«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;

Advertisements

«διαβάζοντας τη διακήρυξη»: επιλεγόμενα

Σε σχέση με προηγούμενη ανάρτηση, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη ορισμένων παρατηρήσεων, που διατυπώνονται παρακάτω:

1] Το περιεχόμενο της παρέκβασης της σχετικής με την «καθοδήγηση» της Κομμούνας, έχει μια γενικότερη σημασία για την κατανοηση της σχέσης ανάμεσα σε αυτό που ο Ένγκελς ονομάζει «πνευματικό παιδί» και στην πρακτική του καθοδήγηση.

Εννοείται, νομίζω, ότι γενικά η δεύτερη απαιτεί την άμεση παρουσία εκεί όπου διαδραματίζονται τα καθημερινά γεγονότα, ιδιαίτερα σε χρονικές περιόδους όπως αυτή της Κομμούνας όπου οι ανάγκες της αντιμετώπισης κατάστασεων, οι συσχετισμοί της πάλης κλπ μεταβάλλονται από μέρα σε μέρα ή ακόμα και αρκετές φορές καθημερινά. Κι είναι φυσικό ότι πολύ περισσότερο με τα επικοινωνιακά μέσα της εποχής μια τέτοια συμβολή από απόσταση στην πρακτική καθοδήγηση των καθημερινών εξελιξεων θα ήταν ακόμα πιο δυσχερής απ’ ό,τι σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση πάντως αυτό που έχει γενική σημασία είναι η κατανοηση της διαφοράς ανάμεσα στις δυο αυτές «λειτουργίες», από τις οποίες η πρώτη αποτελεί καρπό μιας μακρόχρονης δουλειάς, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τη συγχρονισμένη παρέμβαση στην εξέλιξη των γεγονότων.

2] Η Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ. Πάνω σ’ αυτό αξίζει να παρατηρήσει κανείς την απλότητα, την κατανοητή στον πιο «αμόρφωτο» άνθρωπο με την οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ο πολιτικός λόγος όσο πιο βαθιά είναι η γνώση και η αφομοίωση της επαναστατικής – επιστημονικής θεωρίας. Στις φράσεις για το κεντρικό περιεχόμενο της αστικής και της εργατικής πολιτικής οικονομίας (ζήτημα που αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο ατελείωτων θεωρητικών έως σχολαστικών αντιπαραθέσεων), ή για τους «απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη» κλπ, δεν υπάρχει ίχνος «υψηλής» θεωρίας, είναι διατυπωμένες έτσι που μπορεί «να τις καταλαβαίνει κάθε εργάτης, κάθε τσοπάνης, κάθε πλύστρα … και στις πιο μακρινές γωνιές του τόπου» (Λένιν, Τα κομμουνιστικά κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός).

Είναι διδακτικό το πώς από τη μια μεριά για την τέτοια απλότητα των διατυπώσεων απαιτείται ένα τεράστιο επιστημονικό – θεωρητικό υπόβαθρο, και το πώς από την άλλη μεριά το ίδιο αυτό υπόβαθρο  δεν «προδίδεται» ούτε σε μια συλλαβή, το πώς η διατύπωση των θέσεων δεν επιτρέπει ούτε στιγμή στην αναλυτική διαδικασία να επικυριαρχήσει πάνω στο τελικό συμπέρασμα και την απλότητα της έκφρασής του που το καθιστά οικειοποιήσιμο.

Κι είναι αυτή η απλότητα που διασφαλίζει την ικανότητα «γονέων» όπως η Διεθνής να γεννάνε «πνευματικά παιδιά» σαν την Κομμούνα…

3] Στην ανάρτηση εκείνη, υπάρχει ηλεκτρονική παραπομπή σε άρθρο του Ριζοσπάστη σχετικό με τη διάλυση της Διεθνούς (1876)…

…Η αποστολή της, πράγματι, «είχε πια επιτελεστεί – και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο» όπως αναφέρεται στο άρθρο του «Ρ», και «με την παλιά της μορφή, είχε πια ξεπεραστεί» (στο ίδιο, γράμμα του Ένγκελς στον Ζόργκε), εφόσον δούμε την αποστολή της από την άποψη ενός ιστορικού κύκλου. Ένας, όμως, σημαντικός πρακτικός, άμεσος λόγος της διάλυσής της (εντός των γενικότερων συνθηκών που είχαν σχέση με την τοτινή πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη) ήταν και η αδυναμία συνέχισης της ενιαίας λειτουργίας της εξαιτίας  των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογικών, πολιτικών, οργανωτικών τάσεων που αναδύθηκαν στο εσωτερικό της. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε να πει κανείς ότι η «αποστολή της θα επιτελούνταν», μέχρι τέλους, αν ακριβώς δεν ήταν αναγκασμένη να διαλυθεί, αν ήταν σε θέση να συνεχίσει τη λειτουργία της συμβάλλοντας με αυτή και στην στερέωση σε εθνικό επίπεδο των πολιτικών κομμάτων της εργατικής τάξης.

Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσο «νομιμοποιούμαι» ιστορικά-θεωρητικά, παρ’ όλα αυτά «αποτολμώ» την εκτίμηση, ότι αποτελώντας η ίδια η Α΄Διεθνής ως κόμμα της εργατικής τάξης τη συνένωση της επιστημονικής θεωρίας με το εργατικό κίνημα, υπό τους συγκεκριμένους (αλλά και πρακτικά αναγκαστικούς) όρους με τους οποίους πραγματώθηκε η (και γι’ αυτό αναπόφευκτη) διάλυση της Α΄Διεθνούς, η διάλυση αυτή συνιστούσε σε έναν βαθμό και ορισμένο ρήγμα σε αυτήν ακριβώς τη συνένωση, ρήγμα που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να κατανοηθεί ως ταυτόσημο με το «σχίσμα» ανάμεσα στις πολιτικές ομάδες που κατά ένα επιπόλαιο «τεκμήριο» θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «εκφραστές» της μιας και της άλλης πλευράς της διαλεκτικής αυτής ενότητας. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα, δεν θα έπρεπε το όποιο «ρήγμα» ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και την επαναστατική επιστημονική θεωρία να γίνει αντιληπτό ως ταυτόσημο με το πολιτικό-οργανωτικό «σχίσμα» ανάμεσα στον κομμουνισμό του Μαρξ και τον αναρχισμό του Μπακούνιν ή τον προυντονισμό ή τον τρεϊντγιουνισμό, λόγου χάρη: Το πολύ-πολύ, το δεύτερο («σχίσμα») να αποτελούσε «διαθλασμένη» έκφραση του πρώτου («ρήγμα»), όμως είναι αυτονόητο πως δεν χωρά οποιαδήποτε μηχανική ταύτιση λ.χ. της «θεωρίας» με τον Μαρξ και του «κινήματος» με τον Μπακούνιν κλπ.

Εξακολουθώντας να μην είμαι βέβαιος για την ιστορική-θεωρητική μου «νομιμοποίηση», θα προεκτείνω την παραπάνω σκέψη ως το σημείο της ίδρυσης της Β΄Διεθνούς, που ναι μεν αποτέλεσε την διεθνή επανένωση του εργατικού κινήματος από οργανωτική άποψη, όμως δεν στάθηκε ικανή να κλείσει το παραπάνω «ρήγμα» σε όλη του την έκταση. Το μαρτυρεί αυτό, με τον τρόπο της, η συνεχής προσπάθεια του Ένγκελς να αντιπαλέψει τον οπορτουνισμό τον αναπτυσσόμενο στους κολπους της Β΄Διεθνούς, ο οποίος όσο κι αν εξέφραζε σε ορισμένο βαθμό τη σύνθεση και το χαρακτήρα της σοσιαλδημοκρατικής, τότε, εργατικής τάξης, επικυριαρχούνταν και εκπροσωπούνταν πρώτιστα από θεωρητικές κορυφές του «ακαδημαϊκού μαρξισμού». Η ίδια, άλλωστε, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, σαν κύρια δύναμη της Β΄Διεθνούς, είχε στην  ιδρυτική της βάση το «Προγραμα της Γκότα» (1875), από το οποίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήσαν «ολότελα αμέτοχοι (…) και [δεν είχαν] καμία σχέση μ’ αυτό (…)», μη αναγνωρίζοντας (κατά την τοποθέτηση του Μαρξ) «έστω και με διπλωματική σιωπή, ένα πρόγραμμα που κατά την πεποίθησή μου πρέπει να αποριφθεί ολοκληρωτικά και που διαφθείρει το κόμμα» (Μαρξ, Γράμμα στον Μπράκε, από Κριτική στο Πρόγραμμα της Γκότα, σελ. 4-5, ΣΕ).

