μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!

Advertisements

σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


μαθαίνοντας στους άλλους το συμφέρον τους…

Πότε θα καταλάβουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι η «φτωχοποίηση» έρχεται σε αντίθεση με τα «οράματα» και τις «αξίες» της «ενωμένης Ευρώπης», με το «ευρωπαϊκό κεκτημένο»; Πότε θα συνταραχτούν από την διαπίστωση ότι «σπέρνοντας φτώχεια θερίζουν φασισμό»;

Αμ οι Τούρκοι κυβερνώντες… Δεν αντιλαμβάνονται κι αυτοί – τόσες δεκαετίες – τι κόστος έχουν για την «ενταξιακή πορεία» της χώρας τους ο επεκτατισμός, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η «αδιαλλαξία» τους στο Κυπριακό;

Και τι είναι τώρα αυτά που κάνουν τα Τίρανα, με τα ακίνητα της μειονότητας; Δεν κατανοούν οι αλβανικές αρχές ότι υπονομεύουν την «ευρωπαϊκή προοπτική» της χώρας τους;

***

Σαν να είναι ιδεολογικά τυφλωμένη από την «ευρωπαϊκή ιδέα» της η ελληνική άρχουσα τάξη, μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων, δίνει σε όλους μαθήματα ευρωπαϊκών «αξιών», υποδεικνύει σε όλους το συμφέρον τους στην δική τους «ενταξιακή πορεία», στην δική τους «ευρωπαϊκή προοπτική»

Στο μεταξύ, παρά τις «εκκλήσεις», το «ευρωπαϊκό κεκτημένο» διευρύνεται και εμβαθύνεται με όλο και περισσότερους αντιλαϊκούς, αντεργατικούς μηχανισμούς, οικονομικούς και πολιτικούς. Κι η ίδια η Ελλάδα είναι ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή κάθε «ενταξιακής πορείας» και «ευρωπαϊκής προοπτικής»…

Σαν εμφατική υπόμνηση της ατιμωτικής υπόθεσης με τους S-300 (που το 1998, ελέω ευρω-ΝΑΤΟϊκού «μονόδρομου», αντί για την Κύπρο κατέληξαν στην Κρήτη, για να χρησιμοποιούνται  σήμερα σαν προσομοιωτές της αμυντικής ικανότητας του Ιράν στις ελληνο-ισραηλινές αεροπορικές ασκήσεις…), η Τουρκία εμφανίζεται να προμηθεύεται το αντιαεροπορικό σύστημα S-400

Και στο βάθος, πίσω από τις κενές (ξανα)επικλήσεις της αλβανικής «ευρωπαϊκής προοπτικής», σε σχέση με τα μειονοτικά δικαιώματα, ελλοχεύει – και από την εδώ πλευρά των συνόρων – η χρησιμοποίηση των μειονοτικών ζητημάτων σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των αστικών ανταγωνισμών.

***

Κατεδάφιση ακινήτων της ή υπαγωγή της στην «μνημονιακή κατοχή»; Να το παρόν δίλημμα της νοτιοαλβανικής μειονότητας, αν προεκτείνουμε τις βλέψεις των αντιτιθέμενων αστικών «στρατοπέδων» ως τις τελικές τους συνέπειες.

Ενώ για τους λαούς, όλο και πιο επιτακτικά, όλο και πιο άμεσα, όλο και πιο ζωτικά έρχεται στο προσκήνιο η αναπόδραστη ανάγκη να αντιταχθούν στις επιλογές των «δικών τους» αστικών τάξεων, και στις όποιες εναλλακτικές μορφές αυτών των επιλογών, στις όποιες μορφές εθνικιστικού ή ευρωπαϊκίστικου μεγαλοϊδεατισμού, να αντιταχθούν στους πολιτικούς και άλλους εκφραστές και εκπροσώπους αυτών των επιλογών, στα ιμπεριλιαστικά κέντρα και μηχανισμούς, να οργανώσουν την πάλη τους για το κοινό μέλλον τους σε μια περιοχή κι έναν κόσμο χωρίς εκμεταλλευτές γιατί μόνο σ’ έναν τέτοιο κόσμο και σ’ ένα τέτοιο «μέρος» μπορεί να είναι κοινό το μέλλον των λαών.

Δεν υπάρχει άλλη επιλογή για τους λαούς και κάθε άλλη επιλογή δεν πρόκειται να είναι δική τους.

Οι εκμεταλλευτές, εκτός από τον ιδρώτα τους, τους ζητούν και το αίμα τους.   Μπορεί να τους δίνεις τον ιδρώτα σου, για να μη χύσεις το αίμα σου, αλλά όταν σου ζητούν να χύσεις το αίμα σου γι’ αυτούς, τότε είναι καιρός να πάρεις τον ιδρώτα σου πίσω.

***

Λευτεριά στη Νότια Ήπειρο!


