυρίσουμε στα νομικά- δεν αποτελεί βέβαια ζήτημα της «κείμενης νομοθεσίας», αλλά ζήτημα της φιλοσοφίας του «δικαίου».

Άνευ μαλακίας, όπως θα έλεγε και ο Περικλής γύρω από τη φιλοσοφία γενικά.


δημοψήφισμα;

Ενώ στη γενικότητά της σαν «ιδέα» δίνει την εντύπωση του Α και του Ω της δημοκρατίας, μπορεί στην πράξη να γίνει εργαλείο χειραγώγησης   του λαού.

Ο λόγος για το «δημοψήφισμα», που ήρθε σαν έννοια στην επικαιρότητα με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη «μικρή» ΔΕΗ.

Το πιο πρόσφατο προηγούμενο είναι το δημοψήφισμα που «ερρίφθη» σαν πρόταση (ή σαν «κύβος», κοινώς ζάρι) από τον Γ.Α.Π. με ερώτημα ναι ή όχι στο ευρώ, ευρώ ή δραχμή ή κάτι παρόμοιο. Ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντήσει ο λαός μονολεκτικά την στιγμή της κρίσης, αφήνοντας κατόπιν τους διαχειριστές της εξουσίας να γράψουν το μυθιστόρημα κάτω από τον τίτλο του «ναι» ή του «όχι» που θα πλειοψηφούσε. Με σίγουρη κατάληξη ότι είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση, θα ερχόταν η στιγμή που οι «κουμανταδόροι» των κέντρων της εξουσίας του κεφαλαίου θα λέγαν στον «οδηγό»-λαό: «κατέβα τώρα να δεις τι έκανες».

Η επίκαιρη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, δε βρίσκεται μακρυά από μια τέτοια λογική, λογική στημένου ντέρμπι ας την ονομάσουμε. Που όμως δεν εξαντλείται στη διατύπωση του ερωτήματος που θα πρέπει να απαντηθεί με ένα «ναι» ή ένα «όχι», όσο κι αν είναι κι αυτή σημαντική. Φυσικά και ένα δημοψήφισμα γύρω από το θέμα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα μόνο επεισόδιο, όσο κι αν είναι σημαντικό, της λεγομενης απελευθέρωσης της ενέργειας, αλλά πρέπει να βάζει στο κέντρο της συνολικά αυτή την πολιτική.  Να μην πουληθεί η «μικρή» ΔΕΗ. Να μείνει όμως η ΔΕΗ πουλημένη με τη μορφή της μετοχοποίησής της κατά 49%; Μήπως να μετοχοποιηθεί κι άλλο; Και γιατί να διατηρηθεί και ο ίδιος ο διαχωρισμός της ΔΕΗ σε «μικρή» και «μεγάλη»; Γιατί να διατηρηθεί ο διαχωρισμός της παροχής και της διασύνδεσης; Να παραμείνει εκτός ερωτήματος το ιδιωτικοποιημένο φυσικό αέριο κι οι ιδιωτικοποιημένες ανανεώσιμες πηγές; Τα στρατηγικά σχέδια στα οποία εντάσσεται προοπτικά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας γενικά («ας μας δώσει η Ελλάδα τον ήλιο της για να φορτίζουμε τα μελλοντικά ηλεκτρικά μας αυτοκίνητα», έλεγε σχετικά πρόσφατα κάποιος Γερμανός μεγαλοσχήμων); Και μια που μιλάμε για την ενέργεια μήπως να προεκτείνουμε το θέμα και στο πετρέλαιο; Τα ΕΛΠΕ λόγου χάρη δεν έχουν και τόοσο πολύ καιρό που ιδιωτικοποιήθηκαν; Μήπως χωράνε στο «δημοψήφισμα» έστω και αναδρομικά;  Μήπως το τελικό ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί με τη μορφή: «κοινωνική παραγωγή για την κερδοφορία των μονοπωλητών της ή κοινωνική παραγωγή για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών»; Μπορεί να είναι ένα τέτοιο ζήτημα ερώτημα δημοψηφίσματος; Αν ναι, πάσο. Εν αναμονή των εφαρμοστικών νόμων…

Όμως το θέμα δεν εξαντλείται στη διατύπωση του ερωτήματος.

