Ο γόρδιος δεσμός των ενεργειακών δρόμων και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών

Πριν μια δεκαετία περίπου, η ρωσική επέμβαση στη Συρία, είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό της ανεμπόδιστης, 20ετούς πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ) με αφετηρία τον 1ο πόλεμο του Κόλπου, τον οποίο είχαν ακολουθήσει οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία (ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 με κορύφωση το 1999), στο Αφγανιστάν (2001-2021), στο Ιράκ (2003) και στη Λιβυή (2011).

Τα αυθόρμητα αισθήματα ικανοποίησης, όσο μπορεί – ούτως ή άλλως – να γίνεται λόγος για ικανοποίηση μέσα στις φλόγες του πολέμου, τον ορυμαγδό της καταστροφής και τις εκατόμβες των θυμάτων, που είχε δημιουργήσει αυτή η εξέλιξη, ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια εξέλιξη της ίδιας της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Ήταν ως έναν βαθμό ικανά να επισκιάσουν το γεγονός, ότι οι τερματισμός αυτού του 20χρονου κύκλου της ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, δεν μπορούσε παρά να ακολουθηθεί από την έναρξη ενός νέου κύκλου των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, με όρους όχι πλέον «περιπάτου» αλλά με όρους αντιπαράθεσης.

Ακόμη, η δίκαιη υπόθεση της διατήρησης της εθνικής υπόστασης της Συρίας, αποτροπής της διάλυσής της κατά το ευρωατλαντικό πρότυπο της Λιβύης, ήταν ικανή να επισκιάσει ως έναν βαθμό τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ρωσικής παρέμβασης, ικανή να επισκιάσει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας:

Η «Ρωσία του Πούτιν» δεν «αναιρεί» τη «Ρωσία του Γέλτσιν». Αντίθετα, είναι η Ρωσία στη φάση κατά την οποία έχει ανασυγκροτηθεί πάνω στη βάση της φάσης που προηγήθηκε, είναι η Ρωσία των καπιταλιστικών μονοπωλίων που πια έχουν οργανώσει την κυριαρχία τους πάνω στη βάση της προηγηθείσας περιόδου καταλήστευσης της λαϊκής περιουσίας, της σοσιαλιστικής παραγωγικής βάσης, πάνω στη βάση της προηγηθείσας «άναρχης» περιόδου όπως δεν μπορεί σε τελική ανάλυση παρά να είναι οποιαδήποτε περίοδος καταλήστευσης. Και είναι αυτονόητο ότι η περίοδος της καταλήστευσης δεν μπορούσε να διαρκέσει αιώνια, ότι κάποια στιγμή έπρεπε να φτάσει σε ένα σημείο σχετικής ολοκλήρωσης, ότι κάποια  στιγμή την «αναρχία» αυτής της περιόδου έπρεπε να την διαδεχθεί η ταξική – κρατική οργάνωση των καπιταλιστικών στρωμάτων που αναδείχθηκαν και ισχυροποιήθηκαν απ’ αυτήν.

Είναι γεγονός ότι στην παρούσα φάση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού η Ρωσία δεν είναι, κατά βάση, ο ιμπεριαλιστής που επιτίθεται αλλά ο ιμπεριαλιστής που αμύνεται, κι αυτό δεν αναιρείται ούτε από την στρατιωτική εισβολή της στην Ουκρανία. Η Ρωσία, στην παρούσα φάση, δεν είναι ο ιμπεριαλιστής που «πνίγει» τους ανταγωνιστές του, αλλά ο ιμπεριαλιστής που αντιστέκεται στους ανταγωνιστές που θέλουν να τον «πνίξουν». Γι’ αυτόν τον λόγο μπορεί κι ο ίδιος αυτός ιμπεριαλιστής να μην έχει αποκτήσει ολοκληρωμένη συνείδηση του αντικειμενικού του χαρακτήρα, είναι δυνατό να «ντύνει» αυτός ο ιμπεριαλιστής τη δραστηριότητά του με ιδεολογικά στοιχεία που αφορούν ακόμα και την προάσπιση θεμελιωδών πλευρών της υπόστασής του, σε αντιδιαστολή προς την αντίπαλη, ευρωατλαντική πλευρά που στην πραγματικότητα έχει πλήρη συνείδηση της φύσης  της ως ιμπεριαλιστικής δύναμης η οποία αποσκοπεί στην παγκόσμια κυριαρχία. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη συνείδηση των πρωταγωνιστών της ρωσικής πολιτικής, είναι η ίδια η αντικειμενική βάση του ρωσικού μονοπωλιακού καπιταλισμού αυτή που αναγκαστικά τον οδηγεί προς  την ίδια κατεύθυνση με τους ανταγωνιστές του στο πλαίσιο του συνολικού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.

Στην αφετηρία ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης

Αν η ρωσική επέμβαση στη Συρία είχε σηματοδοτήσει τον τερματισμό του 20χρονου κύκλου μιας ανεμπόδιστης ευρωατλαντικής πολεμικής επέλασης, η τωρινή ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σηματοδοτεί την «τυπική» έναρξη ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών με όρους γενικευμένης και οξυμμένης αντιπαλότητας. Ενός νέου κύκλου κλιμάκωσης πλήρως ενταγμένης, όπως φαίνεται, στη στρατηγική και τους  σχεδιασμούς της αντίπαλης ιμπεριαλιστικής, ευρωατλαντικής πλευράς και πρώτα απ’ όλα των ΗΠΑ.

ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σίγουρα, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσχήματα προβλήθηκαν,  δεν αντιμετώπιζαν στρατιωτική περικύκλωση από Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Αντίθετα, η Ρωσία είναι αυτή που παρακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια τον ΝΑΤΟϊκό κλοιό να περισφίγγει τα ευρωπαϊκά σύνορά της.

Το ΝΑΤΟϊκό πραξικόπημα του 2014 στην Ουκρανία, που επί της ουσίας συνέπεσε χρονικά με την άμεση εμφάνιση της Ρωσίας (στο έδαφος της Συρίας) ως στρατιωτικού πλέον αντιπάλου στις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, δημιουργούσε τη στιγμή εκείνη τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση της ΝΑΤΟϊκής στρατιωτικής περικύκλωσης της Ρωσίας στα ευρωπαϊκά σύνορά της και, ταυτόχρονα, έθετε τις προϋποθέσεις έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μετά τον τερματισμό του προηγούμενου κύκλου της «μονομερούς» πολεμικής επέλασης του ευρωατλαντισμού. 

Τα προηγούμενα χρόνια στη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ είχαν αναφανεί διάφοροι προβληματισμοί για τα «όρια» της επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη. Ως ένα τέτοιο «όριο» είχε χαρακτηριστεί και η Ουκρανία. Δεν επρόκειτο φυσικά για κάποια, ασύμβατη με τον ιμπεριαλισμό, ένδειξη ή εκδήλωση «καλής θέλησης» των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας, αλλά για ψυχρούς υπολογισμούς σχετιζόμενους κατά πάσα πιθανότητα, τόσο με τη ΝΑΤΟϊκή ικανότητα επιτυχούς αντιμετώπισης της ρωσικής αντίδρασης σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όσο και με ενδεχόμενες εκτιμήσεις σχετικές με τον βαθμό σταθερότητας ή αστάθειας μιας ΝΑΤΟϊκής Ουκρανίας από το έδαφος της οποίας «αρχίζει» εθνολογικά η Ρωσία.

Από αυτή την άποψη, μια ευρύτερη εκτίμηση των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι οι παραπάνω προβληματισμοί των ΗΠΑ περί της Ουκρανίας ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης προς ανατολάς, όχι μόνο δεν έχουν εγκαταλειφθεί, όχι μόνο από την άλλη πλευρά δεν οδήγησαν ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ σε «παραίτηση» από το στόχο της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία, αλλά αντίθετα, είναι αυτοί ακριβώς  οι προβληματισμοί που τέθηκαν σε δοκιμασία «επί του πεδίου» με  το ουκρανικό πραξικόπημα του  2014, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί που βρίσκονται στη βάση των ευρωατλαντικών σχεδιασμών για την «τελική» αποτύπωση των σφαιρών επιρροής με διαχωριστική γραμμή όχι πλέον τα ουκρανικά σύνορα αλλά μια διαχωριστική γραμμή εντός των ουκρανικών εδαφών, είναι αυτοί ακριβώς οι προβληματισμοί στη βάση των οποίων η όποια «τελική» και ήδη πολεμική «διευθέτηση» των «ορίων» μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας καθίσταται εξυπαρχής αμφισβητήσιμη και κάθε άλλο παρά «τελική», καθίσταται ίσα-ίσα αφετηριακός παράγοντας  έναρξης του νέου κύκλου οξύτερης κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Με άλλα λόγια, η ευρωατλαντική στρατηγική, και πρώτιστα η στρατηγική των ΗΠΑ, δεν αρκέστηκε ως το σημείο που (με όρους «κοινής λογικής») θα επέβαλαν οι παραπάνω προβληματισμοί της σχετικά με τη ΝΑΤΟϊκή επέκταση ως τα όρια της Ουκρανίας. Αντίθετα, με το πραξικόπημα του 2014 δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε η χάραξη του ουκρανικού εδάφους ως «ορίου» της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης να επαληθευθεί με ρωσικό κόστος (πρώτο στην ιεραρχία των ευρωατλαντικών ενδιαφερόντων) καθώς και με «παράπλευρο» κόστος για τον ουκρανικό λαό (πολύτιμο εργαλείο για τη χάραξη των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων) και, ταυτόχρονα, να αποτελέσει εφαλτήριο του νέου κύκλου πιο οξείας, πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η οποία δεν μπορούσε παρά  να είναι ζητούμενο της ευρωατλαντικής στρατηγικής ύστερα από την ολοκλήρωση του πρώτου κύκλου της στο συριακό έδαφος.

Προσπαθώντας να «μεταφράσουμε» τη γλώσσα των ιμπεριαλιστών

Η ρωσική εισβολή, και κυρίως η ενορχήστρωση των όρων που πυροδότησαν τη ρωσική εισβολή, συμπίπτει με τη μάλλον κρίσιμη για τη στρατηγική των ΗΠΑ χρονική περίοδο, η οποία μεσολαβούσε μεταξύ της κατασκευαστικής ολοκλήρωσης του ρωσογερμανικού αγωγού NORD STREAM 2 και της έναρξης της λειτουργίας του μετά την αναμενόμενη «τυπική» πιστοποίηση του έργου από τις αρμόδιες αρχές του γερμανικού κράτους. 

Είναι ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία η υποχείρια εθνικιστική κυβέρνηση του Κιέβου έπαιξε τον ρόλο για τον οποίο είχε προοριστεί, εντείνοντας τις στρατιωτικές επιθέσεις κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών των ανατολικών περιοχών, ανακινώντας το ζήτημα της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ανακινώντας ζήτημα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στο ουκρανικό έδαφος. Είναι επίσης ακριβώς αυτή η χρονική περίοδος όπου, αντί διατύπωσης εκ μέρους του ΝΑΤΟ μιας δικής του σαφούς, καθησυχαστικής για τη Ρωσία επιλογής τερματισμού της ανατολικής του επέκτασης στα ουκρανικά σύνορα, περίσσεψαν εκ μέρους ηγετών ισχυρών ΝΑΤΟϊκών κρατών οι ηχηρές επικλήσεις του ουκρανικού «δικαιωματισμού» ως προς την ένταξή της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, ουσιαστικά καθιστώντας την ουκρανική ένταξη στο ΝΑΤΟ καθημερινό ενδεχόμενο. Είναι επίσης αυτή η χρονική περίοδος, κατά την οποία σημειώνεται το μάλλον «διπλωματικό παράδοξο» των επαναλαμβανόμενων έως και στις παραμονές της ρωσικής εισβολής δημόσιων διαβεβαιώσεων του προέδρου των ΗΠΑ, ότι οι ΗΠΑ  δεν πρόκειται να αναμιχθούν στρατιωτικά στην περίπτωση ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Υπό τους όρους που συνιστούν την ενότητα ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης και ιμπεριαλιστικών παζαριών, όλα τα παραπάνω «μηνύματα» της περιόδου αυτής θα μπορούσαν να «μεταφραστούν» και να συνοψιστούν στο εξής περιεχόμενο: α) Το κύριο ενδιαφέρον των ΗΠΑ στη δοσμένη συγκυρία επικεντρώνεται στη ματαίωση του NORD STREAM 2. β) Τυχόν υλοποίηση του σχεδίου έναρξης της λειτουργίας του θα έχει σαν συνέπεια την έμπρακτη προώθηση των ΝΑΤΟϊκών θέσεων στην Ουκρανία και την ένταση της επιθετικής δραστηριότητας της ουκρανικής κυβέρνησης κατά των ρωσόφωνων πληθυσμών στις ανατολικές περιοχές. γ) Οι ΗΠΑ είναι, ωστόσο, διατεθειμένες να ανεχθούν μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία ως «αντάλλαγμα» της ματαίωσης του NORD STREAM 2 ή, διατυπωμένο αντίστροφα, οι ΗΠΑ «προτείνουν» στη Ρωσία τη ματαίωση της ΝΑΤΟϊκής επέκτασης στην Ουκρανία με μια ρωσική εισβολή στο έδαφός της και με «αντάλλαγμα» την, κατά συνέπεια της εισβολής, ματαίωση του NORD STREAM 2.

Η ματαίωση, τουλάχιστον «μεσοπρόθεσμα», του NORD STREAM 2 ήταν, πράγματι, η άμεση συνέπεια της ρωσικής εισβολής, η συνέπεια της πρώτης μέρας και της πρώτης στιγμής. Αυτό που, ωστόσο, δεν περιλαμβανόταν στους «όρους» της παραπάνω «συναλλαγής», ήταν η ευρωατλαντική αξιοποίησή της, πρώτιστα από την πλευρά των ΗΠΑ, για το ξεδίπλωμα όλων των όρων του επόμενου κύκλου μιας πιο οξείας και πιο γενικευμένης κλιμάκωσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης.

Μοίρασμα που προετοιμάζει το ξαναμοίρασμα

Ακόμα και τώρα, 22η μέρα του πολέμου τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, θα μπορούσε να τερματιστεί η καταστροφή και η αιματοχυσία, εάν το ΝΑΤΟ έπαυε να επικαλείται το «δικαίωμα της Ουκρανίας» να ενταχθεί σε αυτό, και επικαλούνταν το δικό του δικαίωμα να θέσει ως όριο της ανατολικής του επέκτασης τα σύνορα της Ουκρανίας.

Αντ’ αυτού ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός, στο όνομα της χώρας που πολεμά «δίκαια» για την εδαφική ακεραιότητά της, προχωρά στο μέτρο του δυνατού (δηλαδή του μικρότερου κόστους με το μεγαλύτερο όφελος στη φάση αυτή) σε καθετί που μπορεί να παρατείνει τον πόλεμο και να επιφέρει στη Ρωσία τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες (όχι μόνο και όχι τόσο στρατιωτικές εν προκειμένω)… Σε καθετί που «επενδύει» μελλοντικά στη μεγέθυνση της καταστροφής του ουκρανικού λαού: «Εξαιτίας της Ρωσίας» όπως «όλοι βλέπουν», αλλά στην πραγματικότητα επίσης, και κυρίως, εξαιτίας του αδυσώπητου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ, καθώς και εξαιτίας της υποχείριας στη δεύτερη των δυο πλευρών εθνικιστική ουκρανική κυβέρνηση, εξαιτίας της καπιταλιστικής εξουσίας που ματώνει τους λαούς για να υπηρετηθούν τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των Ουκρανών, των Ρώσων, των Αμερικανών και Ευρωπαίων πλουτοκρατών.

