Στην ΕΕ των 500.000 νεκρών από την πανδημία

Έχετε δει πουθενά όλον αυτό τον καιρό την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρουσιάζει τον δικό της απολογισμό σε κρούσματα και νεκρούς από την πανδημία;

Μάλλον όχι… Γιατί βλέπετε, η ΕΕ είναι «ενιαία» όταν βάζει «πρόστιμα» για την Ολυμπιακή, τη ΛΑΡΚΟ, τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, όταν πρόκειται για τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την καθήλωση των λαϊκών εισοδημάτων, την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, την ενίσχυση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων… Όταν όμως πρόκειται για τον απολογισμό του «πολέμου κατά της πανδημίας», για την καταμέτρηση των θυμάτων της περικοπής δαπανών και της εμπορευματοποίησης σε υγεία και πρόνοια, τότε σιωπηρά η ΕΕ «διαλύεται» σε «διάφορα κράτη» που το καθένα έχει να επιδείξει τον «δικό του» απολογισμό…

Κάνοντας κανείς τον μικρό κόπο να αθροίσει αυτούς τους «εθνικούς» απολογισμούς, διαπιστώνει ότι μέχρι σήμερα, 20-2-2021, ο συνολικός αριθμός των νεκρών στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη ξεπεράσει τις 500.000, και συγκεκριμένα ανέρχεται στους 528.707 νεκρούς από την πανδημία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιστοσελίδας worldometers. Πράγμα που σημαίνει ότι με τον πληθυσμό των χωρών της ΕΕ να ανέρχεται περίπου στους 446,8 εκατομμύρια ανθρώπους, πάνω από ένας στους χίλιους κατοίκους των χωρών της ΕΕ έχει ως τώρα χάσει τη ζωή του λόγω της ευρωενωσιακής διεξαγωγής του «πολέμου» με τον κόβιντ-19.

«Παράξενος πόλεμος», όπως έλεγαν και το 1939…

*

Βέβαια, αν ακούσουμε τους ζηλωτές του ευρωενωσιακού καπιταλιστικού «μονόδρομου», εκπροσωπούμενους εν προκειμένω από τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτη Σχοινά, τότε θα πρέπει να ευγνωμονούμε την ΕΕ που φτάνοντας στους 500.000 νεκρούς από την πανδημία θα… «μας αγοράσει εμβόλια», κάτι το οποίο προφανώς πρέπει να το θεωρήσουμε κι αυτό ως «πρωτόγνωρο» – μαζί με τόσα άλλα – μέσα σε συνθήκες πανδημίας, λες και είναι η πρώτη φορά που σε τέτοιες συνθήκες τα κράτη εμβολιάζουν τον πληθυσμό τους, ή λες και ο λογαριασμός της αναμενόμενης μυθικής κερδοφορίας των φαρμακευτικών μονοπωλίων δεν θα πληρωθεί με τη μια ή άλλη μορφή από τους λαούς των χωρών της ΕΕ.

Και βέβαια, επίσης, η απολογητική της αντιλαϊκής πολιτικής έχει πάντοτε να επιδείξει κι ένα χειρότερο παράδειγμα… Αν λ.χ. ο «δικός μας» Υπουργός Ανάπτυξης επιμένει να κραυγάζει στα τηλεπαράθυρα για την «επιτυχία» των 6.249 νεκρών -σήμερα – στην Ελλάδα έναντι π.χ. των 21.859 του Βελγίου, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν στους 528.707 νεκρούς της ΕΕ θα μπορούσε να αντιπαραβάλει τους 507.756 νεκρούς στις ΗΠΑ και τους 1,1 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στην ΕΕ με τους 1,5 νεκρούς ανά 1000 κατοίκους στις ΗΠΑ. Με τη σειρά του και ο Τραμπ, θα μπορούσε επίσης να «δείξει» την ΕΕ βεβαιώνοντας έτσι ότι και αυτός, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν τα πήγε και «τόσο» άσχημα κ.ο.κ.

Και στο τέλος, από όλους μαζί, δεν έχουμε παρά να περιμένουμε έναν γενικό απολογισμό της «οικονομίας» που αποτελεί για τα συνολικά κοινωνικά αποθέματα του κεφαλαίου η μείωση του πληθυσμού της γης, των ΗΠΑ, της ΕΕ, του κάθε κράτους-μέλους κατά 1 ή 2 χιλιοστά, τα οποία αυτά χιλιοστά μεταφράζονται σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό «εξοικονόμησης» δαπανών για συντάξεις, επιδόματα, δαπάνες περίθαλψης κλπ κλπ.

Φυσικό και επόμενο να πανηγυρίζουν οι πολιτικοί υπάλληλοι των μονοπωλίων για την «επιτυχία» τους.

*

Απέναντι στον χωρίς τέλος εγκλεισμό και τους λοιπούς περιορισμούς που, σαν προοίμιο της «νέας κανονικότητας», επιβάλλουν στους λαούς τα καπιταλιστικά κράτη της «δύσης» ως μοναδική «μέθοδο» αντιμετώπισης της πανδημίας, υπάρχει το παράδειγμα της Ουχάν, όπου οι 3,5 μήνες αυστηρών μέτρων χρησιμοποιήθηκαν επιτυχημένα για την εξάλειψη της επιδημίας στις εστίες της και για την επαναφορά της κοινωνικής ζωής στην όποια κανονική της κατάσταση…

Δεν έχει θέση στο κείμενο αυτό οποιαδήποτε απόπειρα ανάλυσης του παρόντος και του μέλλοντος του κινέζικου καπιταλισμού ή των κοινωνικών-επαναστατικών καταβολών του κινέζικου κράτους, ούτε κάποια απόπειρα εντοπισμού των οποιωνδήποτε πιθανών φαινομένων κινέζικης αξιοποίησης της πανδημίας προς χάρη της περιβόητης καπιταλιστικής «νέας κανονικότητας» όπως και στις «δυτικές» χώρες. Αυτό που έχει εδώ σημασία, είναι ότι αφού έγινε σε ένα μέρος μπορούσε (και πάντα μπορεί, αν και δυσκολότερα τώρα) να γίνει παντού . Και όταν λέμε «σε ένα μέρος», δεν εννοούμε ένα χωριουδάκι ή κάποια ιδιωτική νήσο «αρίστων», αλλά για τη συγκέντρωση ενός πληθυσμού 10 εκατομμυρίων κατοίκων σε μια πόλη όπως η Ουχάν, και για μια χώρα που αν ακολουθούσε το παράδειγμα των ΗΠΑ και της ΕΕ θα μετρούσε τώρα, μόνη της, περισσότερους από 1.393.000 νεκρούς από την πανδημία, και αν ακολουθούσε το παράδειγμα της Ελλάδας περισσότερους από 837.000. Κι όμως, αυτή τη στιγμή μετράει 4.636.

Οι απολογητές του «δυτικού» καπιταλισμού είτε υποδύονται αδυναμία να ερμηνεύσουν αυτές τις κραυγαλέες διαφορές είτε τις αποδίδουν στον κινέζικο «αυταρχισμό»… Λες και δεν ζούμε κι εδώ, στην «δημοκρατική» Ελλάδα, τον κρατικό αυταρχισμό στο πετσί μας… Λες και δεν συμπληρώνουμε ήδη, ουσιαστικά, έναν χρόνο εγκλεισμού. Λες και στα μικρά διαλείμματα του εγκλεισμού στερηθήκαμε περιορισμούς στην κοινωνική ζωή, ξύλο και πρόστιμο. Λες και δεν απαγορεύεται τόσον καιρό η νυχτερινή κυκλοφορία από τις 9 ή από τις 6 μ.μ.. Λες και έλειψαν από τις λαϊκές κινητοποιήσεις, από τους εργατικούς αγώνες, το ξύλο, το πρόστιμο, ο χημικός πόλεμος, οι «προσαγωγές», οι συλλήψεις, οι ποινικές διώξεις «λόγω του κορονοϊού». Λες κι έλλειψε, για τον ίδιο «λόγο», το τσαλαπάτημα μιας σειράς κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων που σε πολλές περιπτώσεις «ήρθε για να μείνει». Λες κι αυτές οι άμεσες μορφές κρατικού αυταρχισμού δεν συναντήθηκαν με τον αυταρχισμό της εντατικής αντιλαϊκής-αντεργατικής νομοθέτησης σε συνθήκες «απαγόρευσης κυκλοφορίας», με τον αυταρχισμό στους μεγάλους εργασιακούς χώρους, στα μέσα μεταφοράς, στα σχολεία και σε άλλες – υποχρεωτικές και με το νόμο – εστίες διάδοσης της πανδημίας, μεταξύ των οποίων και ο καλοκαιρινός κορονοτουρισμός.

Λες και η έλλειψη κάθε στόχου πραγματικής αντιμετώπισης της πανδημίας δεν απογυμνώνει αυτόν τον αυταρχισμό από κάθε ουσιαστική νομιμοποίηση. Λες και δεν είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη που εδώ κι ένα χρόνο οδηγεί τους «αρμόδιους» να παίζουν καθημερινά την κολοκυθιά των απαγορεύσεων και της μονόφαρδης ή διπλόφαρδης μάσκας, ανάλογα και με τις ταμειακές προσδοκίες των λογής-λογής τοκιστών και κερδοσκόπων του «πολέμου κατά της πανδημίας».

