«ανησυχητικές πληροφορίες»

Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου έκλεισε με την πυραυλική επίθεση του Ισραήλ κατά της Συρίας και το δεύτερο 10ήμερο του Μαΐου ξεκίνησε με την πλήρη κάλυψη των ισραηλινών αυτών επιθέσεων από την ΕΕ: Υπήρξαν «ανησυχητικές πληροφορίες», είπε η επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι, σχετικά με ρουκέτες που έπεσαν σε κενό χώρο των ισραηλινών θέσεων (στο κατεχόμενο τμήμα των Υψιπέδων του Γκολάν, ας διευκρινίσουμε), εξ ου και το «αυτονόητο»: «Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη η ΕΕ, το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Δεν χρειάστηκε για την ΕΕ η επιβεβαίωση ή μη των «ανησυχητικών πληροφοριών» από κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προτού διακηρύξει για μια ακόμα φορά το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα».

*

Βέβαια δεν μπορεί να είναι άγνωστη στην ευρωενωσιακή διπλωματία η τεχνολογία παραγωγής «ανησυχητικών πληροφοριών» όταν αναζητείται πρόσχημα βομβαρδισμών και εδραίωσης μιας ενεργού στρατιωτικής παρουσίας. Και δεν έχει σημασία που το ακόλουθο, «παλιό» δείγμα αφορά την Τουρκία και όχι το Ισραήλ. Και στις δυο περιπτώσεις άλλωστε πρόκειται για βομβαρδισμούς ανταγωνιστών επί του ίδιου εδάφους, της Συρίας.

Ποιος πια δε μπορεί να φανταστεί ότι πίσω από «ανησυχητικές πληροφορίες» μπορεί να βρίσκονται ευυπόληπτα πρόσωπα που στήνουν επιθέσεις κατά της χώρας τους για να νομιμοποιήσουν την επίθεσή τους κατά των στόχων τους;

*

Στο μεταξύ βέβαια, δέκα μέρες νωρίτερα είχαν προηγηθεί και οι «ανησυχητικές πληροφορίες Νετανιάχου», ότι «το Ιράν  αναπτύσσει πυρηνικά όπλα», και ακολούθησε, «ώριμα» πια, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν. Και στην περίπτωση αυτή για τις ΗΠΑ δεν χρειαζόταν κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προκειμένου να επαληθευτούν ή να διαψευστούν οι «ανησυχητικές πληροφορίες» Νετανιάχου. Τους ήταν από μόνες αρκετές για τη «νομιμοποίηση» των επιλογών τους. Η ΕΕ βέβαια θα προτιμούσε τώρα μια «ανεξάρτητη έρευνα» και θα είχε λόγους γι’ αυτό, αφού ήδη ευρωπαϊκές εταιρίες ανακοινώνουν διακοπή εργασιών στο Ιράν ως συμφερότερη επιλογή από τις σε βάρος τους οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Δίκιο βουνό, αλλά πού να το βρουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές.

Άλλωστε και 15 μέρες νωρίτερα ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία είχαν αρκεστεί σε «ανησυχητικές πληροφορίες» περί χρήσης χημικών όπλων για να εξαπολύσουν, χωρίς «ανεξάρτητη έρευνα», τη δική τους αυτή τη φορά πυραυλική επίθεση κατά της Συρίας, υπό τα χειροκροτήματα και την κατανόηση των «συμμάχων» του ευρωατλαντισμού.

Μάλιστα εν προκειμένω οι «ανησυχητικές πληροφορίες» ήταν τόσο υπεραρκετές, ώστε τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια αντιμετωπίζανε δηλητηριωδώς όποιον επιχειρούσε να τις αμφισβητήσει. Ακόμα κι αν αυτός ήταν Βρετανός στρατηγός, τον κόβανε στον αέρα με συνοπτικές διαδικασίες.

Και στις 30 Απριλίου το ευρωκοινοβούλιο, ενόψει «ανησυχητικών πληροφοριών» για τις σφεντόνες και τα καμμένα λάστιχα των Παλαιστίνιων διαδηλωτών στη Γάζα, δεν παρέλειψε για μια ακόμη φορά να αναφερθεί στο «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα», αποκαλώντας έτσι την μαζική εν ψυχρώ δολοφονία 45 σε πρώτη δόση Παλαιστίνιων διαδηλωτών, προτού πέσουν άλλοι 61 νεκροί πλάι σε χιλιάδες τραυματίες από τα ισραηλινά πυρά: αυτη η δεύτερη δόση προκαταβολικά «νομιμοποιημένη» με το προηγούμενο δολοφονικό ψήφισμα της ευρωβουλής.

*

Πολλές οι «ανησυχητικές πληροφορίες» των τελευταίων 40 ημερών.