Θα χρειαστεί η ιστορική εξέλιξη να φτάσει ως την «κόψη» των διλημμάτων του  παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ώστε τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης να συνενωθούν πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά στην τρίτη, Κομμουνιστική Διεθνή με την ηγεσία του Λένιν, κάνοντας ένα νέο μεγάλο βήμα στη διαδικασία συνένωσης του εργατικού κινήματος με την επαναστατική θεωρία του επιστημονικού σοσιαλισμού, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό η ιστορία για μια ακόμα φορά την αντιφατικότητα της πραγματικής κίνησής της όπου απότομα άλματα προς τα εμπρός διαδέχονται μικρότερα ή μεγαλύτερα βήματα πότε προς την πρόοδο και πότε προς την οπισθοχώρηση, βήματα στα οποία κάποτε αυτή η ίδια αντίφαση αποτελεί συστατικό τους στοιχείο.


Διαβάζοντας την Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών

Paris-Commune-II

     Η Διεθνής Ένωση των Εργατών (που αργότερα έμεινε γνωστή σαν η «1η διεθνής») ιδρύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1864 στο Λονδίνο. Η Ιδρυτική Διακήρυξή της συντάχθηκε από τον Κ. Μαρξ. Ολόκληρο το κείμενό της μπορεί κανείς να το δει εδώ, όπως επίσης εδώ μπορεί να δει το καταστατικό της. Στο ίδιο αφιέρωμα του «Ριζοσπάστη», από όπου προέρχονται και τα κείμενα αυτά, υπάρχει και μια ιστορική περιγραφή – αποτίμηση της ίδρυσης και του έργου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, με ενδιαφέροντα στοιχεία, αν και σε σχέση με κάποιες θέσεις της αποτίμησης θα μπορούσαν να διατυπωθούν επιφυλάξεις τουλάχιστον με την έννοια της αναγκαίας τεκμηρίωσής τους. Λόγου χάρη, σε σχέση με την θέση ότι: «…Η Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871 και την Κομμούνα, την εγκαθίδρυση της πρώτης ιστορικά εργατικής κυβέρνησης, ήταν δηλαδή η πρώτη δοκιμή εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου και την οποία αναλύει ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία». Ο ίδιος ο Μαρξ από τη Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομμούνας…»

     Πάνω σε αυτή την τοποθέτηση, η επιφύλαξη δεν αφορά μόνο την (με μια ορισμένη μεταφυσική απόχρωση) αναγωγή ενός καρπού της ιστορικής ανάπτυξης όπως η δικτατορία του προλεταριάτου  σε πρώτη «δοκιμή». Αφορά επίσης και τα αναφερόμενα, ότι η «Διεθνής καθοδήγησε άμεσα την εξέγερση του Παρισιού το 1871και την Κομούνα […] Ο ίδιος ο Μαρξ από την Διεθνή καθοδηγούσε την εξέγερση και την πορεία εξέλιξης της Κομούνας», η οποία μάλλον χρειάζεται τεκμηρίωση ιδίως αντιπαραβαλλόμενη με τα παρακάτω εισαγωγικά λόγια του Ένγκελς στο έργο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (σελ. 17-18 ΣΕ):

