ΝΑΤΟ και ΕΕ: Το μόνο σαφές μεταξύ των «ασαφειών» της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

ΑΡΘΡΟ 2

…. α. Το Δεύτερο Μέρος [σ.σ. ΠΓΔΜ] θα επιδιώξει ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ υπό το όνομα και της ορολογίες του Άρθρου 1 της παρούσης Συμφωνίας. Η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ θα λάβει χώρα υπό το ίδιο όνομα και ορολογίες.

β. Με τη λήψη της γνωστοποίησης της κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας από το Κοινοβούλιο του Δεύτερου Μέρους, το Πρώτο Μέρος [σ.σ. Ελλάδα] χωρίς καθυστέρηση:

(i) θα γνωστοποιήσει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ ότι υποστηρίζει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων του Δεύτερου Μέρους στην ΕΕ υπό το όνομα και τις ορολογίες του Άρθρου 1 της παρούσας Συμφωνίας.

(ii) θα γνωστοποιήσει στο Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει να απευθυνθεί από το ΝΑΤΟ προς το Δεύτερο Μέρος πρόσκληση προσχώρησης. Η εν λόγω υποστήριξη εκ μέρους του Πρώτου Μέρους τελεί υπό τους όρους, πρώτον, της έκβασης δημοψηφίσματος συνάδουσας με την παρούσα Συμφωνία, εάν το Δεύτερο Μέρος αποφασίσει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και, δεύτερον, της ολοκλήρωσης των συνταγματικών τροποποιήσεων, που προβλέπονται στην παρούσα Συμφωνία. Με τη λήψη της γνωστοποίησης από το Δεύτερο Μέρος αναφορικά με την ολοκλήρωση όλων των εσωτερικών νομικών διαδικασιών του για τη θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας, περιλαμβανομένου ενδεχόμενου εθνικού δημοψηφίσματος με έκβαση συνάδουσα με την παρούσα Συμφωνία και με την ολοκλήρωση των τροποποιήσεων στο Σύνταγμα του Δεύτερου Μέρους, το Πρώτο μέρος θα κυρώσει το Πρωτόκολλο προσχώρησης του Δεύτερου Μέρους στο ΝΑΤΟ. Η εν λόγω κυρωτική διαδικασία θα ολοκληρωθεί μαζί με τη διαδικασία κύρωσης της παρούσας Συμφωνίας.

***

Το άρθρο 2 θα ήταν υπεραρκετός λόγος για την καταψήφιση της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ, όπως και αν «βαφτιζόταν» η ΠΓΔΜ…

Συμφωνία ένταξης του «Δεύτερου Μέρους» στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ: Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της συμφωνίας, και όχι όσα αναφέρονται στην επικεφαλίδα της.

Υπεραρκετός λόγος: όχι βέβαια για το ΝΑΤΟϊκό, Ευρωενωσιακό, καπιταλιστικό πολιτικό «τόξο». Όχι για τους υπηρέτες του ΝΑΤΟ, της ΕΕ, των καπιταλιστικών μονοπωλίων. Όχι για τους πολιτικούς διαχειριστές της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής στρατηγικής, ούτε για αυτούς που προσφέρονται σαν «εναλλακτικοί» διαχειριστές της είτε σαν διαχειριστές  μιας «εναλλακτικής» ιμπεριαλιστικής στρατηγικής. Αλλά υπεραρκετός λόγος για όσους στέκονται απέναντι στον ιμπεριαλισμό από θέσεις κυριαρχίας των λαών πάνω στις πηγές και τους καρπούς της παραγωγικής τους δραστηριότητας, από θέσεις φιλίας, αλληλεγγύης, κοινής πάλης των λαών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μονοπώλια.

***

Υπεραρκετός λόγος επίσης, ώστε οι «δημιουργικές ασάφειες» που περιλαμβάνει η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, να αποτελούν εργαλείο στα χέρια των ιμπεριαλιστών, χρήσιμο στην κάθε περίπτωση όπου για την «λύση» των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών  θα χρησιμοποιηθούν οι αντιθέσεις μεταξύ των αστικών κρατών, μεταξύ των «εθνικών» αστικών τάξεών τους. Και δεν έχει νόημα η αντίθετη επιχειρηματολογία υπό τύπο «εκτιμήσεων» για την υπέρτερη ή μη ισχύ του ενός και του άλλου κράτους, για την «υπέρτερη» ή «υποδεέστερη» θέση τους στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα… Μια τέτοια επιχειρηματολογία, εκτός του ότι «παίζει με τις πιθανότητες» (οι οποίες όμως είναι ευμετάβλητες όσο και οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί), κατά τα άλλα απλώς αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιων «ασαφειών»: «Εκτιμά» μεν ότι δεν θα αποτελέσουν παράγοντα «αστάθειας» στο μέλλον, πλην όμως τις αναγνωρίζει…

«Ασάφειες» σημαίνει εν προκειμένω, αναντιστοιχίες μεταξύ όρων της συμφωνίας και όρων της αντικειμενικής πραγματικότητας. Αναντιστοιχίες που δεν επιτρέπουν ούτε καν ταυτολογικούς ορισμούς των εννοιών. Σύμφωνα με μια τέτοια «αδιάσειστη» – μαοϊκού τύπου («λαϊκός στρατός είναι  ο στρατός του λαού») – ταυτολογία, «μακεδονικός λαός είναι ο λαός της Μακεδονίας» και «μακεδονική γλώσσα είναι η γλώσσα της». Στο έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας, όμως, αυτές οι ταυτολογίες είναι ανίσχυρες. Οι σχετικοί όροι της συμφωνίας δεν αντιστοιχούν στην αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία – σημειωτέον – αντικειμενική πραγματικότητα αποτελεί και το θεμέλιο ολόκληρου του θεωρητικού έργου του Λένιν, θεμέλιο – εντός αυτού – και των επεξεργασιών του για την εθνική αυτοδιάθεση, που μόνο κάποιος σαν τον Τσίπρα θα μπορούσε να την αντιλαμβάνεται σαν ένα κάποιο δικαίωμα υποκειμενικού αυτοπροσδιορισμού. Άλλωστε, ένας τέτοιου είδους κατά Τσίπρα «αυτοπροσδιορισμός», την ολοκλήρωσή του τη βρίσκει ως έκφραση του πιο «ακραίου» εθνικισμού: αυτού που στην άλλη πλευρά των συνόρων θα επιδίωκε την εδαφική «αντιστοίχηση» της παραπάνω ταυτολογίας με την αντικειμενική πραγματικότητα, εκείνου που στην από εδώ πλευρά «αυτοπροσδιορίζεται» με κρωγμούς περί «προαιώνιας ελληνικής γης της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και επιδιώκει να τους καταστήσει  επίσημο εθνικό αυτοπροσδιορισμό «μας».

Τέτοιες αλληλοτροφοδοτούμενες επιδιώξεις συντηρούνται με τις «ασάφειες» της συμφωνίας Τσίπρα – Ζαεφ, πράγμα φυσικό βέβαια για μια συμφωνία που ως αντικείμενό της έχει την ένταξη τής ΠΓΔΜ («Βόρειας Μακεδονίας») στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, όχι φυσικό όμως για μια συμφωνία που θα αποσκοπούσε στην εξάλειψη κάθε τέτοιας «ασάφειας» και στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών της περιοχής.

***

Τέτοιες απαράδεκτες και επικίνδυνες θέσεις, περί «προαιώνιας ελληνικής γης της Μακεδονίας, η οποία κατέχεται», είναι «επόμενο» να συμπληρώνονται με κατηγορίες περί «εθνικής προδοσίας», η ανεδαφικότητά τους όμως δεν αναιρεί το ότι οι ίδιες αυτές θέσεις συντηρούνται και τρέφονται από το «παιχνίδι» που επιτρέπει (και που παίζει) η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ με τις έννοιες του «μακεδονικού» λαού, γλώσσας και «nationality». Η από τέτοιες θέσεις απόρριψη της συμφωνίας (ουσιαστικά, δηλαδή, επειδή δεν αναγνωρίζει ότι η ΠΓΔΜ «είναι ελληνική»), χρησιμοποιείται – αντίστροφα – από τον Τσίπρα σαν «απόδειξη» της ορθότητας των επιλογών του. Εφόσον ο εθνικισμός και στις δυο χώρες τάσσεται για «αντίθετους» (στην πραγματικότητα ταυτόσημους, αντικαθρεφτιζόμενους) λόγους εναντίον της συμφωνίας, «άρα», λέει ο Τσίπρας, η συμφωνία του είναι αυτή που έπρεπε να είναι. Προφανώς και ο εθνικισμός, και στις δυο χώρες, είναι σε θέση να εγκρίνει μόνο τις «λύσεις» που ο ίδιος υποστηρίζει. Και προφανώς η συμφωνία δεν περιλαμβάνει και δεν του προσφέρει αυτές τις «λύσεις». Περιλαμβάνει και του προσφέρει μόνο το υπόβαθρο, δηλ. τη σχετική αναντιστοιχία μεταξύ όρων της συμφωνίας και αντικειμενικής πραγματικότητας, ώστε να διατείνεται – ο εθνικισμός – ότι για την άρση αυτής της αναντιστοιχίας απαιτούνται οι δικές του «λύσεις».