Και πολλές οι «ανεξάρτητες έρευνες» που πρόκειται να δρομολογηθούν.

Με αυτή την αφορμή θυμηθήκαμε και δυο περιπώσεις «ανεξάρτητων ερευνών» που προφανώς βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη:

Όπως στην πιο κάτω περίπτωση, όπου η κ. Άστον (προκάτοχος της κ. Μογκερίνι στη θέση της επιτρόπου εξωτερικών της ΕΕ), κάνει λόγο για κάτι σαν «ανεξάρτητη έρευνα», όταν ο Εσθονός Υπουργός Εξωτερικών τής μεταφέρει «ανησυχητικές πληροφορίες» για το γεγονός ότι πίσω από τους ελεύθερους σκοπευτές που στοίχισαν στον ουκρανικό λαό δεκάδες νεκρούς, δεν βρισκόταν η κυβέρνηση Γιανούκοβιτς, αλλά σύμφωνα με «όλα τα στοιχεία» βρισκόταν «κάποιος από τον νέο συνασπισμό» εξουσίας.

Όπως, επίσης, στην περίπτωση της μαζικής δολοφονίας των δεκάδων διαδηλωτών  που τους έκαψαν ζωντανούς στην Οδησσό, μέσα στο κτίριο των συνδικάτων. Και τότε, η προκάτοχος της κ. Μογκερίνι είχε ζητήσει «ανεξάρτητη έρευνα» για αυτές τις «ανησυχητικές πληροφορίες».

Ίσως και γι’ αυτό το λόγο, η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση («ο νέος συνασπισμός εξουσίας») επιχειρεί να ενοχοποιήσει το Κουμμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας για αυτό το στυγερό έγκλημα, αλλά από μόνο του αυτό το γεγονός συνιστά την ομολογία της δικής της ενοχής.

 

Advertisements

«δικαίωμα στην αυτοάμυνα», σύμφωνα με ΗΠΑ και ΕΕ, οι μαζικές δολοφονίες Παλαιστίνιων από το Ισραήλ

«Πιστεύουμε πράγματι ότι οι Ισραηλινοί έχουν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα», δήλωσε τη Δευτέρα 30-4-2018 ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο, σχολιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη δολοφονία 47 Παλαιστινίων τον τελευταίο μήνα από τον ισραηλινό στρατό στη Λωρίδα της Γάζας.

Για την ευρωβουλή πάλι, ο αριθμός των δεκάδων εν ψυχρώ δολοφονημένων από τα ισραηλινά πυρά Παλαιστίνιων είναι δικαιολογημένος, αφού «οι ισραηλινές αρχές ανέφεραν ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους δέχτηκαν πέτρες και βόμβες μολότοφ και ότι ορισμένοι διαδηλωτές επιχείρησαν να χαλάσουν και να περάσουν το φράχτη για να εισέλθουν στο έδαφος του Ισραήλ» (φυσικά με το «έδαφος του Ισραήλ» εννοούνται τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη).

Έτσι λοιπόν το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τη Γάζα, που ψηφίστηκε από τις πολιτικές ομάδες του Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών, Φιλελεύθερων, Συντηρητικών – Μεταρρυθμιστών και Πράσινων, εστιάζει στις «πέτρες και τις μολότοφ» που υποτίθεται ότι δέχτηκαν οι πάνοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες, και καθαγιάζει (με λαϊκές, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, συντηρητικές, μεταρρυθμιστικές και πράσινες ψαλμωδίες), τις βεβαιωμένες θανατηφόρες σφαίρες που τον τελευταίο μήνα αφαίρεσαν τη ζωή από δεκάδες Παλαιστίνιους που διαδηλώνουν ενάντια στην πολύχρονη κατοχή της πατρίδας τους, αποκαλώντας τις δολοφονίες «χρήση αναλογικών μέσων» έναντι «προκλήσεων που αντιμετωπίζει το Ισραήλ σε θέματα ασφαλείας».

Μάλιστα απευθύνουν και συστάσεις «μη βίας» σ’ αυτούς που γαζώνονται από τις ριπές των ισραηλινών όπλων, κουνάνε το δάχτυλο στους δολοφονημένους  ότι «γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για άλλους σκοπούς»…

Καλεί δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο, τον παλαιστινιακό λαό να υπομένει αδιαμαρτύρητα τη σφαγή του, να παρακολουθεί σιωπηλός τους χιλιάδες κρατούμενους, ανάμεσά τους και παιδιά να λιώνουν στις ισραηλινές φυλακές, την προσφυγιά και τη διαιώνιση της κατοχής και την αρπαγή των παλαιστινιακών εδαφών από τους ισραηλινούς εποικισμούς, τον αργό θάνατό του από τον αποκλεισμό των παλαιστινιακών εδαφών.