Η ουσία του θέματος βρίσκεται στο ότι, ανεξάρτητα κι από το ερώτημα και τη διατύπωσή του, τη στιγμή όπου ξεκινά ένας απεργιακός αγώνας των εργαζομένων της ΔΕΗ αντιμέτωπος εξαρχής με τις κυβερνητικές απειλές για την καταστολή του, τη στιγμή που εκδίδεται δικαστική απόφαση που κηρύσσει την απεργία «παράνομη», τη στιγμή που οι εργαζόμενοι φαίνονται αποφασισμένοι να δώσουν μια σκληρή μάχη, τη στιγμή που θα έπρεπε κάθε πραγματικά αντιπολιτευόμενη πολιτική δύναμη να συμβάλει στην ανάπτυξη της αγωνιστικής αλληλεγγύης όλων των ετργαζομένων, τη στιγμή που θα έπρεπε η εξάπλωση του απεργιακού κινήματος να αποτελέσει την απάντηση των εργαζομένων στις δικαστικές αποφάσεις και ταυτόχρονα να μετατρέψει το ζήτημα της ΔΕΗ -μικρής και μεγάλης- σε πεδίο της ταξικής πάλης όχι μόνο των εργαζομένων «της» αλλά ολόκληρου του λαού, φέρνοντας στο προσκήνιο του αγώνα και μέσα από τον αγώνα το ερώτημα στην παραπάνω τελική του διατύπωση, την ίδια στιγμή αντί για όλα αυτά «πέφτει» από τον ΣΥΡΙΖΑ μια πρόταση που άλλο σκοπό δεν έχει από το να τα παρακάμψει και να τα ματαιώσει σαν δυνατότητα, ώστε αντί να γίνεται λόγος για τη ΔΕΗ, έστω και τη «μικρή», να γίνεται λόγος για την «πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ», για την «διατύπωση του ερωτήματος» και για όλα αυτά που δεν πρόκειται ποτέ να κριθούν σε κανένα δημοψήφισμα παρά μόνο μπορούν να αποτελέσουν κατακτήσεις της μαζικής λαϊκής ταξικής πάλης παρά και ενάντια σε κάθε μέγεθος καταστολής που υψώνεται εναντίον της, παρά κι ενάντια σε κάθε μορφής αποπροσανατολισμό έστω κι αν αυτός είναι ο πιο δημοκρατικοφανής στη μορφή, έστω κι αν εμφανίζεται με τη μορφή του δημοψηφίσματος την ώρα της ανάπτυξης του αγώνα, έστω κι αν η διατύπωση του ερωτήματος είναι η πιο ορθή.

Η ορθή διατύπωση είναι στην πραγματικότητα αυτή που διατυπώνεται από την πάλη του λαού για τα δικαιώματά του, και καμιά διατύπωση που την υποκαθιστά δεν είναι στην πραγματικότητα η ορθή.


«Κατάχρηση δικαιώματος»

Παρακολουθώντας εδώ την ομιλία του βουλευτή του ΚΚΕ Γ. Γκιόκα στη βουλή για το νομοσχέδιο περί φυλακών «τρίτου τύπου», έβγαλα από ένα σημείο της το καθ’ όλα ρεαλιστικό συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση ακολουθεί μια πολιτική ουσιαστικής κατάργησης δικονομικών δικαιωμάτων (καταγόμενων από την, ανεπίστρεπτη, πάλαι ποτέ προοδευτική ιστορική φάση της αστικής τάξης) με «δικαιολογητικό» πρόσχημα το γεγονός ότι κάθε δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο κατάχρησης. «Άρα» προκειμένου να μην υπάρχει η δυνατότητα κατάχρησης του όποιου δικαιώματος, καλό θα ήταν κάθε δικαίωμα να καταργηθεί…

Αν είναι έτσι, τότε ας ξεκινήσουμε από τα βασικά, από την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ που -όχι σε δημοσκόπηση αλλά στις τελευταίες ευρωεκλογές- συγκέντρωσε ασθμαίνοντας το μειοψηφικό ποσοστό του 30% και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει, καταχρηστικά πια, την άσκηση του δικαιώματός της να κυβερνά, φέρνοντας μάλιστα μες στο κατακαλόκαιρο νομοσχέδια σαν αυτό για την ίδρυση μεσαιωνικών φυλακών «ψηφιακής εποχής» ή σαν το νομοσχέδιο για το ξεπούλημα της κατ’ ευφημισμό «μικρής» ΔΕΗ σε ένα νέο «ποιοτικό άλμα» της ως τώρα αντιλαϊκής πολιτικής «απελευθέρωσης» της ενέργειας και ιδιωτικοποίησης της λαϊκής περιουσίας.