Τι είναι λοιπόν αυτό που λείπει από τον ανομολόγητο, πλην όμως τόσο «πρωτόγνωρο» που πια «βγάζει μάτι» αυταρχισμό των «δημοκρατιών» τους και που το διαθέτει ο «κινέζικος αυταρχισμός», τόσο ώστε η σύγκριση των αποτελεσμάτων θα έπρεπε να έχει οδηγήσει τους διάφορους ανευθυνοϋπεύθυνους υπουργούς των καναλιών και της πόζας, τους διάφορους ευρωενωσιακούς κομισάριους, και άλλους ομόλογούς τους, να έχουν δέσει μια θηλιά στο λαιμό τους αφήνοντας πίσω τους απολογητικά σημειώματα…

*

Το παράδειγμα της Ουχάν αποδεικνύει, ότι με τα τρισεκατομμύρια που δαπανούν (η σωστή λέξη είναι: επενδύουν) ΗΠΑ και ΕΕ κλπ για την «αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας», θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί ριζικά η ίδια η πανδημία, όχι μόνο σε ΗΠΑ και Ευρώπη και σε κάθε ξεχωριστή χώρα, αλλά σε όλο τον κόσμο με την οργάνωση και κινητοποίηση της «διεθνούς κοινότητας» γι’ αυτό τον σκοπό.

Αντ’ αυτού, εγκληματικά, η πανδημία αφέθηκε να εξαπλωθεί. Όπως και ήταν αναμενόμενο, η εξάπλωσή της είχε ως συνέπεια και την εμφάνιση μεταλλάξεων που δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο το καθαρά επιστημονικό-ερευνητικό έργο αντιμετώπισής της. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι «επόμενο» και το να εμφανίζεται ως μοναδικό «όπλο» ο εμβολιασμός, με μια και δυο δόσεις, ο επανεμβολιασμός ανά τακτά χρονικά διαστήματα για την εκ νέου απόκτηση ανοσίας, και «φυσικά» τα εξ αυτών αμύθητα κέρδη των μονοπωλίων της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, επίσης, με εμβολιασμένους κάθε φορά τους μισούς, με την ανοσία να χάνεται σχεδόν πριν προλάβει να ολοκληρωθεί ο κάθε εμβολιαστικός κύκλος, με την απειλή νέων μεταλλάξεων κ.ο.κ., είναι «επόμενη» και η επιτηδευμένη διατήρηση ενός επιπέδου «υγειονομικού κινδύνου», ένα έδαφος εξαιρετικά πρόσφορο για να αντλούνται οφέλη υπέρ της κερδοφορίας και της εξουσίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για να επιβάλλονται, ακόμα και με τη μορφή «νέων» πολιτισμικών όρων, σφιχτότερα δεσμά σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής των εργαζομένων και των λαών.

Απέναντι σε αυτό το παρόν και μέλλον, δεν χωράει τήρηση «αναμονής» από τη μεριά των εργαζομένων και του λαού. Δε χωράνε, επίσης, ψευδαισθήσεις «αντίστασης» με τη μορφή της «άρνησης» μιας υπαρκτής πραγματικότητας, με μοναδική αντικειμενική συνέπεια της «άρνησής» της την «άνευ όρων» παράδοση του λαού στην αντιλαϊκή της διαχείριση, τη ματαίωση κάθε σκέψης και κάθε διεκδίκησης για διαχείρισή της όπως επιβάλλει η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Ίσα-ίσα, απέναντι σε αυτό το παρόν και το μέλλον, απέναντι στις συνέπειες και τους στόχους της πολιτικής των μονοπωλίων, η μοναδική και όχι «βιαστική» αλλά επείγουσα λύση κάθε άμεσου και κάθε γενικού προβλήματος είναι να οργανώσουν και να διεξάγουν οι εργαζόμενοι, ο λαός κι η νεολαία, την διεκδικητική πάλη τους για το σύνολο των δικαιωμάτων τους που πλήττονται και με σταθερό στόχο να πάρουν στα χέρια τους την παραγωγή του κοινωνικού πλούτου αυτοί που τον παράγουν.

***

Είπε κι άλλες «μεγάλες κουβέντες» ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Κάποιες από αυτές δεν περιγράφουν παρά μόνο «ευσεβείς πόθους»…

Κάποιες άλλες προκαλούν την υπόνοια ενός-κάποιου διαζυγίου των εκπροσώπων της πολιτικής του κεφαλαίου με την πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι…

Ίσως είναι πιο ρεαλιστική η «αυτοσυγκράτηση» της Γερμανίδας πρωθυπουργού Άγγελας Μέρκελ όταν, υποστηρίζοντας πρόσφατα ότι: «στις δημοκρατικές χώρες το θέμα δεν είναι μόνο η ελευθερία ή οι αξίες, αλλά και τα αποτελέσματα», αυτές τις «αξίες» παρέλειψε να τις κατονομάσει…

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις ενδόμυχες προθέσεις αυτής της παράλειψης, αν δηλαδή οφείλεται πράγματι σε μια μορφή «ρεαλισμού» ή σε μια γενικότερη «τάση» ιδεολογικής αποσιώπησης των συγκεκριμένων αξιών, πάντως ως χθες, πλάι στην αστικοδημοκρατική «ελευθερία» οι λοιπές ακατονόμαστες αξίες δεν είναι άλλες από την ισότητα και την αδελφοσύνη.

Δίκαια λοιπόν (!) η ηγέτις του ισχυρότερου κράτους της ΕΕ παρέλειψε να τις κατονομάσει έχοντας ίσως επίγνωση ότι εδώ και πολύ καιρό η επίκληση αυτών των αξιών ηχεί σαν ανέκδοτο στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Αν και η «καταστατική» τους, στην πραγματικότητα, ισοπέδωση αποτελεί και μια ορισμένη απάντηση στο θέμα των «αποτελεσμάτων» της πολιτικής του κεφαλαίου. Ίσως όχι με την έννοια που το έθεσε η κ. Μέρκελ, αλλά πάντως με την έννοια που τίθεται σε πλευρές του παρόντος κείμενου…

*

ΥΓ Περί δημοκρατίας έκανε λόγο και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν: «Είμαστε», είπε, «στη μέση μιας θεμελιώδους συζήτησης σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του κόσμου μας. Μεταξύ εκείνων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τα απολυταρχικά καθεστώτα είναι ο καλύτερος τρόπος να προχωρήσουμε και εκείνων που θεωρούν ότι η δημοκρατία είναι απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις». Δεν μένει παρά να ψηφίζουν στις εκλογές για πρόεδρο των ΗΠΑ και οι λαοί που βομβαρδίζονται, για να βομβαρδίζονται δημοκρατικά και να τερματιστεί η ιμπεριαλιστική απολυταρχία που επικρατεί στην «κατεύθυνση του κόσμου μας» και στην «αντιμετώπιση των προκλήσεων».


άμπρα κατάμπρα! η μαγική επίκληση της «δημοκρατικής νομιμοποίησης»

Σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθύνσεις της κυβερνητικής απολογητικής και της «κυρίαρχης ιδεολογίας», στο προσεχές μέλλον η ιστορία θα έπρεπε να είναι γραμμένη κάπως έτσι: «Στις 27 Ιανουαρίου 1945 αποκαλύφθηκε η ύπαρξη δομής φιλοξενίας αμάχων στο Άουσβιτς. Ολόκληρη η ανθρωπότητα ένιωσε αισθήματα φρίκης για την χωρίς κοινοβουλευτική νομιμοποίηση ίδρυση και λειτουργία αυτής της δομής. (Εν τούτοις η καθαριότητα ήταν υποδειγματική. Ούτε σταγόνα αίμα στους θαλάμους αερίων, ούτε αποτσίγαρο στους θαλάμους ανάπαυσης. Ενώ η απόλυτη μυστικότητα διασφάλιζε τα προσωπικά δεδομένα των φιλοξενούμενων κατά τον βέλτιστο τρόπο κλπ κλπ)».

*

Το παράδειγμα του Άουσβιτς χρησιμοποιείται εδώ σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη «απόλυτη τιμή» ικανή να θέσει σε δοκιμασία το ιδεολογικό και πολιτικό περιεχόμενο μιας σειράς πρόσφατων επικλήσεων της «δημοκρατικής νομιμοποίησης» της αντιλαϊκής πολιτικής και της αντίληψης που αυτές εκφράζουν.

Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη η «δημοκρατική νομιμοποίηση» του εκάστοτε κυβερνητικού νομοθετήματος και της κυβερνητικής πολιτικής στο σύνολό της δεν συνίσταται παρά μόνο στην έγκρισή της από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 151 βουλευτών.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, λοιπόν, και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης θα εξασφάλιζαν «δημοκρατική νομιμοποίηση», αν τύχαινε να τα ψηφίσουν 151 βουλευτές. Στο τέλος της ψηφοφορίας «η συζήτηση θα τελείωνε, θα είχαμε πια δίκαιο», όπως πριν μερικά χρόνια εξέφραζε ο Μ. Βορίδης τις γενικές αντιλήψεις του για την «έννομη τάξη» (όχι ειδικά για το Άουσβιτς, ας διευκρινίσουμε) ως υπουργός, τότε, της κυβέρνησης Σαμαρά.

Βρίσκεται όμως πράγματι σε αυτή την αντίληψη το «μυστικό» της «δημοκρατικής νομιμότητας»;

*

Αν παραμέναμε στο παράδειγμα του Άουσβιτς, θα λέγαμε ότι και 151 και 300 βουλευτές αν το ψήφιζαν, και το σύνταγμα αν προσαρμόζανε στις ανάγκες του νόμου τους και της «έννομης τάξης» τους, και δημοψήφισμα αν κάνανε και το κερδίζανε, η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν θα βρισκόταν με το μέρος τους αλλά με το μέρος των ελάχιστων, με το μέρος του ενός ή και του κανενός, που θα όρθωναν το ανάστημά τους στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στον νόμο της και στην έννομη τάξη της, σε θεούς και σε δαίμονες.

Όμως, πριν φτάσουμε (λογικά και ιστορικά) ως την «απόλυτη τιμή» του συγκεκριμένου ή τυχόν άλλου μελλοντικού παραδείγματος, στη θέση του βρίσκεται η ίδια η κοινωνική ζωή, που με την ποικιλία των πλευρών της αλλά και με την ενότητα της διάρθρωσής της, βάζει σε συνεχή δοκιμασία τη «δημοκρατική νομιμοποίηση» της κυβερνητικής πολιτικής, ως «τιμή» – έστω – όχι απόλυτη (όπως του παραδείγματος) αλλά «σχετική».