Από την άλλη, η δήθεν απόδειξη της ορθότητας κατ’ επίκληση του «συμψηφισμού» (και της αλληλοαναίρεσης) των «αντιτιθέμενων» αρνήσεων, μια «απόδειξη» χαρακτηριστική της «κεντρώας» ιδεολογικής αντίληψης που αντλεί την δήθεν ορθότητά της από το γεγονός ότι βρίσκεται στο εκάστοτε υποτιθέμενο «κέντρο» της οποιασδήποτε αντιπαράθεσης, – όποια κι αν είναι αυτή, – θα μπορούσε στην πραγματικότητα να χρησιμοποιηθεί για την δήθεν δικαίωση πολλαπλών (οποιωνδήποτε) θέσεων, αφού κάθε θέση, ίσως χωρίς εξαίρεση, μπορεί να αυτοτοποθετειται μεταξύ δυο αντιτιθέμενων (ή και δήθεν αντιτιθέμενων) «άκρων» που ως τέτοια κατά μια πλαστή συνέπεια την επαληθεύουν. Μόνο που οι «ιδέες», και αφετηριακά και σε τελική ανάλυση, δεν επαληθεύονται από τη θέση τους μεταξύ άλλων ιδεών, αλλά από την πιστότητα με την οποία εκφράζουν την αντικειμενική πραγματικότητα. Και εν προκειμένω, η μόνη αντικειμενική πραγματικότητα την οποία η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ εκφράζει με απόλυτη πιστότητα, είναι η ΝΑΤΟϊκή και Ευρωενωσιακή επέκταση στο έδαφος της ΠΓΔΜ. Όλα τα άλλα, οι «ασάφειές» της, οι αναντιστοιχίες της με την αντικειμενική πραγματικότητα, οι επακόλουθες «διασαφηνίσεις» των ασαφειών της  κ.ο.κ, οφείλονται σε αυτό, αποκτούν «θεσμική» μορφή γι αυτό, συγκλίνουν σε αυτό, υπηρετούν αυτό, και αφομοιώνονται σε αυτό: την ένταξη της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

***

Η πρόστυχη και επηρμένη, εκ μέρους του Τσίπρα, απευθυνόμενου προς το ΚΚΕ, «επίκληση» (υποβίβαση στο επίπεδο της δικής του χυδαιότητας) των θέσεων του Λένιν για την εθνική αυτοδιάθεση, δηλαδή για το δικαίωμα των εθνών στον σχηματισμό ανεξάρτητου κράτους, υποδηλώνουν – μεταξύ άλλων – και την ιδέα που έχει ο Τσίπρας για το έργο του: χάρη σε αυτόν, -φαίνεται να πιστεύει και να υπαινίσσεται, – το έθνος της γειτονικής χώρας απέκτησε κρατική υπόσταση και πραγμάτωσε το δικαίωμα του στην εθνική του αυτοδιάθεση. Στην πραγματικότητα, η κρατική υπόσταση της γειτονικής χώρας έχει αναγνωριστεί ως τέτοια – ως κρατική υπόσταση – εδώ και πολλά χρόνια στο όνομα της ΠΓΔΜ. Τότε, δηλαδή, που όταν εμφανιζόταν ως ζήτημα ακριβώς αυτό, η «εθνική αυτοδιάθεση», ο πολιτικός χώρος του Τσίπρα συγκαταλεγόταν στους αρνητές αυτού του δικαιώματος, συντασσόμενος με διαφορετικά σενάρια ιμπεριαλιστικής αναδιανομής των Βαλκανίων, τα οποία τότε, – μετά τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, – βρίσκονταν στο προσκήνιο.

Στην πραγματικότητα, επίσης, – παρά την γενική ισχύ του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των εθνών που η άσκησή του ή όχι (όπως και κάθε δικαιώματος) εναπόκειται πάντοτε στα ίδια τα έθνη (όχι ως «κατασκευές» υποκειμενικά «αυτοπροσδιοριζόμενες», αλλά ως αντικειμενικά υφιστάμενοι κοινωνικοί-ταξικοί σχηματισμοί), – η ανεξάρτητη κρατική υπόσταση της ΠΓΔΜ δεν επήλθε παρά σαν προϊόν μιας ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας, του διαμελισμού της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Μιας ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας που συνεχίζεται για την ολοκλήρωση ενός κύκλου της με την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, ο πολιτικός χώρος στον οποίο ανήκει ο Τσίπρας, κατά τη στιγμή που η αντιδραστική διαδικασία διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας βρισκόταν σε εξέλιξη, και την αποδέχθηκε και αντιδραστικά τάχθηκε εναντίον της «εθνικής αυτοδιάθεσης» της ΠΓΔΜ και με τον τρόπο αυτό τάχθηκε υπέρ μιας ταχείας ιμπεριαλιστικής συνέχισης τής τότε εξελισσόμενης διαδικασίας στην οποία επενδύονταν (και επενδύονται) βλέψεις του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου. Και στη συνέχεια, αφότου τα ιμπεριαλιστικά σενάρια άλλαξαν μορφή και προτεραιότητες, ευρισκόμενα σε μια από τις κορυφώσεις τους εδώ και τώρα, συμβάλλει αποφασιστικά στην ολοκλήρωση ενός μεγάλου κύκλου αυτής της ιστορικά αντιδραστικής διαδικασίας με την συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ που προβλέπει την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, η οποία και διαφημίστηκε, με μια χαρακτηριστική για τον Τσίπρα πολιτικο-ιδεολογική χυδαιότητα, σαν πραγμάτωση, δήθεν, του δικαιώματος εθνικής αυτοδιάθεσης της ΠΓΔΜ.

***

Μέσα σε αυτό ιδίως το πλαίσιο (των κύκλων της μιας και ενιαίας αντιδραστικής διαδικασίας ενσωμάτωσης της περιοχής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, των «ασαφειών» και «αναντιστοιχιών» που με τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ αφομοιώνονται σε αυτή τη διαδικασία και αυτά τα σχέδια), ακόμα και η αντικατάσταση του ονόματος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από το όνομα της «Βόρειας Μακεδονίας» σηματοδοτεί συμβολικά – και όχι μόνο – τον σταθμό ανάμεσα στην ολοκλήρωση ενός αντιδραστικού κύκλου και την αφετηρία ενός επόμενου. Το όνομα της ΠΓΔΜ, με το οποίο η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία απέκτησε την κρατική της υπόσταση, σηματοδοτούσε την (πρώην) Γιουγκοσλαβία. Το όνομα με το οποίο ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός επεκτείνεται στα Δυτικά Βαλκάνια σηματοδοτεί την (πρώην) ΠΓΔΜ. Με τον εθνοτικό προσδιορισμό «Γιουγκοσλαβική» και «Πρώην Γιουγκοσλαβική», άλλωστε, και η «Μακεδονία» σαν όρος αποκτούσε γεωγραφική υπόσταση και ο Γιουγκοσλαβικός-Μακεδονικός λαός μπορούσε σε αυτόν να αναγνωρίσει τον εθνική του ταυτότητα και αυτά τα δυο μαζί βρίσκονταν σε ορισμένη αντιστοιχία με την αντικειμενική πραγματικότητα. Η ένταξη του κράτους της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, αντίθετα, συνοδεύεται κι επισφραγίζεται με την εγκαθίδρυση του βαθμού ασάφειας και αναντιστοιχίας προς την αντικειμενική πραγματικότητα, του ικανού ώστε ούτε ο γεωγραφικός προσδιορισμός (η γεωγραφική «ταυτότητα») του όρου «Μακεδονία» ούτε και η εθνική ταυτότητα του λαού της «Βόρειας Μακεδονίας» να μην εμπεδώνονται.

***

Κατά τα άλλα, για την ώρα, οι «δημιουργικές ασάφειες» της συμφωνίας χρησιμεύουν σαν υλικό για το πρόστυχο κυβερνητικό  «παιχνίδι» με τη «θεωρία», την ορολογία, τις έννοιες και τις λέξεις…

…Αλλά πρόκειται απλώς για υλοποίηση των στόχων του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών για την Ελλάδα, όπως τους διατυπώνει το ίδιο το αμερικανικό ΥΠΕΞ:

«Στόχος της Αποστολής 1.3: Η Ελλάδα να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο (…) μέσω και της πλήρους υλοποίησης της συμφωνίας για το όνομα της ΠΓΔΜ και της συνεχιζόμενης στήριξης για την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Σκοπός της Αποστολής 3: (…) να διαμορφωθεί μια νέα γενιά ηγετών φίλα προσκείμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις αξίες που οι τελευταίες πρεσβεύουν».

Το «παιχνίδι» λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ, εκπροσώπων και επικοινωνιακών παπαγάλων του, λέγεται παπατζιλίκι. Και επιδίδονται σε αυτό υπηρετώντας τον στόχο  «της ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ», τον σκοπό της κατοχύρωσης του Τσίπρα (ε δεν τον πήραν δα και τα χρόνια) σε αυτή τη «νέα γενιά ηγετών» τη «φίλα προσκείμενη στις ΗΠΑ και τις αξίες (sic) που πρεσβεύουν».

Με τέτοιους σκοπούς και στόχους απευθύνεται ο Τσίπρας προς το ΚΚΕ, και ανακατεύει τη «μακεδονική»  γλώσσα με το σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι του ΔΣΕ, τον «μακεδονικό» λαό με τους Σλαβομακεδόνες μαχητές του τελευταίου. Έχει άραγε καταλάβει τι ακριβώς συμφώνησε, τι ψήφισε, τη διαφορά ανάμεσα στην ορολογία που πρόστυχα επικαλείται και στην ορολογία που μετέτρεψε σε νόμο του κράτους; Αλλά για ποιο λόγο να έχει καταλάβει;

Για ποιο λόγο ο αριβίστας, ο οποίος – τον καιρό που έφτιαχνε το «ηγετικό» επικοινωνιακό του προφίλ –   δήλωνε ότι «ε δεν διαβάζει και το Αντι-Ντύρινγκ!», την διαφορά ανάμεσα σε  σλαβομακεδόνικο αλφαβητάρι και «μακεδονική γλώσσα», ανάμεσα σε Σλαβομακεδόνες και «μακεδονικό λαό», να την γνωρίζει περισσότερο από όσο του είναι απαραίτητο για μια φτηνή «ιδεολογική» επίθεση υπηρέτησης των σκοπών και των στόχων του αμερικανικού υπουργείου εξωτερικών; Γιατί να γνωρίζει περισσότερα από όσα είναι απαραίτητα για την φτηνή κατάρτιση ενός επαγγελματία αριβίστα; Για ποιο λόγο από αυτά που διάβασε στον Λένιν «όταν ήταν μικρός», να «θυμάται» περισσότερα από όσα είναι απαραίτητα σε έναν πολιτικό παπατζή που παίζει την «αυτοδιάθεση» και τον «αυτοπροσδιορισμό», με τον «παπά» καλά φυλαγμένο στους «σκοπούς και στόχους» των ιμπεριαλιστών που υπηρετεί σαν στέλεχος του πολιτικού τους προσωπικού;

***

 Τις «ερινύες» σίγουρα δεν τις έχουν του χεριού τους (σαν τον Τσίπρα) αυτοί που την ιστορία τους την κουβαλάνε σαν φορτίο πολύτιμο, και που έχουν κάθε λόγο να είναι περήφανοι γι’ αυτήν, περήφανοι ανάμεσα στ’ άλλα και για το «σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι που μοίραζαν οι κομμουνιστές στην Τασκένδη στα παιδιά των Σλαβομακεδόνων μαχητών του ΔΣΕ»… Εκείνοι που έχουν διαπαντός ξεμπερδέψει με «ερινύες» και τα τοιαύτα, είναι όσοι έχουν ξεπουλήσει ιστορία, παρελθόν, παρόν και συνείδηση.