«Αν νικήσει ο Άσαντ θα γεμίσουμε πρόσφυγες εδώ χάμω»

Λίγες μέρες πριν τις εκλογές άκουγα τον Ν. Χατζηνικολάου στη ραδιοφωνική του εκπομπή, που «απαντώντας» σε κάποια κριτική για το ότι σε κάποια διεθνή ψηφοφορία γύρω από το παλαιστινιακό η Ελλάδα είχε ψηφίσει λευκό (ή απείχε – εν προκειμένω είναι ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια) αντί να στηρίξει την παλαιστινιακή θέση, χαρακτήρισε «επιεικώς ηλίθιους» όσους υποστηρίζουν κάτι τέτοιο (δηλαδή τη θέση υπέρ της Παλαιστίνης), καθώς η Κύπρος κάνει ενεργειακές μπίζνες με το Ισραήλ, και επομένως -κατά τον Ν.Χ.- τα εθνικά «μας» συμφέροντα επιβάλλουν να μην ψηφίζουμε κατά του Ισραήλ.

(Ασυνήθιστοι για τον γενικά ήπιο Χατζηνικολάου τέτοιοι χαρακτηρισμοί, αλλά ασυνήθιστο είναι λ.χ, να βγαίνει κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως λίγο πριν το δημοψήφισμα του Ιουλίου, και να λέει ότι ΕΕ και ευρωζώνη αποτελούν ζητήματα «εθνικής ασφαλείας», κι αυτό λίγες μέρες μετά από τον Μιχαλολιάκο όπου σε συνέντευξή του χαρακτήριζε «εθνική προδοσία» μια ενδεχόμενη έξοδο από την ευρωζώνη. Με άλλα λόγια, η επίκληση του «εθνικού συμφέροντος» των μονοπωλητών της κοινωνικής εργασίας φοριέται πολύ τώρα τελευταία, προκειμένου να θεωρούνται «επιβεβλημένες» ορισμένες επιλογές: η ΕΕ και η ευρωζώνη στην αρχή,  η πορεία διεθνούς ευθυγράμμισης με το Ισραήλ στη συνέχεια, και ποιος ξέρει ποιές ακόμη ταξικές επιλογές θα ενδυθούν τον μανδύα του «εθνικού» συμφέροντος…).

Εν πάση περιπτώσει, λίγο πολύ το ίδιο (με τον Χατζηνικολάου) υποστήριξε χθες κι ο ΥΠΕΘΑ Π. Καμμένος στην ομιλία του κατά τη συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο που το είπε πολύ πιο περιφραστικά όταν χαρακτήρισε ως «πρώτο θέμα σε σχέση με την Εθνική Άμυνα» την «εθνική ασφάλεια, στη Θράκη, στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο». Και ειδικά για την Ανατολική Μεσόγειο, ότι σ’ αυτήν «επιμένουμε … γιατί εκεί έχουμε τα ενεργειακά μας συμφέροντα, εκεί έχουμε την προτεραιότητα της οριοθέτησης της ΑΟΖ και από κει μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια του κυπριακού ελληνισμού».

(Σαν ένα είδος διανοητικού μοντάζ, μπορούμε να παρεμβάλουμε στο σημείο αυτό τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ που έγραψε στο τουίτερ του ότι «μια πιθανή νίκη του καθεστώτος Άσαντ … θα οδηγήσει στο επόμενο μεταναστευτικό ρεύμα». Όπου είναι ν’ απορεί κανείς πώς το ταξικό συμφέρον παραλύει τη λογική ανθρώπων μορφωμένων και προέδρων της «Ευρώπης» υπό μια έννοια, ώστε να εκστομίζουν τέτοιες κοτσάνες. Δεν μας έγραψε στο τουίτερ του ο κ. πρόεδρος τι θα γίνει με το «μεταναστευτικό ρεύμα» σε περίπτωση «μιας πιθανής ήττας του καθεστώτος Άσαντ», όπως και δεν μας έγραψε τι και ποιος τάχα να φταίει για το «τρέχον» μεταναστευτικό -προς θεού, μην γράψεις προσφυγικό- ρεύμα από τη Συρία, δηλαδή από την Ανατολική Μεσόγειο, και ποιών τα «ενεργειακά συμφέροντα», τάχα, επενδύονται εδώ και τόσα χρόνια σ’ αυτή την ανθρωποσφαγή).

Υποθέτω ότι και ο κ. Καμμένος στη χθεσινή του ομιλία στη βουλή δεν προχώρησε σε αναλύσεις περισσότερο λεπτομερείς γύρω από τη σχέση των ενεργειακών «μας» συμφερόντων με το προηγούμενο, το τρέχον και το επόμενο μεταναστευτικό κύμα από την Ανατολική Μεσόγειο. Υποθέτω επίσης πως δεν διευκρίνισε, ότι με τον όρο «ενεργειακά μας συμφέροντα» υπονοούνται τα συμφέροντα των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών κρατών που μέσα από ατελείωτα αιματοκυλίσματα και αιματοβαμμένα παζάρια μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους της περιοχής, τα ίδια δηλαδή συμφέροντα που ο Χατζηνικολάου ονομάζει «εθνικά», και που οδηγούν τα τιτιβίσματα του κ. Τουσκ σε διαζύγιο από την «κοινή λογική».