Πρόκειται για την ιστορία και δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να την σταματήσετε, πρόκειται για τις νομοτέλειές της και δεν μπορείτε με κανέναν τρόπο να τις καταργήσετε.

*

Το ότι η «δημοκρατική νομιμοποίηση» δεν είναι κάποιο παιχνιδάκι ανάμεσα σε πλειοψηφίες και μειοψηφίες, το μαρτυρούν οι ίδιοι οι ιστορικοί όροι επιβολής των δημοκρατικών πολιτικών αρχών, που δεν θεμελιώθηκαν ούτε με ψηφοφορία, ούτε με το σύνθημα «η (κοινοβουλευτική!) πλειοψηφία κερδίζει». Αλλά με το σύνθημα της ισότητας, της αδελφοσύνης και της ελευθερίας, που η υλοποίησή του και η υλοποίηση των ιστορικών του προϋποθέσεων εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της κοινωνικής διεκδίκησης και πάλης.

Δεν είναι οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες αυτές που παρέχουν «δημοκρατική νομιμοποίηση» στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Είναι ο κοινωνικο-ιστορικός στόχος της ισότητας, της αδελφοσύνης, της ελευθερίας, αυτός που παρέχει ή που δεν παρέχει «δημοκρατική νομιμοποίηση» στις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, ανάλογα με το αν τα έργα τους, ο «νόμος και η τάξη» τους, η πολιτική τους, τον υπηρετούν ή τον αντιστρατεύονται, ανάλογα με το αν υπηρετούν ή αντιστρατεύονται τις προϋποθέσεις της εκπλήρωσής του.

*

Αποτελεί ερώτημα, αν χωρίς τα παραπάνω στη βάση της μπορεί μια φιλοσοφία του δικαίου να είναι φιλοσοφία του δικαίου, αν παραπέρα, χωρίς φιλοσοφία, μπορεί να υπάρξει εφαρμογή του δικαίου διαφορετική από τη μηχανική υπόσκαψη των ίδιων του των βάσεων, υπό τους ίδιους όρους με τους οποίους και η κοινοβουλευτική λειτουργία αποσπασμένη από τον αφετηριακό της προορισμό απογυμνώνεται σε μια μηχανή παραγωγής αντιλαϊκής νομοθεσίας, «δικαίου» και αυτή.

Βέβαια, η αφετηριακή έλλειψη ενός «πειραματικά» μετρήσιμου κριτηρίου της «δημοκρατικής νομιμοποίησης», όπως είναι ο αριθμός των ψήφων, ο σχηματισμός των πλειοψηφιών και των μειοψηφιών, μοιάζει σαν να ορθώνει το φάσμα του αδιεξόδου μπροστά στη «θετική σκέψη».

Ο παραμερισμός ενός τέτοιου κριτηρίου από το κριτήριο του ουσιαστικού περιεχομένου της ασκούμενης πολιτικής, ως του ιστορικά κρίσιμου και πρωταρχικού, θα μπορούσε να εγείρει, εκ μέρους της «θετικής σκέψης» ή ορισμένων εκδοχών της, αιτιάσεις για μετατροπή της κοινωνίας σε «ζούγκλα».

Σε «ζούγκλα», όμως, μετατρέπει την κοινωνία η πολιτική που υπηρετεί την οικονομική εκμετάλλευση της κοινωνικής πλειοψηφίας από μια χούφτα μονοπωλητών των μέσων της ύπαρξης και της παραγωγής της. Που υπηρετεί την καταπίεση αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας προς χάρη της διαιώνισης του συστήματος της εκμετάλλευσης. Σε «ζούγκλα» μετατρέπουν την κοινωνία η εκμεταλλευτική ηθική που αναβλύζει από όλους τους πόρους της, η αποσύνθεση του εκμεταλλευτικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και οι συνέπειές τους.

Η οργανωμένη πάλη ενάντια στην πολιτική της τάξης των εκμεταλλευτών και στο σύστημα της εκμετάλλευσης δεν μετατρέπει την κοινωνία σε «ζούγκλα». Μετατρέπει τη «ζούγκλα» σε κοινωνία. Κι αυτό μπορεί στην πραγματικότητα να το αναγνωρίσει και η «θετική σκέψη».

*

Η «δημοκρατική» και η «κοινοβουλευτική νομιμοποίηση» δεν αποτελούν μαγική φράση ικανή να προσδώσει νομιμότητα στην αντιλαϊκή πολιτική και στο μακρύ κατασταλτικό χέρι της.


Σχετικά με το περιεχόμενο και τη μεθόδευση της συμφωνίας για τις βάσεις των ΗΠΑ

«Χωρίς νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή».  

Η πραπάνω διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 27) είναι αυτή που, από τη μια, επιτρέπει τη διαμονή ξένου στρατού στη χώρα και τη διέλευσή του από τη χώρα και, από την άλλη, βάζει  σαν όρο την ψήφιση σχετικού νόμου με πλειοψηφία τουλάχιστον 151 βουλευτών. 

Φαίνεται όμως ότι αυτός ο συνταγματικός όρος (η ψήφιση νόμου με πλειοψηφία 151 βουλευτών) προκαλεί διαχρονική αλλεργία στις ελληνικές κυβερνήσεις όλων των κομμάτων που ως τώρα έχουν καθίσει στο σβέρκο του λαού. Και μια που – λόγω και των καλπονοθευτικών εκλογικών νόμων – ποτέ δεν τους έλλειψε η πλειοψηφία των 151 βουλευτών, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι υπολογίζουν τα αντιιμπεριαλιστικά λαϊκά αισθήματα περισσότερο από όσο θέλουν να δείχνουν. Ότι αντιλαμβάνονται – περισσότερο από όσο παριστάνουν – το χάσμα ανάμεσα στην δική τους προσήλωση στις «συμμαχικές υποχρεώσεις» τους και στα αισθήματα που τρέφει ο ελληνικός λαός απέναντι στους «συμμάχους» και τον διαχρονικό ρόλο τους. Και γι’ αυτό, παρόλο που σε τίποτα δεν δυσκολεύονται να μαζέψουν 151 βουλευτές και να ψηφίσουν το οποιοδήποτε αντιλαϊκό νομοθέτημα, εν προκειμένω φροντίζουν να να μην εκτίθενται και τόσο στο δημόσιο φως. Και ένα κάποιο εμπόδιο σ’ αυτή τη «φροντίδα» αποτελεί κι η συνταγματική υποχρέωση που περιγράψαμε. Γι’ αυτό και κάθε τόσο την τσαλαπατούν.

Ένα τέτοιο «εμβληματικό» τσαλαπάτημα αποτέλεσε, επί κυβέρνησης Σημίτη (ΠΑΣΟΚ), η διέλευση των ΝΑΤΟϊκών χερσαίων δυνάμεων από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και από οπουδήποτε αλλού προς τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του ΝΑΤΟΪκού πολέμου κατά της Σερβίας. Το κόμμα της «3ης Σεπτέμβρη» σε εκείνη την περίπτωση προτίμησε να «ξεχάσει» την «συνταγματική νομιμότητα».

Στο εντελώς επίκαιρο σήμερα τώρα, η κυβέρνηση Τσίπρα (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ)  στη διάρκεια της ύπαρξής της πρόλαβε να παραχωρήσει «στο μιλητό»  τρεις (3) νέες στρατιωτικές βάσεις στις ΗΠΑ που, μακριά από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, άρχισαν να λειτουργούν επί ημερών της σε Λάρισα, Στεφανοβίκειο και Αλεξανδρούπολη. Το Σύνταγμα αποδείχθηκε αχρείαστο και για τους γουαναμπί «κληρονόμους» της «3ης Σεπτέμβρη». 

Τόσο αχρείαστο που όταν προχθές η ΝΔ έφερε στη βουλή τη νέα συμφωνία για τις βάσεις, ώστε εκτός των άλλων να καλυφθεί το «νομοθετικό κενό» που άφησε πίσω του ο ΣΥΡΙΖΑ, ο τελευταίος επέλεξε να «διαφοροποιηθεί» προτείνοντας το «πάγωμα» της συμφωνίας. Μεγάλη η χαρά της ΝΔ που άδραξε την ευκαιρία να κάνει στον ΣΥΡΙΖΑ μαθήματα «νομιμότητας» και μάλιστα «συνταγματικής».

Κατά τα άλλα, βέβαια, δεν παρέλειψε και η κυβέρνηση Μητσοτάκη (ΝΔ), με τον ίδιο αυτό ψευδεπίγραφο νόμο περί «αμοιβαίας (!) αμυντικής (!) συνεργασίας» Ελλάδας – ΗΠΑ, να βάλει και τη δική της υποψηφιότητα  για πρωταθλήτρια στον ανασκολοπισμό της συγκεκριμενης συνταγματικής διάταξης.

Διότι όταν στο νομοθέτημα που ψήφισαν, εκτός από τις τέσσερις βάσεις των ΗΠΑ που αναφέρονται ονομαστικά (Σούδα, Λάρισα, Στεφανοβίκειο, Αλεξανδρούπολη), προβλέπεται επίσης ότι σε αμερικάνικες στρατιωτικές βάσεις μπορεί να μετατραπούν οποιεσδήποτε «άλλες» πολιτικές εγκαταστάσεις και υποδομές καθώς και οποιεσδήποτε «άλλες» εγκαταστάσεις των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων με αντίστοιχη μάλιστα «διευθέτηση» των ζητημάτων διοίκησης, ελέγχου, λειτουργίας και ασφάλειας σε αυτές, και ότι για αυτό το σκοπό αρκούν σχετικές συμφωνίες των «Μερών ή των ορισμένων εκπροσώπων τους σύμφωνα με τις εσωτερικές τους διαδικασίες», είναι προφανές ότι πολύ απλά πρόκειται για μια γενική καταστρατήγηση της συνταγματικής υποχρέωσης νόμου ψηφισμένου από την απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών, με στόχο  κάθε στρατιωτική βάση ή «διευκόλυνση» των ΗΠΑ να παραχωρείται στο μέλλον με μια «φθηνή» υπουργική απόφαση. 