     «…Τα μέλη της Κομμούνας χωρίζονταν σε μια πλειοψηφία, τους μπλανκιστές που επικρατούσαν και στην Κεντρική Επιτροπή της εθνοφυλακής, και σε μια μειοψηφία: μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, κυρίως από οπαδούς της σοσιαλιστικής σχολής του Προυντόν.  Οι μπλανκιστές, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε την εποχή εκείνη σοσιαλιστές μόνο από επαναστατικό και προλεταριακό ένστικτο. Λίγοι μόνον είχαν αποχτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια αρχών, χάρη στον Βαγιάν, που γνώριζε τον γερμανικό επιστημονικό σοσιαλισμό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι στον οικονομικό τομέα η Κομμούνα παράλειψε αρκετά πράγματα που, κατά τη σημερινή μας αντίληψη, έπρεπε να τα είχε κάνει. Δυσκολότερα βέβαια από όλα μπορεί να κατανοηθεί το γεγονός ότι η Κομμούνα στάθηκε ευλαβικά, με ιερό σεβασμό μπροστά στις πύλες της τράπεζας της Γαλλίας. Αυτό ήταν επίσης σοβαρό πολιτικό λάθος. Η τράπεζα στα χέρια της Κομμούνας –αυτό θα άξιζε περισσότερο από δέκα χιλιάδες ομήρους. Θα σήμαινε την πίεση που θα ασκούσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών ολόκληρη η αστική τάξη, για να κλείσει ειρήνη με την Κομμούνα. Πιο αξιοθαύμαστα όμως ακόμα είναι τα τόσα σωστά πράγματα που έκανε η Κομμούνα, μόλο που αποτελούνταν από μπλανκιστές και προυντονιστές. Φυσικά, οι προυντονιστές ήταν  κυρίως υπεύθυνοι για τα οικονομικά διατάγματα της Κομμούνας, τόσο για τις αξιέπαινες, όσο και για τις μη αξιέπαινες πλευρές τους, όπως οι μπλανκιστές ήταν υπεύθυνοι για τις πολιτικές της πράξεις και παραλείψεις. Και στις δυο περιπτώσεις, η ειρωνεία της ιστορίας θέλησε –όπως συνήθως συμβαίνει όταν έρχονται την εξουσία οι δογματικοί- να κάνουν και οι δυο το αντίθετο απ’ ό,τι όριζε η θεωρία της σχολής τους…» [1].

     Μάλλον λοιπόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Μαρξ (με αλληλογραφία κλπ) και η Διεθνής δεν παρακολουθούσαν και δεν είχαν ανάμιξη στην εξέλιξη των γεγονότων της Κομμούνας, η σχέση ανάμεσα στην Κομμούνα και την Διεθνή Ένωση των Εργατών είναι πλησιέστερη προς την φράση από το γράμμα του Ένγκελς προς τον Ζόργκε (που μπορεί κανείς να το δει εδώ), σύμφωνα με την οποία η Κομμούνα «ήταν αναντίρρητα το πνευματικό παιδί της Διεθνούς, αν και η Διεθνής δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι της για να τη φτιάξει. Έτσι η Διεθνής θεωρήθηκε ως ένα βαθμό, κι αυτό πέρα για πέρα δικαιολογημένα, υπεύθυνη για την Κομμούνα…».

 

     Η Ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς αρχίζει με τα παρακάτω λόγια:

 

     «Εργάτες!

     Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην περίοδο από το 1848 ως το 1864 δε λιγόστεψε η αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών κι όμως η περίοδος αυτή είναι μοναδική στα χρονικά της ιστορίας, με την πρόοδο που σημείωσε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου…»

 

     Ακολουθεί μια λεπτομερειακή περιγραφή των άθλιων όρων διαβίωσης της εργατικής τάξης και του γεωργικού πληθυσμού, βασισμένη σε επίσημες κυβερνητικές εκθέσεις –περιγραφή που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί πρόκληση για ένα σύγχρονο αντίστοιχό της που θα ξεσκέπαζε την επίφαση των σημερινών όρων κατανάλωσης στη βάση των οποίων -σχηματικά μιλώντας- μετριέται σαν ένδειξη «ευμάρειας» το ότι κάθε εργατικό σπίτι διαθέτει ψυγείο κι όχι το πόσο γεμάτο ή πόσο άδειο είναι το ψυγείο αυτό, που θα ξεσκέπαζε επίσης την επίφαση της «ευμάρειας» στις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, κάτω από την οποία συγκαλύπτεται η υπερεκμετάλλευση και η εξαθλίωση των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες. Η ίδια αυτή περιγραφή καταλήγει στην πάντα επίκαιρη θεωρητική της γενίκευση:

    

      «…Έτσι για κάθε απροκατάληπτο μυαλό σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης αποτελεί σήμερα μια ολοφάνερη αλήθεια, μια αλήθεια που την αρνιούνται μονάχα εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών [2], ότι ούτε η τελειοποίηση των μηχανών ούτε οι χημικές ανακαλύψεις, ούτε η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, ούτε η καλυτέρευση των μέσων επικοινωνίας, ούτε οι νέες αποικίες, ούτε η μετανάστευση, ούτε το άνοιγμα νέων αγορών, ούτε το ελεύθερο εμπόριο, ούτε όλα αυτά τα πράγματα μαζί, θα εξαλείψουν την αθλιότητα των εργαζόμενων μαζών, αλλά ότι αντίθετα, πάνω στη σημερινή ψεύτικη βάση, κάθε καινούργια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της εργασίας, πρέπει να τείνει αναγκαστικά να βαθαίνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και να οξύνει τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Σ’ αυτή την «ιλιγγιώδη εποχή» της οικονομικής προόδου στην πρωτεύουσα της βρετανικής αυτοκρατορίας ο θάνατος από την πείνα αναγορεύτηκε σχεδόν σε θεσμό. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται στα χρονικά του κόσμου με την πιο συχνή επανάληψη, με την ολοένα και πλατύτερη, έχταση και με περισσότερο θανατηφόρα αποτελέσματα της κοινωνικής πανούκλας που ονομάζεται εμπορική και βιομηχανική κρίση».