Κι έχει από πάνω και το θράσος, αυτή η κυβέρνηση της λαϊκής μειοψηφίας, που μοναδική εκλογική της στήριξη έχει ουσιαστικά απομείνει η μεγαλοαστική τάξη και τα στενά-σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα, να απειλεί με «επιστρατεύσεις», να παραδίδει μαθήματα περί «λαϊκισμού» και να επικαλείται την «καρδιά της τουριστικής περιόδου» για να ποινικοποιήσει την αναπτυσσόμενη αντίδραση της λαϊκής πλειοψηφίας ενάντια στις πολιτικές της επιλογές, τις οποίες σχεδιασμένα υλοποιεί ακριβώς  «στην καρδιά της τουριστικής περιόδου».

Τι πιο επικίνδυνο από ένα κυβερνητικό πτώμα, που γνωρίζοντας πλέον ότι κατάληξή του είναι ο τάφος, απεκδύεται και τον τελευταίο πιθανό δισταγμό στην άσκηση της αντιλαϊκής του πολιτικής σε μια καλοκαιριάτικη κούρσα νομοθετικής αποδοτικότητας μέχρι να παραδώσει οριστικά την ψυχή και το πνεύμα – έστω και σαν σκυτάλη στον επόμενο διαχειριστή της κυριαρχίας των μονοπωλίων, μια που η κάθετη εκλογική αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής δεν πήρε τη μορφή ενός αποφασιστικού και συγκεντρωμένου χτυπήματος της ίδιας της δικής της «καρδιάς»…

Έστω κι έτσι όμως, έστω κι αν καταδικάστηκε η κυβερνητική πολιτική στην ονομαστική κι όχι την πραγματική της «αξία», η συνέχιση από την κυβέρνηση του «έργου» της  συνιστά επιτομή κάθε έννοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος… Κι αυτό δεν είναι φυσικά ζήτημα «δικονομικό», αλλά ουσιαστικό και πολιτικό: από αστικοδημοκρατική και από κάθε άλλη άποψη.


«όλοι μαζί» ή «εναντίον όλων»; (τόλμη και γοητεία)

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25-5-2014 δεν καταγράφει κανέναν «κυρίαρχο λαό». Καταγράφει έναν λαό που αδυνατεί να εμφανιστεί σαν κυρίαρχος, που αδυνατεί να ασκήσει ακόμα κι αυτήν την τυπική «κυριαρχία» του, την «κυριαρχία» που του επιτρέπεται «μια φορά στα τέσσερα χρόνια», την «κυριαρχία» την υποταγμένη στην άλλη, την πραγματική κυριαρχία των συγκεντρωμένων μονοπωλιακών οικονομικών συμφερόντων, των καθημερινών κι αδιατάρακτων εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και του πολιτικού τους εποικοδομήματος, από την οποία πραγματική κυριαρχία πρέπει ο λαός να χειραφετηθεί προκειμένου να γίνει ο ίδιος πραγματικά κυρίαρχος. Το εκλογικό αποτέλεσμα καταγράφει έναν λαό που στην πλειοψηφία του εμφανίζεται ότι δεν θέλει να κυβερνιέται έτσι και που την ίδια στιγμή, επίσης στην πλειοψηφία του, κατά την σχεδιασμένη «εκπαίδευσή» του καθημερινά από τους μηχανισμούς διαμόρφωσης της συνείδησης και την αυθόρμητη «εκπαίδευσή» του από τις πραγματικές σχέσεις της ζωής στην καπιταλιστική κοινωνία, παραδέρνει ανάμεσα σε καταναλωτικού και θεαματικού τύπου «πολιτικές προσφορές» ικανές να διασφαλίσουν ότι, παρ’ όλα αυτά, έτσι θα συνεχίσει να κυβερνιέται και μάλιστα μέσω της εκμαίευσης της τυπικής  «θέλησής» του γι’ αυτό, δηλαδή της εκλογικής θέλησής του που όμως δεν είναι η θέλησή του.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, στην οποία η προεκλογική προσφορά και ζήτηση ελπίδας και υποσχέσεων ικανοποίησής της μετεκλογικά μετατρέπεται σε αναγκαστικό καθεστώς θυσίας στο βωμό του καπιταλιστικά ιδιοποιούμενου κέρδους και υποταγής στη βούληση των μονοπωλητών του, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα που μετατρέπει τις λαϊκές πολιτικές επιλογές σε τυχερό παιχνίδι όπου μόνος κερδισμένος είναι πάντοτε η λοταρία, μόνη σταθερή πολιτική αξία είτε «αρέσει» είτε όχι και με τις όποιες αδυναμίες καλείται να παραμερίσει μέσα στην καθημερινή πάλη παραμένει το ΚΚΕ, παραμένει η θέση του για αποδέσμευση από την «οικονομία της ανοιχτής αγοράς» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην οικονομία των ανοιχτών κοινωνικών, εργατικών-λαϊκών αναγκών. Η θέση του για αποδέσμευση από την «ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων» της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση στην κατοχή των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας από την κοινωνία. Η θέση του για αποδέσμευση από την υποχρεωτικότητα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού της συνθήκης του Μάαστριχτ και για δέσμευση της κοινωνικής παραγωγής στον κοινωνικό σχεδιασμό. Η θέση του για αποδέσμευση από την ευρωενωσιακή κοινή πολιτική εξωτερικών και «ασφάλειας» και για δέσμευση στους  «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη». Η άρνησή του να υποσχεθεί οποιαδήποτε λύση στα εργατικά λαϊκά προβλήματα ανεξάρτητη από τη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας, οποιαδήποτε λύση ανεξάρτητη από την πάλη ανάμεσα στους παραγωγούς και τους μονοπωλητές του κοινωνικού πλούτου. Παραμένει σταθερή πολιτική αξία το ΚΚΕ κι οι θέσεις του, γύρω από τις οποίες συσπειρώθηκε το 6,09% του εκλογικού πληθυσμού, χωρίς όμως κι αυτό το «6,09%» να έχει «δοθεί» στο ΚΚΕ με  «απόφαση του λαού»: Το «6,09%» που «πήρε» το ΚΚΕ δεν είναι «θέληση του λαού». Ίσα-ίσα πρόκειται για ένα τμήμα του λαού που συσπειρώθηκε γύρω από αυτές τις θέσεις παρά κι ενάντια στις αυταπάτες, τις ψευδαισθήσεις, τα εκβιαστικά διλήμματα, τη σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό που κυριαρχεί στις επιλογές της λαϊκής πλειοψηφίας.