Διαφορετικά  η γενική και αόριστη αναφορά σε «άλλες» εγκαταστάσεις και υποδομές, που μπορούν να  γίνουν στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ, δεν θα χρειαζόταν καθόλου αφού θα έπρεπε γι’ αυτές να έρθει νέος νόμος για ψήφιση στη βουλή. Οπότε από μόνη η συγκεκριμένη πρόβλεψη καθιστά προφανή τη σκοπιμότητά της ως νομικίστικο τέχνασμα για τη διαρκή παραβίαση των συνταγματικών προϋποθέσεων στο μέλλον. 

Με άλλα λόγια, ενώ το Σύνταγμα λέει ότι για το συγκεκριμένο θέμα πρέπει να ψηφίζεται νόμος με ειδική πλειοψηφία, προκειμένου η χώρα να μη γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι», η ΝΔ ήρθε να νομοθετήσει τις προϋποθέσεις ώστε η χώρα να γίνεται ολόκληρη «ξέφραγο αμπέλι» των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών, ψηφίζοντας νόμο που στη θέση των συνταγματικών προϋποθέσεων βάζει μια «συμφωνία των ορισμένων εκπροσώπων», η όποια επί της ουσίας αφορά όλες χωρίς εξαίρεση τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και πολιτικές υποδομές, δηλαδή το σύνολο της επικράτειας.

*

Στο σημείο αυτό ίσως είναι χρήσιμο να σημειωθεί, ότι πριν την κατάθεση της συμφωνίας στη βουλή είχε προηγηθεί μια περίοδος αποπροσανατολιστικών «διαρροών», σύμφωνα με τις οποίες η συμφωνία θα είχε χρονικά παρατεταμένη ισχύ συγκριτικά με την ισχύουσα υποχρέωση ετήσιας παράτασής της με υπουργικές αποφάσεις, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο εδώ και δεκαετίες. Τελικά το ζήτημα αυτό δεν θίχτηκε τύπικα, ουσιαστικά όμως το νομοθέτημα που ψηφίστηκε αποσκοπεί στην υπαγωγή πλέον σε υπουργικές αποφάσεις όχι μόνο της ετήσιας χρονικής παράτασης τής συμφωνίας αλλά και γενικά της παραχώρησης κάθε στρατιωτικής βάσης και «διευκόλυνσης» προς τις ΗΠΑ στο αόριστο μέλλον… 

Με αυτό το περιεχόμενο το νομοθέτημα της ΝΔ θα ήταν σύμφωνο με μια υποθετική συνταγματική διάταξη, η οποία θα είχε το νόημα ότι «με νόμο που ψηφίζει η βουλή, η διαμονή και διέλευση ξένου στρατού μπορεί να ανατίθεται σε εκπρόσωπο της κυβέρνησης», αλλά δυστυχώς για τη ΝΔ τέτοια συνταγματική διάταξη δεν υπάρχει.

***

Δεν χρειάζεται εδώ φιλολογία γύρω από τον αστικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Αστικό άλλωστε δεν είναι μόνο το Σύνταγμα, αστική είναι η νομοθεσία στο σύνολό της. Και φυσικά ο αστικός της χαρακτήρας δεν αποτρέπει από την επίκλησή της κάθε φορά που αυτή η αστική νομοθεσία – σε οποιαδήποτε πτυχή της και λεπομέρεια – γίνεται αντικείμενο κυβερνητικής, κρατικής, εργοδοτικής παραβίασής της σε αντιλαϊκή φυσικά – σε τι άλλη; – κατεύθυνση… Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά και με το Σύνταγμα.

Το ίδιο το Σύνταγμα επαφίει την τήρησή του στον πατριωτισμό του λαού, αλλά και γύρω από αυτό δεν υπάρχει λόγος «ανησυχίας»: Ο λαός δεν πρόκειται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του τις συνταγματικά κατοχυρωμένες φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών λόγου χάρη, αλλά ούτε και η συνταγματική κατοχύρωση των εφοπλιστικών προνομίων είναι αυτή που πρόκειται να παραβιαστεί από τις κυβερνήσεις του κεφαλαίου…

Οι μόνες πάγια υποψήφιες για παραβίαση συνταγματικές διατάξεις και οι μόνες που ο λαός ενδέχεται να υπερασπιστεί με τον πατριωτισμό του, είναι εκείνες που θα μπορούσε να θεωρηθούν σαν ίχνη που αποτύπωσαν στο Σύνταγμα οι διαχρονικοί αγώνες του: η υποχρέωση – έστω – νόμου για τη διαμονή και διέλευση των ιμπεριαλιστικών στρατών, οι έστω «κάποιες» προϋποθέσεις για την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και για την αναγνώριση συνταγματικών αρμοδιοτήτων  σε ξένα όργανα, το δικαίωμα στην εργασία, το γενικό συμφέρον ως υπέρτερο των δικαιωμάτων που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, οι ατομικές ελευθερίες και τα κοινωνικά δικαιώματα και άλλα παρόμοια. Αυτά και τα παρόμοια είναι τα μόνα που δεν τηρούνται, αυτά είναι τα μόνα που παραβιάζονται, αυτά είναι και τα μόνα που μπορεί ο πατριωτισμός του λαού να βρίσκεται ξανά και ξανά στην ανάγκη της υπεράσπισής τους.

Άλλωστε και ο πατριωτισμός του λαού είναι έννοια πολύ πιο πλατιά από αυτήν που της δίνει το Σύνταγμα. Δεν περιορίζεται στο αν τηρείται το Σύνταγμα προκειμένου να καταστεί ολόκληρη η χώρα «φθηνό πεδίο βολής» και δολοφονικών ιμπεριαλιστικών εξορμήσων. Περιλαμβάνει  και το ιμπεριαλιστικό «πεδίο βολής» το ίδιο, άσχετα από τους «τύπους» που τηρήθηκαν ή παραβιάστηκαν. Περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα του λαού – αναγνωρισμένα και μη – στη ζωή του, στο παρόν και το μέλλον του.

 

 


Διπλή κοινοβουλευτική παρωδία

«Ο καπιταλισμός (…) οξύνει τον ανταγωνισμό ανά­μεσα στον ιμπεριαλισμό που αρνείται τη δημοκρατία και στις μάζες που τείνουν προς τη δημοκρατία».

Αντί η Βουλή να συζητά την έγκριση ή την απόρριψη της συμφωνίας, που την Κυριακή θα υπογράψουν οι ΥΠΕΞ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, συζητά την πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όσο παρωδία είναι το τι συζητά η Βουλή, άλλο τόσο παρωδία είναι και το τι δεν συζητά.

Για όλα τα κόμματα του ΝΑΤΟϊκού πολιτικού «τόξου» είναι ανακουφιστική η επιλογή της κυβέρνησης να μην φέρει στη Βουλή τη συμφωνία για κύρωση πριν από την υλοποίηση των διεθνών συνεπειών της, αλλά να την φέρει μόνο τότε που οι συνέπειες αυτές θα έχουν υλοποιηθεί.

Τα  κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ «εξασφαλίζονται» με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διακρατική συμφωνία τίθεται σε ισχύ χωρίς να έρχεται για κύρωση στην ελληνική Βουλή.

Και όταν λέμε «εξασφαλίζονται», εννοούμε ότι τους δίνεται σε αυτό το κρίσιμο στάδιο η δυνατότητα να εκφράζουν τη «διαφωνία» τους με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όσο πιο ηχηρά τους το επιτρέπουν οι φωνητικές τους χορδές, με τη «διαφωνία» όμως αυτή να παραμένει περιορισμένη σε φραστικά πλαίσια, χωρίς πολιτικές συνέπειες, και χωρίς εξαιτίας της να διακινδυνεύεται η δρομολόγηση της ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Αντί τα κόμματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ να  βρεθούν εμπρός στο αξεπέραστο δίλημμα της ψήφισης ή της καταψήφισης της συμφωνίας με την οποία «διαφωνούν», και κατ’ επέκταση εμπρός στο αιχμηρό δίλημμα ψήφισης ή καταψήφισης τής ένταξης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, η κυβέρνηση αναλαμβάνει για χάρη τους την πολιτική ευθύνη μιας διαδικασίας απροκάλυπτου εμπαιγμού και ποδοπατήματος κάθε δημοκρατικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Το ότι η συμφωνία, με την υπογραφή της και μόνον, τίθεται μεν σε ισχύ αλλά «υπό αίρεση», δεν αλλάζει σε τίποτα τους παραπάνω χαρακτηρισμούς. Η «υπό αίρεση» ισχύς μιας συμφωνίας παράγει συγκεκριμένες διεθνείς συνέπειες και η παραγωγή αυτών των συνεπειών προϋποθέτει και απαιτεί την προηγούμενη κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή, προϋποθέτει και απαιτεί την κοινοβουλευτική έγκρισή της προκειμένου να επέλθουν οι «υπό αίρεση» συνέπειές της, είτε την κοινοβουλευτική της απόρριψη προκειμένου να μην επέλθει καμία της συνέπεια, ούτε «υπό αίρεση» ούτε χωρίς «αίρεση».

Σύμφωνα λοιπόν με το διαδικαστικό «σχήμα» που «ανακοίνωσε» η κυβέρνηση, οι δυο ΥΠΕΞ θα υπογράψουν τη συμφωνία και κατόπιν: α) Η συμφωνία θα κυρωθεί από τη Βουλή της ΠΓΔΜ. β) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στην ΕΕ. γ) Θα ξεκινήσει, με ελληνική υποστήριξη, η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. δ) Η ΠΓΔΜ θα ολοκληρώσει τη συνταγματική της αναθεώρηση.