 

     Στη συνέχεια δίνεται μια (τηρουμένων των αναλογιών εξίσου επίκαιρη) περιγραφή της δυσμενούς για την εργατική τάξη πολιτικής κατάστασης στην Ευρώπη «ύστερα από την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848», αλλά και μιας ορισμένης αντίστροφης –μέσα στις γενικότερες δυσμενείς συνθήκες- όψης με ιδιαίτερη, και επίσης διαχρονική, πολιτική και θεωρητική σημασία που αναπτύσσεται μέχρι το τέλος της Διακήρυξης:

 

      «…Και όμως η περίοδος που πέρασε από τις επαναστάσεις του 1848 ως το 1864 είχε και τα φωτεινά της σημεία, θα υπογραμμίσουμε εδώ μόνο δυο μεγάλα γεγονότα.

     Ύστερα από τριαντάχρονο αγώνα που έγινε με αξιοθαύμαστη επιμονή, η αγγλική εργατική τάξη χρησιμοποιώντας μια προσωρινή διάσταση ανάμεσα στους λόρδους της γης και τους λόρδους του χρήματος, πέτυχε την ψήφιση του νομοσχεδίου για το δεκάωρο. Τα τεράστια σωματικά, ηθικά και πνευματικά οφέλη που προέκυψαν από το μέτρο αυτό για τους εργάτες των εργοστασίων και που αναγράφονται κάθε εξάμηνο στις εκθέσεις των επιθεωρητών των εργοστασίων, έχουν σήμερα αναγνωριστεί απ’ όλες τις μεριές. Οι περισσότερες από τις ηπειρωτικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να δεχτούν με λίγο – πολύ τροποποιημένη μορφή τον αγγλικό νόμο για τα εργοστάσια, ενώ στην ίδια την Αγγλία από χρόνο σε χρόνο το κοινοβούλιο επεχτείνει τη σφαίρα της εφαρμογής του. Εκτός όμως από την πραχτική σπουδαιότητα αυτού του μέτρου για τους εργάτες, η επιτυχία του είχε και ένα ακόμα μεγάλο αποτέλεσμα. Η αστική τάξη, με τους πιο έγκυρους επιστήμονές της, όπως τον δρ Ιούρ, τον καθηγητή Σένιορ και άλλους σοφούς του ίδιου τύπου, πρόλεγε και απόδειχνε κατά βούληση ότι κάθε νομοθετικός περιορισμός των ωρών εργασίας θα σημάνει τη νεκρική καμπάνα της αγγλικής βιομηχανίας που, σαν άλλος βρικόλακας, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να ρουφά ανθρώπινο αίμα και πριν απ’ όλα αίμα παιδικό. Τον παλιό καιρό η παιδοκτονία ήταν μια μυστηριώδικη τελετή της θρησκείας του Μολόχ, εφαρμοζόταν όμως μόνον σε εξαιρετικά πανηγυρικές περιπτώσεις, ίσως μια φορά το χρόνο, και χώρια απ’ αυτό ο Μολόχ δεν είχε καμιά κλίση προς τα παιδιά των φτωχών.

     Ο αγώνας για το νομοθετικό περιορισμό των ωρών εργασίας μάνιαζε τόσο πιο άγρια, όσο ανεξάρτητα από την απληστία της τρομαγμένης αστικής τάξης εκδήλωνε στην πραγματικότητα τη μεγάλη έριδα ανάμεσα στην τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, που αποτελούν την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης, και στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη, που αποτελεί την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό το νομοσχέδιο για το δεκάωρο δεν ήταν μόνο μια μεγάλη πραχτική επιτυχία, ήταν η νίκη μιας αρχής. Για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία της αστικής τάξης υπόκυψε μέρα – μεσημέρι στην πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

     Υπήρχε και μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας ενάντια στην πολιτική οικονομία του κεφαλαίου.