Και απέναντι σε μια κραυγαλέα περίπτωση κρατικής τρομοκρατίας από ένα κράτος – τρομοκράτη, το ευρωκοινοβούλιο σαν «συγγραφέας» της προκήρυξης «ανάληψης ευθύνης»,  ανακηρύσσει την πολύπαθη Λωρίδα της Γάζας «κέντρο διεθνώς αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων».

Η αθλιότητα, βέβαια, συμπληρώνεται με την καραμέλα του «αντισημιτισμού» που έχουν έτοιμη στο στόμα οι κάθε είδους απολογητές των κρατικών ισραηλινών εγκλημάτων εναντίον όσων τα καταγγέλλουν.

Και ολοκληρώνεται η αθλιότητα, με την πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,   που ενισχύει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία της με το Ισραήλ για την αναβάθμιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή.

ΕΕ – ΗΠΑ – ΝΑΤΟ οπλίζουν το δολοφονικό χέρι του ισραηλινού κράτους, είναι συνένοχοι για τα διαρκή εγκλήματα κατά του παλαιστινιακού λαού.


Τσίπρας: «Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ»

«Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ». Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, είπε ο πρωθυπουργός μιλώντας για το πρόσφατο επεισόδιο στα Ίμια, και αυτό, ουσιαστικά, καθώς και το ότι η η Ελλάδα είναι «κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ με ισχυρό περιφερειακό ρόλο», εμφάνισε  σαν τον κύριο πολιτικό παράγοντα αν όχι σαν το πολιτικό θεμέλιο της ασφάλειας της χώρας ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» έτσι κι αλλιώς δεν είναι, ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι στόχος ανταποκρινόμενος (ή πραγματικότητα ανταποκρινόμενη) στις ανάγκες των εργαζομένων. Αποτελεί έτσι κι αλλιώς συνθήκη ανίκανη να διασφαλίσει και συνθήκη αντιστρατευόμενη τα εσωτερικά κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα του λαού. Συνθήκη, έτσι κι αλλιώς, οικονομικής κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων στη βάση της εντατικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων στο εσωτερικό και στη βάση του οικονομικού και πολιτικού  ανταγωνισμού για την εκμετάλλευση και τη διανομή αγορών και εδαφών στο εξωτερικό. «Σκληρός πυρήνας της ΕΕ» σημαίνει σκληρός πυρήνας του ιμπεριαλισμού, και ιμπεριαλισμός σημαίνει επιθετικότητα των μονοπωλίων κατά των εργαζομένων τόσο έξω όσο και μέσα στα σύνορα της χώρας.

Αλλά πέρα από αυτή τη γενική τοποθέτηση «από θέσεις αρχών», τίθεται και το ερώτημα του ρεαλισμού της πρωθυπουργικής ρήσης περί «σκληρού πυρήνα». Και δεν μπορεί να μην τίθεται, εφόσον η «εθνική στρατηγική» της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, την οποία στρατηγική «εκλαϊκεύει» η δήλωση του πρωθυπουργού, δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά ολόκληρο το λαό, ιδίως για όσο καιρό εξακολουθεί να εναποθέτει τις ανάγκες της ζωής του στην κυρίαρχη τάξη και στη πολιτική της.

Φυσικά με τον κ. Τσίπρα έχουμε πια γνωριστεί και ξέρουμε: «ο λόγος του συμβόλαιο»… Οπότε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι και αυτή του η δήλωση δεν είναι παρά μια ακόμη «αμετροέπεια», για την οποία μάλιστα ενδεχομένως θα απολογηθεί εν ευθέτω χρόνω: «Δεν ήμουν απατεώνας. Είχα αυταπάτες». Αλλά αφενός οι «αυταπάτες» των διαχειριστών της άρχουσας τάξης δεν πληρώνονται ούτε από αυτούς ούτε από αυτήν… Και αφετέρου ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» δεν αποτελεί σημερινή «πρωτοτυπία» του πρωθυπουργού, αλλά διαχρονικό συστατικό του «φαντασιακού» της ελληνικής άρχουσας τάξης, που επίσης διαχρονικά ταυτίζει την «εθνική στρατηγική» της με «ό,τι φάει, ό,τι πιεί κι ό,τι αρπάξει η σούφρα της», γι’ αυτό και η «εθνική στρατηγική» της είναι διαχρονικά τέτοια που είναι.