Advertisements

Μια κριτική της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ

Μια λογική που, με αφορμή τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ, λέει ότι ότι «δεν χρειάζεται ειδική ονομασία για να έχει ένα κράτος βλέψεις εναντίον κάποιου άλλου», (και εν προκειμένω δεν είναι βέβαια θέμα μόνο «ειδικής ονομσασίας»), είναι λογική που τη συναντάμε και μ’ άλλες μορφές και που, βέβαια, τοποθετημένη στο κενό, μοιάζει με αληθινή: Οι ΗΠΑ μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Ιράκ και χωρίς τα ψέμματα για τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ», μπορούσαν να εκστρατεύσουν στο Αφγανιστάν και χωρίς το χτύπημα στους δίδυμους πύργους, οι ναζί μπορούσαν να επιβάλουν τη δικτατορία τους και χωρίς τον εμπρησμό του ράιχσταγκ, τα ΜΑΤ μπορούν να ψεκάζουν με χημικά και να ξυλοκοπούν μια μάζα δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών ακόμα κι αν δε δεχτούν μερικά μπουκάλια ή πέτρες από κάποιες δεκάδες κουκουλοφόρους. Όμως αυτά ισχύουν μόνο στο θεωρητικό κενό, ενώ στο έδαφος του πραγματικού κόσμου και των πραγματικών σχέσεων για να υλοποιηθούν τέτοιες βλέψεις χρειάζονται ή χρειάστηκαν και τα μπουκάλια των κουκουλοφόρων και ο εμπρησμός του ράιχσταγκ και οι δίδυμοι πύργοι και τα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ». Η αναζήτηση και η κατασκευή πρακτικών και θεωρητικών προσχημάτων αποτελεί σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο μια από τις προϋποθέσεις κάθε δραστηριότητας που «από μόνη της» και απροσχημάτιστη θα εμφανιζόταν απλώς με το πραγματικό της περιεχόμενο σαν δραστηριότητα άδικη. Κατά τρόπο ανάλογο είναι επίσης αδύνατο,  να αποσυνδεθούν οι βλέψεις των κρατών, δηλαδή των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων τους, καθώς και η υλοποίηση αυτών των βλέψεων, από τις διακρατικές συμφωνίες και τους κρατικούς καταστατικούς «αυτοκαθορισμούς» που τα κράτη συνάπτουν μεταξύ τους ή θεσμοθετούν για τον εαυτό τους.

Οι βλέψεις αυτές, ελληνικές και πρώην γιουγκοσλαβο-μακεδονικές, σε ό,τι αφορά τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ βρίσκουν τον κοινό τους τόπο σε μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα επί της ουσίας ξένη προς το υποτιθέμενο αντικείμενο της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών: κι αυτή η σκοπιμότητα είναι η βαλκανική επέκταση του ΝΑΤΟ με την ένταξη σε αυτό και της ΠΓΔΜ. Και ήδη, από αυτή και μόνο την άποψη, δεν πρόκειται για μια συμφωνία λύσης των οποιωνδήποτε ζητημάτων υφίστανται μεταξύ των δυο χωρών, αλλά για μια συμφωνία σκοπιμότητας, ξένη προς κάθε τέτοια λύση. Εδώ θα μπορούσε και να μπει απλώς μια τελεία. Αλλά θα ήταν παράδοξο, θα αποτελούσε μια σπάνια και συμπτωματική εξαίρεση, αν η συγκεκριμένη κυρίαρχη σκοπιμότητα μπορούσε να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενο της  συμφωνίας, αν δεν επιδρούσε πάνω του, αν το άφηνε ανεπηρέαστο, αν – μ’ άλλα λόγια – από αυτήν προέκυπτε μια «συμφωνία λύσης» κι όχι μια «συμφωνία σκοπιμότητας».

Ας προσπαθήσουμε να τα πάρουμε ένα-ένα:

1] Ήδη λοιπόν, από το στάδιο των διαπραγματεύσεων τα χρονικά όρια των συνομιλιών δεν ήταν καθορισμένα από την επεξεργασία  αμοιβαία αποδεκτών λύσεων στα εκκρεμή θέματα, αλλά ήταν καθορισμένα από το χρονοδιάγραμμα ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούλιο. Κι αυτά τα όρια δεν αφορούν απλώς το χρονοδιάγραμμα. Αφορούν επί της ουσίας τον τελικό στόχο των συνομιλιών και το τελικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Και – κρίνοντας από τις δηλώσεις Τσίπρα – αυτό το τελικό περιεχόμενο αποτυπώνεται ως εξής:

2] Αντί να αποκτά γεωγραφικό προσδιορισμό ο όρος «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους, απλώς προστίθεται πλάι σε αυτόν τον όρο ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Βόρεια». Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί ότι στην ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» ο γεωγραφικός προσδιορισμός δε βρίσκεται στη «Μακεδονία» αλλά στο «Βόρεια». Και κάθε λογικός άνθρωπος  μπορεί να αντιληφθεί ότι κατά συνέπεια, και στην ίδια την ονομασία «Βόρεια Μακεδονία», παραμένει άθικτο το «σπέρμα» κάθε «αλυτρωτισμού», είτε του γειτονικού είτε του «δικού μας». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Σκοπίων κάλλιστα μπορεί να βρει τη διέξοδό του σε κάποιο αίτημα «μακεδονικής ολοκλήρωσης». Ο εθνικισμός της αστικής τάξης των Αθηνών κάλλιστα μπορεί να συνεχίζει την «αυθεντική» ερμηνεία συνθημάτων του είδους «η Μακεδονία είναι Ελλάδα», με τον τρόπο που τη διατύπωσε ο Κασιδιάρης σαν εκπρόσωπος της ναζιστικής «ΧΑ» στη βουλή, όπως έχει καταγραφεί στα πρακτικά της συνεδρίασης της 12-1-2018: Δεν δίστασε στην ομιλία του αυτή ο Κασιδιάρης εκ μέρους της «ΧΑ» να παραδεχτεί ότι τα Σκόπια είναι Μακεδονία… Μόνο που το παραδέχτηκε χαρακτηρίζοντας το έδαφος της ΠΓΔΜ «προαιώνια ελληνική γη της Μακεδονίας η οποία κατέχεται» και εκθέτοντας το «σχέδιο» της «ΧΑ» για την «απελευθέρωσή» της.

Τίποτα πιο απλό λοιπόν για τον «αλυτρωτισμό» των Σκοπίων και των Αθηνών, στο έδαφος αυτής της ονομασίας και των προσδιορισμών της, να κραυγάζουν ο μεν για «απελευθέρωση της Νότιας» και ο δε για «απελευθέρωση της Βόρειας Μακεδονίας». Και τίποτα πιο φυσικό από αυτό εφόσον πρόκειται για μια ΝΑΤΟϊκή συμφωνία: Θα ήταν «ντροπή» για το ΝΑΤΟ – μαζί και για τις αστικές τάξεις που επενδύουν σε αυτό τις «εθνικές» βλέψεις τους – εάν μια «δική του» συμφωνία αποτελούσε ταυτόχρονα και την καταστατική εξάλειψη των  αμοιβαίων εθνικιστικών «αλυτρωτισμών», αν μια συμφωνία προορισμένη να υπηρετήσει τις τρέχουσες σκοπιμότητές του δεν εξασφάλιζε ταυτόχρονα και τις προϋποθέσεις κάθε πιθανού μελλοντικού ιμπεριαλιστικού σχεδιασμού σε βάρος των λαών.

3] Ο κ. Τσίπρας επιχειρεί να εμφανίσει σαν σπουδαία διπλωματική επιτυχία το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ δεν διεκδικεί πλέον ως δική της την πολιτισμική κληρονομιά του Βουκεφάλα. Στο σημείο αυτό η ελληνική κυβερνητική πλευρά πέτυχε ένα αξιοσημείωτο αποτέλεσμα: Τα φύκια τα όποια πουλούσε για μερικές δεκαετίες η προπαγάνδα των σκοπιανού εθνικισμού, τα αγόρασε για μεταξωτές κορδέλες, και στολισμένη με αυτές στρέφεται προς το εσωτερικό της χώρας διαλαλώντας την διπλωματική της «επιτυχία». Ο εθνικισμός της σκοπιανής αστικής τάξης είχε υψώσει τον πήχη της διπλωματίας μέχρι τον Βουκεφάλα και η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε και τον πήδηξε!

Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια του Τσίπρα, «στη Συμφωνία που καταλήξαμε, για πρώτη φορά προβλέπεται ότι οι Βόρειοι Γείτονές μας δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμία σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας.  Ο όρος Μακεδόνας της ελληνικής ιστορικής κληρονομιάς, ο οποίος  έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό διαχωρίζεται ρητά και κατηγορηματικά από τον όρο Μακεδόνας όπως τον χρησιμοποιούν και στη βάση του οποίου αυτοπροσδιορίζονται οι πολίτες της γειτονικής μας χώρας».

Το δύστυχημα όμως είναι ότι το ιστορικό και σύγχρονο έδαφος του «αλυτρωτισμού» δεν βρίσκεται στον εθνικιστικό-μυθολογικό κουρνιαχτό για την αρχαιότητα, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, στο ερώτημα αν οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν Σλάβοι, αλλά βρίσκεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και στο ερώτημα αν η Μακεδονία αποτελεί μια γεωγραφική περιοχή που με βάση διεθνείς συνθήκες έχει κατανεμηθεί σε τρία βαλκανικά κράτη-έθνη ή αν πρόκειται για την εδαφική περιοχή στην οποία εκτείνονται τα όρια ενός «έθνους» που φέρει την ονομασία «μακεδονικό». Αυτού του ερωτήματος η αμοιβαία αποδεκτή απάντηση (και όχι βέβαια η απάντηση του «ερωτήματος» της αρχαίας Μακεδονίας) θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί μια λύση στις φανερές είτε υποβόσκουσες διαφορές μεταξύ των δυο κρατών, θα μπορούσε να επισφραγίζει την αμοιβαία εγκατάλειψη κάθε εθνικιστικού «αλυτρωτισμού». Δεν ήταν όμως αυτός ο στόχος.

Αυτού του ερωτήματος την απάντηση αφορά, άλλωστε, και ο γεωγραφικός ή μη προσδιορισμός του όρου Μακεδονία: Το ότι η ελληνική Μακεδονία είναι στον μακεδονικό νότο και η Γιουγκοσλαβική Μακεδονία στον μακεδονικό βορά, είναι γνωστό… Όμως η ορολογία περί «Βόρειας Μακεδονίας» και, κατ’ επέκταση, περί «Νότιας Μακεδονίας» δεν καθιστά την «Μακεδονία» γεωγραφικό προσδιορισμό όπως την καθιστούν π.χ. οι όροι «ελληνική Μακεδονία» και «Γιουγκοσλαβική Μακεδονία». (Φυσικά είναι προφανώς αδιανόητο ότι δεν θα υπήρχε αντίστοιχης ή ανάλογης αξίας όρος, εφόσον ο όρος «γιουγκοσλαβική» του παραδείγματος είχε «απορριφθεί» ήδη από τον καιρό του Ευρω-ΝΑΤΟϊκού διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας…).

4] Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα της γλώσσας: «Η Συμφωνία», λέει ο κ. Τσίπρας, «αναγνωρίζει τις σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ από το 1977 για την καταγραφή της γλώσσας των γειτόνων μας ως Μακεδονικής γλώσσας, με την πρόσθετη, όμως, και σαφή διατύπωση ότι αυτή ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών,γεγονός που, όπως ρητά αναγνωρίζεται, την διαχωρίζει απολύτως από την ελληνομακεδονική γλωσσική κληρονομιά και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό».

Το ζήτημα «αιχμής», φανερής ή υποβόσκουσας ας το ξαναπούμε, δεν βρίσκεται στο αν η γλώσσα της ΠΓΔΜ έχει ελληνική προέλευση. Ο καθένας γνωρίζει ότι δεν έχει τέτοια προέλευση και ότι «ανήκει στην οικογένεια των νοτιοσλαβικών γλωσσών». Βρίσκεται στον αν αυτή η νοτιοσλαβική-μακεδονική γλώσσα αποτελεί εθνικό χαρακτηριστικό της «Μακεδονίας» στη γενικότητά της ή αποτελεί τη γλώσσα του κυρίαρχου έθνους που τα γεωγραφικά του όρια εκτείνονται ως τα σύνορα της ΠΓΔΜ.

Και σε αυτό το ζήτημα δεν δόθηκε και δεν μπορούσε να δοθεί καμία ΝΑΤΟϊκή «λύση».

5] Με τη συμφωνία επίσης «επιτρέπεται» στην Ελλάδα, τους «Μακεδόνες» πολίτες (και γιατί όχι «Βορειομακεδόνες» άραγε;) να τους ονομάζει «πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας». Η ονομασία του κράτους «erga omnes» αλλά η ονομασία των πολιτών του διπλή…

Προφανώς και σε αυτό το σημείο η πηγή του προβλήματος βρίσκεται στην παράλειψη επιβεβαίωσης των διεθνών συνθηκών που καθορίζουν την εθνογεωγραφική υπόσταση της ΠΓΔΜ και της Μακεδονίας στο σύνολό της, παράλειψη που αποτελεί «παρακαταθήκη»  για τις επιθετικές βλέψεις των αστικών τάξεων όποτε οι ιμπεριαλιστικές διανομές και αναδιανομές των βαλκανικών εδαφών επιτρέψουν και υποδαυλίσουν την έμπρακτη εκδήλωσή τους…

6] Τα παραπάνω είναι μάλλλον αρκετά για να καταδειχθεί ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους τροποποιήσεις του συντάγματος της ΠΓΔΜ, στις οποίες μάλλον γενικόλογα αναφέρθηκε ο κ. Τσίπρας, το «σπέρμα των αλυτρωτισμών» διατηρείται ανέπαφο στο περιεχόμενο της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ.

Όμως, στο τέλος όλων αυτών, αποτελεί ένα ακόμα κεφάλαιο και η διαδικασία υλοποίησης της συμφωνίας των δυο πρωθυπουργών. Συμφωνα με την περιγραφή αυτής της διαδικασίας από τον κ. Τσίπρα, η συμφωνία θα έρθει για ψήφιση στην ελληνική βουλή αφού πρώτα έχει ουσιαστικά υλοποιηθεί… Τα περί «υπό αίρεση» πρόσκλησης της ΠΓΔΜ σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, στην πραγματικότητα σημαίνουν μόνο ότι η ελληνική βουλή θα κληθεί να επικυρώσει μια σειρά τετελεσμένων διεθνών συνεπειών της συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν μεταξύ τους οι δυο πρωθυπουργοί. Το συμπέρασμα από την περιγραφή του Τσίπρα για την όλη διαδικασία, είναι το εξής: Η ελληνική βουλή δεν θα κληθεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη συμφωνία πριν αρχίσει η υλοποίησή της, αλλά θα κληθεί να να την εγκρίνει εφόσον έχει υλοποιηθεί από την ΠΓΔΜ ή να την απορρίψει αν η ΠΓΔΜ δεν την εφαρμόσει…

Τι άλλο μπορεί να σημαίνει επί λέξει το ότι: «Με τον κ. Ζάεφ καταλήξαμε επίσης σε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την υπογραφή – κύρωση και θέση σε ισχύ της Συμφωνίας. – Η συμφωνία αφού υπογραφεί από τους Υπουργούς Εξωτερικών θα πρέπει να κυρωθεί από την Βουλή των Γειτόνων μας. – Στη συνέχεια η Ελλάδα θα υποστηρίξει απόφαση για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας, με την ΕΕ στο επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. – Και ταυτόχρονα θα υποστηρίξει την αποστολή πρόσκλησης από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για ένταξή της στον οργανισμό.Και οι δύο αυτές προσκλήσεις θα τελούν υπό την αίρεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της Συνταγματικής Αναθεώρησης, που κατοχυρώνει την χρήση του ονόματος έναντι όλων. – Με απλά λόγια εφόσον η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ευδοκιμήσει τότε αυτοδικαίως ακυρώνεται η πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ και δεν εκκινούν οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Η Ελλάδα τέλος θα κυρώσει την μεταξύ μας Σύμβαση στο ελληνικό κοινοβούλιο θέτοντας την σε ισχύ, καθώς και το Πρωτόκολλο ένταξης των Γειτόνων μας στο ΝΑΤΟ, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα».

Μοναδική «δημοκρατική» πρωτοτυπία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μοναδικό – χωρίς προηγούμενο – ποδοπάτημα κι αυτών των τυπικών αστικοδημοκρατικών διαδικασιών και θεσμών από τη συγκυβέρνηση των λακέδων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, των «άξιων» πολιτικών υπαλλήλων του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου, και μάλιστα για ένα θέμα που επί δεκαετίες εμφανίζουν σαν θέμα πρωτεύουσας «εθνικής» σημασίας και το οποίο τώρα επιδιώκουν να «περάσουν» στα μουλωχτά μηπώς τυχόν και δεν τους βγει η ΝΑΤΟϊκή πασιέντζα.


Μίκη Θεοδωράκη: «Η αρκούδα»

«Μέσα στα γήπεδα με γυμνάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να χαιρετώ.
Με μαϊμούδες μαζί με βάζουνε
τ’ άγρια πλήθη να προσκυνώ.»

Τον «αριστερόστροφο φασισμό» καταδίκασε ο Μίκης Θεοδωράκης από τη θέση, ο ίδιος, «αριστερόστροφου» πλυντηρίου της χθεσινής φασιστικής σύναξης. Κέρδισε έτσι στα γεράματα ένα βραβείο Κασιδιάρη, ένα βραβείο Σκαλούμπακα κι ένα βραβείο Τζήμερου πλάι στα υπόλοιπα βραβεία της συλλογής του.

Κατά τα άλλα, ο «αριστερόστροφος» κυβερνητικός μηχανισμός του καπιταλιστικού ευρωμονόδρομου, της ΝΑΤΟϊκής «γαιοπολιτικής αναβάθμισης» της χώρας, αυτού του «πυλώνα σταθερότητας», των ομίλων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, συνεχίζει να εργάζεται για τη συμπλήρωση του σκηνικού της περιοχής:
Δεν αρκεί το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου σαν γκρίζα ζώνη της ευρωενωσιακής επικράτειας. Δεν αρκεί το Αιγαίο σαν γκρίζα θάλασσα στους ΝΑΤΟϊκούς επιχειρησιακούς χάρτες. Πρέπει τώρα να βιαστούμε, γιατί το ΝΑΤΟ θέλει να εντάξει την ΠΓΔΜ στους κόλπους του, και πρέπει η διαδικασία «επίλυσης» των διαφορών ανάμεσα στις δυο χώρες να χρωματιστεί κι αυτή γκρίζα γι’ αυτόν τον στόχο.

Με «ανταλλάγματα» βεβαίως: Έχει άλλωστε ήδη προηγηθεί μια Ευρω-ΝΑΤΟϊκή «ανασυγκρότηση των Βαλκανίων» με το επιδοτούμενο ξήλωμα επιχειρήσεων για την μετακόμισή τους στους βαλκανικούς παραδείσους της αγοράς εργασίας. Να πεδίο «διαπραγματευτικής αξιοποίησης» του χθεσινού εθνικιστικού συρφετού…

Λοιπόν; Ακόμα μια γκρίζα ΝΑΤΟϊκή ζώνη στα Βαλκάνια ή ακόμα μια γκρίζα βαλκανική περιοχή σαν υποψήφια λεία στις φαντασιώσεις του ελληνικού (ΝΑΤΟϊκού) εθνικισμού στην, τελικά κοινή και για τις δυο όψεις του «διλήμματος», στρατηγική της αναδιανομής των εδαφών και της επαναχάραξης των συνόρων με το αίμα των λαών;

Προφανώς δεν είναι το δικό μας δίλημμα αυτό. Και προφανώς αυτό το δίλημμα βρίσκεται ολόκληρο, και με τις δυο μαζί όψεις του, στον αντίθετο πόλο από τη συνένωση των λαών της περιοχής, και της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και όλων των λαών της Βαλκανικής, στην κοινή πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους εθνικισμούς των αστικών τους τάξεων.


Ανακοίνωση του ΚΚΕ για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ

Ανακοίνωση του ΚΚΕ για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ

Οι εμπρηστές των Βαλκανίων – ΝΑΤΟ, ΗΠΑ, ΕΕ – δεν θέλουν να δώσουν λύση υπέρ των λαών!

Το ΚΚΕ καλεί τον ελληνικό λαό, που δικαιολογημένα ανησυχεί για τις εξελίξεις με την ΠΓΔΜ, να δει την ουσία του προβλήματος, το “δάσος” και όχι το “δέντρο”. Να ξεπεράσει τον αποπροσανατολισμό και τις ψεύτικες διαχωριστικές γραμμές, που καλλιεργούν τόσο η κυβέρνηση όσο και εκείνες οι δυνάμεις που επενδύουν στον εθνικισμό κι αλυτρωτισμό.

Και οι δύο πλευρές, ανεξάρτητα από την τοποθέτησή τους, αναγορεύουν σε κύριο ζήτημα το όνομα και κρύβουν το επικίνδυνο σκηνικό που στήνεται. Κρύβουν τη συμφωνία τους με τη ΝΑΤΟική ομπρέλα, κάτω από την οποία διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις, με στόχο την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ.