     Εννοούμε το συνεταιριστικό κίνημα, ιδιαίτερα τα συνεταιριστικά εργοστάσια που ιδρύθηκαν με τις προσπάθειες λίγων τολμηρών «χεριών» (hands), χωρίς καμιά υποστήριξη. Η αξία των μεγάλων αυτών κοινωνικών πειραματισμών είναι αδύνατο να υπερεχτιμηθεί. Στην πράξη, κι όχι με επιχειρήματα, απόδειξαν ότι η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και σε αρμονία με τις επιταγές της σύγχρονης επιστήμης, μπορεί να πάει μπροστά χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης αφεντικών (masters) που χρησιμοποιεί μια τάξη εργατών, ότι τα μέσα εργασίας δε χρειάζεται να μονοπωληθούν σαν μέσα κυριαρχίας πάνω στον εργάτη και σαν μέσα εκμετάλλευσης του ίδιου του εργάτη, και ότι όπως η δουλειά του σκλάβου, όπως η δουλειά του δουλοπάροικου, έτσι και η μισθωτή εργασία δεν είναι παρά μια μεταβατική και κατώτερη κοινωνική μορφή, που είναι προορισμένη να εξαφανιστεί μπρος στη συνεταιρισμένη εργασία, που εκπληρώνει το έργο της θεληματικά, με ρωμαλέο πνεύμα και με χαρούμενη καρδιά. Στην Αγγλία ο σπόρος του συνεταιριστικού συστήματος ρίχτηκε από τον Ρόμπερτ Οουεν. Οι πειραματισμοί των εργατών που έγιναν στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν στην πραγματικότητα το άμεσο πραχτικό αποτέλεσμα των θεωριών που δεν εφευρέθηκαν αλλά που διακηρύχτηκαν μεγαλόφωνα το 1848.

     Ταυτόχρονα η πείρα της περιόδου 1848-1864 απόδειξε χωρίς αμφισβήτηση ότι η συνεταιριστική εργασία, όσο θαυμάσια κι αν είναι σαν αρχή και χρήσιμη στην πράξη, αν περιοριστεί μέσα στο στενό κύκλο των συμπτωματικών προσπαθειών των χωριστών εργατών, δε θα μπορέσει ποτέ να σταματήσει τη γεωμετρική ανάπτυξη του μονοπωλίου και ν’ απελευθερώσει τις μάζες, είτε ακόμα και να ελαφρύνει αισθητά το βάρος της αθλιότητάς τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο καλοδιάθετοι ευγενείς, φιλάνθρωποι αστοί φαφλατάδες και μια χούφτα πονηροί πολιτικοί οικονομολόγοι μετατράπηκαν μονομιάς σε εκθειαστές του ίδιου εκείνου συστήματος συνεταιριστικής εργασίας που είχαν προσπαθήσει να το πνίξουν στη γένεσή του, που το είχαν χλευάσει σαν ουτοπία ονειροπόλου και που το είχαν αναθεματίσει σαν αίρεση σοσιαλιστή. Για ν’ απελευθερώσει τις εργαζόμενες μάζες, η συνεταιριστική εργασία πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνικές διαστάσεις και να προαχθεί με εθνικά μέσα. [3] Όμως οι αφέντες της γης και οι αφέντες του χρήματος θα χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για την υπεράσπιση και τη διαιώνιση των οικονομικών μονοπωλίων τους. Αντίς να προωθούν τη χειραφέτηση της εργασίας, θα εξακολουθούν να βάζουν στο δρόμο της κάθε δυνατό εμπόδιο. Ο λόρδος Πάλμερστον μίλησε μέσα από την ψυχή τους, όταν στην τελευταία συνεδρίαση της Βουλής φώναζε χλευαστικά στους συνήγορους του νομοσχεδίου για τα δικαιώματα των Ιρλανδών ενοικιαστών γης ότι: «Η Βουλή των Κοινοτήτων είναι μια βουλή γαιοχτημόνων».