Από το εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών είναι αδύνατο να εξαχθούν συμπεράσματα που αφορούν τον λαό και τη θέλησή του σαν σύνολο: Αν σε αυτές τις εκλογές ο λαός «έκανε» κάτι, αυτό είναι ότι περιόρισε τα κόμματα της συγκυβέρνησης στο 30-31%, πράγμα που σημαίνει ότι μόνο ένα 30-31% του πληθυσμού εκδήλωσε την συναίνεσή του να συνεχίσει να κυβερνιέται όπως κυβερνιέται. Και αυτό ο λαός το «έκανε» χάρη στο γεγονός ότι ένα 11% του εκλογικού πληθυσμού (4% από το ΠΑΣΟΚ και 7% από τη ΝΔ) απέσυρε την συναίνεση του από τα κόμματα της συγκυβέρνησης χωρίς όμως η βούλησή του να συγκεντρώνεται σε μια εναλλακτική επιλογή για τον τρόπο με τον οποίο θα απαιτούσε ή θα συναινούσε να κυβερνηθεί, όπως συνολικά και ένα 70% του εκλογικού πληθυσμού γυρνά την πλάτη του στη συγκυβέρνηση χωρίς όμως να συγκεντρώνει το βλέμμα του προς μια ενιαία κατεύθυνση. Δεν είναι «ο λαός» αυτός που «αποφάσισε» να διατηρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην ελαφρώς φθίνουσα στασιμότητα του εκλογικού ποσοστού του ούτε ο λαός αυτός που «αποφάσισε» να ανακηρύξει τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο σε εκλογική δύναμη κόμμα μέσω της απώλειας 11 μονάδων από τα κόμματα της συγκυβέρνησης και ιδιαίτερα 7 μονάδων από τη ΝΔ. Οι 11 μονάδες «αποχώρησαν» από ΠΑΣΟΚ και ΝΔ χωρίς να συναρτώνται με τις κυβερνητικές φιλοδοξίες του ΣΥΡΙΖΑ, οι 26,58 ποσοστιαίες μονάδες που συγκέντρωσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συνιστούν «απόφαση του λαού» αλλά αποτελούν το τμήμα του που επενδύει τις όποιες ελπίδες αλλαγής της ζωής του στον «ρεαλισμό» της ακόμα και ρητορικής οπισθοχώρησης και διολίσθησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την τελική του συνάντηση με «αυτό που υπάρχει». Δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε να «τιμωρήσει» την ΔΗΜΑΡ για τις παλινωδίες της μεταξύ κυβέρνησης και «αντιπολίτευσης» και ταυτόχρονα  να «επιβραβεύσει» το ΛΑΟΣ  για τις παρόμοιες δικές του. Κι ακόμα, δεν είναι «ο λαός» αυτός που αποφάσισε ότι στο «Ποτάμι» πρέπει να ανήκει ένα  εκλογικό ποσοστό 6,60% ή ότι η ΧΑ πρέπει να ενισχυθεί με 2,5 μονάδες ώστε το ποσοστό της να φτάσει στο 9,40%.  Πρόκειται απλώς για το 9,40% του εκλογικού πληθυσμού που στην δεύτερη περίπτωση υπόκυψε στην πολιτική συσκευασία της «τόλμης» και για το 6,60% που υπέκυψε στην πολιτική συσκευασία της «γοητείας». Πρόκειται για τμήματα του λαού που υπέκυψαν στην πολιτική προσφορά της «τόλμης» και την πολιτική προσφορά της «γοητείας», οι οποίες αυτές «πολιτικές προσφορές», όντας οι πιο καινοφανείς και «επαναστατικές» με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο η διαφήμιση για τα απορρυπαντικά που εμφανίζονται σε νέα συσκευασία, συγκεντρώνουν κατά κάποιο τρόπο την περιέργεια και την προσοχή.