(«Ενεργειακά συμφέροντα» και «εθνικά συμφέροντα» τέτοιου είδους έχουν κι άλλες χώρες.  Π.χ. η Νιγηρία είναι μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιό «της», μόνο που δεν είναι δικό της, μόνο που απλώς κολυμπάει σε μια λίμνη από πετρέλαιο το οποίο καταλήγει στην κοιλιά των πολυεθνικών της ενέργειας, κι όλη της η κοινωνική δυστυχία οφείλεται στην ταύτιση των ενεργειακών και εθνικών συμφερόντων «της» με τα συμφέροντα των πολυεθνικών του πετρελαίου).

Είπαμε: μοιράζονται και ξαναμοιράζονται τους φυσικούς πόρους. Είναι λοιπόν επόμενο να «μοιράζονται και να ξαναμοιράζονται» και την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας η οποία εξαρτά τα εθνικά «της» συμφέροντα από τις διανομές και τις αναδιανομές που λαμβάνουν χώρα στα πεδία των πολεμικών συγκρούσεων, των ιμπεριαλιστικών παζαριών και διαγκωνισμών, των επαναλαμβανόμενων εθνικών εξανδραποδισμών, της ιστορικής αντίδρασης και οπισθοδρόμησης, του χυμένου αίματος των λαών, των κυμάτων της προσφυγιάς. Ή με άλλα λόγια, μια χώρα καπιταλιστικής ανάπτυξης τόσης και τέτοιας ώστε να κατατάσσεται σε ενδιάμεση ή υποδεέστερη θέση ισχύος στην συνολική αλυσίδα των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και εξαρτήσεων, μια χώρα που γι’ αυτό το λόγο εξαρτά τη στρατηγική των «εθνικών συμφερόντων της» (της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής της) από τη στρατηγική ορισμένων ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων (εν προκειμένω των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ), και κατ’ επέκταση από τις ευμετάβλητες μορφές αυτής της στρατηγικής ανάλογα με τις φάσεις όξυνσης και συμβιβασμών του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, μιας τέτοιας χώρας  η «εθνική στρατηγική» σ’ όλες της τις εκφάνσεις ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας έχει στο τζάκποτ της ιμπεριαλιστικής λοταρίας. «Επιεικώς ηλίθια» θα ήταν η αντίθετη άποψη.  Ή, με λίγα λόγια, μια τέτοια χώρα δεν μπορεί να έχει εθνική στρατηγική και πολιτική αρχών.

(Τα ενεργειακά «μας» συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο του κ. ΥΠΕΘΑ, η αποχή από τις ψηφοφορίες για το παλαιστινιακό για «το φόβο των ιουδαίων» του κ. Χατζηνικολάου, οι «πολυδιάστατοι» βερμπαλισμοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η διπλή κατά τους επτά μήνες της πρώτης θητείας της υπερψήφιση του εμπάργκο της ΕΕ κατά της Ρωσίας κι οι ταυτόχρονες παραστάσεις φιλίας προς τη Ρωσία για να άρει ειδικά για εμάς το δικό της εμπάργκο, οι «συνδυασμοί» ρωσικών αγωγών και νέων ΝΑΤΟϊκών βάσεων στο Αιγαίο, το ΝΑΤΟϊκό τσιφτετέλι του ΥΠΕΞ κ. Κοτζιά στην Άγκυρα Αττάλεια [διόρθωση 11-10-2015] αντί για την πεντοζάλη των αγορών σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλες, το «φλερτ» με τις αντιδραστικές μοναρχίες κι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το Ισραήλ σε προσομοιώσεις πολέμου κατά του Ιράν, η πολιτική ΝΑΤΟϊκού «λαγού» στα Βαλκάνια, όλα αυτά και τόσα άλλα ακόμη, αποτελούν πολιτική «πολυδιάστατη» μεν, μόνο που οι πολλές της «διαστάσεις» παρμένες μία-μία δεν αντανακλούν παρά την συμφεροντολογική προστυχιά των διάφορων τμημάτων της ελληνικής άρχουσας τάξης κι όλες μαζί σαν άθροισμα έναν δίχως όρια επικίνδυνο για το λαό και τα δικά του «εθνικά συμφέροντα» καιροσκοπισμό, καιροσκοπισμό γεμάτο κομπορρημοσύνη γιατί είναι καιροσκοπισμός στον οποίο τζογάρουν οι πιο ισχυροί νταήδες της πιάτσας: το τρίο ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ).