Αντί, λοιπόν, μιας εφικτής κατά την «κοινή λογική» των λαών κίνησης που θα έβαζε τέρμα στον πόλεμο, ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός στηρίζει έμπρακτα  την όσο το δυνατόν παρατεταμένη συνέχισή του, με άμεση επιδίωξη την ευνοϊκότερη δυνατή (για το ΝΑΤΟ)  διανομή του ουκρανικού εδάφους στις σφαίρες επιρροής των δυο πλευρών (ΝΑΤΟ – Ρωσία), με την ταυτόχρονη «ποινικοποίηση», ήδη, ως προϊόντος εισβολής, της σφαίρας επιρροής που θα καταφέρει να αποσπάσει η Ρωσία, ποινικοποίησης που θα αποτελέσει την πιο αξιόλογη ευρωατλαντική «επένδυση» για τον νέο κύκλο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, ως απόρροια και ως εφαρμογή στην πράξη των προγενέστερων «προβληματισμών» ως προς τη χάραξη της στρατηγικής των ΗΠΑ για τα «όρια» επέκτασης του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη.

Ήδη, άλλωστε, πέρα από το άμεσο «κέρδος» που συνιστά ιδίως για τις ΗΠΑ η ακύρωση του NORD STREAM 2, εμφανίζονται ισοπεδωμένες οι έναντι της Ρωσίας διαφοροποιήσεις στην ευρωατλαντική πλευρά, οι χώρες της ΕΕ εμφανίζονται περισσότερο από ποτέ ευθυγραμμισμένες με την ευρωπαϊκή στρατηγική των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε η ευκαιρία για την ανακοίνωση «δύσκολων» αποφάσεων όπως το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της  Γερμανίας (εύλογη αποζημίωση για τη γερμανική απώλεια του  NORD STREAM 2). Το πλήθος των κυρώσεων κατατείνει να διαχωρίσει κάθετα τις δυο αντίπαλες ιμπεριαλιστικές πλευρές, στρατιωτικά, πολιτικά, οικονομικά, ακόμα και πολιτιστικά, και φαίνεται να δημιουργείται ένα επίπεδο ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, που δύσκολα έως αδύνατα θα επιστρέψει στην προηγούμενη στάθμη του ανεξάρτητα από την πορεία και την όποια έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στο έδαφος της Ουκρανίας.

Ιμπεριαλιστικές μέθοδοι και πάλη των λαών

 Τα ζητήματα που βρίσκονταν στην αιχμή της αντιπαράθεσης πριν τη ρωσική εισβολή, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια μη-ιμπεριαλιστική Ρωσία, θα αποτελούσαν σημαντικά προβλήματα και για μια σοσιαλιστική Ρωσία: Η (πέρα από κάθε ρητορική αποποίηση) ουσιαστικά καθημερινή πιθανότητα επέκτασης του ΝΑΤΟ έως τα ευρωπαϊκά σύνορα της Ρωσίας, η στήριξη των ουκρανικών εθνικιστικών, φασιστικών, νεοναζιστικών δυνάμεων, η ένταξή τους στις κρατικές ουκρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, η ανάδειξη των εκπροσώπων τους σε κυβερνητικές και κρατικές θέσεις, η κρατική και παρακρατική επιθετικότητα ενάντια στα δικαιώματα και τη ζωή των ρωσόφωνων πληθυσμών, όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφήσουν αδιάφορη οποιαδήποτε ρωσική κυβέρνηση, δεν θα μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο τον ίδιο τον ρωσικό λαό.  

Η διαφορά μάλλον βρίσκεται στο γεγονός ότι μια σοσιαλιστική Ρωσία θα ήταν σε θέση να συνδέσει και θα συνέδεε την επίλυση αυτών των προβλημάτων με την πάλη των λαών, ανεξάρτητα από εθνικούς διαχωρισμούς, στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων. Και αυτό δεν είναι και δε θα ήταν ζήτημα της «τελευταίας στιγμής».

Ωστόσο, για την ιμπεριαλιστική λογική της αντιπαράθεσης, για τη λογική που αναβλύζει από την κυριαρχία των μονοπωλίων, για την ιμπεριαλιστική λογική της διανομής των σφαιρών επιρροής οι εθνικοί διαχωρισμοί αποτελούν ίσα-ίσα απόλυτο εργαλείο διεκδίκησης σφαιρών επιρροής. Για την ιμπεριαλιστική λογική είναι αυτοκαταστροφική η μέχρι τέλους εμπιστοσύνη στην πάλη των λαών. Για τον ρωσικό καπιταλισμό η στήριξη των «δικαίων» του στη βάση των κοινών συμφερόντων των εργαζομένων θα αποτελούσε παράγοντα εσωτερικής αποσταθεροποίησης της κυριαρχίας του. Δεν θα αποτελούσε απλώς ένα «παράδειγμα» για τη ρωσική εργατική τάξη, αλλά θα αποτελούσε οργανωτικό παράγοντα συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών έναντι των αστικών τάξεων των χωρών τους, σε κάθε χώρα και στη Ρωσία.

Και γι’ αυτό το λόγο η καπιταλιστική Ρωσία δεν μπορούσε παρά, απέναντι στις υπαρκτές προκλήσεις που έθεσε απέναντί της ο ευρωατλαντικός  ιμπεριαλισμός, να ακολουθήσει τις αναμενόμενες από τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα μεθόδους προάσπισης των συμφερόντων της και «επίλυσης» των προβλημάτων της, μεθόδους εκ των προτέρων ενταγμένες στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Μεθόδους που ήδη αποτέλεσαν καταλύτη για τη δημιουργία των όρων του νέου κλιμακούμενου κύκλου της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όρων που υπερβαίνουν κατά πολύ τους βάσιμους δικαιολογητικούς λόγους που επικαλείται η Ρωσία και που αποτέλεσαν τα εναύσματα της ρώσικης εισβολής.

Φυσικά, μοναδικό κριτήριο και πεδίο για την απόδειξη κάθε εκτίμησης είναι το κριτήριο και το πεδίο της πράξης. Και αφού, ως προς τις παραπάνω εκτιμήσεις, η πραγματικότητα μας στερεί αυτό το κριτήριο και αυτό το πεδίο όσον αφορά την ύπαρξη μιας σοσιαλιστικής Ρωσίας, δεν απομένει παρά το κριτήριο και το πεδίο που μόνο οι ίδιοι οι λαοί μπορούν να καταστήσουν πραγματικό με την πάλη τους, την ολόπλευρη πάλη τους για τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης, την μοναδική που μπορεί να αποτελέσει οργανωτικό παράγοντα της συνένωσης των εργαζομένων όλων των χωρών εναντίον των αστικών τάξεων των χωρών τους, εναντίον των κοινωνικο-οικονομικών βάσεων, που στο έδαφός τους αναφύονται, αναπτύσσονται, αναπαράγονται αέναα οι ιμπεριαλιστικές αντιπαραθέσεις και οι πολεμικές συγκρούσεις.

«Ίσες» και «άνισες» αποστάσεις

Τα παραπάνω μάλλον δεν μπορούν να θεωρηθούν ακριβώς ως τήρηση «ίσων αποστάσεων». Ακόμα περισσότερο, από μια άποψη «διαιτησίας» έναντι της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, θα μπορούσαν να «κατηγορηθούν» για τήρηση «άνισων αποστάσεων» υπέρ της Ρωσίας. Από αυτή την άποψη, όντως, οι «άνισες» πραγματικότητες δεν μπορεί παρά να προκαλούν και «άνισες» αποστάσεις. Από την άποψη της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, όμως, δεν έχει σε τελική ανάλυση καμιά σημασία η οποιαδήποτε «διαιτησία», αφού τα προβλήματα μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων πλευρών δεν λύνονται στη βάση της όποιας  «διαιτησίας» αλλά στη βάση του συσχετισμού των υλικών δυνάμεων και της δοκιμασίας αυτού του συσχετισμού στο πεδίο που ποτίζεται με το αίμα των λαών για χάρη των εκμεταλλευτών τους. Το μόνο που μπορεί να κάνει μια «διαιτησία» στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης είναι να  σφυρίζει τα πέναλτι, όμως στο «παιχνίδι» αυτής της αντιπαράθεσης «νικητής» αναδείχνεται ακριβώς αυτός που θα κάνει τα περισσότερα πέναλτι.

Στο πλαίσιο της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, η «διαιτησία» που αναλώνεται και εξαντλείται στην εύρεση και στη μέτρηση των «ίσων» και των  «άνισων αποστάσεων», είναι καταδικασμένη να έρχεται αιωνίως αντιμέτωπη με  την αναπαραγωγή της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης με όλο και πιο γενικευμένες, όλο και οξύτερες μορφές, σε όλο και ανώτερο επίπεδο της κλιμάκωσής της. Μια τέτοια αναπαραγωγή είναι βέβαιη και στην παρούσα φάση, ανεξάρτητα από την συγκεκριμένη έκβαση που θα έχει το τρέχον αφετηριακό «επεισόδιο» του νέου κύκλου ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης. Κύκλου που δεν μπορεί παρά να είναι οξύς, οξύτερος από όσους γνώρισε ο κόσμος τις τελευταίες δεκαετίες μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού σε ΕΣΣΔ και ανατολική Ευρώπη, που δεν μπορεί παρά να είναι μακρόχρονος και που, επομένως, όσο πιο νωρίς απεμπλακούν οι λαϊκές συνειδήσεις από τα όρια που θέτει και αναπαράγει, τόσο περισσότερος χρόνος θα κερδηθεί για την οργάνωση της πάλης κάθε λαού ενάντια στην ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση συνολικά, ενάντια στον ιμπεριαλισμό μέσα στην ίδια του τη χώρα. 

Το σημερινό πολεμικό «επεισόδιο» αποτελεί, ούτως ή άλλως, μια εξέλιξη του λεγόμενου «χαμηλής έντασης» ιμπεριαλιστικού πολέμου που έχει ήδη ξετυλιχτεί και συνεχίζει να ξετυλίγεται σε Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, αφρικανική ζώνη του Σαχέλ και αλλού τα τελευταία 30 χρόνια.

Παραφράζοντας τον Λένιν: Ο πόλεμος κρατάει τριάντα χρόνια. Θα πολεμάτε εκατό χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση [*].

————————————

[*] «Εμείς δεν προτείνουμε να τερματίσουμε τον πόλεμο μεμιάς. Αυτό δεν το υποσχόμαστε. Εμείς δεν κηρύσσουμε ένα τέτοιο αδύνατο και απραγματοποίητο πράγμα, όπως τον τερματισμό του πολέμου με τη θέληση της μιας πλευράς. Τέτοιες υποσχέσεις είναι εύκολο να τις δίνει κανείς μα είναι αδύνατο να τις εκπληρώσει. Δεν είναι δυνατό να βγει κανείς εύκολα απ’ αυτόν το φρικτό πόλεμο.. Ο πόλεμος κρατάει τρία χρόνια. Θα πολεμάτε δέκα χρόνια ή θα βαδίσετε για τη δύσκολη, την επίπονη επανάσταση. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Εμείς λέμε: Τον πόλεμο, που άρχισαν οι κυβερνήσεις των καπιταλιστών, μπορεί να τον τερματίσει μόνο η εργατική επανάσταση». [Λένιν, Πόλεμος και επανάσταση, διάλεξη στις 14 (27) του Μάη 1917. Για τον  πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση, σελ. 359, ΣΕ , Άπαντα, τομ. 30, σελ. 77-102, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 23 Απρίλη 1929 στην εφημερίδα Πράβντα, αρ. φυλ. 93 σύμφωνα με το στενογραφημένο κείμενο].


Προφυλακισμένοι στο Κίεβο και άσχημα χτυπημένοι οι αδελφοί Κονονόβιτς

Κάλεσμα συνέχισης της πάλης για την απελευθέρωσή τους

Προφυλακισμένοι στο Κίεβο, έχοντας χτυπηθεί άσχημα πολλές φορές, είναι οι δύο συλληφθέντες από τις ουκρανικές αρχές Ουκρανοί κομμουνιστές, Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς, σύμφωνα με ενημέρωση που εξέδωσε η Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοκρατικών Νεολαιών (ΠΟΔΝ).

Υπενθυμίζεται ότι ο Α’ Γραμματέας της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και ο αδελφός του Αλεξάντερ συνελήφθησαν αναίτια από τις ουκρανικές αρχές, στο πλαίσιο των αντικομμουνιστικών διώξεων και απαγορεύσεων που εντείνονται εδώ και χρόνια στη χώρα. Και οι δύο τους είναι στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας, το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου με βάση την αντικομμουνιστική νομοθεσία του 2014 που ισχύει στη χώρα.

Αναλυτικά, σε διαδικτυακή ανάρτησή της, η ΠΟΔΝ επισημαίνει τα εξής:

«Επιτέλους, μετά από 6 μέρες χωρίς κανένα νέο, λάβαμε ενημέρωση για την κατάσταση των συντρόφων Κονονόβιτς. Εχουν συλληφθεί και έχουν προφυλακιστεί στο Κίεβο. Εχουν δαρθεί πολύ άσχημα πολλές φορές. Είναι ακόμα ζωντανοί. Ας συνεχίσουμε την πάλη για την απελευθέρωσή τους».

902

ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΣΠΟΥΔΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ

Ανακοίνωση – καταγγελία για την σύλληψη των δύο στελεχών της Λενινιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας

Το ΔΣ του Συλλόγου «Εμείς που σπουδάσαμε στο Σοσιαλισμό» καταγγέλλει τη σύλληψη του Γραμματέα της Λενινιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντρ από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της Ουκρανικής κυβέρνησης και εκφράζει την ανησυχία των μελών του Συλλόγου για την τύχη τους.

«Η σύλληψη των δυο νεολαίων αγωνιστών αποτελεί ένα ακόμα επεισόδιο στον αντικομμουνιστικό παροξυσμό που κρατά χρόνια και κορυφώνεται στις συνθήκες του πολέμου. Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωση των Μιχαήλ και Αλεξάντρ Κονονόβιτς, καταλήγει η ανακοίνωση. 

902

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΣ ΤΗΣ ΚΝΕ

Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία! Κάτω τα χέρια από τους κομμουνιστές!

Τη σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντερ, από το αντιλαϊκό καθεστώς της Ουκρανίας καταδικάζει η ΚΝΕ, εκφράζοντας σοβαρή ανησυχία για τις καταγγελίες που θέλουν τις ζωές των δύο κομμουνιστών να βρίσκονται υπό απειλή.

Σε ανακοίνωσή του το Γραφείο Τύπου του ΚΣ της ΚΝΕ επισημαίνει:

«Απαιτούμε την άμεση απελευθέρωσή τους!

Ενώνουμε τη φωνή μας με τα εκατομμύρια νέους και νέες σε πάνω από 100 χώρες του κόσμου, που συσπειρώνονται μέσα από τις γραμμές των οργανώσεων-μελών της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Δημοκρατικών Νεολαιών στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εκφράζουν την αλληλεγγύη τους στους δύο Ουκρανούς κομμουνιστές, στα μέλη και τους φίλους της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας.