Οι εξελίξεις δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις Ελλάδας – ΠΓΔΜ. Είναι κομμάτι των συνολικότερων σχεδιασμών που προωθούνται από το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, προκειμένου να ενισχύσουν την οικονομική – πολιτική – στρατιωτική παρουσία τους στα Δυτικά Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή.

Να βγουν πιο ενισχυμένες στο σφοδρό ανταγωνισμό με άλλες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, με επίκεντρο τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και δρόμων, τα μερίδια των αγορών.

Γι’ αυτό καίγονται τα ΝΑΤΟικά επιτελεία, η ελληνική κυβέρνηση και η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ. Γι’ αυτό και ως ορίζοντας για την επίτευξη συμφωνίας καθορίζεται η Σύνοδος του ΝΑΤΟ τον Ιούλη.

Οι εξελίξεις προμηνύουν νέα δεινά για τους λαούς!

Αποτελεί ανιστόρητη κοροϊδία ότι η ένταξη αυτών των χωρών σε ΝΑΤΟ – ΕΕ θα διασφαλίσει την ειρήνη και τη σταθερότητα, ότι θα αποτρέψει κινδύνους απέναντι στη χώρα μας.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν οι ΝΑΤΟικές δυνάμεις που:

  • Πρωτοστάτησαν στη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και στη δημιουργία του προβλήματος.
  • Επαναχάραξαν τους χάρτες των Βαλκανίων, δημιούργησαν κράτη – προτεκτοράτα για να προωθήσουν τα συμφέροντά τους.
  • Αξιοποιούν υπαρκτά και ανύπαρκτα μειονοτικά ζητήματα, υποδαυλίζουν εθνικισμούς κι αλυτρωτισμούς, για να «διαιρούν» τους λαούς.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποδεικνύουν πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ειρήνη και την εδαφική ακεραιότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί παράγοντα όξυνσης των προβλημάτων, αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η ίδια η πορεία άλλων βαλκανικών χωρών προς το ΝΑΤΟ και την ΕΕ συνυπάρχει με αμφισβήτηση συνόρων, παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων, ανακίνηση ακόμα και ανύπαρκτων μειονοτικών ζητημάτων.

Ακόμη και αν υπάρχει κάποιος συμβιβασμός, είναι βέβαιο ότι αυτός θα είναι εύθραυστος, ότι όταν ο συσχετισμός αλλάξει, θα αναζητηθούν νέες συμφωνίες και γεωπολιτικές ισορροπίες, που επιτυγχάνονται είτε με πόλεμο είτε με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών.

Η «ονοματολογία» συγκαλύπτει τα ιμπεριαλιστικά σχέδια, τα πραγματικά προβλήματα

Το ΚΚΕ, από το 1992, όταν τέθηκε το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους, μετά τη διάλυση της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, τοποθετήθηκε από θέσεις αρχών, με στόχο την προώθηση της φιλίας των λαών, ενάντια στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και την αλλαγή συνόρων στην περιοχή.

Πήγε κόντρα στο κυρίαρχο εθνικιστικό ρεύμα που καλλιεργούσαν όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα.

Ανάμεσά τους και το κόμμα του Συνασπισμού (μετέπειτα ΣΥΡΙΖΑ), που μαζί με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, υπέγραφε τα κοινά ανακοινωθέντα και επιτίθονταν στο ΚΚΕ, τροφοδοτώντας την αντικομμουνιστική υστερία.

Το ΚΚΕ στηρίζει τις θέσεις του πάνω στο αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η Μακεδονία είναι μια μεγάλη γεωγραφική περιφέρεια, που έχει μοιραστεί μεταξύ τεσσάρων βαλκανικών χωρών, με βάση τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που υπέγραψε ο Βενιζέλος το 1913. Τότε πήραν: η Ελλάδα το 51%, η Σερβία το 39% (ΠΓΔΜ), η Βουλγαρία το 9,5% και η Αλβανία το 0,5%.

Η αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας, με το σύνθημα “η Μακεδονία είναι μόνο ελληνική“, εννοώντας όλη τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου. Τροφοδοτεί τον εθνικισμό και τον αλυτρωτισμό. Δίνει πάτημα σε όσους ορέγονται αναθεώρηση Διεθνών Συνθηκών, όπως η άρχουσα τάξη της Τουρκίας, με την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης. Έτσι θα ανάψει το φιτίλι στην μπαρουταποθήκη των Βαλκανίων.

Το ΚΚΕ θεωρεί ότι το κυριότερο είναι η διασφάλιση των σχέσεων ειρηνικής συνεργασίας, διασφάλισης του απαραβίαστου των συνόρων των δύο χωρών, αλλαγή του Συντάγματος της γειτονικής χώρας, αποφυγή κάθε αλυτρωτικής προπαγάνδας.

Μόνο έτσι μπορεί να ακυρωθεί όλη εκείνη η βάση που στηρίζει την ανιστόρητη θεωρία περί «Μακεδονικού έθνους». Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλισθεί ο αποκλειστικά γεωγραφικός προσδιορισμός, αν καταληχθεί ότι στο όνομα της γειτονικής χώρας θα περιλαμβάνεται ο όρος “Μακεδονία” ή παράγωγό του.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει αναλάβει ρόλο “σημαιοφόρου” του ΝΑΤΟ

Η κυβέρνηση, μέσω της πολιτικής της λεγόμενης “γεωστρατηγικής αναβάθμισης“ προωθεί τη συμμετοχή του ελληνικού κεφαλαίου στο πλιάτσικο που διεξάγεται στην περιοχή. Είναι η άλλη όψη της αντιλαϊκής πολιτικής.

Η ελληνική αστική τάξη προσδοκά να επανακάμψει πιο ισχυροποιημένη στα Βαλκάνια, να κερδίσει θέσεις σε κλάδους που ιεραρχεί, επωφελούμενη από την ένταξη αυτών των χωρών στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Γι’ αυτό προστρέχει με προθυμία να κλείσει ζητήματα για λογαριασμό του κεφαλαίου, άσχετα αν ανοίγει παράθυρα μεγάλων κινδύνων και για τον ελληνικό λαό και τους άλλους λαούς της περιοχής.

Όχι στο δηλητήριο της πατριδοκαπηλίας και στον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου

Το ΚΚΕ καλεί το λαό να απομονώσει εκείνες τις εθνικιστικές, φασιστικές δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη δικαιολογημένη ανησυχία του για να σπείρουν το δηλητήριο του εθνικισμού, της πατριδοκαπηλίας. Ανάμεσά τους η εγκληματική Χρυσή Αυγή, ο πολιτικός απόγονος του ναζισμού, στην περίοδο της κυριαρχίας του οποίου η ελληνική Μακεδονία ήταν υπό βουλγαρική κατοχή.

Η ΝΔ και άλλα κόμματα έχουν τεράστια ευθύνη, γιατί με τη στάση τους ψαρεύουν στα θολά νερά του εθνικισμού, αθωώνουν τέτοιες δυνάμεις. Την ίδια στιγμή δίνουν “πάσα στην κυβέρνηση να παρουσιάζει τα επικίνδυνα ευρωατλαντικά σχέδια, με τον μανδύα της “προοδευτικότητας”.

Οι λαοί μπορούν να βαδίσουν το δικό τους ελπιδοφόρο δρόμο.

Η κοινή πάλη και η αλληλεγγύη είναι το όπλο τους ενάντια στα σχέδια του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών

Oι εξελίξεις επιβάλλουν επαγρύπνηση, ένταση της εργατικής-λαϊκής πάλης και της διεθνιστικής αλληλεγγύης, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τους πολέμους. Αυτή η πάλη είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον αγώνα για τα σύγχρονα λαϊκά δικαιώματα. Είναι δεμένη με τον αγώνα ενάντια σε όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, ενάντια στο ίδιο το καπιταλιστικό εκμεταλλευτικό σύστημα και την εξουσία του κεφαλαίου.

πηγή


μεταφυσική της διπλωματίας (Καταλονία)

Έλεγα στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι τα «εθνικά» ζητήματα, τα ζητήματα «εθνικής ανεξαρτησίας», ορίζονται από παραμέτρους διαφορετικές από ό,τι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων», ότι είναι δυο ζητήματα με διαφορετικό περιεχόμενο και ότι τα ζητήματα των «εθνικών μειονοτήτων» δεν είναι ζητήματα «εθνικής αυτοδιάθεσης» αλλά αντίθετα αποτελούν συνέπεια, η ίδια η ύπαρξη των μειονοτήτων αποτελεί συνέπεια, της «λύσης» των ζητημάτων εθνικής αυτοδιάθεσης με τη μορφή του κρατικού διαχωρισμού των εθνών.

Οπότε, εν προκειμένω, δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα, είναι μέχρι και επιζήμιο, απέναντι στο θέμα: «ανεξαρτησία της Καταλονίας» να παίρνουμε θέση «υπολογίζοντας» την υποτιθέμενη αφηρημένη τυπική επίδραση του θέματος αυτού στο μη-ομοειδές ζήτημα των μειονοτήτων. Τι γίνεται όμως όταν τα διάφορα διεθνή ζητήματα εμφανίζονται στη μορφή σαν «ομοειδή», έλκοντας έτσι την αντιμετώπισή τους ως τέτοιων («ομοειδών»), μεταφυσικά, αντί για την συγκεκριμένη και αντικειμενική ανάλυσή τους;

Και να λοιπόν τώρα, που το καταλανικό κοινοβούλιο ανακήρυξε την «ανεξαρτησία», το ισπανικό κράτος χαρακτηρίζει την ανακήρυξη αυτή «στάση», και μια σειρά χώρες σπεύδουν να καταδικάσουν την μονομερή ανακήρυξη της καταλανικής ανεξαρτησίας:

Για την «καταδίκη» εκ μέρους της Γαλλίας και της Γερμανίας, τα πράγματα φαίνονται σχετικά «απλά». Η Γαλλία καταδικάζει με «πλήρη στήριξη στον πρωθυπουργό της Ισπανίας», ενώ η Γερμανία «δεν αναγνωρίζει αυτού του είδους την ανακήρυξη ανεξαρτησίας»… Η Γαλλία εμφανίζεται ως «απερίφραστη» στην εκλογή συμμάχου, ενώ η Γερμανία προβληματίζεται για το «είδος της ανακήρυξης» που θα διασφαλίζει τα συμφέροντά της. Εδώ, σε Γαλλία και Γερμανία, «φαίνεται» ότι πρυτανεύουν τα οικονομικά συμφέροντα και όχι η «διαπλαστική» διπλωματία γύρω από τα εθνοτικά θέματα.