Και κατόπιν όλων αυτών θα έρθει η συμφωνία για κύρωση και στην ελληνική Βουλή. Δηλαδή αφού θα έχουν γίνει όλα αυτά, τότε η ελληνική Βουλή θα έχει το «δικαίωμα» να πει ότι τελικά διαφωνεί με αυτή τη συμφωνία, ότι εξαρχής διαφωνούσε, ότι δεν την εγκρίνει, ότι «λυπάται πολύ για την ανάστατωση» αλλά τελικά δεν ενδιαφερόταν ούτε για τη συνταγματική αναθεώρηση στην ΠΓΔΜ, ούτε για την ένταξή της σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, ότι η χώρα με την υπογραφή του ΥΠΕΞ παρήγγειλε μεν το έτοιμο πια «προϊόν» αλλά τελικά η Βουλή δεν προτίθεται να το «αγοράσει». Ότι, τελικά, δεν ήταν «υπό αίρεση» η ισχύς της συμφωνίας στην περίπτωση αθέτησής της από την ΠΓΔΜ, αλλά ήταν «υπό αίρεση» η ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, καθώς και η συνταγματική της αναθεώρηση, στην περίπτωση μιας τυχόν εκ των υστέρων απόρριψης της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή…

Ο κυβερνητικός τυχοδιωκτισμός, προς διασφάλιση των ΝΑΤΟϊκών σχεδιασμών, προφυλάσσει σ’ αυτό το αρχικό στάδιο με τον καλύτερο τρόπο τα ΝΑΤΟϊκά κόμματα της «αντιπολίτευσης» από την έκθεσή τους στο σκληρό άμεσο δίλημμα της ψήφισης είτε της καταψήφισης της ΝΑΤΟϊκής συμφωνίας.

Ο τυχοδιωκτισμός των κομμάτων της αστικής αντιπολίτευσης αποδέχεται σαν σωτήρια την τυχοδιωκτική προσφορά της κυβέρνησης και – μαζί με τον έναν από τους εταίρους της συγκυβέρνησης, τους ΑΝΕΛ – «ποντάρουν» επίσης τυχοδιωκτικά  στην πιθανότητα απόρριψης της συμφωνίας από τους πολιτικούς θεσμούς της ΠΓΔΜ. Και, ειδικά η ΝΔ,  αρπάζει την ευκαιρία και, με την ευκολία της παράκαμψης του άμεσου ερωτήματος έγκρισης ή απόρριψης της συμφωνίας, ευκολία που της την προσφέρει η κυβέρνηση, μετατρέπει το ερώτημα αυτό σε ένα άλλο: σε ερώτημα «δυσπιστίας» προς την κυβέρνηση, φορώντας στην όλη υπόθεση τα μέτρα που υπηρετούν την ιδιαίτερη δική της πολιτική τακτική.

Όλα αυτά δεν είναι παρά συμπτώματα εκφυλισμού του αστικού πολιτικού συστήματος. Εκφυλισμού που εκφράζεται με τη μορφή συναγωνισμού των αστικών κομμάτων σ’ έναν δίχως αρχές και δίχως όρια τυχοδιωκτισμό. Τα αστικά πολιτικά κόμματα είναι διατεθειμμένα να σφαχτούν «στην ποδιά του ΝΑΤΟ» και για τα μάτια του ΝΑΤΟ. Γι’ αυτά τα μάτια σφάζουν πρώτη και καλύτερη, στο βωμό των ΝΑΤΟϊκών και μαζί των δικών τους δημαγωγικών αναγκών, κάθε  τυπική εγγύηση δημοκρατικής διαδικασίας, κατά τρόπο που εν προκειμένω μετατρέπει τον δικό τους τυχοδιωκτισμό σε τυχοδιωκτισμό και σε ανυποληψία με γενικά εθνικά χαρακτηριστικά, σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία όχι απλώς δικά τους προς το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά σε τυχοδιωκτισμό και ανυποληψία της χώρας προς τα έξω.

Η δημοκρατία, αν και «αστική», δεν είναι των αστών και των κομμάτων τους. Είναι και αυτή αντικείμενο σφετερισμού: Η αστική τάξη, όπως σφετερίζεται την παραγωγική δραστηριότητα των εργαζομένων, σφετερίζεται και τη λαϊκή πολιτική δραστηριότητα. Και για τις δυο αυτές μορφές σφετερισμού είναι εξίσου υπόλογη, κοινωνικά και πολιτικά.


Κοιμήσου ήσυχος

Στα «Νέα», την εφημερίδα του «μέσου άνθρωπου», κατά τη διάρκεια του φετινού αντικομμουνιστικού μήνα Αύγουστου, εμφανίστηκαν ορισμένες οδηγίες ασφαλούς επιβίωσης αυτού του «μέσου άνθρωπου» υπό ναζιστικό καθεστώς κατά το πρότυπο που ίσχυε στη ναζιστική Γερμανία (πηγή).

Σύμφωνα λοιπόν με τις αντιλήψεις του συντάκτη:  «Στη ναζιστική Γερμανία σε γενικές γραμμές, μπορούσες να κοιμάσαι σχετικά «ήσυχος», αν δεν είχες τέσσερις ιδιότητες, εκ των οποίων η πρώτη αποκτάτο αυτοβούλως, ενώ οι άλλες ήταν, λίγο – πολύ, γονιδιακά προκαθορισμένες: Αφενός μεν, δηλαδή, αν δεν ήσουν δημόσια αντιφρονών, αφετέρου δε αν δεν ήσουν Εβραίος, Τσιγγάνος ή ομοφυλόφιλος».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, κάτω από ένα ναζιστικό καθεστώς ο «μέσος άνθρωπος» δεν χρειάζεται παρά να παραμείνει «μέσος άνθρωπος» προκειμένου να «κοιμάται σχετικά ήσυχος».

Γιατί, ίσως δεν το πρόσεξε ο συντάκτης, αλλά οι ιδιότητες που περιγράφει, δεν είναι παρά ιδιότητες του (παροιμιώδους) «μέσου άνθρωπου», ο οποίος είναι τέτοιος («μέσος») εφόσον, αφενός, «αυτοβούλως» φροντίζει να μην είναι «δημόσια αντιφρονών» και, αφετέρου, δεν έχει την «λίγο-πολύ γονιδιακά προκαθορισμένη» ατυχία να ανήκει σε κάποια κατηγορία που να τον αποκλείει από την κατηγορία του «μέσου άνθρωπου»: Εβραίος, τσιγγάνος, ομοφυλόφιλος τότε, όπως κατηγοριοποιεί ο συντάκτης τους «γονιδιακά» ανασφαλείς, μετανάστης και πρόσφυγας θα μπορούσαμε να προσθέσουμε σήμερα, χωρίς με αυτά να εξαντλείται ο κατάλογος ούτε ως προς το τότε ούτε ως προς το σήμερα.

Σύμφωνα λοιπόν με τον συντάκτη των οδηγιών, ο «μέσος άνθρωπος» με αυτές τις ιδιότητες μπορούσε κάτω από το ναζιστικό καθεστώς «να κοιμάται σχετικά ήσυχος». Άλλωστε μόνο «σχετικά ήσυχος» μπορεί να κοιμάται ο «μέσος άνθρωπος» γενικά: Το όνειρο τού «εντελώς ήσυχου» ύπνου για τον «μέσο άνθρωπο», γνωστό αυτό, δεν αφορά αυτήν εδώ τη ζωή… Κι έπειτα, είναι τόσο πολλοί αυτοί (οι άλλοι) και τόσο πολλά τα κοινωνικά ερεθίσματα που θέλουν να σου χαλάσουν την ησυχία, ώστε και μόνο εξαιτίας της προσπάθειας να τα αποφύγεις είναι αδύνατον να κοιμηθείς «εντελώς ήσυχος». Αλλά μήπως, στο κάτω κάτω της γραφής, δεν είναι ο φασισμός αυτός που σου υπόσχεται να πατάξει κάθε είδους «άλλον» και κάθε είδους κοινωνικό ερέθισμα, όλα αυτά που σου χαλάνε την ησυχία και τα δείχνει κι η τηλεόραση,  έτσι ώστε για σένα τον «μέσο άνθρωπο» να γίνει πράξη ο «εντελώς ήσυχος ύπνος» και μάλιστα σε αυτήν εδώ τη ζωή…;;;

*

Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεται ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς.

«Γονιδιακοί λίγο-πολύ προκαθορισμοί» που να αποκλείουν έναν «σχετικά ήσυχο ύπνο» μπορούν να ανευρεθούν και στο σύγχρονο «δημοκρατικό» πολίτευμα, τουλάχιστον αν κρίνουμε από τον αριθμό των έγκλειστων στα σημερινά «δημοκρατικά» στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών και προσφύγων, ακόμα κι αν δεν επεκταθούμε στον «ύπνο» που επιφυλάσσει το σημερινό «δημοκρατικό» καθεστώς, γενικά σε όσους διαθέτουν κάποιο από τα χίλια πρόσωπα της «λίγο – πολύ γονιδιακά προκαθορισμένης» ιδιότητας της φτώχιας.

Αλλά και η σύγχρονη ελληνική ιστορία, από το βενιζελικό ιδιώνυμο του 1929 μέχρι έστω την μεταπολίτευση του 1974, υποδεικνύει ότι και η «αυτόβουλη» ιδιότητα «να μην είσαι δημόσια αντιφρονών» μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για έναν υποτιθέμενο «σχετικά ήσυχο ύπνο» τόσο κάτω από φασιστικό δικτατορικό καθεστώς όσο και κάτω από καθεστώς αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: Ήταν «δημοκρατική» η βία, οι απαγορεύσεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι δολοφονίες του βενιζελικού ιδιώνυμου. Όπως «δημοκρατικές» ήταν και οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης που επί δεκαετίες αρκούσαν για να γλιτώσει κανείς «αυτοβούλως» από το εκτελεστικό απόσπασμα, τις γιούρες και τα μακρονήσια  ή απαιτούνταν για μια θέση εργασίας.