Ο αντικομμουνισμός, που πάει πάντα χέρι – χέρι με τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς του κεφαλαίου, οξύνεται στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, στοχεύοντας στη χειραγώγηση του λαού και της νεολαίας, στη στοίχισή τους πίσω από τα συμφέροντα των αστικών τάξεων. Διόλου τυχαία ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος στην Ουκρανία συνοδεύτηκε από τόνους αντικομμουνισμού και από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, με στόχο -εκτός όλων των άλλων- και τη διαγραφή της συλλογικής μνήμης δύο λαών, του ουκρανικού και του ρωσικού, που στο πλαίσιο της ΕΣΣΔ έζησαν ειρηνικά για δεκαετίες.

Στην Ουκρανία εφαρμόζεται το απαράδεκτο, αντικομμουνιστικό, νομοθετικό πλαίσιο, που ανιστόρητα και προκλητικά εξισώνει τον κομμουνισμό με τον φασισμό και απαγορεύει τα κομμουνιστικά σύμβολα, ενώ ήδη από το 2015 το ΚΚ Ουκρανίας βρίσκεται εκτός νόμου. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το αντιδραστικό καθεστώς της Ουκρανίας αξιοποιεί και εντείνει τον αντικομμουνισμό, που αποτελεί επίσημη πολιτική της, προχωρά σε διώξεις κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών, με πρόσχημα αστήρικτους ισχυρισμούς για κατασκοπεία, επιδιώκοντας να σωπάσει κάθε φωνή που αντιτάσσεται στον πόλεμο, παλεύει για την ειρήνη και τη φιλία των λαών.

Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη στην Ουκρανία (και σε άλλες χώρες) δεν διστάζει να στηρίζει ακόμα και νοσταλγούς του Χίτλερ, προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα και να υπηρετήσει τους ανταγωνισμούς της, πάντα σε βάρος των λαών. Σήμερα, φασιστικές – νεοναζιστικές ομάδες δρουν ως τμήμα του ουκρανικού στρατού, όπως το περιβόητο «τάγμα Αζόφ», ενώ ήταν οι ίδιες δυνάμεις που αξιοποιήθηκαν στα γεγονότα του 2014, κατά τη διάρκεια της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ στην Ουκρανία και την πραξικοπηματική ανατροπή της τότε κυβέρνησης.

Οι κομμουνιστές στην Ελλάδα εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον ουκρανικό λαό που είναι θύμα του ιμπεριαλιστικού πολέμου και για ακόμη μια φορά τονίζουμε: Κάτω τα χέρια από τους κομμουνιστές! Να απελευθερωθούν τώρα!».

902

ΕΥΡΩΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

Ερώτηση για τη σύλληψη δύο στελεχών της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας

Τη σύλληψη δύο στελεχών της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας καταγγέλλει η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ με κατεπείγουσα ερώτηση που κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του Κόμματος, Κώστας Παπαδάκης, προς τον Ύπατο Εκπρόσωπο Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ Ζ. Μπορέλ.

Όπως αναφέρεται στην ερώτηση:

«Σοβαρές ανησυχίες γεννά η σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ένωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς και του αδελφού του Αλεξάντερ, από τις αρχές της Ουκρανίας, ενώ υπάρχουν καταγγελίες ότι απειλείται η ζωή τους.

Την ώρα που μαίνεται η ιμπεριαλιστική σύγκρουση μετά από την εισβολή της Ρωσίας στη βάση των ανταγωνισμών της με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ η ουκρανική κυβέρνηση προχωρά στην αναίτια δίωξη των δύο νεολαίων κομμουνιστών. Αξιοποιεί τον αντικομμουνισμό, που αποτελεί επίσημη πολιτική της όσο και της ΕΕ και εφαρμόζει το απαράδεκτο αντικομμουνιστικό νομοθετικό πλαίσιο που ανιστόρητα και προκλητικά εξισώνει το φασισμό με τον κομμουνισμό. Την ίδια στιγμή, φασιστικές – νεοναζιστικές ομάδες δρουν ανενόχλητα ως τμήμα μάλιστα του στρατού της Ουκρανίας, και επιτίθενται σε Ουκρανούς κατατρεγμένους ενώ αξιοποιούνται εδώ και χρόνια σε βάρος του ουκρανικού λαού τόσο το 2014 με την ανοικτή ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ στη χώρα αλλά και μέχρι σήμερα.

Ο αντικομμουνισμός, που πάντα συνοδεύει την αντιλαϊκή πολιτική, οξύνεται ιδιαίτερα στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, επιδιώκοντας να στοιχηθούν οι λαοί πίσω από το ένα ή το άλλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Ιδιαίτερα, σήμερα επιδιώκεται να σβηστεί η συλλογική μνήμη του ουκρανικού και του ρωσικού λαού που για δεκαετίες ζούσαν ειρηνικά στις συνθήκες του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

Με βάση τα παραπάνω ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ κατέθεσε το παρακάτω ερώτημα:

“Πώς τοποθετείται ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής / Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας στο κατεπείγον αίτημα για την άμεση απελευθέρωση των δύο νέων κομμουνιστών συλληφθέντων, αλλά και την άρση όλων των αντικομμουνιστικών διώξεων κι απαγορεύσεων στη χώρα;”».

902

ΚΚΕ – ΚΝΕ

Διάβημα διαμαρτυρίας στην πρεσβεία της Ουκρανίας με αίτημα την απελευθέρωση των Μ. και Αλ. Κονονόβιτς

Αντιπροσωπεία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ έκανε το πρωί της Παρασκευής διάβημα διαμαρτυρίας στην πρεσβεία της Ουκρανίας στην Ελλάδα, απαιτώντας να απελευθερωθούν τώρα οι Ουκρανοί κομμουνιστές Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς.

Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ αποτελούμενη από τον Λευτέρη Νικολάου Αλαβάνο, ευρωβουλευτή του ΚΚΕ, τον Γιάννη Δελή, βουλευτή του Κόμματος, τον Νίκο Ζαχαρόπουλο, μέλος του Γραφείου του ΚΣ της ΚΝΕ και τον Αργύρη Μπαλέρμπα, μέλος της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων του ΚΣ της ΚΝΕ, επέδωσε το διάβημα στον Βολοντίμιρ Λιασένκο, επικεφαλής του Πολιτικού Τμήματος της Ουκρανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, ο οποίος είπε πως θα διαβιβαστεί το αίτημα στο Κίεβο.

Με το διάβημα, το ΚΚΕ και η ΚΝΕ κατήγγειλαν τη σύλληψη του Α’ Γραμματέα της Λενινιστικής Κομμουνιστικής Ενωσης Νεολαίας της Ουκρανίας, Μιχαήλ Κονονόβιτς, και του αδελφού του Αλεξάντερζητώντας από τις αρχές της Ουκρανίας την άμεση απελευθέρωση των δύο νέων κομμουνιστών συλληφθέντων, αλλά και την άρση όλων των αντικομμουνιστικών διώξεων και απαγορεύσεων στη χώρα.

«Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ από την πρώτη στιγμή καταδικάσαμε την απαράδεκτη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τον πόλεμο ο οποίος ξεκίνησε και μαίνεται. Είναι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος, ο οποίος δεν έχει να κάνει με τα συμφέροντα του Ουκρανικού λαού, δεν έχει να κάνει με τα συμφέροντα του Ρωσικού λαού, έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό μονοπωλίων, μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων της Ρωσίας, της Ουκρανίας, των ΗΠΑ, της ΕΕ για τους δρόμους των αγωγών, τους πλούσιους φυσικούς πόρους που έχει η Ουκρανία. Σ’ αυτά τα πλαίσια το ΚΚΕ και η ΚΝΕ πάντοτε έχοντας κατά νου τις ανάγκες και τα συμφέροντα του Ρωσικού λαού και του Ουκρανικού λαού, τοποθετηθήκαμε απαιτώντας την έξοδο, την καμία εμπλοκή της χώρας μας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να μη σταλεί στρατιωτικό υλικό, να μη σταλεί προσωπικό, να απεμπλακεί η Ελλάδα από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, έτσι ώστε πραγματικά να μπορεί να οικοδομηθεί η ειρήνη, η φιλία, η αλληλεγγύη μεταξύ λαών που πραγματικά θα είναι νοικοκύρηδες στον τόπο τους», σημείωσε ο Λ. Νικολάου Αλαβάνος, και πρόσθεσε:

«Σ’ αυτά τα πλαίσια και επίσης εκφράζοντας την αλληλεγγύη μας στον Ουκρανικό λαό, τόσο στους ουκρανόφωνους όσο και στις ρωσόφωνες περιοχές, οι οποίοι ζουν την πραγματικότητα αυτού του ιμπεριαλιστικού πολέμου, το δράμα του πολέμου, βρεθήκαμε σήμερα στην Ουκρανική πρεσβεία κάνοντας ένα διάβημα ενάντια στην απαράδεκτη και αναίτια σύλληψη δύο νεολαίων κομμουνιστών των Μιχαήλ και Αλεξάντερ Κονονόβιτς, στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουκρανίας, το οποίο έχει τεθεί εκτός νόμου με βάση την αντικομμουνιστική νομοθεσία του 2014 που ισχύει στη χώρα. Απαιτήσαμε την άμεση απελευθέρωσή τους και την ενημέρωσή μας για την εξέλιξη της πορείας».

Και ο Γ. Δελής επίσης συμπλήρωσε: «Πρόκειται για μια πολύ αρνητική εξέλιξη για το λαό της Ουκρανίας, πρόκειται για ένα «κυνήγι μαγισσών», για έναν ωμό αντικομμουνισμό, με τον οποίο έγινε η σύλληψη αυτών των δύο κομμουνιστών νέων στην Ουκρανία. Βεβαίως, η ουκρανική κυβέρνηση αξιοποιεί όλο το νομοθετικό πλαίσιο και όλο το αντικομμουνιστικό οπλοστάσιο της ΕΕ, κάτι που θεωρούμε και το είπαμε στον εκπρόσωπο εδώ της πρεσβείας ως απαράδεκτο. Δεν ζητάμε μονάχα την άμεση αποφυλάκιση, απελευθέρωση των δύο νέων, ζητάμε ταυτόχρονα και την κατάργηση όλου του αντικομμουνιστικού πλαισίου που αυτή τη στιγμή ισχύει στην Ουκρανία. Δεν είναι καλός σύμβουλος και πρέπει να σταματήσει τώρα ο αντικομμουνισμός. Δεν μπορεί σήμερα στην εποχή μας να διώκονται οι ιδέες για μια καλύτερη ζωή, για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Θα πρέπει να σταματήσει τώρα αυτό το κακό».

Διαβάστε εδώ το διάβημα διαμαρτυρίας

902


συνέχεια ποιάς πολιτικής;

Ποιάς πολιτικής «συνέχιση με άλλα μέσα» είναι ο «πόλεμος» που διαφημίζει η ΤιΒι;

Ποιάς πολιτικής συνέχιση είναι η – αποκαλούμενη από την κυβέρνηση – «εθνική προσπάθεια» εναντίον της μάζας των μεταναστών και προσφύγων που χειραγωγούμενοι από την τουρκική κυβέρνηση έχουν συγκεντρωθεί στον Έβρο έξω από τα ελληνικά σύνορα;

Ποιά πολιτική συνεχίζει, εναλλασσόμενη  από το πρωί ως το βράδυ με δόσεις κορωνοϊού,  η επιχείρηση χειραγώγησης τής  λαϊκής συνείδησης και δραστηριότητας από τα μμε των  «ευϋπόληπτων» εθνικών εργολάβων και μεγαλοεπιχειρηματιών, σε πλήρη εναρμόνιση με τις γενικές επιδιώξεις της άρχουσας τάξης και τη θέση της εντός των ιμπεριαλιστικών  ανταγωνισμών;

Σε ποιόν «πόλεμο» καλείται να ενσωματωθεί και ενσωματώνεται η λαϊκή ανησυχία, η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτήν, η δραστηριότητα που εργαλειοποιεί τη λαϊκή ανησυχία για την υλοποίηση αντιλαϊκών στόχων;

Το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος» αποτελεί επουσιώδη λεπτομέρεια για μια χώρα και έναν λαό που μόλις συμπλήρωσε μια δεκαετία «κατοχής» που δεν ήταν (που δεν είναι) «κατοχή» και που, όπως «αντιστάθηκε» σε αυτή, «αντιστέκεται» τώρα σε μια «εισβολή» που δεν είναι «εισβολή»…

Επουσιώδη λεπτομέρεια αποτελεί (το ότι αυτός ο «πόλεμος» δεν είναι στ’ αλήθεια «πόλεμος») και για τον λόγο ότι, κι αν δεν είναι «πόλεμος», η έμπρακτη κρατική ανάμιξη της μιας και της άλλης πλευράς, με το συγκεκριμένο τους περιεχόμενο, επιτρέπουν την «ταξινόμηση» των εκτυλισσόμενων γεγονότων αν όχι βέβαια στην ομοταξία του «πολέμου» πάντως, όμως, στην ομοταξία της «τριβής» και, πάντως, όχι ακριβώς στην άσκηση πολιτικής που παραμένει οριστικά περιορισμένη στα συνήθη «ειρηνικά» μέσα. Πρόκειται λοιπόν, από αυτή την άποψη, για γεγονότα που αποτελούν συνέχιση, προέκταση, με άλλα μέσα, της συνηθισμένης (…) «ειρηνικής» πολιτικής. Αλλά ποιάς;

Την πλάνη όσων  – ψυχικά ή έμπρακτα – θεωρούν τους εαυτούς τους «υπερασπιστές των συνόρων της πατρίδας», μπορεί να την διαφωτίσει η πριν από ενάμιση μήνα δήλωση του πρωθυπουργού Μητσοτάκη εξονόματος όχι της Ελλάδας αλλά, με μια μεγαλοστομία απεχθή και «διάφανη» ως προς τους στόχους της και ως προς τον πολιτικό ρόλο του ίδιου του πρωθυπουργού, εξονόματος ολόκληρης της «Ευρώπης»: «Δεν θέλουμε η Ελλάδα να είναι μαγνήτης για πρόσφυγες και μετανάστες… Οι οικονομικοί μετανάστες δεν έχουν θέση ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Ευρώπη»

Ανεξάρτητα από το σχήμα της λεκτικής διατύπωσης το νόημα είναι σαφές: Μετανάστες και πρόσφυγες που με μια εκτελεστική πράξη βαφτίζονται μετανάστες, τα θύματα του ιμπεριαλισμού, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, της ιμπεριαλιστικής «οικονομίας» και των ιμπεριαλιστικών πολέμων, πρέπει είτε να παραμείνουν έξω από τις παρυφές [1] της Ευρωένωσης είτε να εγκλωβιστούν και να φυλακιστούν σε ανοιχτά και κλείστα στρατόπεδα συγκέντρωσης [2] εντός των παρυφών  του ευρωενωσιακού «ράιχ», δηλαδή στην Ελλάδα. Στην οποία Ελλάδα, – παρά την, κατά Μητσοτάκη, απαρέσκειά της να αποτελεί «μαγνήτη» (αν είναι δυνατόν!) για πρόσφυγες και μετανάστες -, έχει λόγω της γεωγραφικής της θέσης ανατεθεί ρόλος «υποδοχής» και ευρωενωσιακής φυλακής για τα ανθρώπινα κύματα των ξεριζωμένων μεταναστών και προσφύγων. Σε αυτόν τον ανατεθειμμένο και διατεταγμένο ρόλο οφείλεται, βέβαια, η μεγάλη συγκέντρωση  μεταναστών και προσφύγων στη χώρα και ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα «επιλεγμένα» σημεία της και όχι στο ότι δήθεν η Ελλάδα «μανητίζει» (!) μετανάστες και πρόσφυγες… 

Ας μην αυταπατώνται και ας μην βαυκαλίζονται, όσοι εξακολουθούν να το πράττουν, με την ιδέα, εν προκειμένω, της «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας».  Η χρησιμότητά τους δεν συνίσταται σε αυτό, η χρησιμότητά τους συνίσταται πρώτα απ’ όλα στην «φρούρηση» των ιμπεριαλιστών της ευρωένωσης από τα θύματα της πολιτικής τους. Και αν η «χρησιμότητα» αυτή εμφανίζεται σαν μέρος ενός επεισοδίου περιορισμένου μεταξύ δυο μόνο «πρωταγωνιστών», Ελλάδας – Τουρκίας, αυτό είναι αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι τα δυο αυτά κράτη βρίσκονται μεταξύ άλλων σε αντίθεση για των επωμισμό των (ανθρώπινων) συνεπειών της ευρω-ΝΑΤΟϊκής πολιτικής, στην οποία και τα δυο κράτη – το καθένα με τη δική του ιδιαίτερη πολιτική, που υπηρετεί τη δική του άρχουσα τάξη – συμμετέχουν ενεργά. 