Για να έχει εξωτερική πολιτική αρχών μια χώρα πρέπει: Είτε να είναι από εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες που καθορίζουν τη «στρατηγική» και των υπόλοιπων, οπότε  η τήρηση «αρχών» είναι εύκολη υπόθεση: οι «αρχές» συνίστανται στην επιδίωξη της γενικής της κυριαρχίας για την απομύζηση του παγκόσμιου φυσικού και κοινωνικού πλούτου από τους καπιταλιστές της, και οι μέθοδοι συνίστανται στην  εναλλαγή μεταξύ βίας, παζαριών και συμβιβασμών ανάλογα με τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των ανταγωνιστών. Απλό. Είτε να είναι από εκείνες τις χώρες που είναι εντελώς καταληστευμένες από τον ιμπεριαλισμό, που η άρχουσα τάξη τους δεν προσδοκά κανένα όφελος πέρα απ’ το προερχόμενο από την καταλήστευσή τους, και που οι «αρχές» συνίστανται στην παθητική αποδοχή της καταλήστευσης και την ενεργητική υπεράσπισή της εναντίον όσων προσφέρουν στους ιμπεριαλιστές ευνοϊκότερους όρους ληστείας των χωρών τους. Επίσης απλό. Είτε, τέλος, να είναι μια χώρα, της οποίας τα «εθνικά συμφέροντα»  ταυτίζονται με τα συμφέροντα των εργαζομένων της, του λαού της, η διεθνής της παρουσία υπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων όλων των χωρών, όλων των λαών, και οι οικονομικές της συναλλαγές δεν της επιβάλλουν να απέχει από τις διεθνείς ψηφοφορίες προκειμένου να μην «εκτίθεται» στους οικονομικούς της εταίρους ή στους αντιπάλους τους χωρίς κι η ίδια να ξέρει ακριβώς σε ποιον επρόκειτο να «εκτεθεί» στην περίπτωση που δεν θα απείχε γιατί δεν ξέρει κι η ίδια τι ακριβώς θα ήταν τότε «υποχρεωμένη» να ψήφιζε.

(«Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδερφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πώς θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;»

Είναι καθήκον της εργατικής τάξης «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο κι όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.

Ο αγώνας για μια τέτοια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!»

Καρλ Μαρξ, από την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών)

Δικαιούνται οι λαοί να έχουν άλλη, να υποτάσσονται σε άλλη εξωτερική πολιτική από αυτήν; Δικαιούται η εξωτερική πολιτική των λαών να έχει άλλες από αυτές τις αρχές;


Η «τάξη» βασιλεύει και στην Καμπότζη

Από τον σημερινό ριζοσπάστη:

ΠΝΟΜ ΠΕΝΧ.– Δεκάδες εργάτες κλωστοϋφαντουργοί, που τον περασμένο Γενάρη απεργούσαν και διαδήλωναν διεκδικώντας καλύτερα μεροκάματα, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν στην Καμπότζη. Στη συγκεκριμένη χώρα, πολυεθνικοί όμιλοι όπως οι «Νάικ», «Αντίντας», «Πούμα» κ.τ.λ. παράγουν τα πανάκριβα ρούχα και παπούτσια τους, επενδύοντας στα χαμηλά μεροκάματα και τις άθλιες συνθήκες εργασίας από τις οποίες εκείνοι διεκδικούν πρωτιές στον κλάδο τους.

*

-…Με συγχωρείτε για το σαρκασμό, επίσκοπε. Αλλά μπορείτε να καταλάβαιτε ότι χάνουμε την υπομονή μας; Πότε διαμαρτυρηθήκατε στις καπιταλιστικές σας συγκεντρώσεις, για τα παιδιά που εργάζονται στα υφαντουργεία του Νότου; Παιδιά έξι και εφτά χρόνων να δουλεύουν δωδεκάωρο νυχτερινές βάρδιες. Ποτέ δεν έχουν δει τον ευλογημένο ήλιο. Πεθαίνουν σαν τις μύγες. Τα μερίσματα πληρώνονται από το αίμα τους. Και από τα μερίσματα, κτίζονται μεγαλοπρεπείς εκκλησίες στη Νέα Αγγλία, όπου τα ωραία κηρύγματά σας είναι ευχάριστες ανοστιές για τους μελιστάλαχτους και χορτάτους παραλήπτες των μερισμάτων.

-Δεν το ήξερα, μουρμούρισε με σβησμένη φωνή ο επίσκοπος. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και φαινόταν ζαλισμένος .

Ο Έρνεστ γέλασε. Γέλασε άξεστα κι εγώ ένιωσα την ανάγκη να υπερασπιστώ τον επίσκοπο.

-Προσέξτε, είπα, έχετε δει μονάχα τη μιά όψη του νομίσματος. Έχουμε κι εμείς τα καλά μας αν και δε μας αναγνωρίζετε κανένα εσείς. Έχει δίκιο ο επίσκοπος Μορχάουζ. Το άδικο στη βιομηχανία, τρομερό όπως λέτε ότι είναι, οφείλεται στην άγνοια. Ο διχασμός της κοινωνίας έχει γίνει πολύ μεγάλος.