Γι’ αυτό και το 1919 η Ουκρανία δεν αποτέλεσε σταθμό του «δρόμου προς την Πόλη», αλλά σταθμό του δρόμου προς την Μικρασιατική Καταστροφή. Γι’ αυτό και η συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον αμερικανικό πόλεμο στην Κορέα αποτέλεσε σταθμό στο δρόμο προς την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Γι’ αυτό και ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος» που έπαιξε η Ελλάδα σαν κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ όταν παρέδιδε τον Οτσαλάν στην Τουρκία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» κατά τη διέλευση των χερσαίων ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων προς την Γιουγκοσλαβία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στον ναυτικό αποκλεισμό της Σερβίας, στη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το πρώτο σοβαρό επεισόδιο στα Ίμια, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην παραχώρηση παλιών και νέων στρατιωτικών βάσεων για τις επιθετικές εξορμήσεις του  αμερικανο-ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλισμού κατά των λαών της ευρύτερης περιοχής, ο «ισχυρός περιφερειακό ρόλος της» στην συμμετοχή της σε ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές επεβάσεις όπου γης, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην καταχρέωση του λαού για την υλοποίηση ΝΑΤΟϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» σαν στύλος («πυλώνας σταθερότητας» κατά την κυβερνητική ορολογία) γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται το γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όλα αυτά κι άλλα τόσα, μπορεί να μην δίνουν την εντύπωση που θα περίμενε κανένας από μια συγκροτημένη «εθνική στρατηγική», αλλά ωστόσο αποτελούν πράγματι την «εθνική» στρατηγική της ελληνικής μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Αν δεν καθρεφτίζουν κάτι που τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να μοιάζει πράγματι με «εθνική στρατηγική», είναι γιατί καθρεφτίζουν την ελληνική άρχουσα τάξη την ίδια…

Παρομοίως και σε σχέση με τον «σκληρό πυρήνα της ΕΕ»…

Τι κι αν μια δεκαετία μνημονίων θα δώσει τη θέση της – όπως διατείνονται – σε μερικές δεκαετίες οικονομικής εποπτείας;  Τι κι αν από μνημόνιο σε μνημόνιο, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση, από δόση σε δόση, η κυβερνητική πολιτική συνίσταται στη νομοθέτηση και την υλοποίηση των εκάστοτε «προαπαιτούμενων που θέτουν οι δανειστές»; Τι κι αν;;;

Οι εγχώριοι  μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί ομίλοι, τα διάφορα τμήματα του «ελληνικών συμφερόντων» μονοπωλιακού κεφαλαίου, καθώς και το πολιτικό τους προσωπικό, εφόσον όλα αυτά (μνημόνια, αξιολογήσεις, προαπαιτούμενα, εποπτεία κλπ) αποτελούν όρους διασφάλισης και επέκτασης της δικής τους ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας, και εφόσον αποτελούν την μοναδική παρούσα επιλογή τους γι’ αυτή τη διασφάλιση και για αυτή την επέκταση, μπορούν επομένως να φαντασιώνονται, να  κηρύσσουν την φαντασίωση και να ζουν υπό τους όρους της φαντασίωσης, ότι η δική τους ιδιαίτερη οικονομική θέση, η δική τους «μοναδική» επιλογή, ταυτίζεται και με τη θέση της χώρας εντός «του σκληρού πυρήνα της ΕΕ».

Αλλά η πραγματικότητα της «χώρας» είναι πολύ διαφορετική από την δική τους πραγματικότητα. Απέχει «εις παρασάγγας» η μια πραγματικότητα από την άλλη. Σε βαθμό «παράλληλου σύμπαντος».  Άλλωστε, πίσω από τις φαντασιόπληκτες μεγαλοστομίες δεν παύει να ελλοχεύει αυτή η επίγνωση. Της οποίας αυτής ταξικής – «αστικής» επίγνωσης οι απαιτήσεις δεν συνίστανται και δεν περιορίζονται παρά μόνο στην ανάπτυξη των κατάλληλων μεθοδεύσεων, ώστε οποιοσδήποτε ενδεχόμενος κλονισμός της «χώρας», από το υψηλό βάθρο των δικών τους φαντασιώσεων (που καθορίζει και την «εθνική τους στρατηγική») στο σκληρό έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, να μην αποτελέσει και δικό τους κλονισμό.

*

Στον αντίποδα… αλλά όχι. Δεν θα γίνει εδώ λόγος για τον αντίποδα.

 


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


«ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Η ανάρτηση δεν αποσκοπεί ούτε κατά διάνοια να τοποθετηθεί πάνω στα διάφορα  εναλλακτικά σενάρια γύρω από το «ακανθώδες» για την ευρω-ολιγαρχία του πλούτου ζήτημα του «μέλλοντος της ΕΕ», που καταγράφονται σε ακόμα μια «λευκή βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Απέναντι στο καθένα ξεχωριστά και σε όλα μαζί τα αντιλαϊκά σενάρια, μοναδικό «σενάριο» για το λαό είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ δηλαδή η κατάργηση της ελευθερίας του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, που  η ΕΕ αποτελεί τον «διακρατικό» πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό της ταξικής δικτατορίας τους.