Ευρωένωση, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, θα είχαν ολοκληρωτικά ηττηθεί στην Συρία αν δεν υπήρχε η Τουρκία, αν αυτή με την πολεμική επεκτατική πολιτική της (και τα παζάρια της με τη Ρωσία) δεν διατηρούσε το καθεστώς τής αστάθειας σε βάρος της συριακής εθνικής κυριαρχίας. Τα ισχυρά κράτη της ΕΕ, αυτά που συμμετέχουν στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία και που οδηγούν σε αυτόν τον ανταγωνισμό όλη την ΕΕ σαν διακρατική ένωση, επιθυμούν τη συνέχιση της εμπόλεμης κατάστασης στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή, δεν επιθυμούν όμως τις συνέπειές της με τη μορφή των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων που κατευθύνονται, όπως πάντα, από τις «φτωχές» προς τις «πλούσιες» χώρες, «ακολουθώντας στην πραγματικότητα τη ροή των κεφαλαίων». Οι ιμπεριαλιστές πασχίζουν με όλα τα μέσα για τη συμφέρουσα γι’ αυτούς ροή των κεφαλαίων, απεχθάνονται όμως τις μεταναστευτικές και προσφυγικές «ροές» – όπως τις ονομάζουν – που την ακολουθούν…

…Σε αυτούς τους συσχετισμούς διατηρεί ενεργό ρόλο και η Ελλάδα καθώς, πριν από λίγες μόνο ημέρες στην σύνοδο των πρέσβεων του ΝΑΤΟ, όταν η Τουρκία ζήτησε τη ΝΑΤΟϊκή συνδρομή για να διατηρήσει την κατοχή σε συριακά εδάφη, η ελληνική κυβέρνηση έθεσε ως μόνο θέμα το σεβασμό από μέρους της Τουρκίας της συμφωνίας της με την ΕΕ για το προσφυγικό, και έτσι ουσιαστικά αποδέχθηκε την επιθετική στάση της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών, την παραβίαση των συνόρων τους και των συνθηκών που τα καθορίζουν.

Αλλά τότε, εν μέσω αυτών των συσχετισμών, γιατί η Τουρκία να «σεβαστεί» και τη συμφωνία για το προσφυγικό, εφόσον η ίδια δρα και διαιωνίζει την εμπόλεμη κατάσταση στη Συρία όχι μόνο για δικό της λογαριασμό, αλλά και για το λογαριασμό και με τη στήριξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης; Και τι άλλο απομένει τότε στην Ελλάδα του καπιταλιστικού – ιμπεριαλιστικού ευρωμονόδρομου, από το να παριστάνει τον «ακρίτα» της Μέρκελ και του Μακρόν και να βαφτίζει «υπεράσπιση των συνόρων της πατρίδας» την «με άλλα μέσα συνέχιση» της πολιτικής των κρατικών και οικονομικών κέντρων του ευρωενωσιακού μονοπωλιακού κεφαλαίου;

Δεν υπάρχει εδώ περιθώριο παρερμηνειών: Η δικαιολογημένη ανησυχία των κατοίκων στις ακριτικές περιοχές χρησιμοποιείται σαν όργανο αυτής της πολιτικής, την οποία υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση στις κατευθύνσεις που χαράσσει ο ευρωενωσιακός ιμπεριαλισμός. Και η ίδια η δραστηριότητα που πηγάζει από αυτή την ανησυχία (και, μάλιστα, στο βαθμό που πηγάζει από αυτή την ανησυχία και που δεν αποτελεί προϊόν της ανάμιξης εγχώριων και εισαγόμενων ναζιφασιστικών στοιχείων), θα είχε διαφορετικό περιεχόμενο ενταγμένη σε μια πολιτική αντιστρατευόμενη τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Ενταγμένη πραγματικά σε μια πολιτική φύλαξης των συνόρων της πατρίδας, σε μια πολιτική απεγκλωβισμού των προσφύγων και των μεταναστών από τα ευρωενωσιακά συρματοπλέγματα, σε μια πολιτική μαχητικής εξόδου από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς… Πρακτικά, τότε, και αυτή η δραστηριότητα δεν θα ήταν καθόλου «η ίδια» [3].

Δεν πρόκειται για «προσφυγική κρίση». Πρόκειται για ένα «κρίσιμο» επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού πολέμου, κάτω από την επιφάνειά του οποίου επεισοδίου διαμείβονται παζάρια και κυοφορούνται «διευθετήσεις», και από το οποίο επεισόδιο, – όσο στοιχίζονται πίσω από τη στρατηγική, τα συμφέροντα και τις «ορέξεις» του κεφαλαίου και των κυβερνήσεών του -, θα αποδειχθούν χαμένοι οι λαοί, και ο ελληνικός λαός ιδιαίτερα.

 

*********************************************

[1] Γιατί «παρυφές» και όχι «σύνορα» της ΕΕ; Η απάντηση με μια διαφορετική ερώτηση: Γιατί πότε η ΕΕ (και το ΝΑΤΟ, με το οποίο βρίσκεται σε αξεδιάλυτη στρατηγική «διαπλοκή») αντιμετώπισαν τα ανατολικά ελληνικά  σύνορα πραγματικά σαν τέτοια; Πότε, εκτός από την περίπτωση των προσφυγικών και μεταναστευτικών κυμάτων, που αποτελούν συνέπεια της πολιτικής τους και για τα οποία προορίζουν την Ελλάδα σαν φυλακή, προκειμένου να διαφυλαχθεί ο ιμπεριαλιστικός «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής»; Πότε άλλοτε, εκτός από αυτή την περίπτωση, με όλες τις αποκρουστικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειές της, τις οποίες επιμελώς υλοποιούν οι κυβερνήσεις των μονοπωλίων; Σε κάθε άλλη περίπτωση ας διαβεβαιώσουν οι ίδιοι οι απολογητές του ευρωατλαντισμού το πόσο σίγουροι νιώθουν από τους «εταίρους» τους εν μέσω των αχαλίνωτων ιμπεριαλιστικών παζαριών που στο προσκήνιό τους ή στην «εφεδρεία» τους περιλαμβάνουν όλη τη γραμμή που αρχίζει από τον Έβρο, διασχίζει το Αιγαίο και καταλήγει στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη. Πότε, άλλωστε, η ΕΕ αναγνώρισε το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου σαν «δικό της» κατεχόμενο έδαφος; Και πότε η ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τις τουρκικές «αμφισβητήσεις» στο Αιγαίο σαν παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός «εταίρου» τους; Πώς λοιπόν, όταν πρόκειται για τα ελληνικά σύνορα,  μπορεί να γίνεται λόγος για «σύνορα της ΕΕ», τη στιγμή που η ίδια η ΕΕ δεν τα αντιμετωπίζει σαν τέτοια; 

[2] Επιτάξεις για κλειστά κέντρα «φιλοξενίας» (φυλάκισης), απερίγραπτες συνθήκες εξαθλίωσης στις «ανοιχτές» Μόριες, τροχιοδεικτικές βολές για εκτοπισμό μεταναστών και προσφύγων σε ξερονήσια, εγκαινιαζόμενες μέθοδοι όπως ο περιορισμός των προσφύγων σε πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού και η αποστέρηση του δικαιώματος αίτησης ασύλου, σκιαγραφούν με αδρότητα τις ακραία αντιδραστικές επιδιώξεις της εξουσίας του κεφαλαίου και τον ρόλο δεσμοφύλακα που προορίζουν για τον ελληνικό λαό οι «έμποροι των εθνών», οι υποκινητές των ιμπεριαλιστικών πολέμων όπου γης.

[3] Στο μεταξύ, πίσω από το παραπέτασμα της φιλολογίας για τον κορωνοϊό, ο οποίος εκτός των άλλων διέλυσε και τα φληναφήματα περί του τουρισμού ως «βαριάς βιομηχανίας της χώρας», πίσω από τις λεκτικές «κορώνες» περί «εισβολής» και «υπεράσπισης των συνόρων της πατρίδας», η γη της πατρίδας (κατοικήσιμη και άλλη) συνεχίζει χάρη στον «αυθορμητισμό της αγοράς» να ξεπουλιέται στους επιχειρηματικούς ομίλους, έμπρακτα προχωρούν τα κυβερνητικά σχέδια για ξεπούλημα και διάλυση πραγματικά «βαριών» στρατηγικών παραγωγικών μονάδων της πατρίδας (απολιγνιτοποίηση, ΛΑΡΚΟ κλπ), το φάσμα της οικονομικής εξαθλίωσης παραμένει βαρύ πάνω από όλα τα εργαζόμενα στρώματα, τους μοναδικούς παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου… Ο εχθρός επελαύνει από μέσα. Ο έχθρος δεν κυκλοφορεί με τρύπιες βάρκες αλλά με ιδιωτικά τζετ και θαλαμηγούς. 

============================================

edit 14-3-2020: Μόλις τον περασμένο Δεκέμβρη τέθηκε σε ισχύ ο νέος κανονισμός της Frontex, που την καθιστά την πιο ισχυρή και καλύτερα χρηματοδοτούμενη υπηρεσία στην ιστορία της ΕΕ, γιγαντώνει το επιχειρησιακό της σκέλος και της «λύνει τα χέρια», ώστε ουσιαστικά να μη δίνει λογαριασμό ακόμα και για ζητήματα που άπτονται της κυριαρχίας των χωρών – μελών της ΕΕ. Με τον επικεφαλής της να λέει ότι πρόκειται για τη δημιουργία ενός «νέου είδους διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» και ότι «για πρώτη φορά θα έχουμε αξιωματούχους που θα επιβάλλουν το νόμο, οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή».

Και δυο-τρεις μήνες μετά, διαμορφώθηκαν οι συνθήκες για να αναλάβει δράση στον Έβρο, με πρόσκληση της ελληνικής κυβέρνησης, αυτό το «νέο είδος διακρατικού κατασταλτικού μηχανισμού» με τα «λυμένα χέρια», τους αξιωματούχους «οι οποίοι θα είναι όργανα της ΕΕ, θα φέρουν όπλα και θα φορούν στολή, ευρωπαϊκή στολή» και θα «επιβάλλουν το νόμο»…

Αλλά ποιον «νόμο» θα επιβάλλει το σιδερένιο αυτό χέρι της Ευρωένωσης στα ελληνικά σύνορα; Το «νόμο» που εγκλωβίζει πρόσφυγες και μετανάστες και μετατρέπει την Ελλάδα σε φυλακή της ΕΕ, που τους αξιοποιεί στα διάφορα γεωπολιτικά «παιχνίδια». Το «νόμο» των ιμπεριαλιστικών παζαριών που υπονομεύει σύνορα και κυριαρχικά δικαιώματα…

…Από το επικίνδυνο αυτό σπιράλ της εμπλοκής διέξοδο μπορεί να δώσει μόνο ο λαός, δυναμώνοντας την πάλη του απέναντι στην πολιτική εγκλωβισμού προσφύγων και μεταναστών, στην εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ, για την αποδέσμευση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές αυτές ενώσεις, με το λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

*

Στο μεταξύ, παρά το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει αξιολογήσει την εξάπλωση του Κορονοϊού ως «πανδημία», οι ιμπεριαλιστές του ΝΑΤΟ δείχνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν κανονικά την στρατιωτική άσκηση «Defender 2020» σε ευρωπαϊκό έδαφος.

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ σχεδιάζουν να μειώσουν τον αριθμό των αμερικανών που θα συμμετάσχουν στην άσκηση, έπειτα από το ξέσπασμα της πανδημίας.

Παρ’ όλα αυτά το ΝΑΤΟ θα πραγματοποιήσει την στρατιωτική άσκηση (η οποία αποτελεί «επίδειξη δύναμης» απέναντι στη Ρωσία), όπως δήλωσε ο γεν. γραμματέας της ιμπεριαλιστικής συμμαχίας Γ. Στόλτενμπεγκ. Φαίνεται πως ακόμη και μια πανδημία, που έχει προκαλέσει ήδη το θάνατο 1.016 ανθρώπων στην Ιταλία, 87 νεκρούς στην Ισπανία και 61 στη Γαλλία, δεν στέκεται εμπόδιο στα σχέδια των ΝΑΤΟικών φονιάδων.

Με τα κρούσματα του κορονοϊού να αυξάνονται καθημερινά σε Ευρώπη και ΗΠΑ, η ΝΑΤΟική άσκηση αποτελεί σαφώς έναν επιπλέον κίνδυνο για την εξάπλωση του ιού.

Σε ανακοίνωση του, το Ουγγρικό Εργατικό Κόμμα (Munkaspart) εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για την πραγματοποίηση της ΝΑΤΟικής άσκησης την οποία χαρακτηρίζει ως «φορέα θανάτου για τους λαούς», ιδιαίτερα υπό συνθήκες πανδημίας.

«Οι ΗΠΑ απαγόρευσαν στους ευρωπαίους πολίτες την είσοδο στη χώρα τους εξαιτίας της πανδημίας του κορονοϊού, αλλά στέλνουν 20 χιλιάδες αμερικανούς στρατιώτες στην Ευρώπη ώστε να συμμετάσχουν στην πολυεθνική άσκηση «Defender 2020», αναφέρει η ανακοίνωση.

Σημειώνει ότι η ΝΑΤΟική άσκηση ενδέχεται να εξαπλώσει τον κορονοϊό και απαιτεί την ακύρωση της, ζητώντας ταυτόχρονα από την ουγγρική κυβέρνηση να μην επιτρέψει την συμμετοχή ουγγρικών στρατευμάτων.