     Γι’ αυτό, το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης είναι σήμερα η κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας. Αυτό φαίνεται να το έχει καταλάβει, γιατί στην Αγγλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στη Γαλλία συντελείται ένα ταυτόχρονο ξαναζωντάνεμα και γίνονται ταυτόχρονες προσπάθειες για την αναδιοργάνωση του εργατικού κόμματος. Κρατούν στα χέρια τους ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας – τον αριθμό. Μα οι αριθμοί βαραίνουν στη ζυγαριά, μόνον αν τους ενώνει η οργάνωση και αν τους καθοδηγεί η γνώση. Η περασμένη πείρα έχει δείξει ότι η περιφρόνηση του δεσμού της αδερφοσύνης που έπρεπε να ενώνει τους εργάτες των διαφόρων χωρών, και να τους παρακινά να παραστέκονται ο ένας τον άλλο σ’ όλους τους αγώνες τους για τη χειραφέτηση, θα τιμωρείται πάντα με την κοινή ματαίωση των ασύνδετων προσπαθειών τους. Αυτή η σκέψη παρότρυνε τους εργάτες διαφόρων χωρών, που στις 28 του Σεπτέμβρη 1864 συνάχτηκαν σε δημόσια συγκέντρωση στο Σαιντ Μάρτιν Χωλλ του Λονδίνου, να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση.

     Κι ακόμα μια πεποίθηση εμψύχωνε αυτή τη συνέλευση.

     Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού; Δεν ήταν η φρόνηση των κυρίαρχων τάξεων, αλλά η ηρωική αντίσταση της αγγλικής εργατικής τάξης ενάντια στην εγκληματική τρέλα τους ήταν που έσωσε τη δυτική Ευρώπη από την περιπέτεια μιας ατιμωτικής υπερατλαντικής σταυροφορίας για τη διαιώνιση και τη διάδοση της σκλαβιάς. Η ξετσίπωτη επιδοκιμασία, η ψευτοσυμπάθεια ή η ηλίθια αδιαφορία με την οποία οι ανώτερες τάξεις της Ευρώπης στάθηκαν απαθείς θεατές μπρος στη δολοφονία της ηρωικής Πολωνίας και μπρος στο άρπαγμα του ορεινού οχυρού του Καυκάσου από τη Ρωσία, οι τεράστιοι και χωρίς αντίσταση σφετερισμοί της βάρβαρης αυτής δύναμης που το κεφάλι της βρίσκεται στην Πετρούπολη και τα χέρια της σε κάθε κυβέρνηση της Ευρώπης, δίδαξαν στην εργατική τάξη το καθήκον να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

     Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

     Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

 

     [1] Το σημείο αυτό, περί δογματισμού, όπως αναλύεται στη συνέχεια, στις σελ. 18-20, αφορά πώς παρά το ότι το ότι «ο Προυντόν, ο σοσιαλιστής του μικροχωρικού και του βιοτέχνη μάστορα, μισούσε την οργάνωση με θετικό μίσος», εν τούτοις καθώς «στα 1871, η μεγάλη βιομηχανία, ακόμη και στο Παρίσι, σ’ αυτό το κέντρο της χειροτεχνίας, είχε τόσο πολύ πάψει ν’ αποτελεί εξαίρεση», γι’ αυτό και «το πιο σημαντικό διάταγμα της Κομμούνας θέσπιζε μια οργάνωση της μεγάλης βιομηχανίας, ακόμα και της χειροτεχνίας, που έπρεπε να βασίζεται όχι μόνο στην οργάνωση των εργατών μέσα σε κάθε εργοστάσιο, μα και που έπρεπε να συνενώσει όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς σε μια μεγάλη ένωση, με λίγα λόγια, μια οργάνωση που, όπως πολύ σωστά λέει ο Μαρξ στον Εμφύλιο πόλεμο, τελικά θα έπρεπε να καταλήξει στον κομμουνισμό, δηλ. ακριβώς το αντίθετο της προυντονικής θεωρίας». Και επίσης αφορά το ότι αν και οι μπλανκιστές ήταν «διαπαιδαγωγημένοι στη σχολή της συνομωσίας κι ενωμένοι με την αυστηρή πειθαρχία που ανταποκρίνεται σ’ αυτήν», αν και στην πολιτική-οργανωτική τους αντίληψη θα ανταποκρινόταν μια «αυστηρότατη δικτατορική συγκέντρωση όλης της εξουσίας στα χέρια της νέας επαναστατικής κυβέρνησης», παρ’ όλα αυτά η Κομμούνα «σ’ όλες της τις διακηρύξεις προς τους Γάλλους των επαρχιών, τους καλούσε να σχηματίσουν μια ελεύθερη ομοσπονδία από όλες τις γαλλικές κοινότητες μαζί με το Παρίσι, μια εθνική οργάνωση που για πρώτη φορά θα δημιουργούνταν πραγματικά από το ίδιο το έθνος. Και ίσα-ίσα, η καταπιεστική δύναμη της προηγούμενης συγκεντρωτικής κυβέρνησης –στρατός, πολιτική αστυνομία και γραφειοκρατία- που είχε δημιουργήσει ο Ναπολέων στα 1798 και που από τότε την παραλάβαινε, σαν βολικό όργανο κάθε καινούργια κυβέρνηση και τη χρησιμοποιούσε ενάντια στους αντιπάλους της, ακριβώς αυτή η δύναμη έπρεπε παντού να πέσει όπως είχε κιόλας γκρεμιστεί στο Παρίσι».