Αντίθετα ο σκοπός της ανάρτησης είναι καθαρά αυτοβιογραφικός… Να, όλη αυτή η υψηλού επιπέδου φιλολογία για την «ΕΕ των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων» ξυπνά μνήμες από εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1978, στη «γιάφκα» (!) που συνεδρίαζε η μαθητική ΟΒΑ. Στο πολιτικό προσκήνιο ήταν εκείνο τον καιρό η επικείμενη πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Κι ο διαφωτιστής μας ανέλυε το ζήτημα της «φύσης» της με τα λόγια «ΕΟΚ των δυο ταχυτήτων»: Η ούτως ή άλλως νομοτελειακή ανισομετρία ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και την οικονομική τους ανάπτυξη και η ΕΟΚ μια ιμπεριαλιστική ένωση που ανυψώνει τη γενική νομοτέλεια σε  πολιτικο-οικονομικό μηχανισμό πραγμάτωσής της. Κάτι τέτοιο.

Πέρασαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες, ο «οδικός χάρτης» του ευρωμονόδρομου οδήγησε τη χώρα κατευθείαν και με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους, των μνημονίων, των αξιολογήσεων, της αντεργατικής-αντιλαϊκής επέλασης, και πού ‘σαι ακόμα. Κι εκείνα τα «ανίερα», τα ασεβή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα του έθνους, που «μας έλεγαν οι καθοδηγητές μας στην ΚΝΕ», τα έχουν τώρα υπερθεματίσει οι υψηλότεροι εκπρόσωποι των «ευρωπαϊκών θεσμών» που πια δεν τους φτάνουν δυο ταχύτητες «στη ζούλα», αλλά θέλουν 3, 4, και 5 ταχύτητες θεσμοποιημένες νομικά και πολιτικά… Με τους διάφορους γουαναμπήδες να βάζουν λέει και «προϋποθέσεις» στην «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» και να διεκδικούν λέει και «πρωταγωνιστικό ρόλο» οι μούρες τους. Πώς λέγανε τότε «ΕΟΚ των λαών» και με τα κούφια τα λόγια μάς «ταπώνανε» για το δικό μας το ξύλινο «η ΕΟΚ των μονοπωλίων» οι απολογητές των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, κάτι τέτοιο και τώρα σε νέα έκδοση. Χαααααχ (χασμουρητό).

Γλυκές αναμνήσεις… «Κομβικές» αναμνήσεις. Γύρω από ένα κομβικό ζήτημα, στο οποίο «συναντιούνται» όλες οι στρατηγικές, οι δικές τους και η δική μας, πραγματικός κρίκος, «χαλκάς της γης» (μπόνους τρακ το άσμα για χάρη του τίτλου του, παρά την στιχουργική παρέκκλιση από το νόημα του κειμένου).


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


Η Ευρώπη είναι μια απόλυτη μοναρχία

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση… Δηλαδή από τι ακριβώς. Ποια είναι εκείνα τα συστατικά, τα «δεσμευτικά» χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν στο κίνημα των εργαζομένων τη διεκδίκηση της αποδέσμευσης σαν αναγκαίο συστατικό της δικής τους πάλης;

Ανατρέχοντας στον καταστατικό πυρήνα της ΕΕ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, βρίσκουμε τρία τέτοια θεμελιακά συστατικά:

α. Την «ανοιχτή αγορά», με άλλα λόγια την ελευθερία της αγοράς, δηλαδή την τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης.

Αυτή η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης – σύμφωνα με τα λόγια του Μάρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Α΄Διεθνής) – συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης. Στον αντίθετο πόλο η κοινωνική πρόβλεψη, ο κοινωνικός σχεδιασμός, συνιστά την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Η πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η ελευθερία της αγοράς, η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης, κατά συνέπεια και η άρνηση, η απαγόρευση της κοινωνικής πρόβλεψης – της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης – αποτελεί λοιπόν καταστατική αρχή της «Ευρώπης».

Συνέπεια αυτής της καταστατικής αρχής είναι, ότι μέρος του περιεχομένου της αποτελεί και η «ανοιχτή αγορά» της εργατικής δύναμης, η ανοιχτή «αγορά εργασίας»: Στις καταστατικές αρχές της ΕΕ προβλέπεται με αυτόν τον τρόπο ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που υπόκειται στους όρους της «ανοιχτής αγοράς», στην κυριαρχία της «προσφοράς και ζήτησης». Προβλέπεται, με άλλα λόγια, η άρνηση κάθε συσχετισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού, με τις ανάγκες των εργαζομένων, προβλέπεται – κατά τελική συνέπεια – η θεσμοθέτηση της ατομικής σύμβασης, και η άρνηση, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Προβλέπεται η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων φτωχών εργαζόμενων, η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Προβλέπεται η εξαναγκαστική υπαγωγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην «τυχαιότητα» (την «τυφλή κυριαρχία») των σχέσεων της προσφοράς και της ζήτησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να κυνηγούν το «τζάκποτ» της «προσφοράς και ζήτησης», το οποίο «τζάκποτ» νομοτελειακά δεν έχει μορφή άλλη από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης.