-Ο άγριος Ινδιάνος δεν είναι τόσο κτηνώδης και βάρβαρος , όσο είναι η καπιταλιστική τάξη, αποκρίθηκε εκείνος κι εγώ τη στιγμή εκείνη τον μισούσα.

-Δε μας γνωρίζετε, του απάντησα. Δεν είμαστε κτηνώδεις και βάρβαροι.

-Αποδείξτε το, με προκάλεσε εκείνος.

-Πώς μπορώ να το αποδείξω… σε σας; άρχισα να θυμώνω.

Κούνησε το κεφάλι του.

-Δε ζητώ να το αποδείξετε σε μένα. Σας ζητώ να το αποδείξετε στον εαυτό σας.

-Το ξέρω, είπα.

-Δεν ξέρετε τίποτα, ήταν η άξεστη απάντησή του.

-Ε, ε, παιδιά, είπε ο πατέρας για να μας μαλακώσει.

-Δε μ’ ενδιαφέρει… Άρχισα αγανακτισμένα, αλλ’ ο Έρνεστ με διέκοψε.

-Καταλαβαίνω ότι έχετε χρήματα ή ο πατέρας σας έχει κι είναι το ίδιο – έχετε επενδύσει χρήματα στα Υφαντουργεία Σιέρα.

-Τι σχέση έχει αυτό; φώναξα εγώ.

-Όχι μεγάλη, άρχισε αργά, εκτός από το γεγονός ότι το φόρεμα που φοράτε είναι λερωμένο με αίμα. Το φαγητό που τρώτε έχει γεύση από αίμα. Το αίμα των μικρών παιδιών και των γεροδεμένων ανδρών, στάζει από κάθε δοκάρι της σκεπής. Μπορώ να κλέισω τα μάτια μου και να το ακούσω να στάζει, τικ, τικ, γύρω μου.

Και εναρμονίζοντας τα λόγια με την πράξη, έκλεισε τα μάτια του και έγειρε πίσω στην καρέκλα του. Δάκρυα λύπης και πληγωμένου εγωισμού. Ποτέ στη ζωή μου δεν με είχαν μεταχειριστεί τόσο άξεστα.

…Μετά από αυτή τη συνέντευξη με το Σμιθ, πήγα στο γραφείο του πατέρα μου στο Χημείο κι εκεί συνάντησα τον Έρνεστ. Ήταν απροσδόκητο, αλλά με συνάντησε με τα τολμηρά του μάτια και τη σταθερή χειραψία, καθώς και με κείνο το ανακάτωμα από αμηχανία και άνεση. Ήταν σάμπως η τελευταία θυελλώδης συνάντηση να είχε ξεχαστεί. Εγώ όμως δεν είχα διάθεση να την ξεχάσω.

-Ερευνώ την υπόθεση Τζάκσον, είπα απότομα.

Ήταν γεμάτος ενδιαφέρον και προσοχή και με περίμενε να συνεχίσω, αν και έβλεπα στα μάτια του τη βεβαιότητα ότι οι πεποιθήσεις μου είχαν κλονιστεί.

-Φαίνεται ότι τον μεταχειρίστηκαν άσχημα, ομολόγησα. Νο… νομίζω ότι λίγο από το αίμα του στάζει από τα δοκάρια της στέγης μας.

-Φυσικά, απάντησε. Αν ο Τζάκσον και όλοι οι σύντροφοι είχαν καλή μεταχείριση, τα μερίσματα δε θα ήταν τόσο μεγάλα.

-Ποτέ δε θα μπορέσω πια να ευχαριστηθώ ένα ωραίο φόρεμα, πρόσθεσα.

Ένιωσα ταπεινωμένη και συντριμμένη και αισθανόμουνα ένα γλυκό συναίσθημα ότι ο Έρνεστ ήταν ένα είδος εξομολόγου…

-Δε θα μπορούσατε να ευχαριστηθείτε ούτε τη λινάτσα, είπε σοβαρά. Υπάρχουν τα εργοστάσια που επεξεργάζονται τη γιούτα, κι εκεί το ίδιο πράγμα γίνεται. Παντού τα ιδια γίνονται…

(Jack London, The iron heel – Η σιδερένια φτέρνα)

*


Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!

Κοινή ανακοίνωση Κομμουνιστικών Νεολαιών από χώρες της Ευρώπης μπροστά στις Ευρωεκλογές 
«Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!»

Κομμουνιστικές Νεολαίες (ΚΝ) από την Ευρώπη, με κοινή τους ανακοίνωση με τίτλο «Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!», τοποθετούνται για τις επικείμενες Ευρωεκλογές. Καλούν «τους νέους και τις νέες της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να στηρίξουν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα που καταδικάζουν την ΕΕ», όπως σημειώνουν μεταξύ άλλων.