Αλήθεια, η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Άμυνας τι θα κάνει; Θα στείλει έλληνες στρατιώτες, εκθέτοντας τους σε περαιτέρω κινδύνους;


«ανησυχητικές πληροφορίες»

Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου έκλεισε με την πυραυλική επίθεση του Ισραήλ κατά της Συρίας και το δεύτερο 10ήμερο του Μαΐου ξεκίνησε με την πλήρη κάλυψη των ισραηλινών αυτών επιθέσεων από την ΕΕ: Υπήρξαν «ανησυχητικές πληροφορίες», είπε η επικεφαλής της ευρωενωσιακής διπλωματίας Φεντερίκα Μογκερίνι, σχετικά με ρουκέτες που έπεσαν σε κενό χώρο των ισραηλινών θέσεων (στο κατεχόμενο τμήμα των Υψιπέδων του Γκολάν, ας διευκρινίσουμε), εξ ου και το «αυτονόητο»: «Όπως έχει πει κατ’ επανάληψη η ΕΕ, το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Δεν χρειάστηκε για την ΕΕ η επιβεβαίωση ή μη των «ανησυχητικών πληροφοριών» από κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προτού διακηρύξει για μια ακόμα φορά το «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα».

*

Βέβαια δεν μπορεί να είναι άγνωστη στην ευρωενωσιακή διπλωματία η τεχνολογία παραγωγής «ανησυχητικών πληροφοριών» όταν αναζητείται πρόσχημα βομβαρδισμών και εδραίωσης μιας ενεργού στρατιωτικής παρουσίας. Και δεν έχει σημασία που το ακόλουθο, «παλιό» δείγμα αφορά την Τουρκία και όχι το Ισραήλ. Και στις δυο περιπτώσεις άλλωστε πρόκειται για βομβαρδισμούς ανταγωνιστών επί του ίδιου εδάφους, της Συρίας.

Ποιος πια δε μπορεί να φανταστεί ότι πίσω από «ανησυχητικές πληροφορίες» μπορεί να βρίσκονται ευυπόληπτα πρόσωπα που στήνουν επιθέσεις κατά της χώρας τους για να νομιμοποιήσουν την επίθεσή τους κατά των στόχων τους;

*

Στο μεταξύ βέβαια, δέκα μέρες νωρίτερα είχαν προηγηθεί και οι «ανησυχητικές πληροφορίες Νετανιάχου», ότι «το Ιράν  αναπτύσσει πυρηνικά όπλα», και ακολούθησε, «ώριμα» πια, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία με το Ιράν. Και στην περίπτωση αυτή για τις ΗΠΑ δεν χρειαζόταν κάποια «ανεξάρτητη έρευνα» προκειμένου να επαληθευτούν ή να διαψευστούν οι «ανησυχητικές πληροφορίες» Νετανιάχου. Τους ήταν από μόνες αρκετές για τη «νομιμοποίηση» των επιλογών τους. Η ΕΕ βέβαια θα προτιμούσε τώρα μια «ανεξάρτητη έρευνα» και θα είχε λόγους γι’ αυτό, αφού ήδη ευρωπαϊκές εταιρίες ανακοινώνουν διακοπή εργασιών στο Ιράν ως συμφερότερη επιλογή από τις σε βάρος τους οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ. Δίκιο βουνό, αλλά πού να το βρουν οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές.

Άλλωστε και 15 μέρες νωρίτερα ΗΠΑ, Βρετανία και Γαλλία είχαν αρκεστεί σε «ανησυχητικές πληροφορίες» περί χρήσης χημικών όπλων για να εξαπολύσουν, χωρίς «ανεξάρτητη έρευνα», τη δική τους αυτή τη φορά πυραυλική επίθεση κατά της Συρίας, υπό τα χειροκροτήματα και την κατανόηση των «συμμάχων» του ευρωατλαντισμού.

Μάλιστα εν προκειμένω οι «ανησυχητικές πληροφορίες» ήταν τόσο υπεραρκετές, ώστε τα βρετανικά τηλεοπτικά κανάλια αντιμετωπίζανε δηλητηριωδώς όποιον επιχειρούσε να τις αμφισβητήσει. Ακόμα κι αν αυτός ήταν Βρετανός στρατηγός, τον κόβανε στον αέρα με συνοπτικές διαδικασίες.

Και στις 30 Απριλίου το ευρωκοινοβούλιο, ενόψει «ανησυχητικών πληροφοριών» για τις σφεντόνες και τα καμμένα λάστιχα των Παλαιστίνιων διαδηλωτών στη Γάζα, δεν παρέλειψε για μια ακόμη φορά να αναφερθεί στο «δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα», αποκαλώντας έτσι την μαζική εν ψυχρώ δολοφονία 45 σε πρώτη δόση Παλαιστίνιων διαδηλωτών, προτού πέσουν άλλοι 61 νεκροί πλάι σε χιλιάδες τραυματίες από τα ισραηλινά πυρά: αυτη η δεύτερη δόση προκαταβολικά «νομιμοποιημένη» με το προηγούμενο δολοφονικό ψήφισμα της ευρωβουλής.

*

Πολλές οι «ανησυχητικές πληροφορίες» των τελευταίων 40 ημερών.

Και πολλές οι «ανεξάρτητες έρευνες» που πρόκειται να δρομολογηθούν.

Με αυτή την αφορμή θυμηθήκαμε και δυο περιπώσεις «ανεξάρτητων ερευνών» που προφανώς βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη:

Όπως στην πιο κάτω περίπτωση, όπου η κ. Άστον (προκάτοχος της κ. Μογκερίνι στη θέση της επιτρόπου εξωτερικών της ΕΕ), κάνει λόγο για κάτι σαν «ανεξάρτητη έρευνα», όταν ο Εσθονός Υπουργός Εξωτερικών τής μεταφέρει «ανησυχητικές πληροφορίες» για το γεγονός ότι πίσω από τους ελεύθερους σκοπευτές που στοίχισαν στον ουκρανικό λαό δεκάδες νεκρούς, δεν βρισκόταν η κυβέρνηση Γιανούκοβιτς, αλλά σύμφωνα με «όλα τα στοιχεία» βρισκόταν «κάποιος από τον νέο συνασπισμό» εξουσίας.

Όπως, επίσης, στην περίπτωση της μαζικής δολοφονίας των δεκάδων διαδηλωτών  που τους έκαψαν ζωντανούς στην Οδησσό, μέσα στο κτίριο των συνδικάτων. Και τότε, η προκάτοχος της κ. Μογκερίνι είχε ζητήσει «ανεξάρτητη έρευνα» για αυτές τις «ανησυχητικές πληροφορίες».

Ίσως και γι’ αυτό το λόγο, η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση («ο νέος συνασπισμός εξουσίας») επιχειρεί να ενοχοποιήσει το Κουμμουνιστικό Κόμμα Ουκρανίας για αυτό το στυγερό έγκλημα, αλλά από μόνο του αυτό το γεγονός συνιστά την ομολογία της δικής της ενοχής.

 


«δικαίωμα στην αυτοάμυνα», σύμφωνα με ΗΠΑ και ΕΕ, οι μαζικές δολοφονίες Παλαιστίνιων από το Ισραήλ

«Πιστεύουμε πράγματι ότι οι Ισραηλινοί έχουν το δικαίωμα στην αυτοάμυνα», δήλωσε τη Δευτέρα 30-4-2018 ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο, σχολιάζοντας με αυτό τον τρόπο τη δολοφονία 47 Παλαιστινίων τον τελευταίο μήνα από τον ισραηλινό στρατό στη Λωρίδα της Γάζας.

Για την ευρωβουλή πάλι, ο αριθμός των δεκάδων εν ψυχρώ δολοφονημένων από τα ισραηλινά πυρά Παλαιστίνιων είναι δικαιολογημένος, αφού «οι ισραηλινές αρχές ανέφεραν ότι οι ένοπλες δυνάμεις τους δέχτηκαν πέτρες και βόμβες μολότοφ και ότι ορισμένοι διαδηλωτές επιχείρησαν να χαλάσουν και να περάσουν το φράχτη για να εισέλθουν στο έδαφος του Ισραήλ» (φυσικά με το «έδαφος του Ισραήλ» εννοούνται τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη).

Έτσι λοιπόν το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για τη Γάζα, που ψηφίστηκε από τις πολιτικές ομάδες του Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών, Φιλελεύθερων, Συντηρητικών – Μεταρρυθμιστών και Πράσινων, εστιάζει στις «πέτρες και τις μολότοφ» που υποτίθεται ότι δέχτηκαν οι πάνοπλοι ισραηλινοί στρατιώτες, και καθαγιάζει (με λαϊκές, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, συντηρητικές, μεταρρυθμιστικές και πράσινες ψαλμωδίες), τις βεβαιωμένες θανατηφόρες σφαίρες που τον τελευταίο μήνα αφαίρεσαν τη ζωή από δεκάδες Παλαιστίνιους που διαδηλώνουν ενάντια στην πολύχρονη κατοχή της πατρίδας τους, αποκαλώντας τις δολοφονίες «χρήση αναλογικών μέσων» έναντι «προκλήσεων που αντιμετωπίζει το Ισραήλ σε θέματα ασφαλείας».

Μάλιστα απευθύνουν και συστάσεις «μη βίας» σ’ αυτούς που γαζώνονται από τις ριπές των ισραηλινών όπλων, κουνάνε το δάχτυλο στους δολοφονημένους  ότι «γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης για άλλους σκοπούς»…

Καλεί δηλαδή, το ευρωκοινοβούλιο, τον παλαιστινιακό λαό να υπομένει αδιαμαρτύρητα τη σφαγή του, να παρακολουθεί σιωπηλός τους χιλιάδες κρατούμενους, ανάμεσά τους και παιδιά να λιώνουν στις ισραηλινές φυλακές, την προσφυγιά και τη διαιώνιση της κατοχής και την αρπαγή των παλαιστινιακών εδαφών από τους ισραηλινούς εποικισμούς, τον αργό θάνατό του από τον αποκλεισμό των παλαιστινιακών εδαφών.

Και απέναντι σε μια κραυγαλέα περίπτωση κρατικής τρομοκρατίας από ένα κράτος – τρομοκράτη, το ευρωκοινοβούλιο σαν «συγγραφέας» της προκήρυξης «ανάληψης ευθύνης»,  ανακηρύσσει την πολύπαθη Λωρίδα της Γάζας «κέντρο διεθνώς αναγνωρισμένων τρομοκρατικών οργανώσεων».

Η αθλιότητα, βέβαια, συμπληρώνεται με την καραμέλα του «αντισημιτισμού» που έχουν έτοιμη στο στόμα οι κάθε είδους απολογητές των κρατικών ισραηλινών εγκλημάτων εναντίον όσων τα καταγγέλλουν.

Και ολοκληρώνεται η αθλιότητα, με την πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ,   που ενισχύει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συνεργασία της με το Ισραήλ για την αναβάθμιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων της ελληνικής αστικής τάξης στην περιοχή.

ΕΕ – ΗΠΑ – ΝΑΤΟ οπλίζουν το δολοφονικό χέρι του ισραηλινού κράτους, είναι συνένοχοι για τα διαρκή εγκλήματα κατά του παλαιστινιακού λαού.


Τσίπρας: «Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ»

«Η Ελλάδα είναι στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ». Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, είπε ο πρωθυπουργός μιλώντας για το πρόσφατο επεισόδιο στα Ίμια, και αυτό, ουσιαστικά, καθώς και το ότι η η Ελλάδα είναι «κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ με ισχυρό περιφερειακό ρόλο», εμφάνισε  σαν τον κύριο πολιτικό παράγοντα αν όχι σαν το πολιτικό θεμέλιο της ασφάλειας της χώρας ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» έτσι κι αλλιώς δεν είναι, ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι στόχος ανταποκρινόμενος (ή πραγματικότητα ανταποκρινόμενη) στις ανάγκες των εργαζομένων. Αποτελεί έτσι κι αλλιώς συνθήκη ανίκανη να διασφαλίσει και συνθήκη αντιστρατευόμενη τα εσωτερικά κοινωνικο-οικονομικά δικαιώματα του λαού. Συνθήκη, έτσι κι αλλιώς, οικονομικής κερδοφορίας και πολιτικής κυριαρχίας των μονοπωλίων στη βάση της εντατικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων στο εσωτερικό και στη βάση του οικονομικού και πολιτικού  ανταγωνισμού για την εκμετάλλευση και τη διανομή αγορών και εδαφών στο εξωτερικό. «Σκληρός πυρήνας της ΕΕ» σημαίνει σκληρός πυρήνας του ιμπεριαλισμού, και ιμπεριαλισμός σημαίνει επιθετικότητα των μονοπωλίων κατά των εργαζομένων τόσο έξω όσο και μέσα στα σύνορα της χώρας.

Αλλά πέρα από αυτή τη γενική τοποθέτηση «από θέσεις αρχών», τίθεται και το ερώτημα του ρεαλισμού της πρωθυπουργικής ρήσης περί «σκληρού πυρήνα». Και δεν μπορεί να μην τίθεται, εφόσον η «εθνική στρατηγική» της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, την οποία στρατηγική «εκλαϊκεύει» η δήλωση του πρωθυπουργού, δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά ολόκληρο το λαό, ιδίως για όσο καιρό εξακολουθεί να εναποθέτει τις ανάγκες της ζωής του στην κυρίαρχη τάξη και στη πολιτική της.

Φυσικά με τον κ. Τσίπρα έχουμε πια γνωριστεί και ξέρουμε: «ο λόγος του συμβόλαιο»… Οπότε θα μπορούσε να υποτεθεί ότι και αυτή του η δήλωση δεν είναι παρά μια ακόμη «αμετροέπεια», για την οποία μάλιστα ενδεχομένως θα απολογηθεί εν ευθέτω χρόνω: «Δεν ήμουν απατεώνας. Είχα αυταπάτες». Αλλά αφενός οι «αυταπάτες» των διαχειριστών της άρχουσας τάξης δεν πληρώνονται ούτε από αυτούς ούτε από αυτήν… Και αφετέρου ο «σκληρός πυρήνας της ΕΕ» δεν αποτελεί σημερινή «πρωτοτυπία» του πρωθυπουργού, αλλά διαχρονικό συστατικό του «φαντασιακού» της ελληνικής άρχουσας τάξης, που επίσης διαχρονικά ταυτίζει την «εθνική στρατηγική» της με «ό,τι φάει, ό,τι πιεί κι ό,τι αρπάξει η σούφρα της», γι’ αυτό και η «εθνική στρατηγική» της είναι διαχρονικά τέτοια που είναι.