β. Πλάι στην «ανοιχτή αγορά» βρίσκουμε και την «ελευθερία του ανταγωνισμού που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Αυτή είναι η διατύπωση!

Φυσικά η «ελευθερία του ανταγωνισμού» στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον καπιταλισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχει αφήσει οριστικά πίσω του τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού, ηχεί κάπως ανεκδοτολογικά, κάπως οξύμωρα. Αλλά πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό: Πρόκειται για την ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, για την υπερίσχυση του ισχυρότερου μονοπωλίου απέναντι στο πιο αδύναμο, για την υπερίσχυση συνολικά των μονοπωλίων απέναντι στην μικρή παραγωγή, για τη συγκέντρωση των μέσων της παραγωγής υπό όρους κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Δεν μπορεί στο ιστορικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού να υπάρξει διαφορετικός ανταγωνισμός και διαφορετική ελευθερία του ανταγωνισμού, δεν μπορεί στο ιστορικό αυτό στάδιο να υπάρξει διαφορετική «κατανομή των πόρων»… Και για το μονοπωλιακό κεφάλαιο αυτή η «κατανομή των πόρων» είναι και η μόνη «αποτελεσματική».

Πρόκειται επίσης για την άρνηση, κυριολεκτικά για την απαγόρευση, έστω και της παραμικρής «υποταγής» της οικονομίας στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή πρόκειται και πάλι για άρνηση της κοινωνικής πρόβλεψης, για απαγόρευση της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την εκχώρηση κάθε κοινωνικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας στο κεφάλαιο, για την εμπορευματοποίηση κάθε πεδίου της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσε να αποφέρει καπιταλιστικό κέρδος, για την μετατροπή κάθε κοινωνικού οικονομικού αποθέματος  σε ιδιωτικό κεφάλαιο, για την σύνθλιψη των μισθολογικών και εργασιακών δικαιωμάτων κάτω από το πέλμα της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου.

γ. Πλάι στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων» (άρθρα 3Α και 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ) βρίσκουμε και την ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων: την «απαγόρευση οποιουδήποτε περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών» (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ), την απαγόρευση – να παράδειγμα νομοθετικής πρόνοιας!!! – οποιωνδήποτε μέτρων ακόμα και «συγκεκαλυμμένου περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

Καμία σχέση με απαγόρευση των «capital control» ή των… διοδίων. Απλά, για άλλη μια φορά η κοινωνική παραγωγή απαγορεύεται  να υπακούει «ακόμα και συγκεκαλυμμένα» στις κοινωνικές ανάγκες, στην κοινωνική πρόβλεψη, και υποτάσσεται καταστατικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Που είδαμε: προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό και την ελευθερία του, από την προσφορά και ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Αυτήν την προσφορά και ζήτηση κι αυτόν τον ανταγωνισμό, που για χάρη τους ξηλώνονται ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι και μεταφέρονται όπου βρίσκουν χαμηλότερη τη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης. Που για χάρη τους οι έδρες των επιχειρήσεων μεταφέρονται σε διεθνείς φορολογικούς παραδείσους. Που για χάρη τους οι επιχειρήσεις «πτωχεύουν» προκειμένου τα συσσωρευμένα κεφάλαια να τοποθετηθούν σε περισσότερο επικερδείς (φυσικά για το κεφάλαιο) οικονομικές σφαίρες.

*

Η ιδιοκτησία είναι εξουσίαση πραγμάτων. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της εξουσίασης, το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της ιδιοκτησίας – πέρα από νομικούς τύπους και μορφές –  προσδιορίζεται από την ελευθερία της. Η «προσφορά και ζήτηση» ή με τα λόγια της ΕΕ η «ανοιχτή αγορά» και με καθημερινά λόγια η ελευθερία της αγοράς, η ελευθερία του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αποτελούν τις ελευθερίες που ολοκληρώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και που την καθιστούν ανώτατο, απόλυτο άρχοντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία. Και στον θρόνο της κάθεται η ελευθερία του κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η ελευθερία της.