Με πρωτοβουλία της ΚΝΕ και άλλων ΚΝ υπογράφουν την κοινή ανακοίνωση μέχρι στιγμής οι εξής 16 οργανώσεις νεολαίας:

1. Κομμουνιστική Νεολαία Αυστρίας (KJOe)

2. Κομμουνιστική Νεολαία Βρετανίας (YCL)

3. Σοσιαλιστική Γερμανική Εργατική Νεολαία (SDAJ)

4. Νέοι Κομμουνιστές Δανίας (UKD)

5. ΚΝΕ

6. Κίνημα Νεολαίας Κόνολι – Ιρλανδία (CYM)

7. Ένωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ισπανίας (UJCE)

8. Κολεκτίβες Νέων Κομμουνιστών – Ισπανία (CJC)

9. Μέτωπο Κομμουνιστικής Νεολαίας – Ιταλία (FGC)

10. Κομμουνιστική Νεολαία Λουξεμβούργου (CYL)

11. Νέοι Κομμουνιστές Νορβηγίας (UKN)

12. Αριστερό Μέτωπο Νεολαίας Ουγγαρίας (Baloldali Front)

13. Επαναστατική Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας (Μπολσεβίκοι) – Ρωσία (RKSMb)

14. Ένωση Νέων Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας – Σερβία (SKOJ)

15. Νεολαία Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας (yTKP)

16. Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας Τσεχίας (KSM)

Ολόκληρη η κοινή ανακοίνωση:

«Η νεολαία της Ευρώπης, ενάντια στην ΕΕ, για μια ζωή με δικαιώματα!

Στις Ευρωεκλογές του Μάη καλούμε τους νέους και τις νέες από όλη την Ευρώπη που στερούνται τα σύγχρονα δικαιώματά τους στη δουλειά, τη μόρφωση, τη ζωή, να δυναμώσουν την πάλη τους ενάντια στην ΕΕ: Έχουμε πείρα, που μας έχει δείξει ότι η ΕΕ φτιάχτηκε για να εξυπηρετεί το ευρωπαϊκό μεγάλο κεφάλαιο και την κερδοφορία του. Ήταν και θα είναι ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα του λαού. Είναι η ΕΕ των 30 εκατομμυρίων ανέργων, του 60% ανεργίας στους νέους, των 120 εκατομμυρίων ανθρώπων στο όριο της φτώχειας. Η ΕΕ όπου καταργούνται θεμελιώδη δικαιώματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η αναψυχή είναι εμπόριο και προνόμιο λίγων. Η ΕΕ των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τις επεμβάσεις στην Ουκρανία και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Η αντικομμουνιστική ΕΕ, που ποινικοποιεί κομμουνιστικά κόμματα, νεολαίες και σύμβολα, που εξισώνει το φασισμό με τον κομμουνισμό, που υποστηρίζει τους φασίστες, όπως έγινε με τη νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας. Η ΕΕ που είναι ορκισμένος εχθρός της πάλης των λαών, αφού η κατάργηση της εκμετάλλευσης σημαίνει τέλος και για τις λυκοσυμμαχίες των καπιταλιστών, όπως είναι η ΕΕ.

Καλούμε τους νέους και τις νέες των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, διεκδικώντας σταθερή δουλειά με πλήρη δικαιώματα, δημόσια – δωρεάν υγεία, παιδεία, πρόνοια, δικαίωμα στον πολιτισμό, στον αθλητισμό. Να ταχθούν ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις. Nα παλέψουν για το δικαίωμα κάθε λαού να επιλέγει κυρίαρχα το δρόμο ανάπτυξής του, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αποδέσμευσης από την ΕΕ, καθώς και της επιλογής του σοσιαλισμού. Να υποστηρίξουν τη δουλειά που κάνουν κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα από την Ευρώπη στην κατεύθυνση του συντονισμού της δράσης τους, της συγκέντρωσης δυνάμεων κατά της ΕΕ, με αιχμή τις Ευρωεκλογές του Μάη, αλλά και τις επόμενες πολιτικές μάχες που έρχονται.