*

Η «τόλμη» με την οποία οικοδομεί η φασιστική ΧΑ την ταυτότητά της στο πεδίο του πολιτικού θεάματος και της πολιτικής κατανάλωσης είναι η «τόλμη» των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων απαλλαγμένων από την εξωραϊστική ηθική και θρησκευτική τους συγκάλυψη από τη στιγμή και στο βαθμό που αυτός ο πολύπλευρος εκπαιδευτικός εξωραϊσμός καθίσταται πλέον ανίκανος να συγκαλύπτει την ουσία τους και που ένα τμήμα των καταπιεζόμενων κοινωνικών στρωμάτων δεν έχει πλέον συμφέρον να υιοθετεί αυτόν τον εξωραϊσμό υποκριτικά. Για τον χωριάτη που πήγε κάποτε μετανάστης στις ΗΠΑ κι αφού έπλυνε χιλιάδες πιάτα έγινε τελικά ιδιοκτήτης αλυσίδας εστιατορίων, η ύπαρξη του θεού ή η αλήθεια της θεωρίας για το σύμπαν που συνωμοτεί προκειμένου να πραγματοποιήσει τις ατομικές επιθυμίες, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. Για τον χωριάτη που η μοίρα του τον πέταξε στο σταθμό του Μονάχου, αντίθετα, η ζωή του τού αποδείχνει ότι ούτε το σύμπαν συνωμοτεί για χάρη του ούτε και υπάρχει (τουλάχιστον γι’ αυτόν) κανένας θεός. Ο πρώτος ενδεχομένως εξαγοράζει την επιτυχία του ανταποδίδοντας στον θεό ή το σύμπαν το αντίτιμο της φιλανθρωπίας. Ο δεύτερος ανακαλύπτει ότι καμιά φιλανθρωπία δεν μπορεί να τον σώσει – κι ίσως επίσης ότι καμιά «φιλανθρωπία» δεν είναι φιλανθρωπία.