Για την Βρετανία, ως ισχυρή χώρα κλπ, προφανώς μετρά και η στάθμιση των οικονομικών της συμφερόντων, αλλά προφανώς μετρά στη θέση της και το πραγματικά ομοειδές ζήτημα της Σκωτίας που υποβόσκει στο εσωτερικό της. Έτσι λοιπόν «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Καταλονίας, δήλωσε η Τερέζα Μέι». Από εκεί και πέρα οι διαφορές βρίσκονται στη βρετανική φάση «μπρέξιτ» και τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις της σκοτσέζικης αστικής τάξης, αφενός, και την ισπανική «σταθερή» θέση εντός ΕΕ που όμως δεν θα περιλαμβάνει αυτομάτως και την Καταλονία σε περίπτωση απόσχισης, αφετέρου. Αλλά αυτά είναι «άλλου» τύπου ζητήματα.

Δεν έχουν όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα για την Ουκρανία και την Κύπρο.

Σε σχέση με αυτές τις χώρες η πρώτη εντύπωση είναι ότι τις «γρήγορες» ανακοινώσεις εναντίον της απόσχισης δεν τις καθορίζουν οικονομικά συμφέροντά τους στην Ισπανία ή, ιδιαίτερα, στην Καταλονία, αλλά οι εσωτερικές τους συνθήκες. Όμως αυτές, στην πραγματικότητα, διόλου ομοειδείς δεν είναι με τις καταλανικές.

Για την μεν Ουκρανία, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται στην πραξικοπηματική ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησής της, με στόχο την βίαιη ολοκληρωτική πρόσδεση της χώρας στο άρμα του ευρωατλαντισμού. Πραξικοπηματική ανατροπή, της οποίας τον αντίχτυπο αποτέλεσε η ένοπλη εξέγερση των ρωσόφωνων ανατολικών περιφερειών και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία. Το ζήτημα λοιπόν στην Ουκρανία δεν έχει την πηγή του και τον πυρήνα του σε κάποιες αφηρημένες βλέψεις «εθνικής αυτοδιάθεσης» και ανεξαρτητοποίησης, αλλά στην ανατροπή της νομιμότητας στο ίδιο το «εθνικό κέντρο», η οποία και κλόνισε τις υφιστάμενες εθνοτικές ισορροπίες. Η ίδια επίσης πραξικοπηματική ανατροπή αποτέλεσε ένα επεισόδιο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, τέτοιο που φάνηκε ότι για την ρωσική πλευρά του ήταν πλέον ανεπαρκής η αμιγώς διπλωματική του αντιμετώπιση και ότι γι’ αυτήν έθετε  την αναγκαίοτητα ανάληψης συγκεκριμένης δράσης που κατέληξε στην προσάρτηση της Κριμαίας, στην «νομιμοποιητική» βάση της ιστορίας που διέπει την κυριαρχία επί της συγκεκριμένης περιοχής. Στην Ουκρανία, λοιπόν, συμπερασματικά, το κέντρο του προβλήματος δεν βρίσκεται σε μια εθνότητα που κάνει πράξη το «δικαίωμα αυτοδιάθεσής» της, αλλά στην βίαιη, υποκινούμενη από τα ευρωατλαντικά ιμπεριαλιστικά κέντρα, πραξικοπηματική ανατροπή των ως τότε υφιστάμενων όρων και σχέσεων συνύπαρξης μεταξύ των εθνοτικών παραγόντων στο εσωτερικό της είτε πρόκειται για «εθνότητες» είτε πρόκειται για «μειονότητες». Μια τέτοια ανατροπή και η διατήρηση του καθεστώτος που προέκυψε από αυτήν θα ήταν αδύνατο να μείνει χωρίς συνέπειες και αδίκως η ουκρανική κυβέρνηση αναζητά στην δήθεν «ομοειδή» περίπτωση της Καταλονίας μεταφυσικά ερείσματα στήριξης των «δικαιωμάτων» της.

Στην Κύπρο, επίσης, το «ομοειδές» αποτελεί μεταφυσική φενάκη. Ενδεχομένως στην κυπριακή ανακοίνωση «κατά της απόσχισης» κρύβεται ο «υπολογισμός» της κατάστασης στο νησί. Συνδυασμένος ίσως, και ίσως για ακόμη μια φορά, με τη σκέψη της «συμφέρουσας» ευθυγράμμισης με την μια ή άλλη πλευρά των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, που όμως είναι «συμφέρουσα» για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης η οποία και επιχειρεί να τα «συνδυάσει» με την υπηρέτηση του «εθνικού συμφέροντος».  Όμως είναι αμφίβολο κατά πόσο είναι πάντοτε (ή ποτέ) υλοποιήσιμος ένας τέτοιος συνδυασμός. Γιατί, σε ό,τι αφορά το επίκαιρο ζήτημα, το κυπριακό σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί πρόβλημα «εθνικής αυτοδιάθεσης». Αποτελεί πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Ενδεχόμενη μάλιστα, έστω και υπονοούμενη, μεταφυσική εξομοίωση του κυπριακού με το «καταλανικό», όχι μόνο δεν θα αποτελούσε διπλωματική θωράκιση του κυπριακού κράτους, αλλά αντίθετα θα υπέσκαπτε την ουσία του κυπριακού προβλήματος ακριβώς ως προβλήματος εισβολής και κατοχής. Και υποθέτω, αυτή ακριβώς η ουσία οφείλεται να διακηρύσσεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που η διεθνής «σύγχυση» τείνει να μεταβάλλεται σε εργαλείο αμφισβήτησής της.

Όσο για «εμάς»: Το ζήτημα δεν είναι ούτε ένα μέτωπο υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας στο όνομα των γενικών αρχών της εθνικής αυτοδιάθεσης, ούτε ένα μέτωπο εναντίον της στο όνομα της ενιαίας πάλης της εργατικής τάξης. Το ζήτημα είναι η «χωρίς φόβο και πάθος» (ή μήπως «χωρίς φόβο αλλά με πάθος»;) ανάπτυξη στην πράξη αυτής της ενιαίας πάλης, κόντρα στον εθνικισμό και την καταστολή, δηλαδή κόντρα στον καταλανικό και τον ισπανικό εθνικισμό που αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξή της. Η αυτόνομη πάλη της εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων ενάντια στην επίθεση που δέχεται, με σύνθημα τον σοσιαλισμό: Σε όλη την Ισπανία, και την Καταλονία! Στην Καταλονία και σε όλη την Ισπανία! Και φυσικά, πρώτα απ’ όλα, στην ίδια μας τη χώρα!


σκέψεις γύρω από τη συζήτηση για την Καταλονία

Με αφορμή θέσεις, τοποθετήσεις, απόψεις που έχουν διατυπωθεί σε διαδικτυακές κυρίως συζητήσεις γύρω από το τρέχον ζήτημα της Καταλονίας, οι σκέψεις που ακολουθούν.

Πρώτη μια «μεθοδολογική» τοποθέτηση: Δεν είναι νομίζω σωστό να εξετάζεται το ζήτημα της Καταλονίας υπό το πρίσμα της αφηρημένης επίδρασης που ασκεί η μια ή η άλλη ιδεολογικο-πολιτική τοποθέτηση στα ζητήματα των εθνικών μειονοτήτων. Το ζήτημα της σχέσης και της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων είναι ζήτημα διαφορετικό από το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων.  Ο λόγος ύπαρξης των εθνικών μειονοτήτων είναι ακριβώς ο εθνικός-κρατικός διαχωρισμός: αν λ.χ. σήμερα η Καταλονία διαχωριζόταν κρατικά από την υπόλοιπη Ισπανία, την ίδια στιγμή από τις δυο πλευρές των συνόρων θα δημιουργούνταν δυο εθνικές μειονότητες, στη μεριά της Καταλονίας μια ισπανική εθνική μειονότητα και στη μεριά της Ισπανίας μια καταλανική εθνική μειονότητα. Η εμφάνιση και η ύπαρξη, λοιπόν, των μειονοτήτων θα ερχόταν σαν αποτέλεσμα της καταλανικής εθνικής αυτοδιάθεσης που θα έφτανε ως τον κρατικό διαχωρισμό, και από εκεί και πέρα το ζήτημα των μειονοτήτων δεν θα ήταν και δεν θα μπορούσε να είναι ζήτημα δικής τους εθνικής αυτοδιάθεσης αλλά ζήτημα σεβασμού  των δικαιωμάτων τους ως εθνικών μειονοτήτων.

Είναι προφανές ότι οι εθνικές μειονότητες υπάρχουν σαν αποτέλεσμα της ύπαρξης εθνικών συνόρων και από τη στιγμή που υπάρχουν εθνικά σύνορα θα υπάρχουν και εθνικές μειονότητες, γιατί όπως συμβαίνει σε γενικές γραμμές με όλα τα σύνορα έτσι και τα εθνικά σύνορα έχουν έναν ορισμένο «συμβατικό» χαρακτήρα, στην πραγματικότητα δεν τοποθετούνται σε κάποιο ανύπαρκτο σημείο διαχωρισμού αλλά στο σημείο της ένωσης και ανάμιξης των εθνοτήτων.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων συγχεόταν με το εθνικό ζήτημα, αν το ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων αντιμετωπιζόταν σαν το εθνικό ζήτημα, αν αντί για ζήτημα σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων μετατρεπόταν σε ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», δεν θα υπήρχε άλλο αποτέλεσμα παρά μια δίχως τέλος μετατροπή της εκάστοτε μειονότητας σε πλειονότητα εντός των δικών της ορίων και την δημιουργία εντός της μιας νέας μειονότητας αποτελούμενης από πρώην «πλειονοτικούς» (στα πλάισια των προηγούμενων συνόρων), που με τη σειρά της κι αυτή η νέα μειονότητα θα μπορούσε να διεκδικήσει την «εθνική αυτοδιάθεσή» της, μέχρι να φτάσουμε στο εσωτερικό της κάθε εθνικά «μικτής» πολυκατοικίας και στην «εθνική αυτοδιάθεση» των ορόφων και των διαμερισμάτων.