Καλούμε τους νέους και τις νέες των εργατικών – λαϊκών στρωμάτων της Ευρώπης να μην εγκλωβιστούν στο αδιέξοδο του ευρωμονόδρομου. Να μην ξεγελαστούν από τα ευρωπαϊκά κόμματα, που φτιάχτηκαν από την ΕΕ και στηρίζουν την πολιτική της, από τις δυνάμεις που τους καλούν να στρατευτούν πίσω από έναν «πιο ανθρώπινο καπιταλισμό»: Ο δρόμος αυτός κινείται μέσα στα πλαίσια της ίδιας ιμπεριαλιστικής ΕΕ, που δεν θα αλλάξει αλλάζοντας τον πρόεδρο της Κομισιόν ή τους ηγέτες των θεσμικών οργάνων. Δεν γίνεται η ΕΕ να γίνει φιλολαϊκή με την ενίσχυση των δυνάμεων εκείνων που χρόνια τώρα στηρίζουν τους καπιταλιστές, συνεργάζονται με αυτούς σε διάφορα κυβερνητικά πόστα, καταπατούν τα εργατικά – λαϊκά δικαιώματα για να υπηρετήσουν τα συμφέροντα των εργοδοτών, δίνουν όρκους πίστης στην ΕΕ. Τους καλούμε να μη στοιχηθούν πίσω από τις επιδιώξεις των καπιταλιστών, να μην περιμένουν από τη δική τους κερδοφορία ευημερία γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους. Αλλά και να μην πέσουν στην παγίδα των δυνάμεων που ασκούν κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά επί της ουσίας οι θέσεις τους είναι υπέρ της διατήρησης του εκμεταλλευτικού συστήματος, υπέρ του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Καλούμε τους νέους και τις νέες της εργατικής τάξης, των φτωχών λαϊκών στρωμάτων να στηρίξουν τα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα που καταδικάζουν την ΕΕ, να εγκαταλείψουν τις δυνάμεις που στηρίζουν την ΕΕ και την πολιτική της, να δυναμώσουν την πάλη για τα δικαιώματά τους, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, για το σοσιαλισμό».

902


Ουκρανία: σχετικά με ένα πολιτικό πλαίσιο

Είναι άλλο πράγμα να προτάσσει κανείς στο εργατικό – λαϊκό κίνημα μια γραμμή πάλης ανεξάρτητη από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, γραμμή πάλης της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα για τις δικές της ανάγκες και τη δική της εξουσία, και είναι άλλο πράγμα να διατυπώνει κανείς ρήτρες ουσιαστικά συμψηφισμού της εντεινόμενης επιθετικότητας μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης με το γεγονός ότι και η αντίπαλη της δύναμη είναι κι αυτή ιμπεριαλιστική.

Το να μην κατανοείται αυτή η διαφορά είναι, άλλωστε η αντίστροφη όψη, της μη κατανόησης της ανάγκης μπροστά στην εντεινόμενη επιθετικότητα μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης να προτάσσεται στο λαϊκό κίνημα της κάθε χώρας μια γραμμή πάλης ανεξάρτητη από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς… Ανάγκη που προβάλλει σαν μοναδικός τρόπος για όλους τους λαούς ώστε να αποφύγουν τη σύνθλιψή τους από τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και πολέμους και να βάλουν οριστικό τέρμα σε αυτούς, ανάγκη όμως που δεν επιτρέπει την ικανοποίησή της χωρίς ορισμένη ιεράρχηση των γεγονότων που συγκροτούν την πραγματικότητα.

Ο λόγος με αφορμή το πολιτικό πλαίσιο που βρίσκεται εδώ, ένα κάλεσμα συμπαράστασης στον ουκρανικό λαό το οποίο, χωρίς να μπαίνω σε διαδικασία κρίσης της συνολικής του πρόθεσης, αναγνωρίζει τη σημερινή κατάσταση στην Ουκρανία  σαν «επέλαση Ε.Ε.-ΗΠΑ-ΔΝΤ,  επεκτατισμό και παρεμβατισμό της Ρωσίας με πρόσχημα την υπεράσπιση των ρωσόφωνων πληθυσμών, αιματηρή δράση ακροδεξιών συμμοριών-πρακτόρων-μισθοφόρων Ανατολής και Δύσης».

Η πραγματικότητα είναι όμως κάπως διαφορετική. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ουκρανία, κι αυτό που συμβαίνει τα τελευταία 25 χρόνια στον κόσμο, δεν είναι ο επεκτατισμός της Ρωσίας, αλλά η επιθετικότητα του συνεταιρισμού ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ προκειμένου να πνίξουν τη Ρωσία όχι μόνο στις εκδηλώσεις του επεκτατισμού της αλλά και εκεί που βρίσκεται «από μόνη της». Η διεξαγωγή  του «ψυχρού πολέμου» όλο το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (που σήμερα αποτελούν τη μια πλευρά της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης) δεν αποσκοπούσε στο να αφήσει στην θέση της ΕΣΣΔ μια ιμπεριαλιστική Ρωσία. Αποσκοπούσε στην κυριαρχία τους σε όλο τον γεωπολιτικό – οικονομικό χώρο που θα «απελευθέρωνε» γι’ αυτές η ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, και σε αυτόν το χώρο περιλαμβάνεται ουσιαστικά και η ίδια η ιμπεριαλιστική Ρωσία που επιζητούν να πνίξουνε.

Το να αναγνωρίζει λοιπόν κανείς τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας, όσο απαραίτητο είναι για τον καθορισμό της πολιτικής του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα -και στη Ρωσία- άλλο τόσο δεν είναι αρκετό για να χρησιμεύσει σαν μέτρο για την εκτίμηση κάθε σύγκρουσης που διαδραματίζεται στο πλαίσιο αυτής της γενικής αντιπαράθεσης.