Φυσικά ο καπιταλισμός κυριαρχεί παντού ή σχεδόν παντού. Και παντού όπου κυριαρχεί ο καπιταλισμός τα «εθνικά κράτη» αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της εξουσίας (δικτατορίας έστω και «δημοκρατικής») του κεφαλαίου και της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Όμως η ιστορική καταγωγή των εθνικών κρατών, η ιστορικά προοδευτική καταγωγή τους, η ιστορικά προοδευτική αρχή τους, δεν τους έχει επιτρέψει να θεσμοθετήσουν, να ολοκληρώσουν καταστατικά τον ίδιο τους τον πραγματικό χαρακτήρα. Αντίθετα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν διακρατικός πολιτικός μηχανισμός της εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς  στην ιστορική της αρχή δεν βρίσκεται η ιστορική πρόοδος αλλά η ιστορική αντίδραση σε όλη τη γραμμή, καθώς η ιστορική καταγωγή της δεν καθορίζεται από την προοδευτική – επαναστατική αντικατάσταση ενός ξεπερασμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από τον νεώτερο αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από την αντεπανάσταση, από τον ιστορικά αντιδραστικό χαρακτήρα του τελικού, ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος, για αυτό το λόγο ίσως μόνο αυτή έχει αναγορεύσει σε ιδρυτική καταστατική της αρχή τις ελευθερίες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, έχει τοποθετήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ελευθερία της σαν απόλυτο μονάρχη στο θρόνο της.

Από αυτή την άποψη η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια αντιδραστικά αναβαθμισμένη  μορφή πολιτικού μηχανισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, επίσης, δεν είναι άτοπος  ο χαρακτηρισμός της ΕΕ σαν πολιτικού μηχανισμού της εξουσίας του κεφαλαίου διακρατικού και ταυτόχρονα υπερεθνικού – όχι διεθνικού. Οικονομικά και πολιτικά αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει την υπαγωγή των κρατών στην επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να κυριαρχεί υπερεθνικά, ανεξάρτητα από κάθε εθνικό φραγμό που είναι σε τελική ανάλυση φραγμός κοινωνικός, και που σε μια παραπέρα ανάλυση καθορίζεται από τους συσχετισμούς της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε έθνους. Και αυτό δεν συνιστά οποιαδήποτε πραγματική άρνηση του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της ίδιας αυτής «υπερεθνικής» επιδίωξης, δεν μπορεί παρά στο πλαίσιο της νομοτελειακά ανισόμετρης καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης να αναδεικνύεται η κυριαρχία των ισχυρότερων εθνικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών απέναντι στα λιγότερο ισχυρά. Δεν συνιστά δηλαδή πραγματική άρνηση των εθνικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Δεν συνιστά άρνηση του γεγονότος αυτού, αντίθετα συνιστά πραγματικό του όρο.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την άρνηση της αντικατάστασης της εθνικής κοινωνικοοικονομικής ιστορικής βαθμίδας από μια νέα ανώτερη διεθνική ιστορική βαθμίδα – αντικατάσταση που προϋποθέτει την εργατική τάξη σαν ηγέτιδα τάξη των εθνών, την αντικατάσταση του έθνους των αστών από το έθνος των εργατών. Στη θέση μιας ιστορικά προοδευτικής διεθνικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιτάσσει τη δική του διεθνοποίηση, και η μέσω αυτής συγκέντρωσή του  έρχεται να εκφραστεί πολιτικά με την υπερεθνική του κυριαρχία και την διακρατική οργανωτική της μορφή.  Αλλά γι’ αυτό, απέναντι στον πολιτικό μηχανισμό της ΕΕ τα κράτη εμφανίζονται όλο και λιγότερο σαν μορφές εθνικής κοινωνικής οργάνωσης, όλο και περισσότερο σαν δικές της απλά διοικητικές οργανωτικές υποδιαιρέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν και να υποκατασταθούν από άλλες διοικητικές υποδιαιρέσεις («περιφέρειες», «οικονομικές ζώνες» κ.ά.) ακόμα περισσότερο αποσυνδεμένες από το ιστορικό περιεχόμενο και την ιστορική καταγωγή των εθνικών σχηματισμών και ακόμα πιο άμεσα υπαγόμενες στις καταστατικές της αρχές της «ανοιχτής αγοράς», της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της κίνησης του κεφαλαίου.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την επιδίωξη της διακρατικά και υπερεθνικά συγκεντρωμένης πολιτικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου να καταπνίξει την εξορισμού εθνική και διεθνική διεξαγωγή της πάλης της εργατικής τάξης.