Στις πρώτες συνειδησιακές συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης ανήκει η κατάρρευση του πλαστού καπιταλιστικού ονείρου (american dream, ισχυρή Ελλάδα κλπ) και η αποκάλυψη στα μάτια των θυμάτων της των καπιταλιστικών σχέσεων όπως πραγματικά είναι, όπως τις έχει περιγράψει ο Μαρξ πριν 150 χρόνια: «Ο καθένας εναντίον του άλλου και ο θεός εναντίον όλων». Ο Μαρξ, βέβαια, απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα αντιπαρατάσσει την κομμουνιστική κοινωνία σαν καρπό της ταξικής πάλης, καρπό νομοτελειακό εφόσον η εργατική τάξη με τα σύμμαχά της κοινωνικά στρώματα δεν παραιτείται από αυτήν.  Αντίθετα, ο φασισμός και εν προκειμένω η ΧΑ αυτήν την πραγματικότητα την μετατρέπει σε σύνθημα υπεράσπισής της: «Χρυσή Αυγή. Εναντίον όλων». Ο καθένας εναντίον του άλλου και η ΧΑ, ο φασισμός, σε ρόλο θεού. Η γενική αρχή που αυθόρμητα επικρατεί στο σύστημα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού (ανάμεσα στους επιχειρηματίες για τις αγορές και το κέρδος, ανάμεσα στους εργαζόμενους για μια θέση δουλειάς, ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους άνεργους που «ρίχνουν τα μεροκάματα», ανάμεσα στους «ντόπιους» και τους «ξένους», τους άντρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τον μεγαλύτερο και τον μικρότερο αδελφό κλπ) διαμορφώνει από μόνη της το ιδεολογικό, ηθικό έδαφος πάνω στο οποίο, με τη συμβολή του φασισμού, και των μηχανισμών της κατανάλωσης και του θεάματος που τον υπηρετούν, είναι δυνατό να αναβαθμιστεί και να γίνει αποδεκτή σαν πολιτικό σύνθημα στράτευσης πια στην  καπιταλιστική κοινωνική ανθρωποφαγία. Αλλά και η αντιπαραβολή του με την υποκριτική και εξωραϊστική ηθική της εκπαίδευσης, της θρησκείας κλπ, δηλαδή με το κοινωνικό ψέμα, δίνει στο σύνθημα χαρακτηριστικά αποκάλυψης της αλήθειας που «μας κρύβουν». Της αλήθειας που αφού μας αποκαλύπτεται, εφόσον δεν συνταχθούμε με τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της ανατροπής της,  οφείλουμε παθητικά να την ασπαστούμε: εναντίον αυτών  που «μας την κρύβουν», μέχρι να αποδειχθεί ότι «μας την κρύβουν» επειδή κι αυτοί, όπως πλέον κι εμείς, την ασπάζονται. Εναντίον όμως, επομένως, και μέχρι τέλους, των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που παλεύουν για την ανατροπή της.

Το ότι τα πράγματα είναι ακριβώς έτσι το αποδεικνύουν τα «δείγματα γραφής» της ΧΑ κατά τα τελευταία δυο χρόνια. Μπορεί κατά την ΧΑ η χώρα να έχει πέσει θύμα κάποιων απροσδιόριστων «τοκογλύφων», μπορεί γι’ αυτό να ευθύνονται κάποιοι απροσδιόριστοι «προδότες», μπορεί ανάμεσα σε αυτούς τους «προδότες» να συγκαταλέγονται «όλοι», μπορεί γι’ αυτό η «ΧΑ» να συνθηματολογεί «εναντίον όλων», αλλά στη νεοναζιστική πρακτική της αυτοί οι απροσδιόριστοι «όλοι» προσδιορίζονται απολύτως συγκεκριμένα με τους «προδότες» και τους «τοκογλύφους» να «τιμωρούνται»  στα πρόσωπα των σακατεμένων και δολοφονημένων «ξένων» προλετάριων εργαζόμενων, στα πρόσωπα των συνδικαλιστών του συνεπούς ταξικού εργατικού κινήματος, στα πρόσωπα των κομμουνιστών, των «μαρξιστών», των νέων που δεν υποτάσσονται και δεν συμβιβάζονται με τη βαρβαρότητα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας, που η ΧΑ είναι μαχητικός υπερασπιστής της.

Από εκεί και πέρα δεν απομένει παρά η διαφορά ανάμεσα, από τη μια πλευρά σε όποιον ηθελημένα εξαπατά (είτε ευθέως είτε μέσω της καλλιεργούμενης «επικοινωνιακής» σύγχυσης υπό τον τύπο: «οι μεν ισχυρίζονται, οι δε αντιτείνουν, άρα είναι αδύνατο να μάθουμε την αλήθεια που ίσως μάλιστα και να μην υπάρχει καν»)  και, από την άλλη πλευρά, σε όποιον αθέλητα εξαπατιέται  γύρω από το ζήτημα -λόγου χάρη- αν μέσα στην ρόμπα και την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν της φωτογραφίας κρύβεται ένας αποκριάτικος και όχι ένας καθημερινός μασκαράς.