Γι’ αυτό και το 1919 η Ουκρανία δεν αποτέλεσε σταθμό του «δρόμου προς την Πόλη», αλλά σταθμό του δρόμου προς την Μικρασιατική Καταστροφή. Γι’ αυτό και η συμμετοχή του ελληνικού στρατού στον αμερικανικό πόλεμο στην Κορέα αποτέλεσε σταθμό στο δρόμο προς την τουρκική εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Γι’ αυτό και ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος» που έπαιξε η Ελλάδα σαν κράτος – μέλος του ΝΑΤΟ όταν παρέδιδε τον Οτσαλάν στην Τουρκία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» κατά τη διέλευση των χερσαίων ΝΑΤΟϊκών στρατευμάτων προς την Γιουγκοσλαβία, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στον ναυτικό αποκλεισμό της Σερβίας, στη διάρκεια του οποίου έλαβε χώρα και το πρώτο σοβαρό επεισόδιο στα Ίμια, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην παραχώρηση παλιών και νέων στρατιωτικών βάσεων για τις επιθετικές εξορμήσεις του  αμερικανο-ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλισμού κατά των λαών της ευρύτερης περιοχής, ο «ισχυρός περιφερειακό ρόλος της» στην συμμετοχή της σε ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές επεβάσεις όπου γης, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» στην καταχρέωση του λαού για την υλοποίηση ΝΑΤΟϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο «ισχυρός περιφερειακός ρόλος της» σαν στύλος («πυλώνας σταθερότητας» κατά την κυβερνητική ορολογία) γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται το γαϊτανάκι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, όλα αυτά κι άλλα τόσα, μπορεί να μην δίνουν την εντύπωση που θα περίμενε κανένας από μια συγκροτημένη «εθνική στρατηγική», αλλά ωστόσο αποτελούν πράγματι την «εθνική» στρατηγική της ελληνικής μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Αν δεν καθρεφτίζουν κάτι που τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να μοιάζει πράγματι με «εθνική στρατηγική», είναι γιατί καθρεφτίζουν την ελληνική άρχουσα τάξη την ίδια…

Παρομοίως και σε σχέση με τον «σκληρό πυρήνα της ΕΕ»…

Τι κι αν μια δεκαετία μνημονίων θα δώσει τη θέση της – όπως διατείνονται – σε μερικές δεκαετίες οικονομικής εποπτείας;  Τι κι αν από μνημόνιο σε μνημόνιο, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση, από δόση σε δόση, η κυβερνητική πολιτική συνίσταται στη νομοθέτηση και την υλοποίηση των εκάστοτε «προαπαιτούμενων που θέτουν οι δανειστές»; Τι κι αν;;;

Οι εγχώριοι  μονοπωλιακοί επιχειρηματικοί ομίλοι, τα διάφορα τμήματα του «ελληνικών συμφερόντων» μονοπωλιακού κεφαλαίου, καθώς και το πολιτικό τους προσωπικό, εφόσον όλα αυτά (μνημόνια, αξιολογήσεις, προαπαιτούμενα, εποπτεία κλπ) αποτελούν όρους διασφάλισης και επέκτασης της δικής τους ανταγωνιστικότητας και κερδοφορίας, και εφόσον αποτελούν την μοναδική παρούσα επιλογή τους γι’ αυτή τη διασφάλιση και για αυτή την επέκταση, μπορούν επομένως να φαντασιώνονται, να  κηρύσσουν την φαντασίωση και να ζουν υπό τους όρους της φαντασίωσης, ότι η δική τους ιδιαίτερη οικονομική θέση, η δική τους «μοναδική» επιλογή, ταυτίζεται και με τη θέση της χώρας εντός «του σκληρού πυρήνα της ΕΕ».

Αλλά η πραγματικότητα της «χώρας» είναι πολύ διαφορετική από την δική τους πραγματικότητα. Απέχει «εις παρασάγγας» η μια πραγματικότητα από την άλλη. Σε βαθμό «παράλληλου σύμπαντος».  Άλλωστε, πίσω από τις φαντασιόπληκτες μεγαλοστομίες δεν παύει να ελλοχεύει αυτή η επίγνωση. Της οποίας αυτής ταξικής – «αστικής» επίγνωσης οι απαιτήσεις δεν συνίστανται και δεν περιορίζονται παρά μόνο στην ανάπτυξη των κατάλληλων μεθοδεύσεων, ώστε οποιοσδήποτε ενδεχόμενος κλονισμός της «χώρας», από το υψηλό βάθρο των δικών τους φαντασιώσεων (που καθορίζει και την «εθνική τους στρατηγική») στο σκληρό έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, να μην αποτελέσει και δικό τους κλονισμό.

*

Στον αντίποδα… αλλά όχι. Δεν θα γίνει εδώ λόγος για τον αντίποδα.

 


το δικαίωμα στην εργασία και ο κόσμος από την σκοπιά του

«…Στο πρώτο σχέδιο συντάγματος που καταρτίστηκε πριν από τις μέρες του Ιούνη, βρισκόταν ακόμα το «droit au travail», το δικαίωμα στην εργασία, η πρώτη αδέξια διατύπωση όπου συνοψίζονται οι επαναστατικές αξιώσεις του προλεταριάτου. Αυτό μετατράπηκε στο droit al’ assistance, στο δικαίωμα να παίρνει βοήθημα απ’ το δημόσιο. Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο; Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας παραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη. Η συντακτική συνέλευση, που έθετε ουσιαστικά το επαναστατικό προλεταριάτο εκτός νόμου, ήταν για λόγους αρχής υποχρεωμένη να βγάλει τη διατύπωση του δικαιώματος της εργασίας απ’ το σύνταγμα, αυτό το νόμο των νόμων, ήταν υποχρεωμένη να ρίξει το ανάθεμα στο «δικαίωμα στην εργασία»…»

(Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850, ΣΕ, σελ. 78-79)

***

Μάλλον σαν αποτύπωση πολιτικών συσχετισμών στο πεδίο της ιδεολογίας, στο μεταπολιτευτικό σύνταγμα του 1975 όπως ισχύει και σήμερα, διακηρύχτηκε, στο άρθρο 22, ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού».

Βέβαια τι «δικαίωμα», αφού με την αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 του ίδιου αυτού συντάγματος η διάταξη σύμφωνα με την οποία, για τους υπαλλήλους του δημοσίου που εργάζονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου «απαγορεύεται»  η από το νόμο μονιμοποίησή τους ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Αλλά ας το παραβλέψουμε αυτό, τουλάχιστον για την ώρα , γιατί τι άλλο αν όχι ευτελισμός της έννοιας του «συντάγματος» είναι η πρόστυχη εισαγωγή μιας διάταξής του σαν κι αυτής, που «απαγορεύει τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου»;  Το 2001, άλλωστε, είναι μια χρονιά όπου ήδη η ελληνική άρχουσα τάξη είχε αρχίσει να στενεύεται από το σύνταγμά της: Δυο μόλις χρόνια πριν η κυβέρνηση Σημίτη το είχε παραβιάσει κατάφορα επιτρέποντας χωρίς  νόμο ψηφισμένο από τη βουλή (άρθρο 27) τη διέλευση των «χερσαίων» της «συμμαχίας» που επέδραμε κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ στην αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε επίσης (στο άρθρο 28) και η «ερμηνευτική δήλωση» που καθιερώνει σαν υπέρτερο έναντι του εθνικού το δίκαιο της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και θεσμοθετεί την εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας ως «θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Και έμελε, σε λιγότερο από μια δεκαετία, να έρθει και η ώρα που το ίδιο αυτό άρθρο 28 θα  ανασκολοπιζόταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις Παπαδήμου, Σαμαρά και Τσίπρα, κάθε φορά που ψήφιζαν χωρίς  την προβλεπόμενη πλειοψηφία των 3/5 την εκχώρηση συνταγματικών αρμοδιοτήτων στους «θεσμούς» των μνημονίων. Βέβαια πρέπει να αναγνωρίσουμε στην «πρώτη φορά αριστερά» ότι το 3ο μνημόνιο είναι από αυτήν την άποψη και το μόνο «συνταγματικό», αφού με αστική ευγένεια μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ το υπερψήφισαν επίσης η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, οπότε εν προκειμένω ουδείς λόγος ενεργοποίησης του  «πατριωτισμού των Ελλήνων»…

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας: Λέγαμε λοιπόν ότι το άρθρο 22 αναγνωρίζει την εργασία σαν δικαίωμα και ότι παραβλέπουμε σαν ευτελισμό του συντάγματος την «απαγόρευση μετατροπής συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου».  Αυτό που όμως δεν μπορούμε να  παραβλέψουμε, είναι ότι απέναντι στο δικαίωμα της εργασίας του άρθρου 22 ορθώνεται η προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17, στην οποία βέβαια περιλαμβάνεται και η προστασία της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (αυτής της ίδιας που  αποθεώνεται με τις «ελευθερίες» της συνθήκης του Μάαστριχτ), η οποία ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί και το άκρο αντίθετο του δικαιώματος στην εργασία. Το λέει η επιστήμη, το λέει ο Μαρξ: «Πίσω απ’ το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω απ’ τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους». Και οφείλουμε στην πολιτική οικονομία να είμαστε μαρξιστές με την ίδια έννοια που στις φυσικές επιστήμες είμαστε οπαδοί του Νεύτωνα. Το λέει ο Τσε.

Τι κάνουμε λοιπόν τώρα, που το δικαίωμα στην εργασία του άρθρου 22 προσκρούει στην προστασία της ιδιοκτησίας του άρθρου 17; Ευτυχώς για την «αστική νομιμότητα» οι ιδεολογικοί συσχετισμοί της μεταπολίτευσης άφησαν κι εδώ τη σφραγίδα τους: Διότι ναι μεν σύμφωνα με το άρθρο 17 «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους», αλλά συνεχίζει το ίδιο άρθρο: «τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».  Και πόσο «γενικό συμφέρον» δεν είναι το (και συνταγματικά προβλεπόμενο) δικαίωμα στην εργασία, ώστε να μη μπει φραγμός (να ασκηθεί «βία») στα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, και μάλιστα κατά τρόπο που να αφήνει αδιατάρακτη την υφιστάμενη «αστική νομιμότητα»!!! Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα!

Να λοιπόν πεδίο δόξας για τον πατριωτισμό του λαού, στον οποίο «επαφίεται η τήρηση» (άρθρο 120) του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22) και η «βία» εναντίον των  δικαιωμάτων και «ελευθεριών» που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και ασκούνται σε βάρος του δικαιώματος στην εργασία δηλαδή «σε βάρος του γενικού συμφέροντος» δηλαδή αντικοινωνικά (άρθρο 17). Αν μπορούνε, άλλωστε, ας ασκηθούνε κι αλλιώς. 

***

Το 1848-1850 η αντεπανάσταση μετέτρεψε το «δικαίωμα στην εργασία» σε «δικαίωμα σε βοήθημα». Το 2015-2017 ο ΣΥΡΙΖΑ μετέτρεψε το «ψωμί – παιδεία – ελευθερία» σε «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» ή σε «κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης», όπως το μετονόμασε νομίζοντας ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη εγγυημένη εξαθλίωση και στο κοινωνικό επίδομα εξαθλίωσης…

«Και ποιο σύγχρονο κράτος δεν τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο;»

Ο Τσίπρας, προχθές είπε στον Κουτσούμπα, ότι καλή βέβαια και η Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά τώρα «πάμε μπροστά»… Όμως ήταν το 1850, δηλαδή πριν 167 ολόκληρα χρόνια, τότε που ο Μαρξ μιλούσε για «σύγχρονο κράτος». Οπότε, και το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, δεν εξαρτάται από τη χρονολογία αναφοράς. Οι χρονολογίες διαδέχονται η μια την άλλη και χωρίς εμάς. Το εαν «πάμε μπροστά» ή όχι, εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς σήμερα από ένα «σύγχρονο κράτος». Και εαν εν έτει 2012 θεωρεί κανείς «σύγχρονο» το κράτος που (ήδη από το 1850) «τρέφει τους απόρους του», τότε αυτός δεν μας οδηγεί «μπροστά» αλλά στο «βάθος του χρόνου», και το βάθος του χρόνου βρίσκεται πάντοτε στο ιστορικό παρελθόν, δε φτάνουμε εκεί «πηγαίνοντας μπροστά» αλλά οπισθοδρομώντας ιστορικά, αυτός δεν είναι ο δρόμος της ιστορικής προόδου αλλά ο δρόμος της ιστορικής αντίδρασης.

***

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στο ψωμί, στην παιδεία, στην ελευθερία. Δεν είναι το δικαίωμα των απόρων σε βοήθημα. Είναι η αναγνώριση της εργασίας σαν πρωταρχικού πόρου και του δικαιώματος της κοινωνίας να μην τρέφει άπορους γιατί δεν διαθέτει άπορους.

Το δικαίωμα στην εργασία είναι δικαίωμα στην ικανοποίηση της πιο πρωταρχικής ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, της ανάγκης της παραγωγής από τον άνθρωπο των όρων της ίδιας του της ύπαρξης. Ανάγκη που η ικανοποίησή της αποτελεί ταυτόχρονα και όρο του εξανθρωπισμού του ανθρώπου, όρο που καθιστά τον άνθρωπο δημιουργό της ζωής του και τη ζωή του – τον ίδιο του τον εαυτό – δικό του δημιούργημα. Ο αποκλεισμός από το δικαίωμα στην εργασία ισοδυναμούσε και ισοδυναμεί πάντα με κοινωνικό εξοστρακισμό, ακόμη κι αν κάθε «σύγχρονο» κράτος τρέφει τους απόρους του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο…

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον καταναγκασμό στην απλήρωτη υπερεργασία και γι’ αυτό είναι κοινωνικό και ατομικό δικαίωμα των εργαζόμενων στον καρπό της εργασίας τους. Ο καταναγκασμός στην απλήρωτη υπερεργασία είναι συνέπεια της εμπράγματης άρνησης του δικαιώματος στην εργασία, είναι συνέπεια του χωρισμού των μέσων της εργασίας από τον εργάτη, συνέπεια της αποστέρησης από τον εργάτη των μέσων της εργασίας του και της περιέλευσής τους στον κάτοχο των μέσων παραγωγής. Χωρίς αυτόν τον χωρισμό, χωρίς αυτήν την περιέλευση, δεν θα ήταν δυνατή η άρνηση της εργασίας σαν δικαιώματος και η αντικατάστασή της από το αντίθετό της:  από τον καταναγκασμό στην απλήρωτη εργασία ή στην ανεργία. Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με τον καταναγκασμό στην υποδούλωση: χωρίς την άρνηση του δικαιώματος στην εργασία δεν θα μπορούσε να υπάρχει καταναγκασμός στην υποδούλωση και μόνο από τον καταναγκασμό στην υποδούλωση μπορεί να προέλθει η άρνηση του δικαιώματος στην εργασία.

***

Η ταξική, εκμεταλλευτική κοινωνία στη θέση της ζωτικής ανθρώπινης ανάγκης, που με το δικαίωμα στην εργασία απαιτεί την ικανοποίησή της, εγκαθιστά τον ταξικό καταναγκασμό. Στη θέση της εργασίας σαν αναγκαίας φυσικής ελεύθερης κοινωνικής ανθρώπινης δραστηριότητας εγκαθιστά την εργασία σαν καταναγκαστική ταξική υποδούλωση.

Η κυρίαρχη ιδεολογία της ταξικής, εκμεταλλευτικής κοινωνίας περιφρονεί το δικαίωμα στην εργασία. Η εργασία γι’ αυτήν είναι άλλωστε «σήμα» του υπόδουλου. Για την κυρίαρχη ιδεολογία στην πρώτη θέση βρίσκεται το δικαίωμα στην αεργία που η εμπράγματη βάση και ολοκλήρωσή του συνίσταται στο δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής της κοινωνίας σαν όρο χρησιμοποίησης και εκμετάλλευσης ξένης εργασίας. Στην κορυφή της αξιακής κοινωνικής ιεραρχίας η κοινωνικά κυρίαρχη ταξική ιδεολογία δεν τοποθετεί το δικαίωμα στην εργασία αλλά, με την ονομασία «δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής», τοποθετεί το δικαίωμα στην αεργία και στην ιδιοποίηση της ξένης εργασίας, ως όρο αυτεπίγνωσης της κυρίαρχης τάξης και ταυτόχρονα ως όρο ιδεολογικής αλλοτρίωσης της υπόδουλης τάξης. Το δεύτερο στη βάση ήδη του γεγονότος ότι ο κοινωνικός καταναγκασμός με τη μορφή της υποδουλωμένης εργασίας επικαλύπτει και συγκαλύπτει την εργασία σαν πρωταρχική ανθρώπινη ζωτική ανάγκη, συνιστά άρνησή της.