Ο συντάκτης της εφημερίδας, ατυχώς γι’ αυτόν, περιγράφει με τις οδηγίες του την «δημοκρατία» του παρελθόντος της. Αυτήν την «δημοκρατία» που τόσο στην προπολεμική όσο και στην μεταπολεμική φάση της εγκαινιάστηκε  από τους ίδιους της τους ταγούς: Από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως πρωθυπουργό του «ιδιώνυμου» και τον Γεώργιο Παπανδρέου ως πρωθυπουργό της σφαγής των δεκάδων άοπλων διαδηλωτών στις 3 και στις 4 Δεκέμβρη του 1944. Από τους εμβληματικούς ταγούς της αστικής δημοκρατίας, οι οποίοι κήρυξαν τον πόλεμο σε όσους δεν φρόντισαν «αυτοβούλως» να αποκτήσουν την ιδιότητα «να μην είναι δημόσια αντιφρονούντες». Και οι οποίοι, πάντοτε, απέναντι στην «εξίσωση των άκρων» και απέναντι στην «εξομοίωση φασισμού – κομμουνισμού» ήξεραν πάντοτε τι να διαλέξουν και με ποιο «άκρο» να πάνε.

(Έως και πρόσφατα άλλωστε, οπότε περίσσεψαν οι «αστικοδημοκρατικές» ευχαριστίες προς την ναζιστική ΧΑ, οι επικλήσεις μιας «σοβαρής» ναζιστικής ΧΑ, μέχρι και οι απόπειρες συγκάλυψης των νεοναζιστικών εγκλημάτων της παρουσιαζόμενων πότε σαν «αντιποίηση αρχής» και πότε σαν καυγάδες για το ποδόσφαιρο…)

*

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται, λοιπόν, και μια ουσιαστική ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον φασιναζισμό και την αστική δημοκρατία. Μια διαφορά που ο συντάκτης των οδηγιών αδυνατεί να αναγνωρίσει, λόγω της (όχι εντελώς παράδοξης) σύγχυσής του των ειδικών χαρακτηριστικών   του ναζισμού και των χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας, που είτε υποβόσκουν σε αυτήν είτε βρίσκονται άμεσα στο προσκήνιό της. Κι η διαφορά βρίσκεται στο ότι, εκεί που η αστική δημοκρατία για τον «σχετικά ήσυχο ύπνο» του «μέσου πολίτη» αρκείται στην φροντίδα της για το πώς αυτός «αυτοβούλως» δεν θα εκδηλώνεται δημόσια ως αντιφρονών εναντίον του συστήματος της εκμετάλλευσης και των συνεπειών του, ο ναζισμός για τον «σχετικά ήσυχο» ύπνο του «μέσου ανθρώπου» απαιτεί από αυτόν την πολιτική στράτευσή του στην υπηρεσία του εκμεταλλευτικού συστήματος.

Αλλά ο συντάκτης των οδηγιών ασφαλούς επιβίωσης σε ναζιστικό καθεστώς φαντάζεται, ονειρεύεται, τον ναζισμό σαν την αστική δημοκρατία. Προκειμένου να εξομοιώσει τον ναζισμό με τον κομμουνισμό, προκειμένου μάλιστα να αποδείξει τον κομμουνισμό σαν «χειρότερο», εξομοιώνει εν τέλει τον ναζισμό με την «δημοκρατία» του. Εξομοιώνει το να «κάθεσαι στ’ αυγά σου» όσο επικρατεί η «κανονικότητα» των κατεστημένων εκμεταλλευτικών σχέσεων, με το «να κάθεσαι στ’ αυγά» σου όταν επικρατεί η πιο ωμή εγκληματική έκφραση αυτών των σχέσεων, η οποία άλλωστε αποτελεί μόνιμο συστατικό τού πυρήνα τους. Μόνο που τότε, το «να κάθεσαι στα αυγά σου» σημαίνει και απαιτεί τη δημόσια συνενοχή σου στο έγκλημα.

Είναι αδιόρατα εκλεπτυσμένη η ιδεολογική του υπηρεσία προς τον φασισμό εκ μέρους και στο όνομα της «δημοκρατίας», και αδιόρατα ολοκληρωμένες οι ιδεολογικές προϋποθέσεις του για μια επίσης αδιόρατη ιδεολογική μετάβαση από την δεύτερη προς τον πρώτο. Όσο «αδιόρατα» αποσκοπεί εξ ορισμού και η ιδεολογική εξίσωση κομμουνισμού και φασισμού στην ιδεολογική και πολιτική ποινικοποίηση του πρώτου και στη νομιμοποίηση του δεύτερου, σε συνθήκες όπου η καπιταλιστική δημοκρατία αντιμετωπίζει ένα φάσμα αβεβαιότητας σχετικά με τον «μέσο άνθρωπο» και την «αυτόβουλη» ιδιότητα του «να μην είναι δημόσια αντιφρονών».

 


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


ΝΑΙ ή ΟΥ, ρε;

Επειδή η κυβέρνηση του «διαπραγματευτικού» όχι, συνεπικουρούμενη από την «αντιπολίτευση» του «ξεκάθαρου» ναι, εμφανίζει σαν ανώτατη έκφραση της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας τη διαταγή της προς το λαό όπως εντός 7 ημερών προσέλθει αμελλητί στους ενδεδειγμένους τόπους προσελεύσεως προκειμένου να απαντήσει μονολεκτικά, με «ναι» ή «όχι» για τη ζωή του στην ερώτηση που αποφάσισε πριν από αυτόν γι’ αυτόν.

Επειδή είναι η κυβέρνηση αυτή, και μόνο αυτή, που πέντε μόνο μήνες μετά την εκλογή της έφερε στο άμεσο πολιτικό προσκήνιο την επιλογή μιας «κυρίαρχης» απάντησης υπέρ όλων όσων πριν πέντε μήνες απόρριψε ο λαός, υπέρ των μνημονίων, της «πρότασης των δανειστών» κλπ, αντιπαραθέτοντάς της μια «δημιουργικά ασαφή» τυπική άρνηση προορισμένη αμέσως μετά να μετατραπεί  σε σαφή και ουσιαστική κατάφαση σ’ αυτό που τυπικά φέρεται να αρνείται.

Επειδή είτε με το «ναι» τους είτε με το «όχι» τους κυβέρνηση και «αντιπολίτευση» μεταχειρίζονται το λαό σαν το βόδι που σέρνει κυρίαρχα το κάρο του ως τον τόπο της σφαγής του, για να επέλθει αυτή σαν αποτέλεσμα της δικής του «κυρίαρχης» επιλογής είτε με το «όχι» είτε με το «ναι».

Επειδή η κυβέρνηση σέρνει το λαό σε μια τέτοια «ιστορική επιλογή» κάτω από όρους  ενός κοινωνικού – οικονομικού – συνειδησιακού αυτοματισμού, τους οποίους η ίδια διαμόρφωσε όλο το προηγούμενο διάστημα και για τους οποίους ευθύνεται αποκλειστικά  αυτή και οι προκάτοχοί της, κι όχι οι συνταξιούχοι που για το ένα 50άρικο στήνονται στις ουρές εξαναγκασμένοι ταυτόχρονα να συλλογίζονται αν σε αυτό το δημοψήφισμα – μπαρμπούτι είναι η ζαριά του «ναι» ή η ζαριά του «όχι»  εκείνη που θα εξασφαλίσει την λιγότερη δυνατή οδύνη στη ζωή των ίδιων, των παιδιών τους και των εγγονιών τους.

Επειδή η διαμόρφωση αυτών των όρων «αυτοματισμού», δεν αποτελεί αποτέλεσμα κυβερνητικής «αστοχίας» ή «απειρίας», δεν είναι κυβερνητικό «πάθημα» που έγινε «μάθημα», αλλά μαθηματικά αναγκαία συνέπεια των πολιτικών της αντιλήψεων και της κυβερνητικής στρατηγικής, της υπηρέτησης και στο όνομα του «όχι» και στο όνομα του «ναι» του αντιλαϊκού μονόδρομου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αναγκαία συνέπεια της υπηρέτησης των ετερόκλητων εκμεταλλευτικών συμφερόντων που συσπειρώνουν στους κόλπους τους κυβέρνηση και «αντιπολίτευση».

Επειδή για να φτάσει η κυβέρνηση ως τη διαμόρφωση αυτών των όρων εκβιαστικού «αυτοματισμού» στο 5μηνο – 4μηνο από την εκλογή της και την παράταση του μνημονίου με τη συμφωνία της 20 Φλεβάρη, σκόρπισε απλόχερα στα πόδια των «χορευτών» όλη τη χαρτούρα των κρατικών ταμείων, κι ας μη «χόρεψαν», κι ας μην επρόκειτο να «χορέψουν» παρόλο που μαζέψανε χαρτούρα (δόσεις) γύρω στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ από τις εκλογές μέχρι σήμερα, διεκδικώντας η κυβέρνηση και χειροκρότημα γι’ αυτή της τη «συνέπεια» προς τους δανειστές, τους «θεσμούς» και δε συμμαζεύεται, και γι’ αυτή τη μονομερή της καταδίκη κάθε άμεσης κι απότερης ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών.

Επειδή τώρα, στην τούρλα του Σαββάτου, και μετά από αυτή την 5μηνη διαδρομή από το «σχίσιμο των μνημονίων» στο «καθεστώς των μνημονίων» κι από την «κατάργησή τους με 1 άρθρο και 1 νόμο» στο «σχήμα λόγου» η κυβέρνηση  διατάζει το λαό ν’ απαντήσει μονολεκτικά στο στημένο της ερώτημα, προτείνοντας το κάλπικο «όχι» της σε ενιαίο αντιλαϊκό μέτωπο με τους υποστηρικτές του «ναι», ώστε να βρεθεί στη συνέχεια ο λαός στη γωνία γευόμενος τις συνέπειες της πολιτικής τους σαν αποτέλεσμα της «δικής του» επιλογής και της «δικής του» κυριαρχίας.