Εν πάση περιπτώσει οι δικαιολογημένες βαλκανικές μας φοβίες δεν έχουν εφαρμογή στο τρέχον καταλανικό ζήτημα. Η Καταλονία και εντός της Ισπανίας αποτελεί μια ιδιαίτερη εθνότητα, ενώ οι διάφορες βαλκανικές εθνικές μειονότητες αποτελούν την συνέπεια της ύπαρξης των ήδη ανεξάρτητων βαλκανικών εθνικών κρατών, τα οποία ομολογημένα ή ανομολόγητα, σε κρατικό-κυβερνητικό επίπεδο ή σε επίπεδο εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων στο εσωτερικό των κρατών, επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν την αναπόφευκτη ύπαρξή τους (δηλ. την ύπαρξη των μειονοτήτων αναπόφευκτα όπου υπάρχει εθνικός-κρατικός διαχωρισμός) στην υπηρεσία των διάφορων σχεδίων «μεγαλείου» τού ενός ή του άλλου αστικού κράτους, υπό την στρατηγική καθοδήγηση των διάφορων ιμπεριαλιστικών κέντρων.

Με άλλα λόγια το ζήτημα της Καταλονίας είναι ζήτημα «εθνικής αυτοδιάθεσης», ενώ η ύπαρξη των βαλκανικών εθνικών μειονοτήτων (με την ποικιλία των μορφών τους) αποτελεί συνέπεια της προγενέστερης λύσης των ζητημάτων αυτοδιάθεσης των βαλκανικών εθνών.

Δεύτερο: Αποτελεί ιστορική οπισθοχώρηση η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από το ζήτημα της κοινωνικής τους οργάνωσης, από το ζήτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, στο ζήτημα του «εθνικού αυτοπροσδιορισμού». Ιστορική οπισθοδρόμηση, ιδίως στον βαθμό (βαθμός που στις μέρες μας φαντάζει «απόλυτος») που το αίτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι αποσπασμένο από την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία.

Όμως το δεύτερο δεν είναι εντελώς άσχετο από το πρώτο. Λ.χ. το ζήτημα της αποδέσμευσης μιας χώρας, όπως η χώρα μας, από την υπέρτατη αρχή των ελευθεριών της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας που επιβάλλει η ΕΕ των μονοπωλίων, το ζήτημα της αποτίναξης των δεσμών που συνιστά η ένταξη στο ΝΑΤΟ, αυτά είναι και ζητήματα εθνικού αυτοπροσδιορισμού, εθνικής αυτοδιάθεσης, αλλά εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιάθεσης με το καθορισμένο περιεχόμενο που υπηρετεί την πάλη της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Όσο κι αν η ένταξη στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς της ΕΕ και του ΝΑΤΟ εμφανίζεται ως εθελοντική επιλογή ενός «ανεξάρτητου κράτους». Το πόσο ανεξάρτητο είναι το κράτος και πόσο εθελοντική η επιλογή θα φαινόταν αμέσως ανάγλυφα από τις ιμπεριαλιστικές αντιδράσεις στην περίπτωση που η χώρα μας προχωρούσε στην αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς θέτοντας τις παραγωγικές της δυνάμεις στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών. Θα φαινόταν από τη στιγμή που η χώρα μας θα ακολουθούσε αυτόν, τον μοναδικό, αναγκαίο και δυνατό δρόμο ανεξαρτησίας και αυτοπροσδιορισμού, όχι προς  τον σκοπό του εθνικιστικού διαχωρισμού αλλά προς τον σκοπό της ανατροπής της κυριαρχίας των μονοπωλίων πάνω στα έθνη και της συνένωσής τους στη βάση της κυριαρχίας των εργαζομένων πάνω στα μέσα και τους καρπούς του μόχθου τους.

Ιστορική οπισθοχώρηση λοιπόν η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των λαών από την ταξική πάλη προς τον εθνικισμό. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις γενικές αρχές με τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται τα ζητήματα της εθνικής αυτοδιάθεσης.

Τρίτο. Οι γενικές αυτές αρχές των κομμουνιστών αναγνωρίζουν στους λαούς το «χωρίς όρους» δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης, όμως αυτό δεν σημαίνει πως σαν πολιτική δύναμη οι κομμουνιστές διαμορφώνουν την εκάστοτε πολιτική τους θέση αφηρημένα, στη βάση της γενικής αναγνώρισης του δκαιώματος στην αυτοδιάθεση, και όχι συγκεκριμένα, δηλαδή στη βάση του ερωτήματος ποια μορφή αυτοδιάθεσης υπηρετεί αποτελεσματικότερα τον αγώνα της εργατικής τάξης σαν τάξη για τον εαυτό της.

Έτσι, συζητώντας για την Καταλονία, τα ερωτήματα που, νομίζω θα έπρεπε να  απαντηθούν είναι τα εξής:

Από τη μια, το αίτημα ανεξαρτητοποίησης της Καταλονίας λειτουργεί σαν πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης, του ισπανικού λαού, των λαών της Ισπανίας ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων;

Από την άλλη, το ίδιο αυτό αίτημα θέτει εντός ορισμένων ορίων δυνατότητες ανάδειξης του ζητήματος της πάλης των εργαζομένων ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων στο εσωτερικό της ίδιας της Καταλονίας; Δυνατότητες ανάδειξης της μόνης εθνικής αυτονομίας που έχει νόημα – στις δοσμένες συνθήκες – για την εργατική τάξη και τα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα; Εννοώ με το τελευταίο, ότι στον βαθμό που στην Καταλονία προβάλλεται η άποψη ότι είναι δυνατόν αυτή να αποτελέσει ένα «βιώσιμο» ανεξάρτητο εθνικό κράτος, τότε ποια άλλη μορφή «αυτονομίας» θα μπορούσε να επισφραγίσει από τη σκοπιά της εργατικής τάξης αυτήν την άποψη, αν όχι ο στόχος της «αυτόνομης» κοινωνικοποίησης των μονοπωλίων και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και μάλιστα όχι σαν όρος εθνικού διαχωρισμού της Καταλονίας από την υπόλοιπη Ισπανία αλλά σαν «κινητήριος» όρος συνένωσης των λαών της Ισπανίας σε μια χώρα σοσιαλιστική σε όλη της την έκταση;

Στα δυο παραπάνω ερωτήματα η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου και στα δυο «ναι»: Η «ανεξαρτητοποίηση» συνιστά και πρόσκομμα στην ενιαία πάλη της ισπανικής εργατικής τάξης (ακόμα περισσότερο η αλληλοτροφοδότηση ανάμεσα σε αυτήν και την καταστολή του ισπανικού κράτους που συγκλίνει σε αυτή την κατεύθυνση και την ανεβάζει «ποιοτικά») και επίσης περιέχει όρους ικανούς να αναδείξουν την ταξική-πολιτική αυτονομία των εργαζομένων.

Αλλά, τόσο για τον σκοπό της ακύρωσης των όρων ματαίωσης της ενιαίας πάλης της ισπανικής εργατικής τάξης και των κοινωνικών της συμμάχων, όσο και για την ανάδειξη και επικράτηση, «εθνικά», της αυτόνομης πάλης της εργατικής τάξης πρέπει να γίνει πράξη αυτό που επισημαίνει το ΚΚ των λαών της Ισπανίας, δηλαδή η «ανάγκη οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα να απεμπλακούν από το δρόμο χωρίς προοπτική όπου οδηγεί ο κάθε είδους εθνικισμός και να προβάλουν τη δική τους ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία». Κι αυτό γίνεται πράξη μέσα από την πάλη για αυτή την ακύρωση και αυτή την ανάδειξη.


Ο Κλιτς κι ο Γιατς

νατο ηπα εε στις βρυξελλες 2005

Η φωτογραφία παραπάνω, με τους αγκυλωτούς σταυρούς ζωγραφισμένους στις σημαίες των ΗΠΑ και της ΕΕ, είναι από διαδήλωση στις Βρυξέλλες, τραβηγμένη σε χρόνο «ανύποπτο» για τους ανύποπτους και τους πιλάτους.

Η φωτογραφία παρακάτω είναι τραβηγμένη πριν μια βδομάδα στο Λβοφ της Ουκρανίας

Rostislav Vasilko2

σταυρωτήδες της ΕΕ και των ΗΠΑ επί το έργο

…Πρόκειται για στιγμιότυπο από τον πολύωρο βασανισμό του Rostislav Vasilko (Ρόστισλαβ Βασίλκο) γραμματέα της τοπικής οργάνωσης Λβοφ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ουκρανίας από τους βρυκολακιασμένους φασίστες ναζί σταυρωτήδες που στρατολογούν ΗΠΑ και ΕΕ για να επιβάλλουν την ιμπεριαλιστική «τάξη» τους ενάντια στους εργαζόμενους της Ουκρανίας και όλων των λαών της υφηλίου.

Rostislav Vasilko

Rostislav Vasilko

Rostislav Vasilko4

Rostislav Vasilko1

Rostislav Vasilko3

*****

Στην επόμενη φωτογραφία: Αυτός που τεντώνει το χέρι σε φασιστικό -εεε, αρχαίο ουκρανικό- χαιρετισμό, είναι ο νέος «πρωθυπουργός» της Ουκρανίας, που τον «ψήφισε» δια βοής στην «πλατεία» ο συρφετός  των αποθρασυμένων σταυρωτήδων, «εθνικιστών», φασιστών, ναζήδων και άλλων «φιλελεύθερων» και «δημοκρατών» υποτακτικών της Μέρκελ, του Ολάντ, του Βρετανού που δε θυμάμαι τώρα τ’ όνομά του και του Ομπάμα.

newego_LARGE_t_1101_54316486

Δεν είναι «λάθος». Πρόκειται για κάποιον Αρσένυ Γιάτσενιουκ, για τα μάτια του οποίου η Αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Βικτώρια Νούλαντ πριν 25 μέρες έγινε αλανιάρα στην τηλεφωνική της επικοινωνία με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Ουκρανία Τζέφρι Πίατ: «Να πάει να γαμηθεί η ΕΕ. Εμείς αυτόν θέλουμε. Θα μας τα κανονίσει κι ο ΟΗΕ!» Προφανώς η ΕΕ ήθελε άλλον, μάλλον τον Κλίτσκο που στη φωτο στέκεται σοβαρός δεξιά από τον αρχηγό. Όμως, είπε η Νούλαντ στον πρέσβη, «του Κλιτς θα πρέπει να του λέμε τέσσερις φορές τη βδομάδα τι να κάνει, ενώ ο Γιατς ξέρει και από οικονομία και τα κάνει από μόνος του» (εθνικά ανεξάρτητος ο Γιατς δηλαδή). Μπορείτε κι εσείς να τα ακούσετε, τα πάντα παρακολουθούνται:

Εδώ η Νούλαντ με τον "εγκληματία" Γιανούκοβιτς. Ερωτική ατμόσφαιρα.

Εδώ η Νούλαντ με τον «εγκληματία» Γιανούκοβιτς. Ερωτική ατμόσφαιρα.