Το δικαίωμα στην εργασία και η διεκδίκησή του βρίσκεται σε αντίθεση με την εμπράγματη και ιδεολογική αλλοτρίωση των εργαζομένων, των απαλλότριων από τα μέσα παραγωγής, των προλετάριων.

***

Το δικαίωμα στην εργασία βρίσκεται σε αντίθεση με το καθεστώς αγοραπωλησίας του εμπορεύματος «εργατική δύναμη»: Κανένα  εμπόρευμα δεν πωλείται «δικαιωματικά», δικαιωματικά απλώς διατίθεται προς πώληση, αλλά αυτή εξαρτάται από την προσφορά και την ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Δικαίωμα στην εργασία σημαίνει τον κοινωνικό σχεδιασμό στη θέση της τυφλής κυριαρχίας της προσφοράς και ζήτησης των εμπορευμάτων, σημαίνει την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης στη θέση της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου.

ΓΕΦΥΡΑ-ΑΦΙΣΣΑ-1

κινητοποιηση-δουλεια-για-ολους-20170625

 

 

 


«ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»

Η ανάρτηση δεν αποσκοπεί ούτε κατά διάνοια να τοποθετηθεί πάνω στα διάφορα  εναλλακτικά σενάρια γύρω από το «ακανθώδες» για την ευρω-ολιγαρχία του πλούτου ζήτημα του «μέλλοντος της ΕΕ», που καταγράφονται σε ακόμα μια «λευκή βίβλο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Απέναντι στο καθένα ξεχωριστά και σε όλα μαζί τα αντιλαϊκά σενάρια, μοναδικό «σενάριο» για το λαό είναι η αποδέσμευση από την ΕΕ δηλαδή η κατάργηση της ελευθερίας του κεφαλαίου, η ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, που  η ΕΕ αποτελεί τον «διακρατικό» πολιτικό και οικονομικό μηχανισμό της ταξικής δικτατορίας τους.

Αντίθετα ο σκοπός της ανάρτησης είναι καθαρά αυτοβιογραφικός… Να, όλη αυτή η υψηλού επιπέδου φιλολογία για την «ΕΕ των πολλών διαφορετικών ταχυτήτων» ξυπνά μνήμες από εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα του 1978, στη «γιάφκα» (!) που συνεδρίαζε η μαθητική ΟΒΑ. Στο πολιτικό προσκήνιο ήταν εκείνο τον καιρό η επικείμενη πλήρης ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ των μονοπωλίων. Κι ο διαφωτιστής μας ανέλυε το ζήτημα της «φύσης» της με τα λόγια «ΕΟΚ των δυο ταχυτήτων»: Η ούτως ή άλλως νομοτελειακή ανισομετρία ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες και την οικονομική τους ανάπτυξη και η ΕΟΚ μια ιμπεριαλιστική ένωση που ανυψώνει τη γενική νομοτέλεια σε  πολιτικο-οικονομικό μηχανισμό πραγμάτωσής της. Κάτι τέτοιο.

Πέρασαν τα χρόνια κι οι δεκαετίες, ο «οδικός χάρτης» του ευρωμονόδρομου οδήγησε τη χώρα κατευθείαν και με φόρα στα κατσάβραχα της καπιταλιστικής κρίσης, του χρέους, των μνημονίων, των αξιολογήσεων, της αντεργατικής-αντιλαϊκής επέλασης, και πού ‘σαι ακόμα. Κι εκείνα τα «ανίερα», τα ασεβή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα του έθνους, που «μας έλεγαν οι καθοδηγητές μας στην ΚΝΕ», τα έχουν τώρα υπερθεματίσει οι υψηλότεροι εκπρόσωποι των «ευρωπαϊκών θεσμών» που πια δεν τους φτάνουν δυο ταχύτητες «στη ζούλα», αλλά θέλουν 3, 4, και 5 ταχύτητες θεσμοποιημένες νομικά και πολιτικά… Με τους διάφορους γουαναμπήδες να βάζουν λέει και «προϋποθέσεις» στην «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» και να διεκδικούν λέει και «πρωταγωνιστικό ρόλο» οι μούρες τους. Πώς λέγανε τότε «ΕΟΚ των λαών» και με τα κούφια τα λόγια μάς «ταπώνανε» για το δικό μας το ξύλινο «η ΕΟΚ των μονοπωλίων» οι απολογητές των αντιλαϊκών προτεραιοτήτων του κεφαλαίου, κάτι τέτοιο και τώρα σε νέα έκδοση. Χαααααχ (χασμουρητό).

Γλυκές αναμνήσεις… «Κομβικές» αναμνήσεις. Γύρω από ένα κομβικό ζήτημα, στο οποίο «συναντιούνται» όλες οι στρατηγικές, οι δικές τους και η δική μας, πραγματικός κρίκος, «χαλκάς της γης» (μπόνους τρακ το άσμα για χάρη του τίτλου του, παρά την στιχουργική παρέκκλιση από το νόημα του κειμένου).


Επιλεγόμενα στην «Ευρώπη – απόλυτη μοναρχία» (του κεφαλαίου)

Στην προηγούμενη ανάρτηση, πριν μερικούς μήνες, είδαμε πώς η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθιστά την καπιταλιστική ιδιοκτησία απόλυτο μονάρχη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της αναγόρευσης των ελευθεριών της (ελευθερία ανταγωνισμού, απαραβίαστο της κίνησης των κεφαλαίων) και της «ανοιχτής αγοράς» σε υπέρτατες αρχές…

Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στις αντίστοιχες εθνικές «υπέρτατες αρχές» και συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση της «ιδιοκτησίας» από το ισχύον Σύνταγμα.

Πρώτα, με μια πρόχειρη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι στο σύνταγμα του 1952 η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 17 περιορίζεται ουσιαστικά στη χάραξη του πλαισίου που αφορά τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις  για δημόσια ωφέλεια και υπό τον όρο της σχετικής αποζημίωσης. Στη συνέχεια έρχεται το χουντικό «σύνταγμα» του 1968, όπου – εκτός της τροποποίησης του περιεχομενου του και αλλαγής της αρίθμησης του άρθρου από 17 σε 21 – προστέθηκε και η αρχική διάταξη: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους». Τέλος το 1975, το σχετικό άρθρο ξανααριθμήθηκε από 21 σε 17 και – υποθέτω ως αποτύπωση της επίδρασης των αντιδικτατορικών αγώνων και του περιεχομένου τους στους «συσχετισμούς» – η μεν φράση του 1968 παρέμεινε αλλά δίπλα της προστέθηκε άλλη μια: «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος».

Πολύ ωραία… Αν λοιπόν τώρα τους πει κανείς ότι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την «ιδιοκτησία» και συγκεκριμένα από την καπιταλιστική ιδιοκτησία, δηλαδή από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, όχι απλώς «μπορούν να ασκούνται», αλλά εξ ορισμού ασκούνται ακριβώς «σε βάρος του γενικού συμφέροντος», τι θα του απαντήσουνε;

Αν τους πει κανείς ότι είναι ακριβώς τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αυτά που προκαλούν τη συσσώρευση του κοινωνικού πλούτου σε λίγα χέρια, από τη μια, και την απαλλοτρίωση του ίδιου αυτού κοινωνικού πλούτου  από την κοινωνική πλειοψηφία  των παραγωγών του, τον (αβέβαιο) περιορισμό αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας  στο αναγκαίο για την απλή συντήρηση και αναπαραγωγή της μέρος αυτού του πλούτου, από την άλλη; Θα απαντήσουν τι; Ότι το «δημόσιο συμφέρον» συνίσταται σε αυτή τη μορφή απαλλοτρίωσης (χωρίς… αποζημίωση) των παραγωγών από τους «ιδιοκτήτες», στην υπηρέτηση μιας μικρής μειοψηφίας «ιδιοκτητών» και στην οικονομική-πολιτισμική καθήλωση της κοινωνικής πλειοψηφίας;

Αν τους πει κανείς ότι ακριβώς εξαιτίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οικονομική ανάπτυξη με «μαθηματική» αναγκαιότητα οδηγεί – και οδήγησε – στην οικονομική κρίση, χωρίς να υπάρχουν σημάδια «ομαλής» εξόδου από αυτήν; Το ξέρουν, άλλωστε,  όλοι κατά βάθος! Στα χρόνια της ανάπτυξης ξέραν όλοι «πού ζούνε» και είχαν έτοιμη την διαιολόγηση του συμβιβασμού τους: «στον καπιταλισμό ζούμε…». Μόνο πού σήμερα οι συνθήκες άλλαξαν και η ίδια φράση δεν αποτελεί υπόβαθρο συμβιβασμού, αλλά αφετηρία αντίστασης. Γι’ αυτό και ο «καπιταλισμός» σαν σχήμα – ας πούμε – ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού έχει δώσει τη θέση του στους «300», στους «κλέφτες πολιτικούς», στην… «τελευταία σοβιετική δημοκρατία» ή στις διάφορες παραλλαγές πίστης του είδους ότι «μας ψεκάζουν».

Αν τους πει κανείς ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι «αντισυνταγματικώς» υπαίτια για τη μόνιμη και διαρκή παραβίαση του άρθρου 22 του συντάγματος που «ορίζει» ότι: «Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»;

Αν κανείς επιμείνει ότι φταίνε τα «δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιοκτησία» και δη την καπιταλιστική, για το γεγονός των λουκέτων σε μια σειρά επιχειρήσεις που η λειτουργία τους «δεν συμφέρει» πια τους ιδιοκτήτες τους, πράγμα που όμως έρχεται σε άμεση αντίθεση με το «γενικό συμφέρον»;

Κι αν τους πει ότι τα δικαιώματα που απορρέουν από την καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους – κι ότι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της- στην «απαραβίαστη» ελευθερία της αγοράς, του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, που μέσω της συνθήκης του Μάαστριχτ την έχουν ανυψώσει σε νόμο του κράτους; Ότι αυτή η ελευθερία σημαίνει το απαραβίαστο της ελευθερίας των μονοπωλητών της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου, και ότι η μονοπώληση της κοινωνικής παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου έχει – κατ’ ανάγκη – οδηγήσει στην σημερινή οικονομική κρίση και στην έλλειψη ουσιαστικής διεξόδου από αυτήν;

Τι θα κάνουν τότε, αν τους τα πεις όλα αυτά; Θα καταργήσουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ και την καπιταλιστική ιδιοκτησία σαν αντισυνταγματική; Θα… «ταραχτούνε στη νομιμότητα»; Θα σηκώσουν τη σημαία της τήρησης του συντάγματος, την επαφιέμενη στον πατριωτισμό των Ελλήνων;

Το πιθανότερο είναι άλλο: Αν τους τα πεις όλα αυτά, και άλλα τόσα, θα σε κοιτάξουν με λαγνεία ανάλογη με αυτή που κοιτούσαν οι ιεροεξεταστές τον Τζορντάνο Μπρούνο πριν τον στείλουν να καεί ζωντανός, γιατί επέμενε (χωρίς δήλωση μετανοίας) ότι δε γυρνά ο ήλιος γύρω από τη γη αλλά η γη γύρω από τον ήλιο… Διότι όπως και τότε, έτσι και τώρα, το θέμα είναι εξίσου επιστημονικό…


Η Ευρώπη είναι μια απόλυτη μοναρχία

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση… Δηλαδή από τι ακριβώς. Ποια είναι εκείνα τα συστατικά, τα «δεσμευτικά» χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν στο κίνημα των εργαζομένων τη διεκδίκηση της αποδέσμευσης σαν αναγκαίο συστατικό της δικής τους πάλης;

Ανατρέχοντας στον καταστατικό πυρήνα της ΕΕ, στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, βρίσκουμε τρία τέτοια θεμελιακά συστατικά:

α. Την «ανοιχτή αγορά», με άλλα λόγια την ελευθερία της αγοράς, δηλαδή την τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης.

Αυτή η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης – σύμφωνα με τα λόγια του Μάρξ στην Ιδρυτική Διακήρυξη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών (Α΄Διεθνής) – συνιστά την πολιτική οικονομία της αστικής τάξης. Στον αντίθετο πόλο η κοινωνική πρόβλεψη, ο κοινωνικός σχεδιασμός, συνιστά την πολιτική οικονομία της εργατικής τάξης.

Η πολιτική οικονομία του κεφαλαίου, η ελευθερία της αγοράς, η τυφλή κυριαρχία της προσφοράς και της ζήτησης, κατά συνέπεια και η άρνηση, η απαγόρευση της κοινωνικής πρόβλεψης – της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης – αποτελεί λοιπόν καταστατική αρχή της «Ευρώπης».

Συνέπεια αυτής της καταστατικής αρχής είναι, ότι μέρος του περιεχομένου της αποτελεί και η «ανοιχτή αγορά» της εργατικής δύναμης, η ανοιχτή «αγορά εργασίας»: Στις καταστατικές αρχές της ΕΕ προβλέπεται με αυτόν τον τρόπο ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που υπόκειται στους όρους της «ανοιχτής αγοράς», στην κυριαρχία της «προσφοράς και ζήτησης». Προβλέπεται, με άλλα λόγια, η άρνηση κάθε συσχετισμού της τιμής της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού, με τις ανάγκες των εργαζομένων, προβλέπεται – κατά τελική συνέπεια – η θεσμοθέτηση της ατομικής σύμβασης, και η άρνηση, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Προβλέπεται η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων φτωχών εργαζόμενων, η Ευρώπη των δεκάδων εκατομμυρίων ανέργων.

Προβλέπεται η εξαναγκαστική υπαγωγή των ευρωπαϊκών κοινωνιών στην «τυχαιότητα» (την «τυφλή κυριαρχία») των σχέσεων της προσφοράς και της ζήτησης. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι υποχρεωμένες να κυνηγούν το «τζάκποτ» της «προσφοράς και ζήτησης», το οποίο «τζάκποτ» νομοτελειακά δεν έχει μορφή άλλη από αυτήν της καπιταλιστικής κρίσης.

β. Πλάι στην «ανοιχτή αγορά» βρίσκουμε και την «ελευθερία του ανταγωνισμού που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων». Αυτή είναι η διατύπωση!

Φυσικά η «ελευθερία του ανταγωνισμού» στον μονοπωλιακό καπιταλισμό, στον καπιταλισμό της κυριαρχίας των μονοπωλίων που έχει αφήσει οριστικά πίσω του τον καπιταλισμό του ελεύθερου συναγωνισμού, ηχεί κάπως ανεκδοτολογικά, κάπως οξύμωρα. Αλλά πρόκειται ακριβώς γι’ αυτό: Πρόκειται για την ελευθερία του μονοπωλιακού ανταγωνισμού, για την υπερίσχυση του ισχυρότερου μονοπωλίου απέναντι στο πιο αδύναμο, για την υπερίσχυση συνολικά των μονοπωλίων απέναντι στην μικρή παραγωγή, για τη συγκέντρωση των μέσων της παραγωγής υπό όρους κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Δεν μπορεί στο ιστορικό στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού να υπάρξει διαφορετικός ανταγωνισμός και διαφορετική ελευθερία του ανταγωνισμού, δεν μπορεί στο ιστορικό αυτό στάδιο να υπάρξει διαφορετική «κατανομή των πόρων»… Και για το μονοπωλιακό κεφάλαιο αυτή η «κατανομή των πόρων» είναι και η μόνη «αποτελεσματική».