  

     [2] «…εκείνοι που έχουν συμφέρον να κλείσουν τους άλλους ανθρώπους σ’ έναν παράδεισο τρελών»: Πάνω σε αυτό θα πρέπει να αναλογιστεί κανείς, ότι σε μεγάλο βαθμό ο αστικός «παράδεισος τρελών» δεν είναι μόνον ένα «εξωτερικό» προϊόν του ταξικού συμφέροντος με στόχο την ιδεολογική παραπλάνηση του λαού, αλλά αποτελεί και συστατικό χαρακτηριστικό της αστικής λογικής, εφόσον αυτή αναπτύσσεται στην στρεβλή βάση πάνω στην οποία το περιορισμένο ταξικό συμφέρον ανάγεται σε βάση της «λογικής» γενικά. Συστατικό χαρακτηριστικό της που αναπόφευκτα προσβάλλει και την αστική επιστήμη, είτε πρόκειται για την αστική οικονομική θεωρία, είτε ακόμα και για τις φυσικές επιστήμες. Διαφορετικά, λόγου χάρη, δεν θα ήταν δυνατό να αγνοηθεί ακόμη και η λογική ενός παιδιού του δημοτικού σχετικά με τη διάκριση ανάμεσα σε χορτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα με το γνωστό προ ετών αποτέλεσμα των «τρελών αγελάδων». Πρόκειται βέβαια για παράδειγμα χειροπιαστό και γι’ αυτό κραυγαλέο. Όμως στην πραγματικότητα και η αστική οικονομική θεωρία δεν διαφέρει σε «λογική» από την επιστημονική «λογική», της οποίας οι τρελές αγελάδες υπήρξαν το τελικό προϊόν…

 

     [3] Τα σχετικά με την συνεταιριστική εργασία, στην παραπάνω βάση που αναπτύσσει η Ιδρυτική Διακήρυξη, αποτελούν σημαντικό όπλο στην ιδεολογική-πολιτική αντιπαράθεση και εντός των γραμμών της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα, σε σχέση με το αργεντίνικο κίνημα των εργατικών – συνεταιριστικών βιομηχανιών καθώς και με αντίστοιχες κινήσεις σε άλλες χώρες, και στην Ελλάδα. Όπως επίσης θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν (και να έχουν αξιοποιηθεί και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες) σαν μορφές ζύμωσης και πάλης, μορφές αντίστασης στην ελευθερία εξαγωγής κεφαλαίου που εκδηλώνεται με το κλείσιμο και τη μεταφορά βιομηχανικής υποδομής στέλνοντας τους εργάτες στην ανεργία και πλήττοντας την εθνική παραγωγική βάση της χώρας. Σε κάθε περίπτωση βέβαια πρόκειται για οικονομικές μορφές και ταυτόχρονα μορφές πάλης, που μετά την κάθε φορά αρχική απόδειξη της παραγωγής «χωρίς αφεντικά», είτε θα κατατείνουν προς το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο που επιβάλλουν οι νόμοι της αγοράς, «η τυφλή κυριαρχία των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης» σε συνθήκες «γεωμετρικής ανάπτυξης του μονοπωλίου», είτε θα αποτελούν κέντρα πάλης του εργατικού κινήματος για την «ανάπτυξη τηςσυνεταιριστικής εργασίας σε εθνικές διαστάσεις και την προαγωγή της με εθνικά μέσα» στη βάση του «έλεγχου της κοινωνικής παραγωγής από την κοινωνική πρόβλεψη».   

     

     σημείωση: τα έντονα στοιχεία στα κείμενα που παρατίθενται, είναι της παρούσας δημοσίευσης