party maske4party maske3

***

Ενώ η ιδεολογικοποίηση, η αποθέωση της ωμότητας, οδηγεί κατευθείαν στην πιο βαθιά  κοινωνική βαρβαρότητα, μια ιδέα ανθρωπισμού έστω και αναντίστοιχου προς την κοινωνική πραγματικότητα, έστω και υποκριτικά αναγορευμένου σε κοινωνική πραγματικότητα, μπορεί να γίνει κίνητρο για την κοινωνική πρόοδο, για την εγκαθίδρυση σχέσεων που θα κάνουν πράξη την «ουτοπία». Με την προϋπόθεση, όμως, ότι η πραγματική αναντιστοιχία και μαζί της η υποκρισία της αναγόρευσης θα αποκαλυφθούν, και ενάντια στο δρόμο της υποκρισίας (και της ωμότητας) θα ακολουθηθεί ο δρόμος που οδηγεί στην κατάργηση της αναντιστοιχίας. Η τήρηση αυτής της προϋπόθεσης είναι δρόμος τόλμης έξω από κάθε όρο θεαματικής κατανάλωσης. Η παράκαμψη της προϋπόθεσης, απλώς, θεαματικά γοητεύει.

Το «Ποτάμι» σαν νέο πολιτικό προϊόν ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, σε αυτήν όπου η προϋπόθεση παρακάμπτεται. Τη στιγμή που στη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις διχάζουν το ανθρώπινο «σώμα» σε τάξη εκμεταλλευτών και τάξη που υπόκειται στην εκμετάλλευση, τη στιγμή που αυτός ο διχασμός βρίσκει την ανώτερη έκφρασή του στις πολιτικές σχέσεις, τις στιγμή που η πραγματικότητα αυτού του διχασμού συγκαλύπτεται ηθικά, ιδεολογικά, πολιτικά με την επίπλαστη προβολή της κοινότητας «όλων μαζί» των ανθρώπων, των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων,  «όλων μαζί» χωρίς να αίρεται το μεταξύ τους καθεστώς εκμετάλλευσης, την ίδια στιγμή το «Ποτάμι» είναι αυτό που ισχυρίζεται πως «όλους μαζί» μπορεί να μας παρασύρει σε κάποιες εκβολές όπου η κάθε πραγματική αντίθεση, νοούμενη σαν λάθος, σαν αποτέλεσμα κάποιας έλλειψης συνεννόησης, ενός επικοινωνιακού ελλείμματος, θα φαίνεται πια μακρινή.

Τη στιγμή που ο ίδιος αυτός πραγματικός, γενικός κοινωνικός διχασμός, πραγματώνεται σαν εσωτερικό χαρακτηριστικό και του κάθε ατομικού ανθρώπου, καθώς και σαν αποξένωση του ατομικού ανθρώπου από τον κοινωνικό κόσμο, το «Ποτάμι» απευθύνεται στο φυσικό ατομικό ένστικτο που δυσφορεί απέναντι στο πραγματικό κοινωνικό γεγονός της διάστασης ανάμεσα στην πολιτική φύση του ατόμου και την αυτονόμηση της πολιτικής σαν λειτουργία πέρα από το άτομο, που δυσφορεί απέναντι σε αυτό το πραγματικό γεγονός και καθώς δεν είναι σε θέση το άτομο να συνενώσει την πολιτική φύση του με την κοινωνική πολιτική λειτουργία (πράγμα που μόνο μέσα στην ταξική πάλη και χάρη στα αποτελέσματα της ταξικής πάλης μπορεί να πραγματοποιηθεί, αν και αυτό είναι μια γενική φράση), και καθώς επίσης δεν είναι σε θέση να απαρνηθεί την πολιτική φύση του (δηλαδή τον εαυτό του), τείνει προς το να απαρνηθεί την κοινωνική πολιτική λειτουργία, να την καταργήσει αν αυτό είναι δυνατόν την ίδια, δηλαδή κάθε μορφή της που φαίνεται πως αυτονομείται από την «ατομική φύση».  Απλή σύμπτωση πως στην ίδια επιδίωξη, με διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικές προδιαγραφές θεάματος,  κατατείνει κι ο φασισμός. Οι κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις μπορούν σε τελική ανάλυση και μετά από χίλιες (στην πραγματικότητα αναφαίρετες) αφαιρέσεις να υπάρχουν και χωρίς πολιτική, με άλλα λόγια οι σχέσεις της εκμετάλλευσης δεν χρειάζονται την πολιτική για να διαιωνίζονται, γενικά μιλώντας έχουν την ικανότητα να «αυτορυθμίζονται» από μόνες τους, αυτό άλλωστε διακηρύσσει κι ο «ακραίος» νεοφιλελευθερισμός (η ανοιχτή αγορά κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους, σύμφωνα και με τη συνθήκη του Μάαστριχτ), κι από αυτή επίσης την άποψη η κοινωνικά «αυτονομημένη» πολιτική λειτουργία δεν είναι απολύτως απαραίτητη για τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος· είναι όμως απολύτως απαραίτητη για την ανατροπή του και την αντικατάστασή του με το σύστημα των συνεταιρισμένων άμεσων παραγωγών, αλλά όσο υπάρχει η πολιτική «αυτονόμηση» που αποσκοπεί στην ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης είναι κι αυτό αναγκασμένο να παίζει στο έδαφος μιας «αυτονομημένης» και φαινομενικά υπερταξικής πολιτικής λειτουργίας «από όλους» και «για όλους».