Πρόκειται επίσης για την άρνηση, κυριολεκτικά για την απαγόρευση, έστω και της παραμικρής «υποταγής» της οικονομίας στις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή πρόκειται και πάλι για άρνηση της κοινωνικής πρόβλεψης, για απαγόρευση της πολιτικής οικονομίας της εργατικής τάξης. Πρόκειται για την εκχώρηση κάθε κοινωνικής παραγωγικής οικονομικής δραστηριότητας στο κεφάλαιο, για την εμπορευματοποίηση κάθε πεδίου της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσε να αποφέρει καπιταλιστικό κέρδος, για την μετατροπή κάθε κοινωνικού οικονομικού αποθέματος  σε ιδιωτικό κεφάλαιο, για την σύνθλιψη των μισθολογικών και εργασιακών δικαιωμάτων κάτω από το πέλμα της «ανταγωνιστικότητας» του κεφαλαίου.

γ. Πλάι στην «ανοικτή αγορά με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων» (άρθρα 3Α και 102Α της Συνθήκης του Μάαστριχτ) βρίσκουμε και την ελευθερία της κίνησης των κεφαλαίων: την «απαγόρευση οποιουδήποτε περιορισμού των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών – μελών και τρίτων χωρών» (άρθρο 73Β παράγραφος 1 της Συνθήκης του Μάαστριχτ), την απαγόρευση – να παράδειγμα νομοθετικής πρόνοιας!!! – οποιωνδήποτε μέτρων ακόμα και «συγκεκαλυμμένου περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων και των πληρωμών» (άρθρο 73Δ παρ. 3 της Συνθήκης του Μάαστριχτ).

Καμία σχέση με απαγόρευση των «capital control» ή των… διοδίων. Απλά, για άλλη μια φορά η κοινωνική παραγωγή απαγορεύεται  να υπακούει «ακόμα και συγκεκαλυμμένα» στις κοινωνικές ανάγκες, στην κοινωνική πρόβλεψη, και υποτάσσεται καταστατικά στις ανάγκες του κεφαλαίου. Που είδαμε: προσδιορίζονται από τον ανταγωνισμό και την ελευθερία του, από την προσφορά και ζήτηση της «ανοιχτής αγοράς». Αυτήν την προσφορά και ζήτηση κι αυτόν τον ανταγωνισμό, που για χάρη τους ξηλώνονται ολόκληροι παραγωγικοί κλάδοι και μεταφέρονται όπου βρίσκουν χαμηλότερη τη διεθνή τιμή της εργατικής δύναμης. Που για χάρη τους οι έδρες των επιχειρήσεων μεταφέρονται σε διεθνείς φορολογικούς παραδείσους. Που για χάρη τους οι επιχειρήσεις «πτωχεύουν» προκειμένου τα συσσωρευμένα κεφάλαια να τοποθετηθούν σε περισσότερο επικερδείς (φυσικά για το κεφάλαιο) οικονομικές σφαίρες.

*

Η ιδιοκτησία είναι εξουσίαση πραγμάτων. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτής της εξουσίασης, το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της ιδιοκτησίας – πέρα από νομικούς τύπους και μορφές –  προσδιορίζεται από την ελευθερία της. Η «προσφορά και ζήτηση» ή με τα λόγια της ΕΕ η «ανοιχτή αγορά» και με καθημερινά λόγια η ελευθερία της αγοράς, η ελευθερία του ανταγωνισμού και της κίνησης των κεφαλαίων, αποτελούν τις ελευθερίες που ολοκληρώνουν το ουσιαστικό περιεχόμενο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και που την καθιστούν ανώτατο, απόλυτο άρχοντα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι παρά μια απόλυτη μοναρχία. Και στον θρόνο της κάθεται η ελευθερία του κεφαλαίου, η καπιταλιστική ιδιοκτησία και η ελευθερία της.

Φυσικά ο καπιταλισμός κυριαρχεί παντού ή σχεδόν παντού. Και παντού όπου κυριαρχεί ο καπιταλισμός τα «εθνικά κράτη» αποτελούν πολιτικούς μηχανισμούς της εξουσίας (δικτατορίας έστω και «δημοκρατικής») του κεφαλαίου και της κυριαρχίας των μονοπωλίων. Όμως η ιστορική καταγωγή των εθνικών κρατών, η ιστορικά προοδευτική καταγωγή τους, η ιστορικά προοδευτική αρχή τους, δεν τους έχει επιτρέψει να θεσμοθετήσουν, να ολοκληρώσουν καταστατικά τον ίδιο τους τον πραγματικό χαρακτήρα. Αντίθετα,  η Ευρωπαϊκή Ένωση, σαν διακρατικός πολιτικός μηχανισμός της εξουσίας του κεφαλαίου, καθώς  στην ιστορική της αρχή δεν βρίσκεται η ιστορική πρόοδος αλλά η ιστορική αντίδραση σε όλη τη γραμμή, καθώς η ιστορική καταγωγή της δεν καθορίζεται από την προοδευτική – επαναστατική αντικατάσταση ενός ξεπερασμένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού από τον νεώτερο αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από την αντεπανάσταση, από τον ιστορικά αντιδραστικό χαρακτήρα του τελικού, ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλιστικού συστήματος, για αυτό το λόγο ίσως μόνο αυτή έχει αναγορεύσει σε ιδρυτική καταστατική της αρχή τις ελευθερίες της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, έχει τοποθετήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ελευθερία της σαν απόλυτο μονάρχη στο θρόνο της.

Από αυτή την άποψη η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μια αντιδραστικά αναβαθμισμένη  μορφή πολιτικού μηχανισμού της δικτατορίας του κεφαλαίου.

Από αυτή την άποψη, επίσης, δεν είναι άτοπος  ο χαρακτηρισμός της ΕΕ σαν πολιτικού μηχανισμού της εξουσίας του κεφαλαίου διακρατικού και ταυτόχρονα υπερεθνικού – όχι διεθνικού. Οικονομικά και πολιτικά αυτός ο χαρακτηρισμός εκφράζει την υπαγωγή των κρατών στην επιδίωξη του μονοπωλιακού κεφαλαίου να κυριαρχεί υπερεθνικά, ανεξάρτητα από κάθε εθνικό φραγμό που είναι σε τελική ανάλυση φραγμός κοινωνικός, και που σε μια παραπέρα ανάλυση καθορίζεται από τους συσχετισμούς της ταξικής πάλης στο εσωτερικό κάθε έθνους. Και αυτό δεν συνιστά οποιαδήποτε πραγματική άρνηση του γεγονότος, ότι στο πλαίσιο της ίδιας αυτής «υπερεθνικής» επιδίωξης, δεν μπορεί παρά στο πλαίσιο της νομοτελειακά ανισόμετρης καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης να αναδεικνύεται η κυριαρχία των ισχυρότερων εθνικών κεφαλαίων και καπιταλιστικών κρατών απέναντι στα λιγότερο ισχυρά. Δεν συνιστά δηλαδή πραγματική άρνηση των εθνικών ανταγωνισμών του κεφαλαίου. Δεν συνιστά άρνηση του γεγονότος αυτού, αντίθετα συνιστά πραγματικό του όρο.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την άρνηση της αντικατάστασης της εθνικής κοινωνικοοικονομικής ιστορικής βαθμίδας από μια νέα ανώτερη διεθνική ιστορική βαθμίδα – αντικατάσταση που προϋποθέτει την εργατική τάξη σαν ηγέτιδα τάξη των εθνών, την αντικατάσταση του έθνους των αστών από το έθνος των εργατών. Στη θέση μιας ιστορικά προοδευτικής διεθνικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης το μονοπωλιακό κεφάλαιο αντιτάσσει τη δική του διεθνοποίηση, και η μέσω αυτής συγκέντρωσή του  έρχεται να εκφραστεί πολιτικά με την υπερεθνική του κυριαρχία και την διακρατική οργανωτική της μορφή.  Αλλά γι’ αυτό, απέναντι στον πολιτικό μηχανισμό της ΕΕ τα κράτη εμφανίζονται όλο και λιγότερο σαν μορφές εθνικής κοινωνικής οργάνωσης, όλο και περισσότερο σαν δικές της απλά διοικητικές οργανωτικές υποδιαιρέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν και να υποκατασταθούν από άλλες διοικητικές υποδιαιρέσεις («περιφέρειες», «οικονομικές ζώνες» κ.ά.) ακόμα περισσότερο αποσυνδεμένες από το ιστορικό περιεχόμενο και την ιστορική καταγωγή των εθνικών σχηματισμών και ακόμα πιο άμεσα υπαγόμενες στις καταστατικές της αρχές της «ανοιχτής αγοράς», της ελευθερίας του ανταγωνισμού και της κίνησης του κεφαλαίου.

Εκφράζει επίσης αυτός ο χαρακτηρισμός την επιδίωξη της διακρατικά και υπερεθνικά συγκεντρωμένης πολιτικής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου να καταπνίξει την εξορισμού εθνική και διεθνική διεξαγωγή της πάλης της εργατικής τάξης.

Μιλώντας εντελώς γενικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση σαν πολιτικός μηχανισμός αποτελεί θεσμοθετημένη  αντιδραστική ιστορική άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής των εθνικών σχηματισμών. Και τα σύγχρονα καπιταλιστικά εθνικά κράτη επίσης αποτελούν άρνηση της ιστορικά προοδευτικής καταγωγής τους, εξαιτίας όμως της οποίας δεν έχουν σταθεί ικανά να θεσμοθετήσουν την άρνησή της. Δεν είναι άσχετη από αυτό η εγκυμοσύνη του φασισμού στο εσωτερικό της ΕΕ. Είναι έκφρασή του και εναλλακτική μορφή είτε της ίδιας είτε της διάλυσής της κάτω από το βάρος των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου: Είτε υπό όρους αντιδραστικής συνένωσής της είτε υπό όρους αντιδραστικής επικράτησης των εσωτερικών της ανταγωνισμών η ίδια αυτή κυριαρχία πρέπει να παραμείνει άθικτη και να εδραιωθεί βαθύτερα…

Γι’ αυτό και απέναντι στην ελευθερία του κεφαλαίου δεν αποτελεί τον αντίποδα η «κρατική ρύθμιση» της οικονομίας. Η τελευταία άλλωστε είναι και σήμερα έντονα ενεργή και δραστήρια στην υπηρεσία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και της ελευθερίας της. Και στην περίπτωση που οι ανταγωνισμοί των μονοπωλίων αναδειχτούν υπέρτεροι της συνένωσής τους, η «κρατική ρύθμιση» θα τεθεί στην υπηρεσία αυτών των ανταγωνισμών, στην υπηρεσία της ελευθερίας του ενός κεφαλαίου ενάντια στην ελευθερία του άλλου (και από κοινού ενάντια στους εργαζόμενους) έως την επικράτηση του ενός ή του άλλου και την εκ νέου αναγόρευση της γενικής ελευθερίας του κεφαλαίου σε υπέρτατη αρχή.

Τον μοναδικό αντίποδα στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί η υπαγωγή και υποταγή των παραγωγικών δυνάμεων στην ικανοποίηση των κοινωνικών λαϊκών αναγκών.

*

Τα παραπάνω αφορούν γενικά την εξουσία του κεφαλαίου και την κυριαρχία των μονοπωλίων. Και αφορούν ειδικά την εξουσία του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, την κυριαρχία των ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Την συνενωμένη πάλη των ευρωπαϊκών μονοπωλίων ενάντια στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών. Την συνενωμένη πάλη τους ενάντια στους ανταγωνιστές τους σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, σε άλλα κέντρα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Την προσπάθεια ρύθμισης των μεταξύ τους, διεθνικών -διακρατικών μονοπωλιακών ανταγωνισμών στη βάση του μεταξύ τους συσχετισμού οικονομικής και πολιτικής δύναμης.

Τα παραπάνω επίσης εξειδικεύονται σε μια σειρά στρατηγικών υποταγής όλων των σφαιρών της κοινωνικοικονομικής ζωής κάθε χώρας σε αυτές τις καταστατικές αρχές και σε αυτούς τους οικονομικούς-πολιτικούς συσχετισμούς. Σε μια σειρά πολιτικών μέτρων, ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων που τα υλοποιούν ως τις τελικές τους λεπτομέρειες.

Αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει παρά αποδέσμευση από αυτά, από το τέλος τους ως την αρχή τους. Από τις τελικές λεπτομέρειες ως τις καταστατικές αρχές των οποίων αποτελούν υλοποίηση. Από την πάλη για κοινωνική ασφάλιση, μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, λαϊκά δημοκρατικά δικαιώματα, κλπ, έως την πάλη ενάντια στην ελευθερία της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δηλαδή ενάντια στην καπιταλιστική ιδιοκτησία την ίδια.

Χωρίς αυτό το περιεχόμενο της πάλης μπορεί να γίνεται λόγος για «αποδέσμευση», για «έξοδο» κλπ, αλλά στην πράξη να πρόκειται για μορφές απορρόφησης, ενσωμάτωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας σε σχεδιασμούς ανανέωσης ή αναπαλαίωσης της ίδιας στο περιεχόμενό της κυριαρχίας. Για μετασχηματισμό του ίδιου πολιτικού περιεχομένου σε διαφορετικές μορφές οικονομικής και πολιτικής πρωτοκαθεδρίας στο πλαίσιο των εσωτερικών και διεθνών ανταγωνισμών της μονοπωλιακής άρχουσας τάξης. Για διαφορετικές μορφές προσαρμογής αυτών των ανταγωνισμών στο ίδιο γενικό περιεχόμενο – όσο κι αν τέτοιες προσαρμογές και μετασχηματισμοί κοινωνικά «κομβικοί» δεν αφήνουν ανεπηρέαστους τους γενικούς όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης και οικοδόμησης της λαϊκής συμμαχίας, τους γενικούς όρους της πάλης για το σοσιαλισμό… Όσο, επίσης, κι αν από άποψη απλού υπολογισμού τίθεται γενικά και το ζήτημα της ιεράρχησης του ταξικού, λαϊκού συμφέροντος ανάμεσα στη συνενωμένη και τη διαιρεμένη πολιτική κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου – ιεράρχηση που όμως δεν μπορεί να γίνεται αφηρημένα, αποσυνδεμένη από πραγματικές συνθήκες και συσχετισμούς, που δεν μπορεί η ίδια αυτή η ιεράρχηση να ιεραρχείται σε θέση ανώτερη από τις πολιτικές αρχές της ταξικής πάλης και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, που δεν μπορεί να τα επισκιάζει, να επισκιάζει το πεδίο της καθημερινής πάλης, της καθημερινής ανυπακοής, της καθημερινής διεκδίκησης που είναι από το περιεχόμενό της διεκδίκηση αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή απόλυτη μοναρχία του κεφαλαίου, γιατί αυτή και όχι άλλη είναι σήμερα η υπαρκτή μορφή της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.