Επειδή κανένα «τεστ» δεν έχουμε να λύσουμε την ερχόμενη Κυριακή, και μπορούμε να το επιστρέψουμε σ’ αυτούς που μας το βάζουν σβήνοντας τα ερωτήματά τους και βάζοντας στη θέση των «λύσεων» τις δικές μας ερωτήσεις.

Για αυτούς τους λόγους μοναδική δυνατή λαϊκή απάντηση στο δημοψήφισμα της ερχόμενης Κυριακής είναι να τους γυρίσουμε την πλάτη. Είτε ρίχνοντας στην κάλπη τη μοναδική έγκυρη απάντηση: ΟΧΙ στους «θεσμούς» ΟΧΙ στην κυβέρνηση ΝΑΙ στην αποδέσμευση από την ΕΕ με το λαό στην εξουσία, είτε ακυρώνοντας με κάθε τρόπο τις ερωτήσεις τους και μένοντας μακριά από την κάλπη, αρνούμενοι να νομιμοποιήσουμε τις απαντήσεις που μας ζητάνε, αρνούμενοι να βάλουμε σαν αρνιά το λαιμό μας κάτω από το μαχαίρι του χασάπη.

Και ορίζοντας για τη Δευτέρα τη συνάντησή μας στους δρόμους του αγώνα για τα λαϊκά δικαιώματα, που μόνο με αγώνα κατακτιούνται και μόνο με αγώνα σιγουρεύονται.

ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΚ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΠΟΤΑΜΙ

ΟΧΙ ΣΤΟ ΜΠΛΟΚ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ – ΧΑ

ΕΓΚΥΡΟ «ΑΚΥΡΟ» ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

ΑΚΥΡΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΜΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΕΣΟ


Το «όχι» και το «ναι»

nai oxi Στον παραπάνω πίνακα μπορείτε αριστερά να δείτε το νόημα του «όχι» και δεξιά το νόημα του «ναι». Κοινός παρονομαστής και των δυο (παρόμοιων άλλωστε) νοημάτων η επισφράγιση των όσων ήδη έχουν επιβληθεί με τα ως τώρα μνημόνια που «δεν σχίζονται» γιατί είναι καθεστώς (Βούτσης) και «δεν καταργούνται με ένα νόμο και ένα άρθρο» γιατί αυτό είναι σχήμα λόγου (Κωνσταντοπούλου).

Παρακάτω επίσης, ορισμένα αποσπάσματα από την τελευταία ομιλία του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη στο Eurogroup του περασμένου Σαββάτου την οποία και δημοσιοποίησε:

«Κάποιοι ανησυχούν ότι μια ψήφος στο «ναι» θα είναι μια ψήφος μη εμπιστοσύνης στην κυβέρνησή μας (μιας και θα προτείνουμε ψήφο στο «όχι»), και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα μπορούμε να υποσχεθούμε στο Eurogroup ότι θα είμαστε σε θέση να υπογράψουμε και να εφαρμόσουμε μια συμφωνία με τους Θεσμούς. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Είμαστε αφοσιωμένοι δημοκράτες. Εάν ο λαός μας δώσει καθαρή εντολή για να υπογράψουμε τις προτάσεις των Θεσμών, θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να το πράξουμε, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει μια ανασχηματισμένη κυβέρνηση».

«Συνάδελφοι, η λύση του δημοψηφίσματος είναι η καλύτερη για όλους, δεδομένων των περιορισμών που αντιμετωπίζουμε. Εάν η κυβέρνησή μας δεχόταν την πρόταση των Θεσμών σήμερα, υποσχόμενη να την περάσει από το Κοινοβούλιο, θα χάναμε στο Κοινοβούλιο με το αποτέλεσμα να έφερνε νέες εκλογές μέσα σε έναν μακρύ μήνα, μετά η καθυστέρηση, η αβεβαιότητα και οι προοπτικές για μια επιτυχή επίλυση θα ήταν πολύ πολύ μηδαμινές. Αλλά ακόμη και εάν καταφέρναμε να περάσουμε την πρόταση των Θεσμών από το Κοινοβούλιο, θα αντιμετωπίζαμε ένα τεράστιο πρόβλημα εφαρμογής. Για να το θέσω απλά, όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις που πίεσαν για πολιτικές που υπαγορεύθηκαν από τους Θεσμούς δεν μπόρεσαν να πάρουν το λαό με το μέρος τους, το ίδιο θα συνέβαινε και με εμάς».

«Συνάδελφοι, η άρνησή σας για επέκταση του προγράμματος για μερικές εβδομάδες ώστε να δώσουμε στον ελληνικό λαό τη δυνατότητα να μελετήσει ήσυχα και με ηρεμία την πρόταση των δανειστών, ιδιαίτερα από τη στιγμή που υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τις δεχθεί (σε αντίθεση με τη δική μας πρόταση) θα πλήξει μόνιμα την αξιοπιστία του Eurogroup ως ενός οργάνου δημοκρατικών αποφάσεων το οποίο αποτελείται από κράτη – μέλη που μοιράζονται όχι μόνο ένα κοινό νόμισμα, αλλά και κοινές αξίες»

Είναι ίσως σκληρό, αλλά πλανώνται πλάνη οικτρή όσοι θεωρήσουν τα παραπάνω λόγια, ακόμη μια φορά, «ελιγμό» της κυβέρνησης απέναντι στους δανειστές, κι όχι σαν το πραγματικό περιεχόμενο και σαν την πραγματική επιδίωξη του δημοψηφίσματος, σαν επιβεβαίωση ότι το νόημα του «όχι» και του «ναι» απεικονίζονται στις δυο στήλες του παραπάνω πίνακα και στον κοινό τους παρονομαστή: το «μνημονιακό κεκτημένο».

Σε αυτό το δημοψήφισμα ο λαός είναι υποτίθεται ελεύθερος να επιλέξει μονολεκτικά, με ένα «ναι» ή ένα «όχι» την απάντηση στο ερώτημα που του βάζουν, ένα «ναι» και ένα «όχι» προορισμένα να οδηγήσουν στον ίδιο αντιλαϊκό μονόδρομο.

Ο λαός θα είναι πραγματικά ελεύθερος όταν επιλέξει ο ίδιος τα δικά του ερωτήματα. Τότε μόνο θα δώσει τις δικές του απαντήσεις. Με δημοψηφίσματα ή χωρίς, και σε κάθε περίπτωση στους δρόμους της συσπείρωσης, της οργάνωσης και της πάλης, από την επόμενη κιόλας μέρα, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Κι αυτός είναι ο δικός του μονόδρομος.

diakhryksh-oxi

[προσθήκη 1/7/2015: Κι όλα αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο γεγονός ότι την ώρα της υποτιθέμενης μάχης του δήθεν «όχι» η κυβέρνηση καταθέτει στους ευρωενωσιακούς «θεσμούς» το αίτημά της για 3ο μνημόνιο…]


δεν είμαι γιατρός, αλλά…

Δεν είμαι γιατρός, αλλά ούτε ο υπουργός υγείας είναι γιατρός.

Το όλο θέμα φυσικά δεν αφορά ειδικά τον υπουργό υγείας, αλλά την κυβέρνηση και την πολιτική της, που στον τομέα της «υγείας» εκπροσωπεί ο κ. Βορίδης.

Ο κ. Βορίδης είναι νομικός. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που, πλέον, για να δικαιολογηθεί από τον «ΕΟΠΥΥ» διαγνωστική εξέταση PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρα 45-50 ετών, ο εξεταζόμενος πρέπει να προσκομίσει πιστοποιητικά με τα οποία θα βεβαιώνεται ότι έχει πατέρα ή αδελφό ο οποίος να έχει προσβληθεί σε ηλικία κάτω των 65 ετών από καρκίνο του προστάτη. Ομοίως, για τον ίδιο σκοπό, οι άνδρες 40-45 ετών θα πρέπει να πιστοποιούν ότι έχουν πολλαπλούς συγγενείς που να έχουν προσβληθεί από καρκίνο του προστάτη σε ηλικία κάτω των 65 ετών.

Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών και πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ενδεχομένως και ένα πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας ή μια ένορκη βεβαίωση στο ειρηνοδικείο,  όλα αυτά συνοδευόμενα από τις αντίστοιχες ιατρικές βεβαιώσεις, είναι λοιπόν φανερό ότι μπαίνει πια κάποια τάξη και η «υγεία» παύει να αποτελεί ξέφραγο αμπέλι, ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο όγκος της «γραφειοκρατίας» για μια εξέταση PSA  με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρες 40-50 ετών παραμένει σημαντικά μικρότερος από τον αντίστοιχο όγκο που απαιτείται προκειμένου κάποιος να πετύχει να βάλει πετρέλαιο θέρμανσης αν τυχόν είναι δικαιούχος του σχετικού επιδόματος.

Άλλωστε για τους άνδρες κάτω των 40 και άνω των 75 ετών η διαδικασία δικαιολόγησης διαγνωστικής εξέτασης PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη είναι εξαιρετικά απλουστευμένη: Για άνδρες που εμπίπτουν σε αυτές τις ηλικιακές κατηγορίες δεν απαιτείται καμία ενέργεια, διότι ούτως ή άλλως τέτοια εξέταση δεν δικαιολογείται…    Προφανώς διότι όσον αφορά άνδρες κάτω των 40, θεωρείται ελάχιστα πιθανό να προσβληθούν από καρκίνο του προστάτη οπότε πάνε χαμένα και τα λεφτά με τόσα αρνητικά τεστ, ενώ όσον αφορά άνδρες άνω των 75 θεωρείται ότι κι αν προσβληθούν αυτοί τα έχουν φάει πια τα ψωμιά τους. Οι παλιότεροι ίσως θυμούνται και οι νεώτεροι μπορούν να γκουγκλάρουν την «έκθεση Σπράου» («Σπράου»: δεν είναι Γερμανός, το όνομά του δεν είναι Sprau, αλλά Σπράος, πρόκειται για γενική πτώση ενικού αριθμού) επί κυβέρνησης Σημίτη, η οποία έκθεση ξεκαθάριζε: οφείλουμε να ζούμε λιγότερο διότι διαφορετικά δημιουργούμε προσκόμματα στην μετατροπή του κοινωνικού αποθέματος σε αυτοξιοποιούμενο κεφάλαιο.