Να λοιπόν ένα ελκυστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»: Καταργώντας κάθε «αυτονομημένη» πολιτική  λειτουργία εξαφανίζεται ο κίνδυνος ανατροπής του εκμεταλλευτικού συστήματος και μαζί κι η ανάγκη από μέρους του για τη δική του αυτονομημένη πολιτική λειτουργία. Τέρμα η διάσταση ανάμεσα στην ατομική φύση και την κοινωνική της αυτονόμηση, τέρμα η πολιτική διαφθορά, τέρμα οι «κλέφτες πολιτικοί», τέρμα οι «επιδοτήσεις των κομμάτων», αρκεί μόνο να συμφωνήσετε κι εσείς ότι δεν θα οργανώνεστε πολιτικά με σκοπό την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, κάτω λοιπόν τα κόμματα εφόσον καταργήσετε το κόμμα σας, κι ας κάτσουμε πια «όλοι μαζί» , «σαν άνθρωποι», να βρούμε το σωστό και καλύτερο «για όλους» κ.ο.κ., το «λογικό» σε έναν κόσμο όμως «παράλογο» στην κοινωνική του βάση, σε έναν κόσμο δηλαδή που για να γίνει επιδεκτικός λογικών λύσεων (και ως τέτοιων αποδεκτών «από όλους») απαιτείται η ανατροπή της «παράλογης» κοινωνικής βάσης του και η αντικατάστασή της από μια κοινωνική βάση ικανή να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της «κοινής» λογικής. Δεν είναι παράξενο το ότι στη διάρκεια των προεκλογικών «εκκλησιών του δήμου» με πρωταγωνιστή τον νέο «χαρισματικό» ηγέτη του «Ποταμιού» (Το «Ποτάμι» Είμαι Εγώ), μέσα σε ώρες ανούσιας φλυαρίας στην πραγματικότητα αποκλειστικά γύρω από το στυλ, που σαν στυλ «ανθρώπινο» αποκαθιστά θεαματικά την «βιωσιμότητα» της πρότασης, ή μάλλον την καταναλωσιμότητα της «πολιτικής προσφοράς», οι μόνες ουσιαστικές εξάρσεις ήταν οι λαϊκίστικες κοινοτοπίες (που είναι λαϊκίστικες όταν χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί η μετατροπή σε κοινό τόπο του αιτιακού τους πυρήνα, των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης) σχετικά με το δημόσιο χρήμα που ξοδεύεται προεκλογικά από τα κόμματα (ενώ προφανώς θα έπρεπε να ξοδεύεται αποκλειστικά χρήμα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων επιχορηγούμενο προς τα κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντά τους), κάποια δήθεν αυθόρμητα ξεσπάσματα «ειρήσθω εν παρόδω εν τη ρύμη του λόγου» με τα οποία υποστηρίζονταν τρέχουσες πολιτικές αιχμής όπως η αγοραία αξιολόγηση της εκπαίδευσης ή πολιτικοί προγραμματισμοί πιο «φιλόδοξοι» όπως η «αποχώρηση» των πολιτικών παρατάξεων από τα πανεπιστήμια: Η κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της πολιτικής φύσης του ατόμου. Σχετικά πολιτισμένος στόχος συγκριτικά με την κατάργηση της πολιτικής στο όνομα της ζωώδους φύσης του ατόμου.

*

Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα κι αν και η τελευταία πολιτική παράταξη είχε «αποχωρήσει», η «εκκλησία του δήμου» είναι ίσως κατάλληλη μορφή για την επίλυση των κοινών προβλημάτων της τάξης των ελεύθερων ανθρώπων, αλλά εντελώς ανεπαρκής για την επίλυση από κοινού των προβλημάτων ελεύθερων και δούλων, ακριβώς γιατί τα προβλήματά τους δεν είναι κοινά. Για την ακρίβεια: μόνο κοινά δεν είναι.