Μιλώντας εντελώς γενικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτικός μηχανισμός αποτελεί θεσμοθετημένη  αντιδραστική ιστορική άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής των εθνικών σχηματισμών. Και τα σύγχρονα καπιταλιστικά εθνικά κράτη επίσης αποτελούν άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής τους, εξαιτίας όμως της οποίας δεν έχουν σταθεί ικανά να θεσμοθετήσουν την άρνησή της. Δεν είναι άσχετη από αυτό η εγκυμοσύνη του φασισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι έκφρασή του και εναλλακτική μορφή είτε της ίδιας είτε της διάλυσής της κάτω από το βάρος των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Είτε υπό όρους αντιδραστικής συνένωσής της είτε υπό όρους αντιδραστικής επικράτησης των εσωτερικών της ανταγωνισμών η ίδια αυτή κυριαρχία πρέπει να παραμείνει άθικτη και να εδραιωθεί βαθύτερα…

Γι’ αυτό και απέναντι στην ελευθερία του κεφαλαίου δεν αποτελεί τον αντίποδα η «κρατική ρύθμιση» της οικονομίας. Η τελευταία άλλωστε είναι και σήμερα έντονα ενεργή και δραστήρια στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της. Και στην περίπτωση που οι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων αναδειχτούν υπέρτεροι της συνένωσής τους, η «κρατική ρύθμιση» θα τεθεί στην υπηρεσία αυτών των ανταγωνισμών, στην υπηρεσία της ελευθερίας του ενός κεφαλαίου ενάντια στην ελευθερία του άλλου (και από κοινού ενάντια στους εργαζόμενους) έως την επικράτηση του ενός ή του άλλου και την εκ νέου αναγόρευση της γενικής ελευθερίας του κεφαλαίου σε υπέρτατη αρχή.

Τον μοναδικό αντίποδα στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπαγωγή και υποταγή των παραγωγικών δυνάμεων στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

*

Τα παραπάνω αφορούν γενικά την εξουσία του κεφαλαίου και την κυριαρχία των μονοπωλίων. Και αφορούν ειδικά την εξουσία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Την συνενωμένη πάλη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων ενάντια στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών. Την συνενωμένη πάλη τους ενάντια στους ανταγωνιστές τους σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε άλλα κέντρα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Την προσπάθεια ρύθμισης των μεταξύ τους, διεθνικών -διακρατικών μονοπωλιακών ανταγωνισμών στη βάση του μεταξύ τους συσχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Τα παραπάνω επίσης εξειδικεύονται σε μια σειρά στρατηγικών υποταγής όλων των σφαιρών της κοινωνικοικονομικής ζωής κάθε χώρας σε αυτές τις καταστατικές αρχές και σε αυτούς τους οικονομικούς-πολιτικούς συσχετισμούς. Σε μια σειρά πολιτικών μέτρων, ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που τα υλοποιούν ως τις τελικές τους λεπτομέρειες.

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει παρά αποδέσμευση από αυτά, από το τέλος τους ως την αρχή τους. Από τις τελικές λεπτομέρειες ως τις καταστατικές αρχές των οποίων αποτελούν υλοποίηση. Από την πάλη για κοινωνική ασφάλιση, μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα, κλπ, έως την πάλη ενάντια στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δηλαδή ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία την ίδια.

Χωρίς αυτό το περιεχόμενο της πάλης μπορεί να γίνεται λόγος για «αποδέσμευση», για «έξοδο» κλπ, αλλά στην πράξη να πρόκειται για μορφές απορρόφησης, ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς ανανέωσης ή αναπαλαίωσης της ίδιας στο περιεχόμενό της κυριαρχίας. Για μετασχηματισμό του ίδιου πολιτικού περιεχομένου σε διαφορετικές μορφές οικονομικής και πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στο πλαίσιο των εσωτερικών και διεθνών ανταγωνισμών της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Για διαφορετικές μορφές προσαρμογής αυτών των ανταγωνισμών στο ίδιο γενικό περιεχόμενο – όσο κι αν τέτοιες προσαρμογές και μετασχηματισμοί κοινωνικά «κομβικοί» δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους γενικούς όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης και οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας, τους γενικούς όρους της πάλης για το σοσιαλισμό… Όσο, επίσης, κι αν από άποψη απλού υπολογισμού τίθεται γενικά και το ζήτημα της ιεράρχησης του ταξικού, λαϊκού συμφέροντος ανάμεσα στη συνενωμένη και τη διαιρεμένη πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου – ιεράρχηση που όμως δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αποσυνδεμένη από πραγματικές συνθήκες και συσχετισμούς, που δεν μπορεί η ίδια αυτή η ιεράρχηση να ιεραρχείται σε θέση ανώτερη από τις πολιτικές αρχές της ταξικής πάλης και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, που δεν μπορεί να τα επισκιάζει, να επισκιάζει το πεδίο της καθημερινής πάλης, της καθημερινής ανυπακοής, της καθημερινής διεκδίκησης που είναι από το περιεχόμενό της διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία του κεφαλαίου, γιατί αυτή και όχι άλλη είναι σήμερα η υπαρκτή μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.