Παρόμοια άλλωστε μέριμνα, με αυτή που αφορά τους άνδρες άνω των 75 ετών, έχει προβλεφθεί και για τους άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας οι οποίοι θα ήθελαν να δικαιολογήσουν στον ΕΟΠΥΥ έξοδα  διαγνωστικής εξέτασης PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη, αν και πάσχουν από χρόνιες βαριές νόσους με προσδόκιμο επιβίωσης κάτω των 10 ετών… Η διαδικασία έχει και γι’ αυτούς απλοποιηθεί εξαιρετικά: Τέτοια εξέταση  δεν δικαιολογείται ούτε γι’ αυτούς.

Ρε «φίλε», αφού  (πρώτα ο Θεός) θα ψοφήσεις που θα ψοφήσεις μέσα στην ερχόμενη δεκαετία, τι τη θες την εξέταση, ένας καρκίνος παραπάνω σε μάρανε; Άστα αυτά τώρα και καλή ψήφ… και καλό ψόφο.

Κι εσύ τι έρχεσαι να μας πεις; Περσινά ξινά σταφύλια; Ενάμιση μηνός είδηση μας την πλασάρεις σαν καινούργια; Ή μήπως ξεχνάς ότι ο νόμος ψηφίστηκε; Δε σ’ αρέσει ο νόμος; Κατανοητό ηθικά αλλά εντελώς ακατάληπτο νομικά! Ο νόμος ψηφίστηκε, η συζήτηση τελείωσε, υπάρχει πια δίκαιο!

***

Δίκαιο – δίκιο, δουλεία – δουλειά… Πώς αλλάζει άρδην το νόημα κάποιων λέξεων από μια λεπτομέρεια στην προφορά τους…

…»Υπάρχει πια δίκαιο» λοιπόν, όμως το δίκιο έχει καταργηθεί από καιρό ή, με άλλα λόγια, η «δημοκρατία» είναι νεκρή αν ο ΕΟΠΥΥ δεν δικαιολογεί  διαγνωστική εξέταση PSA με δακτυλική εξέταση για τον καρκίνο του προστάτη σε άνδρες κάτω των 40, άνω των 75 και σε άνδρες ανεξαρτήτως ηλικίας που πάσχουν από χρόνιες βαριές νόσους με προσδόκιμο επιβίωσης κάτω των 10 ετών: Δόγμα που -για να ξαναγυρίσουμε στα νομικά- δεν αποτελεί βέβαια ζήτημα της «κείμενης νομοθεσίας», αλλά ζήτημα της φιλοσοφίας του «δικαίου».

Άνευ μαλακίας, όπως θα έλεγε και ο Περικλής γύρω από τη φιλοσοφία γενικά.


δημοψήφισμα;

Ενώ στη γενικότητά της σαν «ιδέα» δίνει την εντύπωση του Α και του Ω της δημοκρατίας, μπορεί στην πράξη να γίνει εργαλείο χειραγώγησης   του λαού.

Ο λόγος για το «δημοψήφισμα», που ήρθε σαν έννοια στην επικαιρότητα με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τη «μικρή» ΔΕΗ.

Το πιο πρόσφατο προηγούμενο είναι το δημοψήφισμα που «ερρίφθη» σαν πρόταση (ή σαν «κύβος», κοινώς ζάρι) από τον Γ.Α.Π. με ερώτημα ναι ή όχι στο ευρώ, ευρώ ή δραχμή ή κάτι παρόμοιο. Ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντήσει ο λαός μονολεκτικά την στιγμή της κρίσης, αφήνοντας κατόπιν τους διαχειριστές της εξουσίας να γράψουν το μυθιστόρημα κάτω από τον τίτλο του «ναι» ή του «όχι» που θα πλειοψηφούσε. Με σίγουρη κατάληξη ότι είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση, θα ερχόταν η στιγμή που οι «κουμανταδόροι» των κέντρων της εξουσίας του κεφαλαίου θα λέγαν στον «οδηγό»-λαό: «κατέβα τώρα να δεις τι έκανες».

Η επίκαιρη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, πάλι, δε βρίσκεται μακρυά από μια τέτοια λογική, λογική στημένου ντέρμπι ας την ονομάσουμε. Που όμως δεν εξαντλείται στη διατύπωση του ερωτήματος που θα πρέπει να απαντηθεί με ένα «ναι» ή ένα «όχι», όσο κι αν είναι κι αυτή σημαντική. Φυσικά και ένα δημοψήφισμα γύρω από το θέμα δεν μπορεί να περιορίζεται σε ένα μόνο επεισόδιο, όσο κι αν είναι σημαντικό, της λεγομενης απελευθέρωσης της ενέργειας, αλλά πρέπει να βάζει στο κέντρο της συνολικά αυτή την πολιτική.  Να μην πουληθεί η «μικρή» ΔΕΗ. Να μείνει όμως η ΔΕΗ πουλημένη με τη μορφή της μετοχοποίησής της κατά 49%; Μήπως να μετοχοποιηθεί κι άλλο; Και γιατί να διατηρηθεί και ο ίδιος ο διαχωρισμός της ΔΕΗ σε «μικρή» και «μεγάλη»; Γιατί να διατηρηθεί ο διαχωρισμός της παροχής και της διασύνδεσης; Να παραμείνει εκτός ερωτήματος το ιδιωτικοποιημένο φυσικό αέριο κι οι ιδιωτικοποιημένες ανανεώσιμες πηγές; Τα στρατηγικά σχέδια στα οποία εντάσσεται προοπτικά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας γενικά («ας μας δώσει η Ελλάδα τον ήλιο της για να φορτίζουμε τα μελλοντικά ηλεκτρικά μας αυτοκίνητα», έλεγε σχετικά πρόσφατα κάποιος Γερμανός μεγαλοσχήμων); Και μια που μιλάμε για την ενέργεια μήπως να προεκτείνουμε το θέμα και στο πετρέλαιο; Τα ΕΛΠΕ λόγου χάρη δεν έχουν και τόοσο πολύ καιρό που ιδιωτικοποιήθηκαν; Μήπως χωράνε στο «δημοψήφισμα» έστω και αναδρομικά;  Μήπως το τελικό ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί με τη μορφή: «κοινωνική παραγωγή για την κερδοφορία των μονοπωλητών της ή κοινωνική παραγωγή για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών»; Μπορεί να είναι ένα τέτοιο ζήτημα ερώτημα δημοψηφίσματος; Αν ναι, πάσο. Εν αναμονή των εφαρμοστικών νόμων…

Όμως το θέμα δεν εξαντλείται στη διατύπωση του ερωτήματος.

Η ουσία του θέματος βρίσκεται στο ότι, ανεξάρτητα κι από το ερώτημα και τη διατύπωσή του, τη στιγμή όπου ξεκινά ένας απεργιακός αγώνας των εργαζομένων της ΔΕΗ αντιμέτωπος εξαρχής με τις κυβερνητικές απειλές για την καταστολή του, τη στιγμή που εκδίδεται δικαστική απόφαση που κηρύσσει την απεργία «παράνομη», τη στιγμή που οι εργαζόμενοι φαίνονται αποφασισμένοι να δώσουν μια σκληρή μάχη, τη στιγμή που θα έπρεπε κάθε πραγματικά αντιπολιτευόμενη πολιτική δύναμη να συμβάλει στην ανάπτυξη της αγωνιστικής αλληλεγγύης όλων των ετργαζομένων, τη στιγμή που θα έπρεπε η εξάπλωση του απεργιακού κινήματος να αποτελέσει την απάντηση των εργαζομένων στις δικαστικές αποφάσεις και ταυτόχρονα να μετατρέψει το ζήτημα της ΔΕΗ -μικρής και μεγάλης- σε πεδίο της ταξικής πάλης όχι μόνο των εργαζομένων «της» αλλά ολόκληρου του λαού, φέρνοντας στο προσκήνιο του αγώνα και μέσα από τον αγώνα το ερώτημα στην παραπάνω τελική του διατύπωση, την ίδια στιγμή αντί για όλα αυτά «πέφτει» από τον ΣΥΡΙΖΑ μια πρόταση που άλλο σκοπό δεν έχει από το να τα παρακάμψει και να τα ματαιώσει σαν δυνατότητα, ώστε αντί να γίνεται λόγος για τη ΔΕΗ, έστω και τη «μικρή», να γίνεται λόγος για την «πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ», για την «διατύπωση του ερωτήματος» και για όλα αυτά που δεν πρόκειται ποτέ να κριθούν σε κανένα δημοψήφισμα παρά μόνο μπορούν να αποτελέσουν κατακτήσεις της μαζικής λαϊκής ταξικής πάλης παρά και ενάντια σε κάθε μέγεθος καταστολής που υψώνεται εναντίον της, παρά κι ενάντια σε κάθε μορφής αποπροσανατολισμό έστω κι αν αυτός είναι ο πιο δημοκρατικοφανής στη μορφή, έστω κι αν εμφανίζεται με τη μορφή του δημοψηφίσματος την ώρα της ανάπτυξης του αγώνα, έστω κι αν η διατύπωση του ερωτήματος είναι η πιο ορθή.

Η ορθή διατύπωση είναι στην πραγματικότητα αυτή που διατυπώνεται από την πάλη του λαού για τα δικαιώματά του, και καμιά διατύπωση που την υποκαθιστά δεν είναι στην πραγματικότητα η ορθή.