Ο Γιατς, λοιπόν, του κόμματος της αδιάφθορης δισεκατομμυριούχου Τιμοσένκο έγινε πρωθυπουργός, ενώ ο Κλιτς, «αποδεδειγμένα ο άνθρωπος της Γερμανίας στις εξελίξεις» σύμφωνα με τον 902gr, αρκέστηκε να τοποθετηθεί ένα μέλος του κόμματός του στην υπηρεσία Ασφάλειας. Μοιάζει μακρινός ο καιρός που η ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Ολμπράιτ εκδήλωνε την ανυπομονησία της «να καλωσορίσει στην ΕΕ (!!!) μια δημοκρατική Σερβία». Εκείνα τα χρόνια η ΕΕ, ακολουθώντας ένα είδος πολιτικής κατευνασμού (απέναντι στον συνεταίρο της άλλωστε), δεν είχε ζητήσει εξηγήσεις από τις ΗΠΑ από πού και ως πού «καλωσορίζουν» αυτές τον οποιοδήποτε στα ξένα σπίτια. Κι έτσι τώρα, κάπου 15 χρόνια αργότερα δηλαδή, η ΕΕ βρίσκεται στη σχετικά δυσάρεστη θέση να «καλωσορίζει» την Ουκρανία (αφού για την εμπορική σύνδεση μεταξύ Ουκρανίας – ΕΕ έγινε όλη η δουλειά) με έναν πρωθυπουργό που ενσαρκώνει το δόγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής «να πάει να γαμηθεί (η ΕΕ)». Ας πρόσεχε. Όσο να ‘ναι καλή είναι και η «Ασφάλεια» στο κάτω – κάτω της γραφής…

…Καλή η «Ασφάλεια», αλλά όχι και σαν το «Εσωτερικών» εδώ που τα λέμε. Το «Εσωτερικών» όμως το κέρδισε πάλι το κόμμα της δισεκατομμυριούχου και οι υπηρεσίες του στελεχώθηκαν από μέλη του φασιστικού «Δεξιού Τομέα», στρατιωτικού σκέλους του ακροδεξιού – εθνικιστικού κόμματος «Ελευθερία», το οποίο «σκέλος» αποτέλεσε την ένοπλη δύναμη κρούσης ενάντια στην τελωνειακή σύνδεση της Ουκρανίας με τη Ρωσία και υπέρ της εμπορικής σύνδεσής της με την ΕΕ, υπό την αιγίδα βέβαια του ΔΝΤ  όπως φαίνεται να πηγαίνουν τα πράγματα υπό τη διακυβέρνηση του Γιατς.

ucraine-demos-handgun

Ειρηνικός διαδηλωτής υπερασπιζόμενος τις δυτικές αξίες, σε πόζα καταδίκης της βίας από όπου κι αν προέρχεται. (Φονιάδες, ληστές, υποκριτές είναι οι ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές)

Στην αποκάτω φωτογραφία, αριστερά εικονίζονται «μαχητές» του «Δεξιού Τομέα» στις πρόσφατες συγκρούσεις και δεξιά ο ντόπιος «συναγωνιστής» τους και ομοϊδεάτης τους Μιχαλολιάκος να μιλά κάτω από το σύμβολο των Ες-Ες που έχουν κι οι Ουκρανοί «συναγωνιστές» στα περιβραχιόνιά τους.

1654124_671348882907874_2100938158_n

Δεν είναι λοιπόν σύμπτωση, το ότι αντιπροσωπεία της «ΧΑ» έφτασε ως το Κίεβο για να συναντήσει τα «αδέλφια» της του «Δεξιού Τομέα» και να φωτογραφηθούνε μαζί.

kiebo

Κι έτσι, ενώ ο Κλιτς is doing his homework (σύμφωνα με τα λόγια του Αμερικανού πρεσβευτή), κι ενώ ο Γιατς σαν πρωθυπουργός ετοιμάζεται ή να κουρέψει ή να επιμηκύνει το λαό κάνοντας λόγο για «μαύρες τρύπες 35 δισ.» και «δημοσιονομικό χρέος 75 δισ. δολάρια», κι ενώ η Ρωσία επιχειρεί να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα μη θέλοντας μάλλον να έχει την τύχη που τόσο γλαφυρά περιέγραψε η Κα Νούλαντ για την ΕΕ, κι ενώ με όλα αυτά ο λαός της Ουκρανίας ενάντια στις δικές του ανάγκες διαχωρίζεται ανάλογα με τη γλώσσα τη θρησκεία και τα λοιπά, την ίδια ώρα ο αρχηγός (υπαρχηγός, στέλεχος ή κάτι τέτοιο) του «Δεξιού Τομέα», κάποιος Αλεξάντρ Μιζίτσκο περιφέρεται στις κρατικές υπηρεσίες και στα τοπικά συμβούλια υλοποιώντας το ρόλο της οργάνωσής του στην στελέχωση του «Εσωτερικών»:

Στο βίντεο που ακολουθεί ο «Δεξιός Τομέας» δείχνει στον εισαγγελέα υπηρεσίας πώς πρέπει να κάνει τη δουλειά του και ποιον πρέπει να «σέβεται» στο εφεξής. Άλλωστε στη Γενική Εισαγγελία κουμάντο κάνει πλέον μέλος του πολιτικού «σκέλους» του «Δεξιού Τομέα», δηλαδή του κόμματος «Ελευθερία». Γενικό το νταβατζιλίκι δηλαδή. Να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Λίγο πριν ή λίγο μετά ο Μιζίτσκο μεταβαίνει στη συνεδρίαση του τοπικού κοινοβουλίου της πόλης Ρόβνο, όπου χρησιμοποιεί το πολυβόλο του σ’ ένα Μάθημα Δημοκρατίας. Από όσο καταλαβαίνω τις ελληνικές λέξεις που μας έχουν κλέψει οι Σλάβοι, το κεντρικό νόημα είναι ότι σε μια Δυτική Δημοκρατία αναγνωρισμένη μάλιστα από τις πολιτισμένες χώρες του κόσμου, τις ΗΠΑ και την ΕΕ, δεν επιτρέπεται να αποκαλείται ο «Δεξιός Τομέας»  και ο ίδιος  προσωπικά με τον χαρακτηρισμό «προβοκάτορας»:

*

Για το τέλος της ανάρτησης ο ξύλινος λόγος της ανακοίνωσης του ΚΚΕ για τις εξελίξεις στην Ουκρανία:

«Το ΚΚΕ καταδικάζει τις ξένες επεμβάσεις στα εσωτερικά της Ουκρανίας. Καταγγέλλει τις τρομοκρατικές διώξεις και απειλές σε βάρος του ουκρανικού λαού, των μειονοτήτων, των κομμουνιστών της Ουκρανίας που φτάνουν μέχρι σε σημείο ανοικτών πολιτικών διώξεων και προσπάθειας απαγόρευσης του ΚΚ Ουκρανίας και του «Κόμματος των Περιοχών». Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στους κομμουνιστές και το λαό της Ουκρανίας και καλούμε τον ελληνικό λαό να σταθεί απέναντι σε κάθε απόπειρα απαγόρευσης της δράσης των κομμουνιστών, περιορισμού των λαϊκών δικαιωμάτων και διαστρέβλωσης της ιστορίας για την πάλη των λαών ενάντια στο φασισμό.

Η αλλαγή κυβέρνησης στην Ουκρανία δε συνιστά ούτε «ανατροπή», ούτε σηματοδοτεί κάποια αλλαγή πολιτικής υπέρ του ουκρανικού λαού. Η νέα ουκρανική κυβέρνηση συγκροτείται από αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις και εκπροσώπους τμημάτων της ουκρανικής ολιγαρχίας, όπως η Τιμοσένκο, που απέκτησαν πολιτική και οικονομική ισχύ μέσα από τη λεηλασία του λαϊκού πλούτου και της σοσιαλιστικής σοβιετικής κληρονομιάς. Αναρριχήθηκαν στην εξουσία με τη στήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, για την προώθηση των δικών τους γεωπολιτικών σχεδιασμών. Η ελληνική κυβέρνηση έχει σοβαρότατες ευθύνες, διότι και με το ρόλο της ως προεδρεύουσας της ΕΕ, στήριξε αυτή την παρέμβαση στα εσωτερικά της Ουκρανίας.

Στο πλαίσιο της νέας ουκρανικής κυβέρνησης ενεργό ρόλο αναλαμβάνουν και ένοπλες ναζιστικές οργανώσεις και κόμματα, απόγονοι συνεργατών των SS, που τρομοκρατούν τον ουκρανικό λαό, τους μειονοτικούς πληθυσμούς, σπέρνουν το εθνικιστικό διχαστικό δηλητήριο και τον αντικομμουνισμό, βεβηλώνουν τα σοβιετικά και αντιφασιστικά μνημεία.

Οι εξελίξεις στην Ουκρανία αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι οι ναζιστικές οργανώσεις, όπως η ελληνική Χρυσή Αυγή, λειτουργούν ως όργανα του συστήματος, του κεφαλαίου, των ιμπεριαλιστικών κέντρων σε βάρος των λαών. Αποδεικνύεται επίσης ο ψευδεπίγραφος «αντιφασισμός» και «αντιρατσισμός» της ΕΕ, τα κροκοδείλια δάκρυα για την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, τη στιγμή που η ίδια η ΕΕ παρέχει κάλυψη σε αυτές τις οργανώσεις, γιατί αυτό υπηρετεί τα συμφέροντά της.

Σήμερα είναι απολύτως αναγκαίο και επίκαιρο ο ουκρανικός λαός να οργανώσει τη δική του ανεξάρτητη πάλη ενάντια στην αστική τάξη της χώρας του και τις διάφορες ιμπεριαλιστικές ενώσεις που τον οδηγούν σε ένα μακελειό με ανυπολόγιστες συνέπειες, φτάνοντας ακόμη και στην ένοπλη σύγκρουση. Να απομονώσει τις ναζιστικές – φασιστικές εγκληματικές ομάδες που αποτελούν το μακρύ χέρι των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών.

Ο ουκρανικός λαός ενωμένος, ανεξάρτητα από θρησκεία, γλώσσα ή εθνική καταγωγή, μπορεί να χαράξει το δρόμο για το σοσιαλισμό, που αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική λύση στα αδιέξοδα του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Διαθέτει άλλωστε την ιστορική μνήμη που διδάσκει ότι στα χρόνια του σοσιαλισμού, οι λαοί και εθνότητες της Ουκρανίας και όλων των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ ζούσαν, συμβίωναν και προόδευαν σε συνθήκες ειρήνης και ευημερίας».