Ο λαός της Ουκρανίας, δυτικής και ανατολικής, θα ματοκυλιέται «έτσι κι αλλιώς» για χάρη των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων όσο η εργατική τάξη και εκεί δεν βάζει τη δική της ανεξάρτητη στρατηγική στο επίκεντρο της δραστηριότητάς της. Αυτό όμως δεν αναιρεί καθόλου το γεγονός ότι για το σημερινό αιματοκύλισμα, για την φασιστική δολοφονική δραστηριότητα (παρακρατική, κρατική, κυβερνητική) ενάντια, ιδίως αυτή τη στιγμή, στο λαό των ανατολικών περιοχών, για την πραξικοπηματική ανατροπή  της νόμιμης ουκρανικής κυβέρνησης, για το ποδοπάτημα δηλαδή των πολιτικών δημοκρατικών δικαιωμάτων  ολόκληρου του λαού, φέρουν ακέραια την ευθύνη οι «σύμμαχοι» ΕΕ-ΗΠΑ-ΝΑΤΟ πέρα από κάθε ανταγωνισμό που εμφανίστηκε στο εσωτερικό της συμμαχίας τους.  Το ίδιο ισχύει για το ποδοπάτημα των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εθνοτική σύνθεση του λαού των ανατολικών περιοχών: ΕΕ, ΗΠΑ, Ουκρανική «εθνικιστική κυβέρνηση» πρέπει να διαλέξουν και να αποφασίσουν ανάμεσα στα εξής: Είτε θα θεωρήσουν τον ρωσόφωνο πληθυσμό των ανατολικών περιοχών της Ουκρανίας «ξένο» και επομένως θα θεωρήσουν και τα εδάφη όπου κατοικεί «Ρωσία», είτε θα θεωρήσουν ότι τα ίδια αυτά εδάφη είναι «ουκρανικά» στα οποία κατοικεί ένας κατεχόμενος «εχθρικός» και «ξένος» πληθυσμός που πρέπει να τον αντιμετωπίσουν με εσωτερικό, εμφύλιο πόλεμο, είτε τέλος θα κάνουν αυτό που πρέπει: θα αναγνωρίσουν την ύπαρξη αυτού του πληθυσμού που ζει σε μια περιοχή  της Ουκρανίας αναγνωρίζοντας πλήρως και τα εθνοτικά και πολιτικά του δικαιώματα σαν αδιάσπαστο μέρος της ενιαίας ουκρανικής εθνικής και κρατικής οντότητας.

Αυτή τη στιγμή, όμως, επιλέγουν το δεύτερο και πάνω από κάθε δημοκρατικό και εθνικό ζήτημα εντός της Ουκρανίας επικρατεί η φασιστική τρομοκρατία, η ανοιχτή δολοφονική δράση των ταγμάτων εφόδου της κυβέρνησης που εγκατέστησαν ΗΠΑ και ΕΕ στο Κίεβο, και απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα έχει ελάχιστη σημασία να διαδηλώνει κανείς έξω από τα γραφεία της ΕΕ (και γιατί όχι έξω από την πρεσβεία των ΗΠΑ του κ. Μπρέναν της CIA που εποπτεύει τη σφαγή της ουκρανικής αντιπολίτευσης;) «κατηγορώντας» τους ότι είναι «εξίσου ιμπεριαλιστές» με τη Ρωσία…

Αυτή τη στιγμή ο λαός της Ουκρανίας παλεύει ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών και εθνικών (στην πραγματικότητα όλης της Ουκρανίας) δικαιωμάτων του από τη στυγνή πολιτική  επέμβαση των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ στις εσωτερικές του υποθέσεις με πολιορκητικό κριό τις εσωτερικές φασιστικές δυνάμεις.

Το δύσκολο, μπροστά στη φύση και την ένταση της επίθεσης που δέχεται, ζήτημα είναι βγάλει το περιεχόμενο της πάλης του έξω από τον κύκλο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, πράγμα που θα αποτελούσε, και για κάθε λαό, τη μεγαλύτερη επιτυχία όχι μόνο ενάντια στον «ιμπεριαλισμό γενικά» αλλά και ενάντια στη  συγκεκριμένη κάθε φορά εκδήλωση της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας από όποια δύναμη κι αν εκδηλώνεται πιο έντονα,  πιο ωμά, πιο αντιδραστικά.

Το εύκολο είναι να «διαμαρτυρόμαστε» ενάντια στους αποκλειστικούς υπεύθυνους μιας επαναλαμβανόμενης σφαγής, ενός κατά συρροή ιμπεριαλιστικού – φασιστικού εγκλήματος, υιοθετώντας έστω και κατ» ελάχιστο την «επιχειρηματολογία» τους, έστω και στο ελάχιστο παρέχοντάς τους τη στοιχειώδη θέση που χρειάζονται για τη «νομιμοποίησή» τους έστω και στο πλαίσιο των μεταξύ τους ανταγωνισμών, για χάρη όμως των οποίων αυτοί τούτη την ώρα ποδοπατούν βάναυσα ένα λαό.